Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1773 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Ναρκωτικά, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών από κοινού κατ' επάγγελμα. Απαράδεκτες ως λόγος αναίρεσης οι αιτιάσεις για έλλειψη πραγματικής εξουσίας και για δυνατότητα διαθέσεως των ναρκωτικών που κατέχονταν εντός του μισθίου διαμερίσματος, διότι πλήττουν την ουσιαστική κρίση περί τα πράγματα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Απορρίπτεται ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη της επιβαλλόμενης αιτιολογίας ως προς τον ισχυρισμό που ήδη αναιρεσείοντος που ήταν αρνητικός της κατηγορίας και για έλλειψη αιτιολογίας ως προς αυτοτελή ισχυρισμό στον οποίο απήντησε το Δικαστήριο. Απορρίπτεται ο λόγος για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας ένεκα χρησιμοποίησης απαγορευμένων αποδεικτικών μέσων που προσβάλλουν το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου και δεν προσκρούει η αξιοποίηση αποδεικτικώς των ευρημάτων στο Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ ούτε στο άρθρο 177 § 2 ΚΠΔ. Απορρίπτεται ο λόγος για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας διότι στηρίχθηκε το Εφετείο στα λοιπά αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αντί για την απολογία του συγκατηγορουμένου του πρωτοδίκως. Απορρίπτεται ο λόγος για σχετική ακυρότητα από έλλειψη ακροάσεως διότι δεν προέκυπτε ότι υπεβλήθη από τον ήδη αναιρεσείοντα στην κατ' έφεση δίκη αίτημα για ανάγνωση από το δικαστήριο εγγράφου που υπέβαλε προς υποστήριξη ισχυρισμού που προέβαλε κατ' έφεση ούτε ότι προσέφυγε στο δικαστήριο για παράλειψη αναγνώσεώς του. Επιτρεπτώς εξετάσθηκε ως μάρτυρας ο αστυνομικός που είχε συμμετάσχει σε έρευνες των αστυνομικών αλλά δεν εκτέλεσε προανακριτικά καθήκοντα και δεν προκύπτει ακυρότητα από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α΄ σε συνδυασμό με τα άρθρα 173, 174 ΚΠΔ.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1773/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-10 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Ανδρέα Ξένο-Εισηγητή, σύμφωνα με την 104/21-7-10 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 19 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Τζαγκουρνή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και την Γραμματέα Πελαγία Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση
του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλφαντάκη, περί αναιρέσεως της 2635/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Απριλίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 646/2010.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Εισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 περ. β' και γ' του ν. 3459/2006 (Κώδικας Νόμων για τα Ναρκωτικά) που ίσχυε κατά τον κατωτέρω χρόνο τελέσεως των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και με χρηματική ποινή 2.900 μέχρι 290.000 ευρώ, τιμωρείται όποιος εκτός άλλων, αγοράζει, πωλεί, κατέχει ναρκωτικά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ηρωίνη (άρθρ. 1 παρ. 2 πίνακας Α' αριθμ. 5 του ως άνω Κώδικα). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής από τα ανωτέρω εγκλήματα πραγματώνονται αντικειμενικώς η μεν αγορά και πώληση με την κατά τους όρους του άρθρου 513 ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας των ναρκωτικών στον αγοραστή, που γίνεται με την παράδοσή τους προς αυτόν, αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος η δε κατοχή με την φυσική εξουσίασή τους, από το δράστη, κατά τρόπο που να μπορεί αυτός κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τα διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του, ενώ για την υποκειμενική θεμελίωσή τους απαιτείται δόλος ο οποίος περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει την πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική τους υπόσταση. Περαιτέρω κατά το άρθρο 23 του ως άνω Κώδικα νόμων για τα ναρκωτικά, ο παραβάτης των άρθρων 20, 21 και 22 αυτού τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή 29.412 μέχρι 588.235 ευρώ, αν εκτός άλλων περιπτώσεων ενεργεί κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή οι περιστάσεις τελέσεως μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ' Π.Κ. κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση πράξεως ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξεως προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 45 Π.Κ., αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικώς σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ίδιας πράξεως και υποκειμενικώς κοινός δόλος όλων όσοι συμπράττουν δηλαδή ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας συναυτουργός πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι η τελευταία πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συναυτουργών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση για την πληρότητα της αιτιολογίας , οι επί μέρους ενέργειες καθενός εξ αυτών. Εν όψει αυτών, συναυτουργία στην αγορά και κατοχή, ειδικότερα, ναρκωτικών ουσιών υπάρχει όταν μεταξύ των δραστών υπάρχει κοινός δόλος αποκτήσεως ουσιών που γνωρίζουν ότι είναι ναρκωτικά με την παράδοση σ' αυτούς ως αγοραστές αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος, επί αγοράς και κοινός δόλος φυσικής εξουσιάσεως συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών καθώς και δυνατότητα ασκήσεως φυσικής εξουσιάσεως αυτών των ουσιών από όλους τους συναυτουργούς κατά τρόπο που να μπορεί καθένας από αυτούς να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτουν κατά τη βούλησή τους, επί συγκατοχής. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στην οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται κατά το είδος τους χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα. Η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στις επιβαρυντικές περιστάσεις όπως είναι οι προαναφερθείσες των άρθρων 23 του ν. 3459/2006 και 13 στοιχ. στ' Π.Κ. και να περιλαμβάνει ειδικότερη έκθεση των πραγματικών περιστατικών που μπορούν να υπαχθούν στην έννοιά τους. Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από αυτήν που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε συνετή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του, την οποία στήριξε στα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, ότι, σε σχέση με τις πράξεις παραβάσεως του νόμου περί ναρκωτικών που αποδίδονται στον αναιρεσείοντα για τις οποίες καταδικάστηκε, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Μετά από πληροφορίες που είχαν περιέλθει στην Υποδιεύθυνση Δίωξης Ναρκωτικών της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής, στις αρχές Οκτωβρίου 2006 ότι Αλβανός με το όνομα Κ, ο οποίος διαμένει στο ..., επί της οδού ... και κινείται με το υπ' αριθμ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο μάρκας ΤΟΥΟΤΑ, κόκκινου χρώματος, κατέχει και διακινεί σημαντικές ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Ναρκωτικών του Τμήματος Δυτικής Αττικής (...) μεταξύ των οποίων ήταν και ο μάρτυρας κατηγορίας Ζ, αφού τον εντόπισαν, τον έθεσαν υπό διακριτική παρακολούθηση και τελικά τον συνέλαβαν στις 12-10-2006, για υπόθεση εμπορίας ναρκωτικών ουσιών, που δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσης δίκης. Κατά την παρακολούθηση όμως αυτή είχε διαπιστωθεί, από τους αστυνομικούς, ολιγόλεπτη συνάντηση του εν λόγω Αλβανού με τον εκκαλούντα-κατηγορούμενο Χ, στις 9-10-2006, τις βραδινές ώρες στο ύψος του σταθμού των υπεραστικών λεωφορείων (ΚΤΕΛ) επί της λεωφόρου ..., όπου ο μεν Αλβανός είχε μεταβεί με το παραπάνω Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, μάρκας ΤΟΥΟΤΑ, ο δε κατηγορούμενος με ένα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, μάρκας RENAULT, χρώματος μαύρου, με ξένες πινακίδες κυκλοφορίας. Έτσι τέθηκε υπό αστυνομική παρακολούθηση και ο κατηγορούμενος, από την οποία διαπιστώθηκε ότι αυτός διαμένει στην οδό .... Στις 13-10-2006 δόθηκε εντολή στους αστυνομικούς, μεταξύ των οποίων ήταν και ο μάρτυρας κατηγορίας Ζ, να μεταβούν στην παραπάνω διεύθυνση, στον ..., για να εντοπίσουν και να ελέγξουν τον οδηγό του μαύρου Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, μάρκας RENAULT. Περί ώρα 10 το πρωί είδαν τον κατηγορούμενο να εξέρχεται από την οικία του, τον στάματησαν και του έκαναν έλεγχο, από τον οποίο δεν βρέθηκαν πάνω του ναρκωτικές ουσίες. Σε έρευνα που επακολούθησε μέσα στην οικία του βρέθηκε το από 19-9-2006 μισθωτήριο συμφωνητικό κατοικίας και ένα ζευγάρι κλειδιά με χαρτάκι που έφερε την ένδειξη "12 ΚΕΝ". Με το μισθωτήριο αυτό, ο κατηγορούμενος είχε μισθώσει από τον ..., στις 19-9-2006, ένα διαμέρισμα στον 6ο όροφο της πολυκατοικίας στην οδό ..., για χρονικό διάστημα τεσσάρων μηνών, έναντι μηνιαίου μισθώματος 350 ευρώ καταβάλλοντας το ποσό των 700 ευρώ για εγγύηση και το ποσό των 350 ευρώ ως μίσθωμα του μηνός 19-9-2006 έως 18-10-2006. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να αποκαλύψει στους αστυνομικούς σε ποια περιοχή των Αθηνών βρισκόταν το μισθωμένο από αυτόν τον ίδιο διαμέρισμα (δεδομένου ότι στο μισθωτήριο δεν αναφερόταν περιοχή), το οποίο εντόπισαν οι αστυνομικοί μετά από δική τους έρευνα σε οδούς της ... και των γύρω περιοχών με την ονομασία ... και έτσι οδηγήθηκαν στην οδό ..., όπου διαπίστωσαν ότι με το ένα από τα κλειδιά που βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορουμένου, στην οικία του άνοιγε η πόρτα της κεντρικής εισόδου της εκεί πολυκατοικίας. Στη συνέχεια οι αστυνομικοί οδήγησαν στην πολυκατοικία αυτή τον κατηγορούμενο ο οποίος τους αποκάλυψε πλέον ότι το διαμέρισμα που είχε μισθώσει βρισκόταν στον έκτο όροφο της πολυκατοικίας (δώμα), όπου και τους οδήγησε και άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος με δικό του κλειδί. Ακολούθησε έρευνα από τους αστυνομικούς στο διαμέρισμα, κατά την οποία ήταν παρών ο κατηγορούμενος, και εντός αυτού βρέθηκαν 28 ανισοβαρείς αυτοσχέδιες συσκευασίες, οι οποίες περιείχαν ηρωίνη συνολικού μικτού βάρους, όπως διαπιστώθηκε στη συνέχεια, 14.623 γραμμαρίων, μία νάυλον σακούλα με σκόνη, που, όπως διαπιστώθηκε εκ των υστέρων, περιείχε παρακεταμόλη και καφεΐνη για την μίξη της ηρωίνης, βάρους 8.050 γραμμαρίων, δύο μίξερ (αναδευτήρες), δύο ζυγαριές ακριβείας, μία μηχανή (πρέσα) με διάφορα εξαρτήματα για την τυποποίηση της ηρωίνης και ένα αερόθερμο. Η παραπάνω ποσότητα ηρωίνης αποτελούσε μέρος μεγαλύτερης, άλλως ίσης ποσότητας ηρωίνης, την οποία ο κατηγορούμενος, με πρόθεση από κοινού με ένα άλλο άτομο, με το όνομα "..." τα στοιχεία του οποίου δεν εξακριβώθηκαν, είχε αγοράσει από την περιοχή του κέντρου των Αθηνών, κατά το χρονικό διάστημα από 13-9-2006 έως 13-10-2006, από άγνωστα άτομα, αντί αγνώστου τιμήματος, και την κατείχε, δηλαδή την εξουσίαζε απόλυτα φυσικά, γνωρίζοντας ανά πάσα στιγμή πού βρίσκεται δυνάμενος να την διαθέτει κατά βούληση σε οποιονδήποτε, με σκοπό την εμπορία, όπως τούτο καταδεικνύεται, ιδίως από την πολύ μεγάλη ποσότητα ηρωίνης που κατείχε ο κατηγορούμενος, από την κατανομή της σε περισσότερες ανισοβαρείς συσκευασίες, σαφώς διακριτές μεταξύ τους, έτοιμες προς πώληση από την ύπαρξη δύο μάλιστα ζυγαριών ακριβείας για τη ζύγιση των πωλουμένων ποσοτήτων, καθώς και από την ύπαρξη πρέσας με τα απαραίτητα εξαρτήματα για την τυποποίηση της ηρωίνης και την ευχερέστερη διάθεσή της. Όλα τα παραπάνω περιστατικά προκύπτουν ειδικότερα από την στηριζόμενη σε άμεση αντίληψη ένορκη κατάθεση τόσο στο πρωτοβάθμιο όσο και στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο του μάρτυρα Αστυνομικού Ζ, σε συνδυασμό με τα ευρήματα (κλειδιά, ναρκωτικά και λοιπά μέσα τελέσεως της εμπορίας ναρκωτικών), που περιγράφονται στις εκθέσεις κατασχέσεως που αναγνώσθηκαν, συμπληρώνεται και επιβεβαιώνεται δε η κατάθεση του παραπάνω μάρτυρα κατηγορίας από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν (όπως το από 19-9-2006 μισθωτήριο συμφωνητικό κατοικίας μεταξύ ... και κατηγορουμένου) και δεν αναιρείται ούτε αποδυναμώνεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπερασπίσεως. Απολογούμενος ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε ότι δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την κατασχεθείσα ποσότητα ηρωίνης, αλλά ότι είχε μισθώσει το εν λόγω διαμέρισμα για λογαριασμό κάποιου Αλβανού με το όνομα "...", επειδή ο Αλβανός αυτός δεν είχε ΑΦΜ και δεν μπορούσε να το μισθώσει, καθώς και ότι στην ολιγόλεπτη συνάντηση που είχε στις 9-10-2006 με τον παραπάνω Αλβανό Κ (συγκατηγορούμενό του πρωτοδίκως, ο οποίος αθωώθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση), ο τελευταίος του παρέδωσε εκ μέρους του "..." το επόμενο μίσθωμα για να το καταβάλει στον εκμισθωτή. Απολογούμενος όμως ο Κ στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο διέψευσε τον συγκατηγορούμενό του Χ, ισχυριζόμενος ότι η μεταξύ τους ολιγόλεπτη συνάντηση έγινε προκειμένου να παραδώσει αυτός στον Χ, κατ' εντολή του Αλβανού "..." τα κλειδιά ενός αυτοκινήτου, με το οποίο αυτός (Κ) είχε μεταφέρει, κατ' εντολή του "..." ναρκωτικά που αφορούν άλλη υπόθεση (βλ. τα πρακτικά της εκκαλουμένης απόφασης).
Οι παραπάνω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεν ευσταθούν, εν όψει ιδίως του ότι: 1) Αυτός αρνήθηκε να αποκαλύψει στους αστυνομικούς σε ποια περιοχή της Αθήνας βρισκόταν το επίμαχο διαμέρισμα, το οποίο ο ίδιος είχε μισθώσει, και χρειάστηκε να προβούν οι αστυνομικοί σε έρευνα των οδών με την ονομασία ... και τις γύρω περιοχές, για να το εντοπίσουν τελικά στην οδό ..., 2) ο ίδιος είχε στην κατοχή του τα κλειδιά τόσο της εισόδου της άνω πολυκατοικίας (επί της οδού ...) όσο και του μισθωμένου διαμερίσματος, όπου βρέθηκαν τα ναρκωτικά και τα λοιπά μέσα τελέσεως της εμπορίας ναρκωτικών, ενώ όπως ισχυρίζεται το εν λόγω διαμέρισμα το είχε μισθώσει για λογαριασμό του Αλβανού "..." και δεν είχε καμία άλλη σχέση με αυτό, δεν μπόρεσε δε να δικαιολογήσει γιατί τότε είχε στην κατοχή του τα κλειδιά αυτά, όπως δεν μπόρεσε να δικαιολογήσει για ποιο λόγο διευκόλυνε σε τέτοιο βαθμό (ολιγόμηνη τετράμηνη μίσθωση του επίμαχου διαμερίσματος) έναν άγνωστο προς αυτόν Αλβανό και 3) δεν είναι πειστικός ο επικαλούμενος από αυτόν (κατηγορούμενο) λόγος συνάντησής του (στις 9-10-2006) με τον Αλβανό Κ (καταβολή του επομένου μισθώματος εκ μέρους του Αλβανού "..."), καθόσον το μίσθωμα ήταν μηνιαίο και είχε ήδη καταβληθεί το πρώτο μίσθωμα που κάλυπτε το χρονικό διάστημα έως 18-10-2006, ούτε άλλωστε απέδειξε ο κατηγορούμενος ότι κατέβαλε το δεύτερο μηνιαίο μίσθωμα στον πιο πάνω εκμισθωτή. Εν όψει όλων των παραπάνω αποδειχθέντων το δικαστήριο πείσθηκε και ο κατηγορούμενος Χ πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για τις πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών από κοινού και κατ' επάγγελμα αφού από τις μεθοδευμένες ως άνω ενέργειές του και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, με το να διατηρεί ιδιαίτερο μισθωμένο διαμέρισμα προς αποθήκευση μεγάλης ποσότητας ηρωίνης, την οποία είχε δυνατότητα να προμηθεύεται και να διαθέτει τα απαραίτητα μέσα (ζυγαριές ακριβείας, σκόνες για την ανάμιξη ηρωίνης, πρέσα για την επεξεργασία, την τυποποίηση και την εν συνεχεία πώληση της ηρωίνης) προκύπτει αναμφίβολα σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος από την τέλεση των παραπάνω πράξεων της αγοράς και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, για τις οποίες όμως θα επιβληθεί στον κατηγορούμενο μία ποινή, καθόσον αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών (άρθρο 20 παρ. 2 ν. 3459/2006) ...".
Στη συνέχεια το Εφετείο αφού αναγνώρισε υπέρ του αναιρεσείοντος το ελαφρυντικό του πρότερου εντίμου βίου κήρυξε αυτόν ένοχο του ότι α) στην ευρύτερη περιοχή του κέντρου των Αθηνών κατά το χρονικό διάστημα από 13-9-2006 έως τις 13-10-2006 και σε μη προσδιορισθείσες επακριβώς ημερομηνίες, αυτός μαζί με ένα άλλο άτομο ονόματι ..., αγνώστων λοιπών στοιχείων ταυτότητας, αγόρασαν απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες με σκοπό την εμπορία και συγκεκριμένα από κοινού και οι δύο αγόρασαν από άγνωστα άτομα, αντί αγνώστου χρηματικού τιμήματος ή άλλου είδους ανταλλάγματος, μη εξακριβωθείσες κατά την ανάκριση που διενεργήθηκε ποσότητες ηρωίνης, μέρος των οποίων αποτελούν οι κατασχεθείσες ποσότητες συνολικού μικτού βάρους 14.623 γραμμαρίων, β) στην ... στις 13 Οκτωβρίου 2006 και οι δύο από κοινού ενεργώντας και με κοινό δόλο κατείχαν με την έννοια της φυσικής εξουσίασης και της δυνατότητας να διαπιστώνουν ανά πάσα στιγμή την ύπαρξη και να διαθέτουν κατά τη βούλησή τους, με σκοπό την εμπορία, απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα με τον άνω σκοπό κατείχαν άγνωστες ποσότητες ηρωίνης ειδικά δε στις 13-10-2006, κατείχαν εντός του διαμερίσματος του έκτου ορόφου-δώμα οικοδομής επί της οδού ..., το οποίο είχε μισθώσει ο ανωτέρω Χ στο όνομά του και για λογαριασμό και των δύο και χρησιμοποιούσαν από κοινού για την αποθήκευση και κατοχή είκοσι οκτώ ανισοβαρείς αυτοσχέδιες συσκευασίες, περιέχουσες ηρωίνη, συνολικού μικτού βάρους 14.623 γραμμαρίων περίπου. Όλες τις ανωτέρω πράξεις ο κατηγορούμενος και το άλλο άτομο ονόματι "..." τελούν κατ' επάγγελμα, επειδή από την υποδοχή που είχαν διαμορφώσει από κοινού με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των παραπάνω πράξεων, ιδίως διότι είχαν διασυνδέσεις με μεγαλεμπόρους ναρκωτικών ουσιών και είχαν τη δυνατότητα να αγοράζουν μεγάλες ποσότητες ηρωίνης με σκοπό να τις πωλήσουν σε τοξικομανείς ή μικρεμπόρους ναρκωτικών, ενώ αποθήκευαν μεγάλες ποσότητες ηρωίνης σε διάφορα διαμερίσματα και για λογαριασμό τους, κατείχαν δε συνολική ποσότητα ηρωίνης 14.623 γραμμάρια συσκευασμένα σε επί μέρους συσκευασίες για ευκολότερη διάθεσή τους σε τοξικομανείς τις οποίες είχαν προηγουμένως ζυγίσει χρησιμοποιώντας την κατασχεθείσα ζυγαριά ακριβείας, κατείχαν δε και σκόνη, συνολικού μικτού βάρους 8.050 γραμμαρίων, η οποία περιείχε παρακεταμόλη και καφεΐνη, για τη μίξη των ναρκωτικών ουσιών, καθώς και μηχανή-πρέσα για την τυποποίηση της ανωτέρω ναρκωτικής ουσίας και αερόθερμα, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος και καταδίκασε τον ήδη αναιρεσείοντα σε ποινή καθείρξεως είκοσι (20) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτούμενη σύμφωνα με το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων κατά τα ανωτέρω, τις αποδείξεις από τις οποίες πείσθηκε για τη συνδρομή τους και τις σκέψεις με τις οποίες υπήγαγε τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 2 πιν. 45, 20 παρ. 1 περ. β', ζ', 2 και 23 του ν. 3459/2006 και 13 στοιχ. στ', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45 Π.Κ. που εφήρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Από τα περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν όπως εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση θεμελιώνεται αντικειμενικώς και υποκειμενικώς η διάπραξη αμφοτέρων των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. Γίνεται μνεία στην αιτιολογία της αποφάσεως ότι με τους όρους του άρθρου 513 ΑΚ για μεταβίβαση της κυριότητας ποσότητας ηρωίνης αντί συμφωνηθέντος τιμήματος παραδόθηκε αυτή στον αναιρεσείοντα και τον αγνώστων στοιχείων ταυτότητας συναυτουργό του, δεδομένου ότι είναι δυνατή και κατά συναυτουργία η τέλεση της αξιοποίνου πράξεως της αγοράς ναρκωτικών ουσιών. Ακόμη γίνεται μνεία στην απόφαση ότι ο αναιρεσείων είχε στην απόλυτη φυσική εξουσία του την ποσότητα ηρωίνης μικτού βάρους 14.623 γραμμαρίων με τη δυνατότητα να διαπιστώνει την ύπαρξή της οποτεδήποτε και να την διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του και ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο αγνώστων στοιχείων ταυτότητας συναυτουργός γνώριζαν ότι επρόκειτο για απαγορευμένη ναρκωτική ουσία την οποία ήθελαν καθένας τους να έχει υπό την κατοχή του με την ίδια ευχέρεια φυσικής εξουσίασης και δυνατότητα διαθέσεως γνωρίζοντας και θέλοντας καθένας τους την από μέρους του ετέρου τέλεση με δόλο της ίδιας αξιοποίνου πράξεως. Δεν ήταν ελλιπής ούτε ασαφής η απόφαση αυτή ως προς την αιτιολογία της από το ότι δεν προσδιοριζόταν η ταυτότητα του πωλητού, το ύψος του τιμήματος αγοράς της και ο ακριβής προσδιορισμός της αγορασθείσης ποσότητας ηρωίνης αφού δεν είναι τα παραπάνω απαραίτητα στοιχεία θεμελιώσεως του εγκλήματος της αγοράς ναρκωτικών και προσδιοριζόταν ο τόπος και χρόνος τελέσεως της πράξεως της αγοράς ποσότητας ηρωίνης και ακόμη αναφερόταν ότι σ' αυτήν την ποσότητα περιλαμβανόταν η εν συνεχεία ευρεθείσα από τους αστυνομικούς. Δεν περιλαμβάνονται στα γενόμενα δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων δεν είχε συγκεκριμένη πραγματική εξουσία επί της άνω ποσότητας ηρωίνης από το ότι ανευρέθη αυτή σε κλειστό χώρο, πρόσβαση στον οποίο είχε ο αγνώστων στοιχείων ταυτότητας Αλβανός που αναφέρεται με το όνομα "..." αλλά έγινε δεκτό από το Εφετείο ότι το διαμέρισμα στον έκτο όροφο της πολυκατοικίας στην ... εντός του οποίου βρισκόταν η ποσότητα ηρωίνης είχε μισθώσει ο αναιρεσείων στο όνομά του και για λογαριασμό του εαυτού του αλλά και του άνω Αλβανού συναυτουργού και έτσι η φυσική εξουσία του αναιρεσείοντος που υπήρχε στο χώρο του άνω μισθίου εκτεινόταν και στην φυσική εξουσίαση στην εντός αυτού αποθηκευμένη και κατεχόμενη ποσότητα ηρωίνης. Οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ότι δεν είχε ο ίδιος δυνατότητα απολύτου διαθέσεως των ναρκωτικών που ήταν εντός του άνω διαμερίσματος, το οποίο νεμόταν και κατείχε ο αναφερόμενος Αλβανός υπό την επίκληση έλλειψης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικώς ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και δεν στοιχειοθετούν παραδεκτό λόγο αναιρέσεως.
Συνεπώς οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ελλείψεις και ασάφειες της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την πράξη της αγοράς των ναρκωτικών και για έλλειψη νομίμου βάσεως ως προς την πράξη κατοχής της ηρωίνης από τον ίδιο από την τοποθέτησή της στο δώμα της πολυκατοικία στην οδό ... είναι απορριπτέες και δεν είναι βάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' Κ.Ποιν.Δ. σχετικοί με τα άνω εγκλήματα λόγοι αναιρέσεως. Περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά την συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ' επάγγελμα τελέσεως των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε, γίνεται στο σκεπτικό και στο διατακτικό παράθεση των περιστατικών που διαπιστώθηκαν και δικαιολογούν την παραδοχή της υπό την αναφερόμενη στα άρθρα 13 στ' ΠΚ και 23 ν. 3459/2006 επιβαρυντική περίσταση τέλεσης από αυτόν των άνω εγκλημάτων. Από τα γενόμενα δεκτά από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά αυτοτελώς αιτιολογείται η κατ' επάγγελμα τέλεση των άνω πράξεων με την εξειδίκευση της υποδομής που είχε διαμορφώσει ο αναιρεσείων για την οργάνωση των δραστηριοτήτων του της επανειλημμένης με πρόθεση τέλεσης αυτών των πράξεων και ειδικότερα με τη διατήρηση μισθωμένου διαμερίσματος προς αποθήκευση μεγάλης ποσότητας ηρωίνης που είχε τη δυνατότητα να προμηθεύεται και με τη διάθεση των απαραίτητων οργάνων και μέσων για την ακριβή ζύγιση, την ανάμιξη της ηρωίνης με άλλες σκόνες και την επεξεργασία και τυποποίηση της ηρωίνης προκειμένου να είναι έτοιμη να την πωλήσει, ώστε να προκύπτει ο σκοπός αυτού για πορισμό εισοδήματος. Επομένως, είναι απορριπτέες οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για έλλειψη εκθέσεως των πραγματικών περιστατικών και επομένως αιτιολογίας της προσβαλλομένης ως προς την κατ' επάγγελμα τέλεση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε και είναι αβάσιμος ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' λόγος αναιρέσεως και ως προς αυτό το σκέλος του.
Η αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη όχι μόνο ως προς την κατηγορία αλλά και ως προς τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 141 παρ. 2, 170 παρ. 2, 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής κατά την έννοια που προαναφέρθηκε αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ειδικά και αιτιολογημένα αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή ισχυρισμό αρνητικότητας κατηγορίας. Ο ήδη αναιρεσείων με τους αναφερόμενους ως αυτοτελείς ισχυρισμούς που είχαν υποβάλει και ανέπτυξαν στην κατ' έφεση δίκη οι συνήγοροι υπεράσπισής του είχε υποστηρίξει ότι μετά τις εγκύκλιες σπουδές του είχε φοιτήσει σε τεχνολογικό εκπαιδευτικό ίδρυμα αυτοκινητοβιομηχανίας στη Γερμανία στην οποία στη συνέχεια εργάσθηκε και ασχολήθηκε στη συνέχεια με το εμπόριο αυτοκινήτων στη Γερμανία και ακολούθως εργάσθηκε ως οδηγός σε εταιρεία τροφίμων και περαιτέρω επανίδρυσε ατομική εταιρεία της οποίας συνεχιζόταν η λειτουργία ενώ στην Ελλάδα απασχολήθηκε από 6-4-2005 στην εταιρεία "... S.A. Α.Ε." και από 1-4-2006 στην ανώνυμη εταιρεία PRIME SECURITY Ε.Π.Ε. και στην ανώνυμη εταιρεία ΕΥΡΩΑΣΦΑΛΕΙΑ Ανώνυμη Εταιρεία και εν όψει της εργασίας του προς βιοπορισμό και της μη ανευρέσεως πέραν ποσού 5 ευρώ από την έρευνα που έγινε στην οικία του και του ότι ο ίδιος οδήγησε τους αστυνομικούς στο χώρο στον οποίο ήταν κρυμμένα τα ναρκωτικά συναγόταν ότι δεν ήταν άτομο που να ασχολείται με εμπορία ναρκωτικών ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Το δικάσαν Εφετείο κατά τα προαναφερθέντα δέχθηκε ότι ο κατηγορούμενος τις πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών από κοινού για τις οποίες τον κήρυξε ένοχο τέλεσε αυτός κατ' επάγγελμα, διαλαμβάνοντας επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούσαν την παραδοχή συνδρομής στο πρόσωπο του ήδη αναιρεσείοντος αυτής της επιβαρυντικής περιστάσεως. Δεν ήταν υποχρεωμένο το δικάσαν Εφετείο να απαντήσει και μάλιστα ειδικά και εμπεριστατωμένα στον άνω ισχυρισμό που είχε υποβάλει ο κατηγορούμενος και αφορούσε σε αμφισβήτηση του ότι επρόκειτο για άτομο ασχολούμενο με την εμπορία ναρκωτικών κατ' επάγγελμα εν όψει του ότι ως εργαζόμενος και ως επιτηδευματίας εξασφάλιζε τα αναγκαία για να ζει καθόσον επρόκειτο για αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και ως προς τη συνδρομή της άνω επιβαρυντικής περιστάσεως. Επομένως, είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν απάντησε το Εφετείο στον εν λόγω ισχυρισμό του για εσφαλμένη παραδοχή επιβαρυντικών περιστάσεων σε βάρος του. Εξ άλλου, αιτιολογημένα όπως προαναφέρθηκε, απάντησε το Εφετείο στον ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος απορρίπτοντας αυτόν κατά το μέρος που αφορούσαν στο αίτημά του να μην αναγνωσθούν και να μην ληφθούν υπόψη οι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης νομίμως συνταχθείσες από τους ενεργούντες αστυνομική προανάκριση αναφερόμενους αστυνομικούς από 13.10.10.2006 εκθέσεις παραδόσεως και κατασχέσεως και η υπό την αυτήν ημερομηνία έκθεση γνωστοποιήσεως της ιδιότητος των κατασχεθέντων ως ναρκωτικών, αφού δεν δέχθηκε ότι ήταν παράνομες οι έρευνες στην κατοικία του αναιρεσείοντος στην οδό ... στον ... και στο διαμέρισμα στο δώμα της πολυκατοικίας στην οδό .... Το Εφετείο απήντησε ξεχωριστά στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που περιέχονταν στο έγγραφο που υποβλήθηκε από τους συνηγόρους υπεράσπισης του ήδη αναιρεσείοντος και αναπτύχθηκαν από αυτούς πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας και όσον αφορά τους λοιπούς ισχυρισμούς που περιέχονταν στο ίδιο έγγραφο δεν ήταν αναγκαίο να απαντήσει ειδικώς πέραν όσον διέλαβε στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως για την ενοχή του κατηγορουμένου. Είναι απορριπτέες οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως και κατά το σκέλος που επιχειρείται να θεμελιωθεί ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως στο ότι δεν αναφέρθηκε ειδικά το Εφετείο που την εξέδωσε στους λοιπούς ισχυρισμούς του όσον αφορά τη μη συνδρομή επιβαρυντικών περιστάσεων και την ακυρότητα των ερευνών και δεν έκανε μνεία για το ότι έλαβε υπόψη του το υποβληθέν έγγραφο με τους αυτοτελείς και λοιπούς ισχυρισμούς του.
Κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 177 Κ.Ποιν.Δ., η οποία προσετέθη με την παράγραφο 7 του άρθρου 2 του ν.2408/1996, "αποδεικτικά μέσα που έχουν αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών, δεν λαμβάνονται υπόψη για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, εκτός εάν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου. Μόνη όμως η ποινική δίωξη των υπαιτίων των πράξεων αυτών δεν εμποδίζει την πρόοδο της δίκης". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, κατ' εξαίρεση της αρχής της ηθικής αποδείξεως που καθιερώνει η διάταξη της παρ.1 του ιδίου άρθρου θεσπίζεται η απαγόρευση της αξιοποιήσεως αποδεικτικού μέσου που έχει αποκτηθεί με αξιόποινες πράξεις ή μέσω αυτών και επομένως αυτό δεν μπορεί, να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο για την κήρυξη της ενοχής, την επιβολή ποινής ή τη λήψη μέτρων καταναγκασμού, εκτός αν πρόκειται για κακουργήματα που απειλούνται με ποινή ισόβιας κάθειρξης και εκδοθεί για το ζήτημα αυτό ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου και περαιτέρω, ότι το δικαστήριο αποστερείται της δυνατότητας να θεωρήσει το ζήτημα του αξιοποίνου ή μη της κτήσεως του αποδεικτικού μέσου ως προδικαστικό και να αναβάλει τη δίκη κατά το άρθρο 59 του Κ.Ποιν.Δ., μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η δίκη που θα κρίνει αν το επίμαχο αποδεικτικό μέσο αποκτήθηκε με αξιόποινη πράξη. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 241 Ποινικού Κώδικα, υπάλληλος που, χρησιμοποιώντας την υπαλληλική του ιδιότητα, εισέρχεται στην κατοικία άλλου χωρίς ο άλλος να το θέλει, εκτός από τις περιπτώσεις όπου το προβλέπει ο νόμος και χωρίς τις νόμιμες διατυπώσεις τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία θεσπίστηκε στα πλαίσια της γενικότερης προστασίας που παρέχεται στον άνθρωπο από τα άρθρα 9 και 19 §3 του Συντάγματος, αναφορικώς με την ιδιωτική και την οικογενειακή του ζωή και την κατοικία του, η απαγόρευση της αξιοποιήσεως αποδεικτικού μέσου που αποκτήθηκε με παραβίαση του οικιακού ασύλου αποσκοπεί στην προστασία των εννόμων αγαθών του ατόμου που προστατεύονται από τις παραπάνω συνταγματικές διατάξεις, με την υποχώρηση της ανάγκης δικαστικής διερεύνησης της ουσιαστικής αληθείας και της αξίας της αποτελεσματικής λειτουργίας της ποινικής διαδικασίας.
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και είναι υπερνομοθετικής ισχύος (άρθρ. 28 §1 του Συντάγματος "παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. Δεν επιτρέπεται να υπάρξει επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου εκτός εάν η επέμβασις αυτή προβλέπεται από τον νόμον και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν Κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν την προστασία της υγείας και της ηθικής ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων". Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 171 §1 εδ.δ' Κ.Ποιν.Δ., απόλυτη ακυρότητα προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι η χρησιμοποίηση στην ποινική δίκη απαγορευμένου αποδεικτικού μέσου προσβάλλει το δικαίωμα υπερασπίσεως του κατηγορουμένου και επάγεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, από όσα αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δικάσαν Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο τον προβληθέντα από τον συνήγορο του ήδη αναιρεσείοντος κατηγορουμένου ισχυρισμό να μην αναγνωσθούν οι από 13-10-2006 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως ναρκωτικού, έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως και έκθεση γνωστοποιήσεως ναρκωτικών ουσιών των ανακριτικών υπαλλήλων Α2 και Α3 ως ενεργούντων προανάκριση κατ' άρθρο 243 §2 Κ.Ποιν.Δ. για παράβαση του ν.3459/2006 σε σχέση με την κατάσχεση της ναρκωτικής ουσίας και των άλλων παραδοθέντων σ' αυτούς από τον αστυνομικό Α3 αντικειμένων για να χρησιμεύσουν ως πειστήρια καθώς και σε σχέση με τη γνωστοποίηση του είδους της ναρκωτικής ουσίας στον ήδη αναιρεσείοντα, δεχθέν ότι συνέταξαν τις εν λόγω εκθέσεις στα πλαίσια της νομικής υποχρεώσεως και του υπηρεσιακού καθήκοντος που έχουν να επιχειρούν όλες τις προανακριτικές πράξεις που είναι αναγκαίες για να βεβαιωθεί η πράξη και να αποκαλυφθεί ο δράστης έστω και χωρίς παραγγελία του Εισαγγελέα στο μέτρο που κατά την ανέλεγκτη κρίση τους υπήρχε άμεσος κίνδυνος από την καθυστέρηση.
Περαιτέρω, στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως αναφέρονται τα ευρήματα που περιγράφονται στις άνω εκθέσεις κατασχέσεως που αναγνώσθηκαν (κλειδιά, ναρκωτικά, και λοιπά μέσα τελέσεως της εμπορίας ναρκωτικών) καθώς και το από 19-9-2006 μισθωτήριο κατοικίας μεταξύ του ... και του ήδη αναιρεσείοντος ως στοιχεία επιβεβαιωτικά των λοιπών αποδεικτικών μέσων από τα οποία δέχθηκε ότι αποδεικνύονταν τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία πείσθηκε για την ενοχή του ήδη αναιρεσείοντος για τις πράξεις για τις οποίες τον κατεδίκασε με την επισήμανση ότι δεν αναιρούνταν από όσα κατατέθηκαν από τους μάρτυρες υπεράσπισης και από όσα ισχυρίσθηκε ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Η έρευνα που αναφέρεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι έγινε στην κατοικία του κατηγορουμένου στον ... επί της οδού ... από αστυνομικούς που τον είχαν σταματήσει πριν περί ώρα 10.00 της 13-10-2006 κατά την έξοδό του από την οικία για να τον ελέγξουν χωρίς να βρουν τίποτε επάνω του και κατά την οποία έρευνα εντός αυτής της κατοικίας του όπως περαιτέρω δέχθηκε το Εφετείο, βρέθηκε αφ' ενός το από 19-9-2006 μισθωτήριο συμφωνητικό κατοικίας και επίσης ένα ζευγάρι κλειδιά με χαρτάκι που έφερε την ένδειξη "12 ΚΕΝ" καθώς και η έρευνα που ακολούθησε από τους αστυνομικούς στο διαμέρισμα στο δώμα της πολυκατοικίας επί της οδού ... στο οποίο κατά τις παραδοχές της αποφάσεως οδήγησε ο ίδιος ο ήδη αναιρεσείων τους αστυνομικούς και άνοιξε την θύρα εισόδου του διαμερίσματος με δικό του κλειδί δεν προκύπτει κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι διενεργήθηκαν χωρίς τη θέληση του ίδιου του ήδη αναιρεσείοντος ούτε έγινε δεκτό ότι για να διενεργήσουν την έρευνα στην κατοικία του στο ... ενήργησαν οι αστυνομικοί κατά κατάχρηση της εξουσίας των. Η αξιοποίηση αποδεικτικώς των ευρημάτων των άνω ερευνών, όπως αναφέρονται στις αναγνωσθείσες ως άνω εκθέσεις κατασχέσεως μαζί με τα άλλα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα από το δικάσαν Εφετείο για να στηρίξει την κρίση του για την ενοχή του ήδη αναιρεσείοντος για τις αποδιδόμενες σ' αυτόν πράξεις, δεν προσκρούει στις προδιαληφθείσες συνταγματικές διατάξεις και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ, ούτε σε εκείνη του άρθρου 177 §2 Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει, αφού τα άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποκτήθηκαν με αξιόποινες πράξεις και μάλιστα με παραβίαση του οικιακού ασύλου ή κατά κατάχρηση της εξουσίας των αστυνομικών υπαλλήλων που συγκέντρωσαν τα άνω ευρήματα, τα οποία νομίμως κατασχέθηκαν κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 38 του ν.3459/2006 και έγινε η γνωστοποίηση της ιδιότητος των κατασχεθέντων ως ναρκωτικών και στον κατηγορούμενο.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. προβαλλόμενος σχετικός λόγος αναιρέσεως κατά τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για απόλυτη ακυρότητα ως εκ του ότι λήφθηκαν υπόψη για την κήρυξη της ενοχής του αναιρεσείοντος η από 13-10-2006 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως ναρκωτικών που παρέδωσε ο αστυνομικός Α3 ως αποδεικτικό μέσο που αποκτήθηκε με παράνομη έρευνα και κατά παραβίαση του οικιακού ασύλου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Όπως παραπάνω επισημάνθηκε, κατά το άρθρο 211 Α του Κ.Ποιν.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 2 §8 του ν.2408/1996 μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια υπόθεση δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου. Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο κατά το άρθρο 171 §1 εδάφ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση της αποδεικτικής αξιοποιήσεως για την καταδίκη του κατηγορουμένου της μαρτυρικής καταθέσεως ή της απολογίας συγκατηγορουμένου καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων τα οποία ως μοναδική πηγή της πληροφόρησής τους έχουν τον συγκατηγορούμενο. Δεν παραβιάζεται όμως η ανωτέρω διάταξη όταν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου δεν στηρίζεται αποκλειστικώς στη μαρτυρική κατάθεση ή στην ομολογία του συγκατηγορουμένου, αλλά συνδυαστικά, τόσο στη μαρτυρική κατάθεση ή στην απολογία του συγκατηγορουμένου όσο και σε καταθέσεις των μαρτύρων και τα αναγνωσθέντα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση, από την αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Πενταμελές Εφετείο δεν θεμελίωσε την καταδικαστική του απόφαση αποκλειστικώς στα όσα ανέφερε κατά την απολογία του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (τα πρακτικά της ενώπιον του οποίου δίκης αναγνώσθηκαν στην ακροαματική διαδικασία στην κατ' έφεση δίκη) ο αθωωθείς με την εκκαλουμένη απόφαση συγκατηγορούμενός του Κ και ειδικότερα στο ότι η ολιγόλεπτη συνάντηση εκείνου με τον ήδη αναιρεσείοντα στις 9-10-2006 στη Λεωφόρο ... στο ύψος του σταθμού των ΚΤΕΛ έγινε προκειμένου να παραδώσει αυτός στον Χ κατ' εντολή του Αλβανού ... τα κλειδιά ενός αυτοκινήτου με το οποίο ο Κ είχε μεταφέρει κατ' εντολή του "...", ναρκωτικά που αφορούσαν άλλη υπόθεση, αλλά ότι το Πενταμελές Εφετείο αντίθετα στήριξε την κρίση του κυρίως στα λοιπά αποδεικτικά μέσα όπως η κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού Α3 και τα αναγνωσθέντα έγγραφα αλλά και σε όσα στην απολογία του ανέφερε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, που δέχθηκε ότι δικαιολογούσαν την σχέση του με τα ανευρεθέντα στο διαμέρισμα στο δώμα της πολυκατοικίας στην οδό .... Από το ότι συνδυαστικά το δικάσαν Εφετείο συνεκτίμησε και την απολογία στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο του τότε συγκατηγορουμένου του ήδη αναιρεσείοντος, σε σχέση με τον ισχυρισμό του τελευταίου στην κατ' έφεση δίκη ως προς την αιτία συναντήσεώς του με τον Κ στις 9-10-2006, στη δίκη στον πρώτο βαθμό, δεν προκύπτει ότι δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο ότι ο ήδη αναιρεσείων ήταν ένοχος μόνον με βάση την απολογία του άνω συγκατηγορουμένου του πρωτοδίκως. Κατά συνεπεία δεν παραβίασε το Πενταμελές Εφετείο την διάταξη του άρθρου 211Α σε συνδυασμό με το άρθρο 171 §1εδ. δ' Κ.Ποιν.Δ. και δεν δημιουργήθηκε από το λόγο αυτό απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Ο δε περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως για τέτοια απόλυτη ακυρότητα που να συνέβη στο ακροατήριο είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 510 §1 στοιχ. Β' του Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 §2, η οποία επιφέρει ακυρότητα, της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται κατ' άρθρο 170 §2 στοιχ. α' Κ.Ποιν.Δ. στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί σχετικής αιτήσεως. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 364 §1 του Κ.Ποιν.Δ., υποβάλλει αίτημα αναγνώσεως εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο της ουσίας οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει όμως ακυρότητα της διαδικασίας από την έλλειψη αυτή απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και σε περίπτωση παραλείψεως αναγνώσεως, από το διευθύνοντα τη συζήτηση, του εγγράφου που προσκομίσθηκε και του οποίου την ανάγνωση εζήτησε ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του κατά την ακροαματική διαδικασία να προσφύγει αμέσως αυτός σε ολόκληρο το Δικαστήριο και σε περίπτωση παραλείψεως τούτου να αποφανθεί ή παρά το νόμο απορρίψεως της προσφυγής, τότε υφίσταται έλλειψη ακροάσεως και δημιουργείται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Β' Κ.Ποιν.Δ. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της δίκης ενώπιον του Εφετείου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι οι συνήγοροι του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος αμέσως μετά την έναρξη της συζητήσεως ενεχείρισε στο δικαστήριο και ανέπτυξε προφορικώς αυτοτελείς κατ' αυτούς και αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς και συγχρόνως προσκόμισε αντίγραφο του χάρτη-οδηγού, ανανεωμένης (22ης) εκδόσεως της ... Ο.Ε. μέρος Δ' και Β' σελ. 100 και 56 αντίστοιχα περί του ότι οδός "..." εκτός της ... υπάρχει και στις αναφερόμενες δεκαεπτά άλλες περιοχές δήμων περιοχής πρωτευούσης από το οποίο γεγονός ισχυριζόταν ότι αποδεικνυόταν, αντίθετα από όσα ανέφερε στην ένορκη κατά την προανάκριση κατάθεσή του ο εξετασθείς ως μάρτυρας αστυνομικός ότι ο ίδιος ο αναιρεσείων οδήγησε τους αστυνομικούς στο επί της οδού ... διαμέρισμα. Από την παραδεκτή επισκόπηση των άνω πρακτικών της δίκης κατ' έφεση δεν προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν ορισμένως και σαφώς την ανάγνωση του εν λόγω αναφερομένου ως προσκομισθέντος αντιγράφου χάρτη οδηγού που δεν περιλαμβανόταν στα αναφερόμενα στα πρακτικά αυτά ότι αναγνώσθηκαν έγγραφα, ούτε περαιτέρω προκύπτει ότι από τον εν λόγω αναιρεσείοντα ή από συνήγορό του έγινε προσφυγή στο δικαστήριο για παράλειψη ανάγνωσης του προσκομισθέντος εγγράφου και ότι τούτο αρνήθηκε να αποφανθεί ή ότι απέρριψε την προσφυγή του. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Β' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 211 εδάφ. α' Κ.Ποιν.Δ. "Με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο: α) όσοι άσκησαν εισαγγελική ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση ....". Με τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι άσκηση ανακριτικών καθηκόντων νοείται, η ενέργεια οποιασδήποτε ανακριτικής ή προανακριτικής πράξεως, από τακτικό ή ειδικό ανακριτή ή γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο, κατά τη διάρκεια της ανάκρισης ή προανάκρισης. Η από τη διάταξη αυτή απαγγελόμενη ακυρότητα είναι μεν σχετική, εν τούτοις εκ του ότι δύναται αυτή να προταθεί κατ' άρθρο 173 §1 σε συνδυασμό προς το άρθρο 174 §1 μέχρις ότου εκδοθεί για την κατηγορία η οριστική απόφαση σε τελευταίο βαθμό με συνέπεια να δύναται να προταθεί για πρώτη φορά στην δίκη κατ' έφεση (όχι όμως και στον ’ρειο Πάγο) συνάγεται ότι η ακυρότητα υφίσταται, καλυπτόμενη μόνον εάν δεν προταθεί, κατά τα ανωτέρω.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποίαν εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ήδη αναιρεσείων προέβαλε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων του τον περιλαμβανόμενο στο άνω υποβληθέν έγγραφο ισχυρισμό του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και αναπτύχθηκαν και προφορικώς και τον αυτοτελή ισχυρισμό περί μη εξετάσεως ως μάρτυρα στο ακροατήριο του μάρτυρα κατηγορίας Α3 αστυνομικού, και να μην αναγνωσθεί η από 13-10-2006 ένορκη κατάθεση αυτού ως μάρτυρα, γιατί αυτός είχε εκτελέσει προανακριτικά καθήκοντα διενεργήσας ουσιαστικά κατ' οίκον έρευνα και κατάσχεση ναρκωτικών ουσιών και είχε προβεί στην σύλληψή του. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον άνω παραδεκτώς προβληθέντα ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, με την αιτιολογία ότι ο αστυνομικός Α3, ο οποίος συμμετείχε στην παρακολούθηση και τη σύλληψη του κατηγορουμένου συνέλαβε αυτόν στις 13-10-2006 και ώρα 17.00 στην ... για παράβαση του ν.3459/2006 και τον οδήγησε στο κατάστημα της Διευθύνσεως Ασφάλειας Αττικής - Υποδιεύθυνση Δίωξης Ναρκωτικών - Τμήμα Δυτικής Αττικής στο ... ενώπιον του Ανθυπαστυνόμου Α1, παρουσία και του Αστυνόμου Α2, προσληφθέντος ως β' ανακριτικού υπαλλήλου. Ότι ο Ανθυπαστυνόμος Α1, αφού εξέτασε τον Χ και πείσθηκε ότι ουδεμία αμφιβολία για την ταυτότητά του υπάρχει, διέταξε την παραπομπή και παράδοσή του στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών με την εν λόγω έκθεση συλλήψεως, η οποία συντάχθηκε από τον ίδιο ως άνω Ανθυπαστυνόμο και αφού αναγνώσθηκε, υπογράφηκε από αυτόν και τον β' ανακριτικό υπάλληλο, τον συλλαβόντα αστυνομικό Α3 και τον συλληφθέντα Χ. Ότι από την από 13-10-2006 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως ναρκωτικού προκύπτει ότι στις 13-10-2006 και ώρα 20.00 εμφανίσθηκε ενώπιον του παραπάνω Ανθυπαστυνόμου Α1 Αστυνόμου Α2, οι οποίοι ενεργούσαν προανάκριση για παράβαση του Ν.3459/2006 σε βάρος του Χ και τον Κ, ο αστυνομικός Α3 και παρέδωσε σ' αυτούς 1) 28 ανισοβαρείς συσκευασίες που περιείχαν ηρωίνη συνολικού μικτού βάρους 14550 γραμμαρίων, 2) μία νάιλον σακκούλα με ύποπτη σκόνη βάρους 8050 γραμμαρίων, 3) δύο ζυγαριές ακριβείας, 4) δύο μίξερ (αναδευτήρες), 5) μία μηχανή (πρέσα) με διάφορα εξαρτήματα για την τυποποίηση της ηρωίνης και 6) ένα αερόθερμο, δήλωσε δε συγχρόνως στους Α1 και Α2 ότι τα παραπάνω παραδοθέντα σ' αυτούς τα βρήκε σε δώμα επί της οδού ... κατά την σύλληψη του Χ. Ότι οι άνω προανακριτικοί υπάλληλοι μετά ταύτα προέβησαν στην κατάσχεσή τους ως πειστήρια και συνέταξαν την εν λόγω έκθεση η οποία αφού αναγνώσθηκε υπογράφηκε από αυτούς και από τον αστυνομικό Α3. Επίσης, από την από 13-10-2006 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως προκύπτει ότι στις 13-10-2006 και ώρα 20.20 ο αστυνομικός Α3, παρέδωσε στους προαναφερόμενους ανακριτικούς υπαλλήλους, ενεργούντες προανάκριση για παράβαση του ν.2459/2006 σε βάρος του Χ τα περιγραφόμενα στην έκθεση αυτή αντικείμενα, που βρέθηκαν στην κατοχή του Χ, κατά την σύλληψή του, στην κατάσχεση των οποίων αντικειμένων προέβησαν οι παραπάνω ανακριτικοί υπάλληλοι, για να χρησιμεύσουν ως πειστήρια και συνέταξαν την εν λόγω έκθεση, η οποία αφού αναγνώσθηκε, υπογράφηκε από αυτούς και από τον Αστυνομικό Α3. Ότι υπό τα δεδομένα αυτά ο μάρτυρας κατηγορίας αστυνομικός Α3, συνέλαβε τον κατηγορούμενο Χγια παράβαση του ν.3459/2006 αλλά την από 13-10-2006 έκθεση συλλήψεως συνέταξαν και υπέγραψαν οι δύο άνω προανακριτικοί υπάλληλοι ενώ ο Α3 την υπέγραψε μόνο ως ο συλλαβών και δεν άσκησε ανακριτικά καθήκοντα, γιατί μόνη η σύλληψη του κατηγορουμένου χωρίς "βεβαίωση" του αδικήματος και σύνταξη της σχετικής εκθέσεως συλλήψεως δεν συνιστά και άσκηση ανακριτικών καθηκόντων, τις δε από 13-10-2006 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως ναρκωτικού και έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως συνέταξαν οι ανακριτικοί υπάλληλοι Α1 και Α2 που ενεργούν σαν προανάκριση κατ' άρθρο 243 §2 Κ.Ποιν.Δ. για παράβαση του ν.3459/2006 και προέβησαν στην κατάσχεση και των άλλων παραδοθέντων σ' αυτούς από τον αστυνομικό Α3 αντικειμένων. Κατ' ακολουθίαν αυτών, μπορούσε να εξετασθεί στο ακροατήριο ως μάρτυρας ο αστυνομικός Α3. Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 510 §1 στοιχ. Β' σε συνδυασμό με τα άρθρα 173 και 174 §1 Κ.Ποιν.Δ.
Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον σχετικό λόγο αναιρέσεως, για ακυρότητα της διαδικασίας από τη μη απαγόρευση εξετάσεως του ως άνω μάρτυρα αστυνομικού, είναι απορριπτέα και δεν υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας σε πλημμέλεια του άρθρου 510 §1 εδάφ. Β' σε συνδυασμό με τα άρθρα 173 §1 και 174 §1 Κ.Ποιν.Δ.
Μετά από όλα τα παραπάνω και μη υπάρχοντος ετέρου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-4-2010 δήλωση-αίτηση του Χ, περί αναιρέσεως της 2635/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Οκτωβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Νοεμβρίου 2010. Η

ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή