Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1666 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Πλαστογραφία, Συναυτουργία, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση.




Περίληψη:
Κακουργηματική πλαστογραφία και κακουργηματική απάτη από κοινού τελεσθείσες. Στοιχεία της αντικειμενικής τους υπόστασης. Συνιστά απάτη η διαβεβαίωση της παθούσας ότι έχουν οι κατηγορούμενοι τη δυνατότητα να τριπλασιάσουν το πιστωτικό όριο των πιστωτικών καρτών της τελευταίας. Χρήση δε πλαστού συνιστά η χρησιμοποίηση της πιστωτικής κάρτας της παθούσας για αγορά καταναλωτικών προϊόντων. Απορρίπτονται ως αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας και ως απαράδεκτος ο λόγος για εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων. Η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ανήκει στην απόλυτη κρίση του δικαστηρίου, του συμβουλίου ή του ανακρίνοντος και δεν ελέγχεται από τον ’ρειο Πάγο. Απορρίπτεται ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α λόγος αναίρεσης. Δεν τίθεται θέμα ακυρότητας κατ' άρθρο 171 § 1 δ ΚΠΔ, όταν το Συμβούλιο Εφετών αιτιολογήσει την απόρριψη του αιτήματος του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του προς παροχή διευκρινήσεων. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.




Αριθμός 1666/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα - Εισηγήτρια και Ανδρέα Τσόλια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 19 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1866/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Ψ, κάτοικο ... .

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Νοεμβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 115/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη με αριθμό 95/19.03.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Eισάγω κατ'άρθρ. 485 § 1 Κ.Π.Δ., την υπ'αριθμ. 195/2008 αίτηση αναίρεσης του Χ, κατοίκου ... (δυνάμει της από 18-11-2008 εξουσιοδότησής του προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Κοτύλια, Δικηγόρο Αθηνών), κατά του υπ'αριθμ. 1866/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ'ακόλουθα:
Α) Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ'ουσία η υπ'αριθμ. 154/2008 έφεσή του κατά του υπ'αριθμ. 549/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (κακουργημάτων) για τις αξιόποινες πράξεις: α) πλαστογραφία από κοινού, κατ'εξακολούθηση κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ και β) Απάτη από κοινού, κατ'εξακολούθηση, κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ και γ) Υπεξαγωγή εγγράφων από κοινού κατ'εξακολούθηση(άρθρ. 1, 13 στ', 14, 18, 26 § 1α, 27, 45, 94 § 1, 98, 216 § § 1, 3β, 222, 386 § § 1,3β ΠΚ).
Β) Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο δικαιούμενο προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση σύμφωνα με τα άρθρα 473 § 1, 474 και 482 § § 1,3 Κ.Π.Δ., με τη δήλωση του αναιρεσείοντα στο Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, για την οποία συντάχθηκε η προαναφερθείσα έκθεση υπ'αριθμ. 195/24-11-08, ημέρα Δευτέρα, (πρώτη εργάσιμη μετά την τελευταία της 10ήμερης προθεσμίας που ήταν το Σάββατο 22-11-08), αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα είχε επιδοθεί στον κατηγορούμενο την 12-11-08. Είναι, κατά συνέπεια, τυπικά δεκτή.
Με την κρινόμενη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη αιτιολογίας και την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, που απαιτείται κατ'άρ.93§3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τ'αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε τούτο ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο, για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη, ενώ Δ) εσφαλμένη μεν ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ιδρύουσα λόγον αναιρέσεως, υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει στη διάταξη διαφορετική έννοια από αυτήν που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν δεν υπάγει ορθώς σ'αυτήν τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως προκύψαντα από τις αποδείξεις, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση (Α.Π. 252/04 και 2200/02, Π.Χ. ΝΓ/762).
Ε) Εξάλλου, εφόσον τα εκτιθέμενα στις αιτήσεις αναιρέσεων ως προς το λόγο της έλλειψης αιτιολογίας, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, ο λόγος αυτός των αιτήσεων είναι απαράδεκτος, διότι η εκτίμηση των εγγράφων και κάθε αποδεικτικού στοιχείου εν γένει απόκειται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας κυριαρχική κρίση του δικαστικού συμβουλίου ή του δικαστηρίου (Α.Π. 1457/2000 και 591/2001, Π.Χ. ΝΑ/537 και ΝΒ/131).
ΣΤ) Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλίο Εφετών με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα, ειδικά δε αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη εισαγγελική πρόταση, η οποία μνημονεύει, όλα κατ'είδος, τ' αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής πραγματικά περιστατικά :
Στη συγκεκριμένη περίπτωση από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού που συγκεντρώθηκε κατά την προκαταρκτική εξέταση και την κυρία ανάκριση και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα και την απολογία του εκκαλούντος κατηγορουμένου Χ προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. Η εγκαλούσα Ψ, κάτοικος ..., συνταξιούχος, την 15-03-2005 δέχθηκε τηλεφώνημα από την συγκατηγορουμένη του εκκαλούντος ΩΩ, η οποία της συστήθηκε ως διαχειρίστρια της επιχείρησης με την επωνυμία "ΕΡΜΗΣ" και την διαβεβαίωσε ότι η επιχείρηση της έχει τη δυνατότητα να μεσολαβεί στις τράπεζες και να επιτυγχάνει αύξηση των πιστωτικών ορίων των πιστωτικών καρτών. Η εγκαλούσα, η οποία κατείχε τις ακόλουθες πιστωτικές κάρτες: α) "Eurobank Visa", αριθ. ..., με όριο 2.400 ευρώ, β) "Eurobank Mastercard", αριθ. ..., με όριο 2.100 ευρώ, γ) "Euroline", αριθ. ..., με όριο 5.400 ευρώ, δ) "Dama Visa", αριθ. ..., με όριο 1.200 ευρώ και ε) "WWF Eurobank Card", αριθ. ... με πιστωτικό όριο 1.800 ευρώ, δελεάστηκε από την πρόταση της ΩΩ και δέχθηκε να συναντήσει αυτήν στο επί της Λ. ..., στο ..., γραφείο της. Πράγματι η συνάντηση αυτή έγινε την 21-03-2005 στο ως άνω γραφείο, εμφανίστηκε δε, ως συνεργάτης της ΩΩ και ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ. Κατά τη συζήτηση η ΩΩ διαβεβαίωσε την εγκαλούσα ότι είχε τη δυνατότητα να τριπλασιάσει το πιστωτικό όριο των ως άνω καρτών τις οποίες, για το σκοπό αυτόν έπρεπε να της παραδώσει για δύο εργάσιμες ημέρες μαζί με ένα φωτοαντίγραφο της αστυνομικής της ταυτότητας. Η εγκαλούσα πίστεψε τις διαβεβαιώσεις της επειδή αυτή εμφανίστηκε με πολλές γνώσεις για τα θέματα πιστωτικών καρτών και παρέδωσε και τις πέντε πιστωτικές κάρτες της μαζί με αντίγραφο της ταυτότητας της. Όταν ωστόσο παρήλθαν οι δύο εργάσιμες ημέρες, η εγκαλούσα, επειδή δεν είχε καμία νεότερη είδηση, άρχισε να αμφιβάλει για την φερεγγυότητα του γραφείου και επεχείρησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά χωρίς όμως αποτέλεσμα. Την 6-04-2005 μετέβη εκ νέου στο ως άνω γραφείο όπου η ΩΩ αρχικά ισχυρίσθηκε ότι οι πιστωτικές κάρτες είχαν δεσμευθεί από την τράπεζα και όταν η εγκαλούσα απείλησε ότι θα καλέσει την αστυνομία κάλεσε τον εκκαλούντα κατηγορούμενο ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι είχε τις πιστωτικές κάρτες στο αυτοκίνητο του και προφασιζόμενοι ότι θα τις φέρουν για να τις παραδώσουν στην εγκαλούσα, απομακρύνθηκαν από το γραφείο και εξαφανίστηκαν. Όταν η εγκαλούσα έλαβε αντίγραφα των λογαριασμών των πιστωτικών καρτών της, στο τέλος Απριλίου ή στις αρχές Μαΐου 2005, διαπίστωσε ότι με αυτές είχαν γίνει αγορές διαφόρων πραγμάτων από τους κατηγορουμένους ΩΩ και Χ, οι οποίοι εξαπατώντας τους υπαλλήλους διαφόρων καταστημάτων και θέτοντας στα αντίστοιχα παραστατικά αγοραπωλησιών την υπογραφή της εγκαλούσας, προέβησαν στις παρακάτω αγορές: Την 22-03-2005 αγορά αξίας 5.499,72 ευρώ, από το κατάστημα με την επωνυμία "Interset Playland", με χρήση της κάρτας "Euroline", την 22-03-2005 αγορά αξίας 9.999,72 ευρώ, από το κατάστημα με την επωνυμία "Interset Playland", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Euroline", την 22-03-2005 αγορά αξίας 999,72 ευρώ" από το κατάστημα με την επωνυμία "Interset Playland", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Euroline, την 29-03-2005 αγορά αξίας 3.300 ευρώ από το κατάστημα με την επωνυμία "Top WheeΙs", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Dama Visa", την 29-03-2005 αγορά αξίας 199,92 ευρώ από το κατάστημα με την επωνυμία "Top Wheels", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Dama Visa", την 2-04-2005 αγορά αξίας 4.986,96 ευρώ από το κατάστημα ... της επιχείρησης με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Euroline", την 4-04-2005 αγορά αξίας 4.368,00 ευρώ από το κατάστημα ... της επιχείρησης με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Eurobank Mastercard", την 4-04-2005 αγορά αξίας 4.992,00 ευρώ με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Eurobank Mastercard", από το κατάστημα ... της επιχείρησης με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ", την 4-04-2005 αγορά αξίας 4.983,84 ευρώ, από το κατάστημα ... της επιχείρησης με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Euroline", την 4-04-2005 αγορά αξίας 1.500 ευρώ, από την επιχείρηση του ..., με χρήση της πιστωτικής κάρτας "WWF Eurobank Card", την 6-04-2005 αγορά αξίας 3.198,12 ευρώ από την επιχείρηση με την επωνυμία "ONE WAY TECHNOSTORES", υποκατάστημα ..., με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Eurobank Visa", την 6-4-2005 αγορά αξίας 3.270,76 ευρώ, από την επιχείρηση με την επωνυμία "ONE WAY TECHNOSTORES", υποκατάστημα ..., με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Eurobank Visa", την 06-04-2005 αγορά αξίας 7.962,84 ευρώ, από την επιχείρηση με την επωνυμία "ONE WAY TECHNOSTORES", υποκατάστημα ..., με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Euroline", την 6-04-2005 αγορά αξίας 2.298,96 ευρώ από την επιχείρηση με την επωνυμία "ONE WAY TECHNOSTORES", υποκατάστημα ... με χρήση της πιστωτικής κάρτας "WWF Eurobank" και την 6-04-2005, αγορά αξίας 2.391,60 ευρώ από την επιχείρηση με την επωνυμία "ΟΝΕ WAY TECHNOSTORES", υποκατάστημα ..., με χρήση της πιστωτικής κάρτας "WWF Eurobank". Δηλαδή είχαν γίνει αγορές, με χρέωση των λογαριασμών της εγκαλούσας, ύψους 50.972 ευρώ συνολικά. Στην απολογία του ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την κατηγορία και ισχυρίσθηκε ότι γνώρισε την εγκαλούσα το έτος 2005 μέσω της κοινής γνωστής τους ΩΩ, ότι ουδέποτε έκτοτε είχαν οποιαδήποτε σχέση ή επικοινωνία, ότι ουδέποτε παρέλαβε τις πιστωτικές της κάρτες και ποτέ δεν προέβη σε αγορές με αυτές θέτοντας στα σχετικά παραστατικά την υπογραφή της. Οι ισχυρισμοί του όμως αυτοί δεν ενισχύονται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, αλλά, αντίθετα, αποδυναμώνονται από τις καταθέσεις της εγκαλούσας η οποία, πέραν όσων εκτέθηκαν, αναφέρει ότι όταν διαμαρτυρήθηκε στον υπεύθυνο του καταστήματος "Top Wheels" για τις αγορές που έγιναν με τις πιστωτικές της κάρτες εκείνος τηλεφώνησε στον εκκαλούντα κατηγορούμενο και στην συγκατηγορουμένη του, ζητώντας την εξόφληση της αξίας των πωληθέντων πραγμάτων. Εξ άλλου και οι εξετασθείσες ως μάρτυρες ... και ... διαψεύδουν τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος και αναφέρουν ότι και οι ίδιες υπέβαλαν εναντίον του έγκληση για παρόμοιες αξιόποινες πράξεις.
Κατέληξε δε το Συμβούλιο Εφετών ότι ορθώς παραπέμφθηκε ο κατηγορούμενος στο ακροατήριο με το πρωτόδικο βούλευμα, το οποίο και επικύρωσε.
Ζ) Το παραπάνω βούλευμα είναι αναιρετέο για τους εξής λόγους.
1ον) Δεν περιέχει ούτε κατ'ελάχιστον απαντήσεις στις ειδικές, σαφείς και συγκεκριμένες αιτιάσεις παράπονα που διαλαμβάνονται στη έκθεση έφεσης του κατηγορουμένου, όπως για παράδειγμα "ότι υφίσταται πασίδηλη ομοιότητα των υπογραφών που έχουν τεθεί στα αποκόμματα των συναλλαγών που έγιναν με την υπ'αριθμ. ... πιστωτική κάρτα VISA στην επιχείρηση ONE WAY ..., με την υπογραφή της εγκαλούσας", "την ανάληψη ποσού 360,00 ευρώ από αυτόματο μηχάνημα συναλλαγών την 22-3-2005, που έγινε με τη χρήση του μυστικού αριθμού πρόσβασης (ΡΙΝ), τον οποίο γνώριζε μόνο η εγκαλούσα", κ.λ.π. (βλ. την υπ'αριθμ. 154/31-3-2008 έκθεση έφεσης στη δικογραφία).
2ον) Δεν αιτιολογείται παντάπασι το στοιχείο της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των εγκλημάτων της πλαστογραφίας και της απάτης, κατ'εξακολούθηση, για τα οποία ο αναιρεσείων παραπέμφθηκε. Είναι χαρακτηριστικό ότι ούτε στην ανάλυση του νομικού μέρους δεν γίνεται αναφορά της έννοιας της κατά συνήθεια τέλεσης, ενώ στο σκεπτικό του προσβαλλομένου βουλεύματος δεν γίνεται ούτε καν η τυπική αναφορά ότι τις επίμαχες πράξεις οι κατηγορούμενοι τέλεσαν "κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια". Τέλος δεν γίνεται, με την ενσωματωμένη στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, παραπομπή στην πρωτόδικη εισαγγελική πρόταση, ώστε να μπορούν να καλυφθούν με τον τρόπο αυτό οι ελλείπουσες αιτιολογίες.
Η) Είναι αβάσιμες οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και ειδικώτερα.
1) Η έξαρση μερικών από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπ'όψη τα λοιπά, αν γίνεται μνεία στο βούλευμα ότι το συμβούλιο έλαβε υπ'όψη του και τα λοιπά στοιχεία της δικογραφίας.
(Α.Π. 1558/2003 Ποιν. Χρ. Ν.Δ'441).
2) Είναι επαρκής η αιτιολογία με την οποία το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε αίτημα του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου, δεχόμενο ότι "ο εκκαλών κατηγορούμενος με το απολογητικό του υπόμνημα και την εκτενή έκθεση της υπό κρίση έφεσής του ανέπτυξε αναλυτικά και διεξοδικά τους ισχυρισμούς και τις απόψεις του επί των πραγματικών και νομικών ζητημάτων της υπόθεσης, ώστε να μην υπάρχουν πλέον κενά προς περαιτέρω διευκρίνιση".
(βλ. 6ο φύλλο β'σελίδα του βουλεύματος και ΑΠ 960/2006 Ποιν.Δικ. 2006, σελ. 1346, ΑΠ 292/2003).
3) Η κατ'άρθρ. 183 ΚΠΔ διενέργεια πραγματογνωμοσύνης υπόκειται την απόλυτη κρίση του δικαστηρίου, του συμβουλίου ή του ανακρίνοντος και δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο, η δε αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος για πραγματογνωμοσύνη δεν συνεπάγεται ακυρότητα ούτε ιδρύει αναιρετικό λόγο. (ΑΠ 874/2004 Ποιν. Χρ. ΝΕ' 414).
Σε κάθε περίπτωση αποτελεί επαρκή αιτιολογία για την απόρριψη του σχετικού αιτήματος η άποψη του Συμβουλίου Εφετών ότι τα υπάρχοντα ήδη αποδεικτικά στοιχεία είναι επαρκή για την κατ'ουσία απόφαση και την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήρο (βλ. φύλλο 6ο σελ. α' του βουλεύματος).
4) Η αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων δεν στοιχειοθετεί εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, αλλά άρνηση των κατηγοριών και, ως εκ τούτου, είναι εκτός αναιρετικού ελέγχου.
Η) Με βάση τα προεκτεθέντα θα πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο, υπ'αριθμ. 1866/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, για τον προβλεπόμενο στο άρθρ. 484 § 1 εδ. δ' του Κ.Π.Δ., λόγο, απορριπτομένων των λοιπών προβαλλομένων λόγων αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
Να αναιρεθεί το υπ'αριθμ. 1866/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο, χωρίς συμμετοχή των ίδιων δικαστών.
Αθήνα 8 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Παναγιώτης Νικολούδης"

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 216 παρ. 1 και 3 του Π.Κ., όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 2α του ν. 2721/1999, προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της κακουργηματικής πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξαρχής κατάρτιση εγγράφου πλαστού ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, υποκειμενικά δε δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση και τη θέληση των περιστατικών, που θεμελιώνουν την πράξη και συνάμα σκοπός αυτού, όπως με τη χρήση του πλαστού εγγράφου παραπλανηθεί άλλος για γεγονός δυνάμενο να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση εννόμως προστατευμένου δικαιώματος, με την πρόσθετη επιδίωξη του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος, εφόσον το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός αν επιτεύχθηκε τελικώς η παραπλάνηση και το περιουσιακό όφελος ή η βλάβη ή αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Στην περίπτωση δε τελέσεως πλαστογραφίας κατ'εξακολούθηση, για την κρίση σχετικά με το ύψος του οφέλους ή της ζημίας και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξεως ως κακουργήματος ή πλημμελήματος, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 98 ΠΚ, λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου της πράξεως, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες και παραλείψεις του δράστη, χωρίς να απαιτείται ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος. Κατά την παρ.3 περ. α του άρθρου 386 Π.Κ., η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ. Περαιτέρω από τη διάταξη δε του άρθρου 45 του Π.Κ. που ορίζει ότι "αν δύο ή περισσότεροι από κοινού τέλεσαν αξιόποινη πράξη καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως" προκύπτει ότι με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος (Ολ.ΑΠ 50/1990). Είναι δε δυνατή η συναυτουργία περισσοτέρων προσώπων στην κατάρτιση πλαστού ή τη νόθευση εγγράφου, χωρίς να απαιτείται αναφορά των επί μέρους ενεργειών καθενός των συναυτουργών αλλά αρκεί η αναφορά στην απόφαση των πραγματικών περιστατικών βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετείχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ., όπως το εδάφιο στ' προστέθηκε στο άρθρο αυτό με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης, προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του Π.Κ. προκύπτει ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικώς μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικώς δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του. Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη μεν φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης αυτής, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος. Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου (ή του δικαστηρίου) της ουσίας, ενώ, για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα, είναι επιτρεπτή, η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση καλύπτει δε η αναφορά αυτή και το στοιχείο της μνείας κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων που αναφέρονται στην πρόταση αυτή. Τέλος, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ.1 περ. β του Κ.Π.Δ., λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην κρινόμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή εξ' ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος, και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα, σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου, προέκυψαν κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εγκαλούσα Ψ, κάτοικος ..., συνταξιούχος, την 15-03-2005 δέχθηκε τηλεφώνημα από την συγκατηγορουμένη του εκκαλούντος ΩΩ, η οποία της συστήθηκε ως διαχειρίστρια της επιχείρησης με την επωνυμία "ΕΡΜΗΣ" και την διαβεβαίωσε ότι η επιχείρηση της έχει τη δυνατότητα να μεσολαβεί στις τράπεζες και να επιτυγχάνει αύξηση των πιστωτικών ορίων των πιστωτικών καρτών. Η εγκαλούσα, η οποία κατείχε τις ακόλουθες πιστωτικές κάρτες: α) "Eurobank Visa", αριθ. ..., με όριο 2.400 ευρώ, β) "Eurobank Mastercard", αριθ. ..., με όριο 2.100 ευρώ, γ) "Euroline", αριθ. ..., με όριο 5.400 ευρώ, δ) "Dama Visa", αριθ. ..., με όριο 1.200 ευρώ και ε) "WWF Eurobank Card", αριθ. ...με πιστωτικό όριο 1.800 ευρώ, δελεάστηκε από την πρόταση της ΩΩ και δέχθηκε να συναντήσει αυτήν στο επί της Λ. ..., στο ..., γραφείο της. Πράγματι η συνάντηση αυτή έγινε την 21-03-2005 στο ως άνω γραφείο, εμφανίστηκε δε, ως συνεργάτης της ΩΩ και ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ. Κατά τη συζήτηση η ΩΩ διαβεβαίωσε την εγκαλούσα ότι είχε τη δυνατότητα να τριπλασιάσει το πιστωτικό όριο των ως άνω καρτών τις οποίες, για το σκοπό αυτόν έπρεπε να της παραδώσει για δύο εργάσιμες ημέρες μαζί με ένα φωτοαντίγραφο της αστυνομικής της ταυτότητας. Η εγκαλούσα πίστεψε τις διαβεβαιώσεις της επειδή αυτή εμφανίστηκε με πολλές γνώσεις για τα θέματα πιστωτικών καρτών και παρέδωσε και τις πέντε πιστωτικές κάρτες της μαζί με αντίγραφο της ταυτότητάς της. Όταν ωστόσο παρήλθαν οι δύο εργάσιμες ημέρες, η εγκαλούσα, επειδή δεν είχε καμία νεότερη είδηση, άρχισε να αμφιβάλει για την φερεγγυότητα του γραφείου και επεχείρησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά χωρίς όμως αποτέλεσμα. Την 6-04-2005 μετέβη εκ νέου στο ως άνω γραφείο όπου η ΩΩ αρχικά ισχυρίσθηκε ότι οι πιστωτικές κάρτες είχαν δεσμευθεί από την τράπεζα και όταν η εγκαλούσα απείλησε ότι θα καλέσει την αστυνομία κάλεσε τον εκκαλούντα κατηγορούμενο ο οποίος ισχυρίσθηκε ότι είχε τις πιστωτικές κάρτες στο αυτοκίνητο του και προφασιζόμενοι ότι θα τις φέρουν για να τις παραδώσουν στην εγκαλούσα, απομακρύνθηκαν από το γραφείο και εξαφανίστηκαν. 'Οταν η εγκαλούσα έλαβε αντίγραφα των λογαριασμών των πιστωτικών καρτών της, στο τέλος Απριλίου ή στις αρχές Μαΐου 2005, διαπίστωσε ότι με αυτές είχαν γίνει αγορές διαφόρων πραγμάτων από τους κατηγορουμένους ΩΩ και Χ, οι οποίοι εξαπατώντας τους υπαλλήλους διαφόρων καταστημάτων και θέτοντας στα αντίστοιχα παραστατικά αγοραπωλησιών την υπογραφή της εγκαλούσας, προέβησαν στις παρακάτω αγορές: Την 22-03-2005 αγορά αξίας 5.499,72 ευρώ, από το κατάστημα με την επωνυμία "Interset Playland", με χρήση της κάρτας "Euroline", την 22-03-2005 αγορά αξίας 9.999,72 ευρώ, από το κατάστημα με την επωνυμία "Interset Playland", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Euroline", την 22-03-2005 αγορά αξίας 999,72 ευρώ" από το κατάστημα με την επωνυμία "Interset Playland", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Euroline, την 29-03-2005 αγορά αξίας 3.300 ευρώ από το κατάστημα με την επωνυμία "Top Wheels", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Dama Visa", την 29-03-2005 αγορά αξίας 199,92 ευρώ από το κατάστημα με την επωνυμία "Top Wheels", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Dama Visa", την 2-04-2005 αγορά αξίας 4.986,96 ευρώ από το κατάστημα ... της επιχείρησης με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Euroline", την 4-04-2005 αγορά αξίας 4.368,00 ευρώ από το κατάστημα ... της επιχείρησης με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Eurobank Mastercard", την 4-04-2005 αγορά αξίας 4.992,00 ευρώ με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Eurobank Mastercard", από το κατάστημα ... της επιχείρησης με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ", την 4-04-2005 αγορά αξίας 4.983,84 ευρώ, από το κατάστημα ... της επιχείρησης με την επωνυμία "ΡΑΔΙΟ ΚΟΡΑΣΙΔΗΣ", με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Euroline", την 4-04-2005 αγορά αξίας 1.500 ευρώ, από την επιχείρηση του ..., με χρήση της πιστωτικής κάρτας "WWF Eurobank Card", την 6-04-2005 αγορά αξίας 3.198,12 ευρώ από την επιχείρηση με την επωνυμία "ONE WAY TECHNOSTORES", υποκατάστημα ..., με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Eurobank Visa", την 6-4-2005 αγορά αξίας 3.270,76 ευρώ, από την επιχείρηση με την επωνυμία "ONE WAY TECHNOSTORES", υποκατάστημα ..., με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Eurobank Visa", την 06-04-2005 αγορά αξίας 7.962,84 ευρώ, από την επιχείρηση με την επωνυμία "ONE WAY TECHNOSTORES", υποκατάστημα ..., με χρήση της πιστωτικής κάρτας "Euroline", την 6-04-2005 αγορά αξίας 2.298,96 ευρώ από την επιχείρηση με την επωνυμία "ONE WAY TECHNOSTORES", υποκατάστημα ... με χρήση της πιστωτικής κάρτας "WWF Eurobank" και την 6-04-2005, αγορά αξίας 2.391,60 ευρώ από την επιχείρηση με την επωνυμία "ΟΝΕ WAY TECHNOSTORES", υποκατάστημα ..., με χρήση της πιστωτικής κάρτας "WWF Eurobank". Δηλαδή είχαν γίνει αγορές, με χρέωση των λογαριασμών της εγκαλούσας, ύψους 50.972 ευρώ συνολικά. Στην απολογία του ο κατηγορούμενος αρνήθηκε την κατηγορία και ισχυρίσθηκε ότι γνώρισε την εγκαλούσα το έτος 2005 μέσω της κοινής γνωστής τους ΩΩ, ότι ουδέποτε έκτοτε είχαν οποιαδήποτε σχέση ή επικοινωνία, ότι ουδέποτε παρέλαβε τις πιστωτικές της κάρτες και ποτέ δεν προέβη σε αγορές με αυτές θέτοντας στα σχετικά παραστατικά την υπογραφή της. Οι ισχυρισμοί του όμως αυτοί δεν ενισχύονται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο, αλλά, αντίθετα, αποδυναμώνονται από τις καταθέσεις της εγκαλούσας η οποία, πέραν όσων εκτέθηκαν, αναφέρει ότι όταν διαμαρτυρήθηκε στον υπεύθυνο του καταστήματος "Top Wheels" για τις αγορές που έγιναν με τις πιστωτικές της κάρτες εκείνος τηλεφώνησε στον εκκαλούντα κατηγορούμενο και στην συγκατηγορουμένη του, ζητώντας την εξόφληση της αξίας των πωληθέντων πραγμάτων. Εξ άλλου και οι εξετασθείσες ως μάρτυρες ... και ... διαψεύδουν τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος και αναφέρουν ότι και οι ίδιες υπέβαλαν εναντίον του έγκληση για παρόμοιες αξιόποινες πράξεις". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο δέχθηκε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής για την παραπομπή στο ακροατήριο του κατηγορουμένου για να δικασθεί για α) πλαστογραφία από κοινού, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνουν το ποσόν των 15.000 ευρώ, β) απάτη από κοινού, κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το περιουσιακό όφελος και η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ και γ) υπεξαγωγή εγγράφων από κοινού κατ' εξακολούθηση. Με τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών, στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο αυτός παραπέμφθηκε στο ακροατήριο, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά, στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 14, 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 45, 94, 98, 216 §§1, 3β, 222 και 386 παρ.1 και 3β του ΠΚ, όπως η παρ.3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.4 του Ν. 2721/1999, τις οποίες σωστά εφάρμοσε και ερμήνευσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα: Α) αιτιολογείται η "από κοινού" με την συγκατηγορουμένη του αναιρεσείοντα διάπραξη των αξιοποίνων πράξεων της κατ' εξακολούθηση κακουργηματικής απάτης και της κατ' εξακολούθηση κακουργηματικής πλαστογραφίας, όπως η έννοια αυτή προσδιορίσθηκε στην μείζονα σκέψη, με την αναφορά στο σκεπτικό πραγματικών περιστατικών από τα οποία συνάγεται αβίαστα αντικειμενική σύμπραξή τους στην τέλεση των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων και ο κοινός δόλος τους. Β) Δεν είχε υποχρέωση το Συμβούλιο Εφετών να απαντήσει στις ειδικότερες αιτιάσεις που προέβαλε με την έφεσή του, ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων, με τις οποίες παραπονείτο για εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την διαφορετική εκτίμησή του από εκείνην του εκκαλούντα - αναιρεσείοντα αφού η μη απάντηση στις αιτιάσεις και κατ' επέκταση η μη αιτιολόγησή τους, δεν εμπίπτει σε κανένα από τους περιοριστικώς προβλεπομένους από το άρθρο 510 § 1 του ΚΠΔ λόγους αναίρεσης. Τέλος επαρκώς αιτιολογείται η επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τέλεσης των εγκλημάτων της απάτης και της πλαστογραφίας, η ύπαρξη της οποίας αρκεί για να προσδόσει κακουργηματικό χαρακτήρα στις παραπάνω αξιόποινες πράξεις και να δικαιολογήσει την παραπομπή του αναιρεσείοντα στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, με την αναφορά στη μείζονα σκέψη της ενσωματωμένης στο προσβαλλόμενο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, όλων των στοιχείων που απαιτούνται για την παραδοχή της ως άνω επιβαρυντικής περίστασης, σε συνδυασμό με την παραδοχή της τέλεσης των ως άνω αξιοποίνων πράξεων κατ' εξακολούθηση, με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος που προέκυπτε από κάθε μια από τις αγωγές με τις πιστωτικές κάρτες της εγκαλούσας των στο σκεπτικό αναφερομένων καταναλωτικών αγαθών, αλλά και με την στο διατακτικό του πρωτόδικου βουλεύματος αναφορά όλων των θεμελιούντων την ως άνω επιβαρυντική περίπτωση περιστατικών, ενώ ενισχυτικό της παραδοχής τούτου είναι και το στο σκεπτικό διαλαμβανόμενο προς απόκρουση των αρνητικών της κατηγορίας ισχυρισμών του αναιρεσείοντα ότι "οι εξετασθείσες στο ακροατήριο μάρτυρες ... και ..., αναφέρουν ότι και οι ίδιες υπέβαλαν εναντίον του έγκληση για παρόμοιες αξιόποινες πράξεις".
Συνεπώς οι από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Και Ε' του ΚΠΔ περί του αντιθέτου συναφείς λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 183 ΚΠΔ, αν απαιτούνται ειδικές γνώσεις ορισμένης επιστήμης ή τέχνης για να γίνει ακριβής διάγνωση και κρίση κάποιου γεγονότος, οι ανακριτικοί υπάλληλοι ή το δικαστήριο μπορούν αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση κάποιου διαδίκου ή του εισαγγελέα να διατάξουν πραγματογνωμοσύνη. Η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, κατά την διάταξη αυτή, υπόκειται στην απόλυτη κρίση του δικαστηρίου, του συμβουλίου ή του ανακρίνοντος και δεν ελέγχεται από τον ’ρειο Πάγο, ενώ η αναιτιολόγητη απόρριψη αιτήματος για πραγματογνωμοσύνη δεν συνεπάγεται ακυρότητα, ούτε ιδρύει αναιρετικό λόγο κατά τα αρθρ. 510 και 484 ΚΠΔ. Συνακόλουθα το Συμβούλιο Εφετών δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει πολύ δε περισσότερο να αιτιολογήσει την απόρριψη του αιτήματος που υπέβαλε ο αναιρεσείων με το απολογητικό του υπόμνημα και επανέφερε με την έφεσή του να διαταχθεί η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Παρά ταύτα το Συμβούλιο απέρριψε το αίτημα αυτό με την επαρκή αιτιολογία ότι τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία είναι επαρκή για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Επομένως ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμος.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 309 παρ. 2 του ΚΠΔ το Συμβούλιο με αίτηση ενός από τους διαδίκους είναι υποχρεωμένο να διατάσσει την εμφάνιση τους ενώπιον του με την παρουσία του Εισαγγελέα για να δώσουν διευκρινίσεις. Τότε μόνο το Συμβούλιο μπορεί ν'απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μόνο αν το Συμβούλιο δεν απαντήσει καθόλου στην αίτηση του κατηγορουμένου για αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ή απορρίψει την αίτηση αναιτιολόγητα επέρχεται απόλυτη ακυρότητα σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ που ιδρύει τον κατ άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. α του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης του βουλεύματος.
Εν προκειμένω το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε τη σχετική αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος με το σκεπτικό ότι ο εκκαλών τόσο στα υπομνήματα του όσο και στην έφεση του αναπτύσσει διεξοδικά και με πληρότητα τους ισχυρισμούς του ώστε να μη συντρέχει λόγος να τους επαναλάβει και προφορικά ενώπιον του. Επομένως αιτιολογημένα απέρριψε την αίτηση το Συμβούλιο και εφ'όσον δεν τίθεται κατόπιν τούτου θέμα ακυρότητας κατ'άρθρο 171 παρ. 1δ του ΚΠΔ, σύμφωνα με όσα εκτίθενται πιο πάνω, πρέπει ν'απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-11-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση του 1866/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Ιουνίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή