Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1142 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Αγορά, κατοχή, πώληση ναρκωτικών. Εν μέρει δεκτή η αναίρεση για έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης. Στο αιτιολογικό κηρύσσεται αθώος για κατοχή δύο δόσεων ηρωίνης, στο διατακτικό κηρύσσεται ένοχος αγοράς των ως άνω δόσεων. Πότε εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 211Α΄ Κ.Π.Δ. Ο ν. 3459/06 κωδικοποίησε το Ν. 1729/87 και δεν τον τροποποίησε, ούτε άλλαξε το χαρακτήρα των πράξεων που καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. Αναιρεί εν μέρει και παραπέμπει.





Αριθμός 1142/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κρατουμένου στην Κλειστή Φυλακή Πατρών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βαλάση, για αναίρεση της με αριθμό 2599/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ2. Το Πενταμελές Εφετείο Πατρών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 12 Φεβρουαρίου 2007 αίτησή του περί αναιρέσεως και στο από 15.1.2008 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 376/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει εν μέρει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως..

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 211Α Κ.Π.Δ., η οποία ορίζει ότι, μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου, σαφώς προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν μπορεί να θεμελιώσει την κρίση του για καταδίκη του κατηγορουμένου αποκλειστικά και μόνο σε τέτοια μαρτυρική κατάθεση ή απολογία συγκατηγορουμένου του για την ίδια πράξη. Στην περίπτωση αυτή, η κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται σε μη επιτρεπόμενο κατά νόμο αποδεικτικό μέσο και η απόφαση είναι αναιρετέα για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. 4 Κ.Π.Δ.). Εάν, όμως, η περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου στηρίζεται, εκτός από τέτοια μαρτυρική κατάθεση ή απολογία και σε άλλες αποδείξεις, η συνεκτίμηση απλώς μαρτυρικής κατάθεσης ή απολογίας συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, δεν δημιουργεί τέτοια ακυρότητα. Εξάλλου η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, της καταδικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' Κ.Π.Δ., υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά, και, τέλος, οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων έγινε η υπαγωγή τους στην ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας α) είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να μνημονεύονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατ' είδος, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε χωριστά από τον καθένα, αρκεί να συνάγεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά από αυτά. Περαιτέρω εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη, καθώς και όταν η παράβαση γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή δεν αναφέρονται στην απόφαση κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και είναι απαραίτητα για την εφαρμογή της συγκεκριμένης ποινικής διάταξης ή ακόμη στην απόφαση υπάρχει έλλειψη κάποιου από τα κατά νόμο αναγκαία περιστατικά ή αντίφαση μεταξύ τους ή με το διατακτικό κατά τέτοιο τρόπο που να καθίσταται ανέφικτος από τον Άρειο Πάγο ο έλεγχος της ορθής ή όχι υπαγωγής στο νόμο και να στερείται έτσι η απόφαση νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ' αρ. 2599/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που κατ' είδος μνημονεύονται, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή κάθειρξης εννέα (9) ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, για αγορά, κατοχή, πώληση ναρκωτικών ουσιών, δεχθέντος ειδικότερα του Δικαστηρίου, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Τις βραδινές ώρες της 19-4-2004, εκδηλώθηκε πυρκαγιά σεδιαμέρισμα πολυκατοικίας που βρίσκεται επί της οδού ......, στο ..... Αττικής. Επί τόπου έσπευσαν άνδρες της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας για την κατάσβεσή της, καθώς και αστυνομικοί του Τμήματος Ασφάλειας της περιοχής, δεδομένου ότισύμφωνα με τα στοιχεία επρόκειτο για εμπρησμό. Κατά την αναμονή των εν λόγω αστυνομικών οργάνων στην πιο πάνω οικία | εμφανίστηκε η υπήκοος Αλβανίας Γ1, η οποία δήλωσε ότι κατοικούσε στην οικία αυτή και ζητούσε επίμονα να μεταβεί στην τουαλέτα. Η εν γένει συμπεριφορά της κρίθηκε ύποπτη από τους αστυνομικούς, οιοποίοι διενήργησαν σωματικό έλεγχο σ' αυτήν και διαπίστωσαν ότι είχε στην κατοχή της μία νάϋλον συσκευασία, που περιείχε ηρωίνη βάρους120 γραμμαρίων, με αποτέλεσμα να τη συλλάβουν και να την οδηγήσουν στο αστυνομικό τμήμα. Εξεταζόμενη η συλληφθείσα δήλωσε στους αστυνομικούς ότι την ποσότητα αυτή της ηρωίνης καθώς και ποσότητα5,5 γραμμαρίων είχε αγοράσει από κάποιο "......", Αλβανό υπήκοο, ή ...., στην περιοχή της ..... αντί του ποσού των 950 ευρώ, κοντά στην πλατεία και συγκεκριμένα στο κατάστημα ..... . Ότι την αγορά αυτή είχε πραγματοποιήσει για λογαριασμό του πρώτουκατηγορουμένου, Πακιστανικής υπηκοότητας, μετά από σχετικές παροτρύνσεις του, με τον οποίο διατηρούσε φιλικές σχέσεις και είχαν συνεργασία σε τέτοιου είδους συναλλαγές και στο παρελθόν, καθώς και ότι ο ίδιος της είχε καταβάλει το τίμημα που κατέβαλε στον πωλητή των950 ευρώ και προκαταβολικά ποσό επιπλέον 200 ευρώ ως αμοιβή της και ότι γνώριζε τον πωλητή και μπορούσε να τον υποδείξει στους αστυνομικούς, με τους οποίους δέχτηκε να συνεργαστεί για το σκοπό αυτό. Πράγματι, μετά από τηλεφωνικό ραντεβού που έκλεισε η ίδια απότο κινητό της με τον πωλητή, προκειμένου να προμηθευτεί και άλλη ποσότητα, και μετά από σχετική υπόδειξή της, συνελήφθη ο δεύτερος κατηγορούμενος, στην περιοχή της ......, στην κατοχή του οποίου βρέθηκαν και κατασχέθηκαν 2 φιξάκια, που περιείχαν λευκή σκόνη,προφανώς ηρωίνη, ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας .... και μία κάρτα SΙΜ της εταιρίας VODΑFΟΝ, με αριθμό κλήσης ......, καθώς και το ποσό των 3.200 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου ενός χαρτονομίσματος των 200 ευρώ, αμφιβόλου γνησιότητας. Από τον έλεγχο των κλήσεωνπροέκυψε ότι, κατά τη διάρκεια της ίδιας ημέρας, είχε καταγραφεί ο πιο πάνω αριθμός στις εισερχόμενες και εξερχόμενες κλήσεις του κινητού της αλλοδαπής, γεγονός που αποδεικνύει τόσο τη γνώση του αριθμού τουαπό αυτήν όσο και την επικοινωνία τους. Εξάλλου, με τον ίδιο τρόπο, δηλαδή μετά από τηλεφωνική επικοινωνία της με τον πρώτο κατηγορούμενο για να του παραδώσει την ποσότητα που είχε αγοράσει, που έγινε μετά από σχετική υπόδειξη των αστυνομικών συνελήφθη και οπρώτος κατηγορούμενος. Οι κατηγορούμενοι αρνούνται τις εις βάρος τους κατηγορίες, ισχυριζόμενοι ότι δεν έχουν σχέση, πλην, με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, πλήρως αποδεικνύεται η τέλεση των αδικημάτων της ηθικής αυτουργίας σε αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών κατ' εξακολούθηση, για την οποία έχει καταδικαστεί ο πρώτος, αφού, εκμεταλλευόμενος την εξάρτηση που είχε από αυτόν λόγω της φιλικής τους σχέσης και την οικονομική της ανάγκη, προκάλεσε σ' αυτήν την απόφαση να τελεί για λογαριασμό του τις πράξεις της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών έναντι ανταλλάγματος, καθώς και για τις πράξεις της αγοράς πώλησης και κατοχής κατ' εξακολούθηση των 125, 5 γραμμαρίων, για τις οποίες έχει καταδικαστεί ο δεύτερος. Εδώ πρέπει να σημειωθεί, ότι, μετά τη σύλληψη του δευτέρου κατηγορουμένου, κατά τα προαναφερόμενα, έγινε προσπάθεια από αυτόν να εμφανιστεί ότι η σύλληψή του οφείλεται σε λάθος υπόδειξη, και, για το λόγο αυτό, απολογούμενος ο ίδιος στον ανακριτή και γνωρίζοντας ότι στο κινητό του έχουν καταγραφεί οι κλήσεις που πραγματοποίησε με την Γ1, ισχυρίστηκε ότι τις απογευματινές ώρες της ίδιας ημέρας παραχώρησε το κινητό του τηλέφωνο σε κάποιο ".......", του οποίου είχε τελειώσει η μπαταρία στο κινητό και δεν γνωρίζει πόσα τηλεφωνήματα έγιναν από αυτόν και που, ενώ; προφανώς μετά από σχετική συνεννόηση, η Γ1, στην από 26-4-2004 κατάθεση της ενώπιον του ανακριτή, ισχυρίστηκε ότι υπέδειξε αυτόν στους αστυνομικούς και όχι το πραγματικό άτομο, από το οποίο αγόρασε την ηρωίνη, γιατί φοβήθηκε, γεγονός που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα σύμφωνα με όσα έχουν ήδη αναφερθεί.
Συνεπώς οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν και πάλι ένοχοι για τις πιο πάνω πράξεις. Περαιτέρω, από το ίδιο αποδεικτικό υλικό, προέκυψαν αμφιβολίες για το αν ο πρώτος κατηγορούμενος είναι ο δράστης του εμπρησμού της οικίας που διέμενε η Γ1, δεδομένου ότι, εκτός από τις υπόνοιες της ίδιας, ότι δράστης δεν μπορεί να είναι άλλος από αυτόν, δεν υπάρχει κάποιο άλλο αξιόπιστο εις βάρος του στοιχείο, ενώ δεν προέκυψε ότι αυτός είχε κάποιο λόγο να προβεί στον εμπρησμό, κατά το χρόνο που αυτός έλαβε χώρα. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί αθώος για την πράξη αυτή. Επίσης, αμφιβολίες προέκυψαν από το ίδιο αποδεικτικό υλικό και για τις πράξεις της κατοχής παραποιημένου νομίσματος από τον δεύτερο κατηγορούμενο, καθώς και για την πράξη της κατοχής δύο αυτοσχέδιων δόσεων ηρωίνης, που φέρεται ότι τέλεσε στις 20-4-2004 και περί ώρα 18.00', δεδομένου ότι δεν υπάρχει στη δικογραφία έκθεση ζυγίσεως της εν λόγω ουσίας, ούτε έκθεση του χημείου, ως προς την σύστασή της. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί αθώος για τις πράξεις αυτές. Τέλος, πρέπει να αναγνωριστεί στους κατηγορουμένους το προβλεπόμενο από το άρθρο 84 παρ 2α του Π. Κ. ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου.". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες αυτά προέκυψαν, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1 Π.Κ., 4 παρ. 1-3 ΠΙΝ Α5, 5 παρ. 1 εδ. β' και 3 του Ν.1729/1987, όπως αντικατ. με άρθρο 10 του Ν.2161/1993. Ειδικότερα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις, δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, λόγω στηρίξεως της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης σε μη επιτρεπόμενο κατά νόμο αποδεικτικό μέσο, συνεπεία παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 211Α του Κ.Π.Δ., καθόσον, όπως σαφώς προκύπτει από αυτήν, την περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση της, δεν την στήριξε αποκλειστικά στη μαρτυρική κατάθεση της συγκατηγορουμένης Γ1, αλλά έλαβε υπόψη της και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως κατ' είδος αναφέρονται σ' αυτή, δηλαδή τις καταθέσεις των μαρτύρων της κατηγορίας και της υπεράσπισης που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, τα έγγραφα που επίσης αναγνώσθηκαν, στα οποία περιλαμβάνεται η με αριθμό ..... έκθεση εξέτασης της Χημικής Υπηρεσίας Ελευσίνας, καθώς και τις απολογίες των κατηγορουμένων. Ενόψει δε αυτού, νόμιμα λήφθηκε υπόψη και η μαρτυρική κατάθεση της παραπάνω συγκατηγορουμένης του αναιρεσείοντος, η δε αιτιολογία της απόφασης δεν κατέστη, εκ τούτου, ελλιπής. Άρα ο σχετικός, από τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ. Α, Β και Δ Κ.Π.Δ., όπως εκτιμάται, λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, είναι αβάσιμη η αιτίαση, ότι στην προσβαλλομένη απόφαση υπάρχουν αντιφάσεις, ως προς το ύψος του εισπραχθέντος τιμήματος από την πώληση της ναρκωτικής ουσίας, αφού η προσβαλλομένη δέχεται σαφώς στο διατακτικό της ότι το ποσό των 2.050 ευρώ προερχόταν από την πώληση άγνωστης ποσότητας ηρωΐνης, την οποία πώλησε σε τρίτα πρόσωπα ο αναιρεσείων, κατά τον τελευταίο μήνα πριν από τη σύλληψή του (20.4.2004). Επίσης αβάσιμη είναι η αιτίαση, ότι δεν υπάρχει έκθεση του Χημείου ως προς τη σύσταση της ναρκωτικής ουσίας, που δέχθηκε η προσβαλλομένη, ότι ο αναιρεσείων αγόρασε, κατείχε και στη συνέχεια πώλησε, καθόσον στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού η σύσταση της ναρκωτικής, ως άνω, ουσίας, προκύπτει από την υπ' αρ. ..... έκθεση εξέτασης της Χημικής Υπηρεσίας Ελευσίνας, η οποία και αναγνώσθηκε. Όσον αφορά την αιτίαση, ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν απάντησε στους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με τους οποίους, α) εφόσον η Γ1 είναι συγκατηγορουμένη (αυτήν φέρεται ότι έπεισε ο συγκατηγορούμενός του Χ2 να αγοράσει ποσότητες ηρωΐνης συνολικού βάρους 125,5 γραμμαρίων), θα έπρεπε οι δύο υποθέσεις να συνεκδικαστούν και, κατ' επέκταση, στην αντίθετη περίπτωση, να εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 211Α του Κ.Π.Δ. και β) ότι τα κατασχεθέντα και στη συνέχεια δημευθέντα χρήματα δεν ανήκουν σ' αυτόν (αναιρεσείοντα), αλλά στα αδέλφια του και συνεπώς δεν προέρχονται αυτά από την πώληση ναρκωτικών ουσιών, σημειώνονται τα ακόλουθα: Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό, αναφέρθηκε ήδη ότι δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 211Α Κ.Π.Δ., καθόσον, η προσβαλλομένη, δεν στηρίχθηκε, στην περί ενοχής του αναιρεσείοντος κρίση της, αποκλειστικά στην μαρτυρία της αναφερόμενης, κατά την ενώπιον του ακροατηρίου μάλιστα εξέτασή της, ουδεμία αντίρρηση προέβαλε ο αναιρεσείων, η ως άνω αιτίαση αποτελεί υπερασπιστικό επιχείρημα και όχι αυτοτελή ισχυρισμό, ο δε δεύτερος αποτελεί αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό και, συνεπώς, δεν είχε υποχρέωση το Δικαστήριο να απαντήσει. Ειδικά, όμως, όσον αφορά την ποσότητα των δύο αυτοσχέδιων δόσεων ηρωΐνης (φιξάκια), που φέρεται ότι αγόρασε ο αναιρεσείων και κατείχε το μήνα Απρίλιο του 2004, η προσβαλλομένη διαλαμβάνει αντιφατικές παραδοχές, αφού, στο μεν αιτιολογικό της δέχεται ότι πρέπει να κηρυχθεί αθώος της πράξης της κατοχής, διότι "δεν υπάρχει στη δικογραφία έκθεση ζυγίσεως της εν λόγω ουσίας, ούτε έκθεση του Χημείου ως προς την σύστασή της", στο διατακτικό τον κηρύσσει ένοχο για την πράξη της αγοράς και των δύο αυτών δόσεων ηρωΐνης, που είχε δεχθεί ότι δεν αποδείχθηκε ότι επρόκειτο περί ναρκωτικής ουσίας, με συνέπεια, ειδικά γι' αυτήν την ποσότητα, να μην έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και συγχρόνως να στερείται και νόμιμης βάσης, όπως βάσιμα υποστηρίζεται με τον πρώτο λόγοι του κυρίου δικογράφου αναίρεσης και με το δεύτερο των προσθέτων λόγων αναίρεσης κατά την επικουρική αιτίασή του, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων λόγων, ότι η προσβαλλομένη δεν παραθέτει το σχετικό άρθρο του Ποινικού Κώδικα που εφαρμόσθηκε, αυτός είναι απαράδεκτος, ενόψει του ότι η προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Η' Κ.Π.Δ., που προέβλεπε τέτοιο λόγο αναίρεσης, καταργήθηκε με το άρθρο 50 παρ. 4 του Ν.3160/2003, ο δε δεύτερος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων, κατά την κύρια αιτίασή του, σύμφωνα με τον οποίον κακώς εφαρμόσθηκαν οι διατάξεις του Ν.1729/1987, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το Ν.2161/1993, ενώ έπρεπε να εφαρμοσθούν οι διατάξεις του Ν.3459/2006, αυτός είναι αβάσιμος, διότι, ο ως άνω νόμος κωδικοποίησε τις διατάξεις του Ν.1729/1987 που ισχύουν για τα ναρκωτικά, χωρίς, όμως και να τις τροποποιήσει και, πολύ περισσότερο, να μεταβάλει τον χαρακτήρα των πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, ώστε να δημιουργείται, ενδεχομένως, θέμα εφαρμογής διατάξεων ευνοϊκότερων γι' αυτόν (άρθ. 2 παρ. 1 του Π.Κ.). Μετά από αυτά, συνεπεία του βάσιμου των, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Π.Δ., ως άνω, λόγων αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση, ως προς την καταδικαστική της διάταξη για αγορά ναρκωτικών ουσιών (2 φιξάκια) και ως προς τη διάταξή της περί ποινής και να παραπεμφθεί η υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, γιατί είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθ. 519 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ. 2599/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, μόνον α) κατά την καταδικαστική της διάταξη, περί αγοράς από τον αναιρεσείοντα Χ1 δύο αυτοσχέδιων δόσεων ηρωΐνης (φιξάκια) και β) κατά τη διάταξή της περί ποινής.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, την από 12.2.2007 αίτηση (-δήλωση) αναίρεσης και τους από 15.1.2008 πρόσθετους λόγους κατά της ίδιας απόφασης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 23 Απριλίου 2008.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ