Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 835 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ψευδής καταμήνυση, Ψευδορκία μάρτυρα.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για ψευδή καταμήνυση και ψευδορκία μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση και παραδοχή λόγων αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβαση.




Αριθμός 835/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεώργιο Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ......, Δήμου ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπαναστασόπουλο, για αναίρεση της 1442/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ, κάτοικο ......, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τσεβρένη.
Το Τριμελές Εφετείο Πατρών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Απριλίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, ως και στο από 30 Οκτωβρίου 2008 δικόγραφο των προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 871/2008.

Αφού άκουσε Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπαίτιος των πράξεων που προβλέπονται, από τα άρθρα 229 παρ. 1 και 224 παρ. 2 του ΠΚ, δηλαδή της ψευδούς καταμήνυσης και της ψευδορκίας μάρτυρα, είναι στην πρώτη περίπτωση, εκείνος, που εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι' αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του γι' αυτήν και στη δεύτερη περίπτωση της ψευδορκίας μάρτυρα, εκείνος που, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια. Έτσι, για τη θεμελίωση και των δύο αυτών εγκλημάτων απαιτείται, εκτός από τα λοιπά στοιχεία, που συγκροτούν την αντικειμενική τους υπόσταση, και άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει αναγκαία τη γνώση ότι η καταμήνυση είναι ψευδής, στην περίπτωση του άρθρου 229 παρ. 1 του Π.Κ, και ότι τα ενόρκως κατατιθέμενα είναι επίσης ψευδή, στην περίπτωση του άρθρου 224 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση με παράθεση των περιστατικών που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, αλλιώς η απόφαση στερείται της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Εξάλλου, η, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, εκτίθενται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία αποδείχθηκαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των δεκτών γενόμενων πραγματικών περιστατικών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ειδικά, όμως, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως, απαιτείται, για την ύπαρξη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας αναφορικώς με το δόλο, να εκτίθεται στην καταδικαστική απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε το ψευδές του γεγονότος που ισχυρίστηκε ή διέδωσε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση κατ' είδος, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας, αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη, που έχει πράγματι αυτή ή δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της απόφασης (αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος), που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Πατρών, που δίκασε κατ' έφεση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση της. Με το από 9.1.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό-εργολαβικό δίκης που καταρτίστηκε μεταξύ του εγκαλούντος Ψ, δικηγόρου Αγρινίου και του κατηγορουμένου Χ, ο πρώτος έλαβε την εντολή να ασκήσει για λογαριασμό του δευτέρου αγωγή αποζημιώσεως από τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα κατά των Α και ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε.". Με το συμφωνητικό αυτό, που φέρει την αναμφισβήτητη υπογραφή του κατηγορουμένου, ρητά συμφωνήθηκε ότι ο τελευταίος θα ελάμβανε μόνο το ποσό των 900.000 δρχ., το οποίο θα αντιπροσωπεύει τις δαπάνες αποκατάστασης των ζημιών της βλαφείσης μοτοσικλέτας του και αυτό ατόκως, γιατί δεν είχε υποβληθεί μέχρι τότε σε καμία τέτοιου είδους δαπάνη και παραιτήθηκε κάθε άλλου ποσού που τυχόν θα επιδικαζόταν με δικαστική απόφαση, υπό την προϋπόθεση ότι αυτός δεν θα κατέβαλε στον εγκαλούντα κανένα ποσό για τα έξοδα της δίκης οποιουδήποτε βαθμού. Σε εκτέλεση του εν λόγω εργολαβικού κατετέθη από τον εγκαλούντα σχετική αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η 382/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αγρινίου. Η απόφαση αυτή, που επικυρώθηκε με την 456/2000 απόφαση του Εφετείου Πατρών, επιδίκασε στον κατηγορούμενο 1.830.800 δρχ. ως αποζημίωση, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και επέβαλε στους εναγομένους μέρος των δικαστικών εξόδων εκ δρχ. 55.000. Βάσει της απόφασης αυτής ο εγκαλών έλαβε από την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία στις 31.12.1998, 696.894 δρχ., από το ποσό δε αυτό απέδωσε στον κατηγορούμενο 470.000 δρχ. και στις 22.6.2000, 1.860.832 δρχ., από το ποσό δε αυτό απέδωσε στον κατηγορούμενο στις 2.8.2000, 440.000 δρχ. σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της απαίτησής του. Με την τελευταία αυτή καταβολή ο κατηγορούμενος υπέγραψε εξοφλητική απόδειξη για ποσό 910.000 δρχ. (470.000 + 440.000) δηλώνοντας ότι ουδεμία άλλη απαίτηση διατηρεί. Τη δήλωση αυτή επανέλαβε λεπτομερέστερα και στην από 1.12.2000 απόδειξη - δήλωση που υπέγραψε κατ' απαίτηση του εγκαλούντος και επειδή είχε ανακύψει αμφισβήτηση σχετικά με το ποσό που ο τελευταίος εδικαιούτο να λάβει. Στις 10 Απριλίου 2001 ο κατηγορούμενος κατέθεσε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πατρών την από 10.4.2001 μήνυσή του που στρεφόταν κατά του εγκαλούντος, με την οποία εν γνώσει του τον καταμήνυσε ψευδώς, ότι αυτός τέλεσε εις βάρος του απιστία και υπεξαίρεση. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος ανέφερε στην πιο πάνω μήνυσή του, ότι ο εγκαλών δεν του απέδωσε το ποσό των 1.028.181 δραχμών κατά κατάχρηση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, παρότι γνώριζε ότι έπρεπε να του το αποδώσει, αλλά το παρακράτησε και το ιδιοποιήθηκε παράνομα. Όμως η αλήθεια είναι, ότι αποδόθηκε στον κατηγορούμενο από τον εγκαλούντα το συμφωνηθέν με το παραπάνω εργολαβικό της δίκης ποσό των 900.000 δρχ. και ότι με το ίδιο εργολαβικό το υπόλοιπο ποσό, πέραν των 900.000 δρχ. που τυχόν θα επιδικαζόταν, ο κατηγορούμενος αποδέχθηκε να περιέλθει στον εγκαλούντα κατά κυριότητα, δηλ. εκχωρήθηκε σ' αυτόν. Πρέπει να σημειωθεί, ότι το 27/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αγρινίου αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του εγκαλούντος για υπεξαίρεση του παρακρατηθέντος απ' αυτόν υπολοίπου ποσού των 1.028.181 δραχμών. Κατά συνέπεια, η ανωτέρω από 10.4.2001 μήνυση του κατηγορουμένου είναι ψευδής, πράγμα το οποίο γνώριζε ο ίδιος, την κατέθεσε δε αυτός σκοπεύοντας να προκαλέσει την καταδίωξη του εγκαλούντος για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν από τον ίδιο αξιόποινες πράξεις της υπεξαίρεσης και της απιστίας. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι ο κατηγορούμενος στις 10.4.2001 και 1.10.2001 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, εν γνώσει του κατέθεσε ψέματα. Ειδικότερα, α) στις 10.4.2001, κατά την υποβολή της ως άνω εγκλήσεως κατέθεσε εν γνώσει της αναληθείας όσα αναφέρθηκαν παραπάνω ως ψευδείς ισχυρισμοί, το δε περιεχόμενο της ψευδούς εγκλήσεώς του βεβαίωσε ενόρκως ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών, στον οποίο και κατέθεσε και β) την 1.10.2001, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου Αγρινίου επί του περιεχομένου της ως άνω από 10.4.2001 μηνύσεώς του, εν γνώσει της αναληθείας αυτών κατέθεσε τα εξής ψευδή: ότι δεν υπέγραψε εργολαβικό δίκης με το οποίο να αναθέτει στον εγκαλούντα να ασκήσει αγωγή κατά του αντιδίκου του Α και της ασφαλιστικής εταιρείας του τελευταίου...... ότι η συμφωνία τους ήταν προφορική και ο εγκαλών θα πληρωνόταν μετά την έκδοση στης σχετικής αποφάσεως, με ποσοστό 25% επί του ποσού που θα επιδικάζετο... ότι κατέβαλε στον εγκαλούντα για την παράστασή του 60.000 δρχ., ότι συνολικά κατέβαλε καθυστερημένα το ποσό των 440.000 δρχ. από το συνολικό ποσό των 910.000 δρχ., ότι παρακράτησε παρανόμως ποσό 1.028.181 δρχ., ενώ η αλήθεια είναι, ότι ανέθεσε, όπως έχει προαναφερθεί, στον εγκαλούντα την άσκηση της ως άνω αγωγής αποζημιώσεως από αυτοκινητικό ατύχημα και σε σχετική συζήτηση που έκανε μαζί του ξεκαθάρισε ότι οι αξιώσεις του ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 900.000 δρχ. και δεν θέλει τίποτε άλλο, υπό τον όρο ότι δεν θα καταβάλει κανένα ποσό ως έξοδα, σε κανένα βαθμό δικαιοδοσίας καθ' όσον θα αφορά στην εν λόγω αγωγή. Ότι για όλα αυτά συντάχθηκε το προαναφερόμενο από 9.1.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό (εργολαβικό δίκης). Ότι ο εγκαλών άσκησε την αγωγή και πέτυχε την επιδίκαση του πιο πάνω ποσού των 1.830.800 δρχ. με βάση τις προαναφερθείσες δικαστικές αποφάσεις. Και ότι βάσει της συμφωνίας του έπρεπε να εισπράξει το ποσό των 900.000 δρχ., το οποίο και πράγματι εισέπραξε από τον εγκαλούντα. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος για τις ως άνω πράξεις της ψευδούς καταμηνύσεως και της ψευδορκίας μάρτυρος κατ' εξακολούθηση. Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο ψευδούς καταμήνυσης και ψευδορκίας μάρτυρα κατ' εξακολούθηση και επέβαλε σ' αυτόν συνολική ποινή 7 μηνών την οποία ανέστειλε επί τριετία. Οι παραπάνω όμως παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έχουν ελλείψεις δημιουργούν ασάφειες και λογικά κενά, όσον αφορά την από τον αναιρεσείοντα γνώση του ψεύδους των σε βάρος του πολιτικώς ενάγοντος απ' αυτόν με την υποβολή της μήνυσης του καταγγελομένων και των από αυτόν (αναιρεσείοντα) ενόρκως κατατεθημένων, με αποτέλεσμα να στερείται αυτή της από το Σύνταγμα και το άρθρο 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος λόγω της εκ πλαγίου παραβιάσεως των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 229 § 1 και 224 παρ. 2 του ΠΚ. Ειδικότερα δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία το Εφετείο, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή του σκεπτικού συνήγαγε ότι το από 9/1/1998 ιδιωτικό συμφωνητικό εργολαβικό δίκης συντάχθηκε κατά την αναφερόμενη σ' αυτό ημερομηνία και όχι μεταγενέστερα, όπως ισχυρίσθηκε ο αναιρεσείων στην μήνυση του και επανέλαβε στην ένορκη κατάθεση του, υποστηρίζοντας ότι η μεταξύ αυτού και του πολιτικώς ενάγοντος συμφωνία ήταν προφορική και η αμοιβή του τελευταίου θα ανερχόταν σε ποσοστό 25% επί του ποσού που θα επιδίκαζε το δικαστήριο, η παράθεση των οποίων κρίνεται ουσιώδης εν όψει της διαλαμβανόμενης στη συνέχεια του κειμένου του σκεπτικού παραδοχής ότι ο αναιρεσείων κατά την 1-12-2000, που φέρεται ότι κατ' απαίτηση του εγκαλούντος υπέγραψε δήλωση-απόδειξη ότι ουδεμία άλλη απαίτηση πλέον του ποσού των 910.000 δραχμών διατηρεί κατ' αυτού, αμφισβήτησε το ποσό το οποίο δικαιούτο να λάβει ο τελευταίος, χωρίς όμως να διευκρινίζεται αν η προηγηθείσα της ως άνω δήλωσης του αναιρεσείοντα ως άνω αμφισβήτηση του ανέκυψε ή όχι από την γνώση του περιεχομένου της 456/2000 απόφασης του Εφετείου Πατρών που του επιδίκαζε το ποσό των 1.830.000 δραχμών, αφού σε κανένα σημείο του σκεπτικού δεν αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της παραπάνω απόφασης πριν να υπογράψει την παραπάνω δήλωση. Η μη αναφορά όμως του στοιχείου αυτού της γνώσης του περιεχομένου της απόφασης, κατά το ως άνω κρίσιμο χρονικό σημείο σε συνδυασμό και με τον μη προσδιορισμό των επί μέρους αξιώσεων για τις οποίες έδωσε ο αναιρεσείων εντολή στον εγκαλούντα να εγείρει αγωγή από το τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα, δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά, περί του αν ο αναιρεσείων θα δεχόταν να υπογράψει την παραπάνω δήλωση, οποιοδήποτε κι αν ήταν το περιεχόμενο της συνταχθησόμενης από τον εγκαλούντα αγωγής, ή αν ο περιορισμός της αξίωσης του έναντι του εγκαλούντος στο ποσό των 900.000 δραχμών αφορούσε αξιώσεις του για τις υλικές και μόνο ζημίες που υπέστη από το τροχαίο ατύχημα. Λόγω όμως των παραπάνω λογικών κενών και ασαφειών δεν προκύπτει αν ο αναιρεσείων στις 10 Απριλίου 2001, ότε κατέθεσε στην Εισαγγελία Πλημ/κων Πάτρας την από 10-4-2001 μήνυση του κατά του εγκαλούντος με την οποία καταμήνυσε αυτόν ότι υπεξήρεσε το ποσό των 1.028.129 δραχμών, και κατέθεσε ότι ήσαν αναληθή, τα προεκτεθέντα περιστατικά τελούσε εν γνώσει της αναληθείας τους. Συνεπώς οι, κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 § 1 Δ' και Ε', συναφείς λόγοι αναίρεσης της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παράβασης των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι και, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης και εκείνων των προσθέτων ως αλυσιτελούς, ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1442/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πατρών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο για νέα συζήτηση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Μαρτίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή