Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 651 / 2010    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ποινή, Αναίρεση μερική, Κατάληψη δημοσίου κτήματος.




Περίληψη:
Κατάληψη δημοσίου κτήματος - Παράνομη εκχέρσωση και υλοτομία. Στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών. Απόφαση αιτιολογίας για παράνομη εκχέρσωση από δύο κατηγορουμένους χωρίς να προσδιορίζεται η συμμετοχική δράση καθενός. Απόλυτη ακυρότητα επί της αναφοράς μόνο της μίας έκθεσης αυτοψίας αντί των δύο εκθέσεων αυτοψίας δεν επήλθε, αφού αναγνώσθηκαν τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναφέρουν ότι αναγνώσθηκαν και οι δύο εκθέσεις αυτοψίας. Αναίρεση απόφασης μόνο για έλλειψη αιτιολογίας - νόμιμης βάσης για την παράνομη εκχέρσωση, σχετική ποινή, συνολική ποινή του ενός αναιρεσείοντος και ως προς τη δήλωση του χρησιμοποιηθέντος στην εκχέρσωση φορτωτή.




Αριθμός 651/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Στ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρούμπη-Εισηγητή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Μαύρου-Τσάκου, περί αναιρέσεως της 3731/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Ιουλίου 2009 (δύο) αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1104/09.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά της υπ' αριθμ. 3731/2008 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που καταχωρήθηκε στο οικείο βιβλίο που τηρείται απ' τη γραμματεία του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ) στις 3-7-2009 οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2 άσκησαν νομότυπα και εμπρόθεσμα τις υπ' αριθμ. εκθέσεις 46 και 47/10-7-2009 αιτήσεις αναιρέσεως, με τις οποίες ζητούν την αναίρεσή της. Επομένως οι αιτήσεις αυτές είναι παραδεκτές και πρέπει συνεκδικαζόμενες να εξετασθούν περαιτέρω. Κατά το άρθρο 23 παρ. 1 του αν ν. 1539/1938, όπως αντ. με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 263/1968, "ο αυτογνωμόνως επιλαμβανόμενος οιονδήποτε δημοσίου κτήματος, ευρισκομένου αναμφισβήτως υπό την κατοχή του Δημοσίου, τιμωρείται αυτεπαγγέλτως δια φυλακίσεως τουλάχιστον (6) μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον 100.000 δραχμών". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την πραγμάτωση του ανωτέρω εγκλήματος απαιτείται: α) αυθαίρετη κατάληψη δημοσίου κτήματος, β) η κατάληψη να έγινε εν γνώσει του δράστη, αρκούντος και του ενδεχόμενου δόλου, ότι πρόκειται για τέτοιο κτήμα και γ) το κτήμα να τελεί υπό την αναμφισβήτητη κατοχή του δημοσίου. Περαιτέρω κατά το άρθρο 71 παρ. 3 του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", όπως (η παρ. 3) αντικαταστάθηκε με το άρθρο 46 παρ. 2 του ν. 2145/1993, "όποιος εκχερσώνει παράνομα δάσος ή δασική έκταση, όποιος καλλιεργεί έκταση που έχει εκχερσωθεί παράνομα ή παραβλάπτει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση του δάσους ή δασικής εκτάσεως καθώς και όποιος ενεργεί επί εκχερσωθείσης παράνομα εκτάσεως πράξεις διακατοχής, τιμωρείται με τις ποινές της παρ. 1 του παρόντος άρθρου (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή αντί πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 998/1979, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξηλωδών φυτών οιονδήποτε διαστάσεων και ηλικίας αποτελούντων, ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλοεπιδράσεων, οργανικών ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλλει εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" και κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχράς υψηλής ή θαμνώδους ξηλώδους βλαστήσεως και δυνάμενη να εξυπηρετήσει μίαν ή περισσοτέρας των εν προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, που προβλέπεται και τιμωρείται από την πρώτη απ' αυτές και που είναι υπαλλακτικώς μικτό, αφού προσδιορίζονται περισσότεροι τρόποι πραγματοποίησής του, απαιτείται η ύπαρξη δάσους ή δασικής εκτάσεως, όπως οι έννοιές του προσιορίζονται στις παρ. 1,2 και 3 του άρθρου 3 του ως άνω ν.998/1979 και ενέργεια του υπαιτίου επί της εκτάσεως από τις ως άνω αναφερόμενες. Προκύπτει, επίσης, ότι ο νόμος διαχωρίζει εννοιολογικώς το δάσος από τη δασική έκταση και προϋποθέτει για την ύπαρξη κάθε μορφής τη βεβαίωση ορισμένου είδους φυτών επί της επιφανείας του εδάφους. Το δικαστήριο συνεπώς, που επιλαμβάνεται της κατηγορίας για παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής εκτάσεως ή της πρόκλησης βλάβης καθ' οιονδήποτε τρόπο της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή της δασικής έκτασης, οφείλει να ερευνήσει τη συνδρομή των ως άνω όρων, αφού, εάν ελλείπει έστω και ένας αποκλείεται η στοιχειοθέτηση του πιο πάνω εγκλήματος γιατί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος είναι η παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής εκτάσεως, όπως οι έννοιές τους προσδιορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, η καλλιέργεια της έκτασης που εκχερσώθηκε παράνομα, η πρόκλησξη βλάβης καθ' οιονδήποτε τρόπο της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή της δασικής έκτασης και η ενέργεια σε εκχερσωθείσα έκταση πράξεων διακατοχής. Τέλος, κατά την παρ. 1 του άρθ. 268 του ν.δ. 86/1969, "ο οπωσδήποτε βλάπτων δάσος ή δασικήν έκτασιν ή προξενών οιανδήποτε φθοράν, ο άνευ αδείας υλοτομίας ή προκειμένου περί ατελών υλοτομιών, ο άνευ εγκρίσεως ή εγκαταστάσεως ή παρά τας υποδείξεις των αρμοδίων δασικών οργάνων, όπου απαιτούνται τοιαύτα, ή, προκειμένου περί μη δημοσίων δασών, ο άνευ αδείας και του ιδιοκτήτου ή του διακατόχου του δάσους, υλοτομιών, κατασκευάζων ή συλλέγων δασικά προϊόντα, εφόσον ειδικαί διατάξεις του παρόντος κώδικος δεν ορίζουν άλλως τιμωρούνται δια προστίμου ή κρατήσεως ή και δι' αμφοτέρων των ποινών τούτων, εάν ουδεμία εκ της παραβάσεως επήλθε ζημία, ή η προξενηθείσα τοιαύτη δεν υπερβαίνει τας χιλίας δραχμάς". Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "εάν η ζημία υπερβαίνει τας χιλίας δραχμάς, ο παραβάστης τιμωρείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 381 και 382 του ΠΚ. Ως επιβαρυντική περίπτωσις θεωρείται, εάν το δάσος είναι δημόσιον". Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚποινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για άρση του καταλογισμού της αξιόποινης πράξης στο δράστη λόγω πραγματικής του πλάνης ή νομικής συγγνώστης πλάνης του πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Η κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανεξέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει την αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης λόγω σημαντικών αιτίων, κατά το άρθρο 349 ΚΠΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, παρά το ότι η παραδοχή ή απόρριψη τέτοιας αιτήσεως έχει αφεθεί στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Διαφορετικά, ιδρύεται ο κατά τα ανωτέρω λόγος αναίρεσης. Ακόμα, κατά το άρθρο 61 ΚΠΔ, όταν στο πολιτικό δικαστήριο εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, το οποίο, όμως έχει σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο, κατά την κρίση του, να αναβάλει την οποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής και η απόφαση αυτή μπορεί να ανακληθεί. Η αναβολή ποινικής δίκης, εφόσον είναι εκκρεμής δίκη ενώπιον πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, σχετική με υπόθεση που έχει σχέση με την ποινική δίκη, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη, ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας. Η απόφαση, όμως πρέπει να είναι ειδικώς και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, διότι, αλλιώς δημιουργείται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του σκεπτικού της προσβαλλόμενης απόφαση με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε το κατ' άρθρο 61 ΚΠΔ υποβληθέν αίτημα από τη συνήγορο του πρώτου τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος για αναβολή της ποινικής δίκης εωσότου εκδώσει απόφαση η Διεύθυνση Πολιτικής Γης της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Πέλλας, για παραχώρηση σ' αυτόν της έκτασης (όλης ή μέρους της) που κατέλαβε παράνομα στις 22 και 23-4-2002, αναφέροντας ορθά ότι "ουδόλως εμποδίζεται η δυνατότητα της έκδοσης απόφασης από τη Διεύθυνση Πολιτικής Γης και η απόφαση αυτή δεν εξαρτάται από την έκδοση της αποφάσεως του ποινικού δικαστηρίου". Δηλονότι το Δικαστήριο της ουσίας έκρινε κυριαρχικώς ότι δεν συντρέχει λόγος για αναβολή της ποινικής δίκης, όπου το αξιόποινο της κατάληψης των ως άνω δύο δημοσίων δασικών εκτάσεων από τον τότε πρώτο εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα δεν αίρεται από την πολύ μεταγενέστερη νόμιμη παραχώρηση τμήματος αυτών, χωρίς να προσδιορίζεται μάλιστα εκ μέρους εκείνου που ζήτησε την αναβολή ο χρόνος περατώσεως της σχετικής διοικητικής διαδικασίας.
Γι' αυτό η σχετική αιτίαση του πρώτου αναιρεσείοντος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη του αιτήματος του περί αναβολής της προκειμένης ποινικής δίκης από το Δικαστήριο της ουσίας είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 3731/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος αυθαιρέτως και χωρίς καμμία έγκριση του Ελληνικού Δημοσίου κατέλαβε στη δασική θέση "..." του δημοσίου δάσους ...: 1) στις 22-4-2002 δημόσια δασική έκταση 2.817,44 τ.μ και 2) στις 23-4-2002 δημόσια δασική έκταση 1569,16 τ.μ, που βρίσκονταν υπό συνεχή, αδιάλειπτη και αναμφισβήτηση κατοχή του δημοσίου, που με τα όργανά του επιτηρούσε. Την πρώτη έκταση εμβαδού 2.817,44 φύτευσε με κερασιές, ενώ τη δεύτερη έκταση εμβαδού 1.569,16 τ.μ. εκχέρσωσε με μηχάνημα έργων του δεύτερου κατηγορουμένου και διαμόρφωσε το έδαφός της, ασκούντος φυσική εξουσία σαν να ήταν κύριος της εκτάσεως, αν και ο ίδιος γνώριζε ότι δεν είχε κανένα δικαίωμα στην έκταση και έτσι κατέστη υπάιτιος του εγκλήματος της αυθαίρετης κατάληψης δημοσίας δασικής εκτάσεως και της παράνομης εκχέρσωσης της παραπάνω δημόσιας δασικής έκτασης. Η έκταση καλυπτόταν από δάσος δρυός και βοηθούσε με την βλάστησή της αυτή τη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας και την εξυπηρέτηση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος, την εκχέρσωσε δε ο πρώτος κατηγορούμενος με το μηχάνημα έργων υλοτομώντας, εκριζώνοντας και καταστρέφοντας την βλάστηση. Τέλος ο πρώτος κατηγορούμενος υλοτόμησε χωρίς άδεια της δασικής αρχής έξι τόνους καυσόξυλα δρυός από τη δεύτερη έκταση αξίας 235 ευρώ. Ο πρώτος κατηγορούμενος ενήργησε τις άνω πράξεώς του ο ίδιος με πρόθεση, δεδομένου ότι γνώριζε ότι πρόκειται για δημόσια δασική έκταση που ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο. Να σημειωθεί ότι η ως άνω δασική έκταση των 2.814,44 τ.μ. με την υπ' αριθμ. 189/29-2-2003 απόφαση του γενικού γραμματέα περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, που δημοσιεύθηκε στο 103/14-2-2003 ΦΕΚ, τεύχος τέταρτο κηρύχθηκε αναδασωτέα.
Συνεπώς ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος: 1) της πράξης της κατάληψης δημόσιας δασικής έκτασης κατ εξακολούθηση, 2) της παράνομης εκχέρσωσης και 3) της παράνομης υλοτομίας. Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος μετά από εντολή του πρώτου εκχέρσωσε χρησιμοποιώντας ερπυστριοφόρο φορτωτή ιδιοκτησίας του χωρίς άδεια της δασικής αρχής την ως άνω δασική έκταση εμβαδού 1.569,16 τ.μ, η οποία προηγουμένως καλυπτόταν από δάσος δρυός με σκοπό να αποκτήσει ο πρώτος κατηγορούμενος δικαιώματα νομής και κατοχής σ' αυτήν. Να σημειωθεί ότι ως ο άνω φορτωτής ανήκε κατά κυριότητα στον δεύτερο κατηγορούμενο και όχι στον Χ2 και συνεπώς ο ισχυρισμός του τελευταίου περί κυριότητας αυτού πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Συνεπώς ο 2ος κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της παράνομης εκχέρσωσης δημόσιας δασικής έκτασης ... . Στην προκειμένη περίπτωση, οι συνήγοροι των κατηγορουμένων "ζήτησαν την απαλλαγή τους λόγω συγγνωστής νομικής και πραγματικής πλάνης", χωρίς να επικαλεσθείν άλλα συγκεκριμένα περιστατικά καθώς και τις ειδικές συνθήκες, συναφείς με την προσωπικότητα των κατηγορουμένων, τη γνώση και την ικανότητά τους που να θεμελιώνουν τη νομική έννοια της συγγνωστής νομικής και πραγματικής πλάνης. Οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αόριστοι και συνεπώς πρέπει να απορριφθούν σαν τέτοιοι. Παρά την πιο πάνω προκύπτουσα αοριστία του ισχυρισμού των κατηγορουμένων οι ισχυρισμοί αυτοί είναι και ουσιαστικά αβάσιμοι, δεδομένου ότι αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι ενήργησαν τις άνω πράξεις τους οι ίδιοι με πρόθεση, δεδομένου ότι γνώριζαν ότι πρόκειται για δημόσια δασική έκταση που ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο". Στη συνέχεια το ως άνω Δικαστήριο, αφού απέρριψε το αίτημα αναβολής (για το οποίο γίνεται ειδικότερα αναφορά παραπάνω) και τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους περί νομικής και πραγματικής πλάνης κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες για τις αξιόποινες πράξεις: α) της κατάληψης δημόσιας δασικής έκτασης κατ' εξακολούθηση, β) της παράνομης εκχέρσωσης και γ) της παράνομης υλοτομίας και ειδικότερα και κατά πιστή αναφορά του διατακτικού: "Τον 1ο κατηγορούμενο ένοχο του ότι: στη δασική θέση "..." Δημοσίου Δάσους ... στις 23-4-2002 με περισσότερες από μία πράξεις διέπραξε περισσότερα από ένα εγκλήματα και ειδικότερα: α) κατέλαβε αυτογνωμόνως δημόσιο κτήμα που βρισκόταν υπό την αδιαμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου, ήτοι κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο κατέλαβε αυθαίρετα 1.569,16 τ.μ δημόσια δασική έκταση που αναμφισβήτητα ανήκε στο Δημόσιο στην ως άνω δε έκταση φύτευσε κερασιές, β) εκχέρσωσε παράνομα δημόσια δασική έκταση, ήτοι εκχέρσωσε χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας την προαναφερόμενη δασική έκταση, η οποία προηγουμένως καλυπτόταν από δάσος δρυός, με σκοπό να αποκτήσει δικαιώματα νομής και κατοχής στην έκταση αυτή και γ) υλοτόμησε παράνομα δασική έκταση, ήτοι υλοτόμησε χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας έξι (6) τόνους καυσόξυλα δρυός από την ως άνω έκταση, αξίας 235 ευρώ.
Κηρύσσει τον 1ο κατηγορούμενο ένοχο του ότι: στις 22-4-2002, στη δασική θέση "..." του δημοσίου δάσους ... κατέλαβε αυτογνωμόνως δημόσιο κτήμα που βρισκόταν υπό την αδιαμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου, ήτοι κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο κατέλαβε αυθαίρετα 2817,44 τ.μ. δημόσιας δασικής έκτασης, η οποία αναμφισβήτητα ανήκε στο Δημόσιο, στην ως άνω δε έκταση ο κατηγορούμενος φύτευσε κερασιές.
Κηρύσσει τον 2ο κατηγορούμενο ένοχο του ότι : στη δασική θέση "...", Δημοσίου Δάσους ..., στις 23-4-2002, εκχέρσωσε παράνομα δημόσια δασική έκταση εμβαδού 1569,16 τ.μ. ήτοι ενεργώντας ύστερα από εντολή του πρώτου κατηγορουμένου χρησιμοποιώντας ερπυστριοφόρο φορτωτή εκχέρσωσε χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας την προαναφερόμενη δασική έκταση, η οποία προηγουμένως καλυπτόταν από δάσος δρυός, με σκοπό να αποκτήσει δικαιώματα νομής και κατοχής στην έκταση αυτή". Και τους επέβαλε στον μεν πρώτο αναιρεσείοντα ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών και χρηματική ποινή 1.000 ευρώ για την α' πράξη, ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και χρηματική ποινή 1.500 ευρώ για τη β' πράξη και ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών για τη γ' πράξη και συνολική ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και έξι (6) μηνών και συνολική χρηματική ποινή δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, στο δε δεύτερο αναιρεσείοντα ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ. Περαιτέρω ως προς τον κοινό λόγο αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο εκτίθενται τα ακόλουθα: Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 Κ.Ποιν.Δικ. σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ.1 στοιχ. δ' ιδίου Κώδικος, προκύπτει ότι η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσεώς του για την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων που δεν προκύπτει ότι ανεγνώσθησαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δικ. λόγον αναιρέσεως, διότι ούτως αποστερείται ο κατηγορούμενος της δυνατότητος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται στα πρακτικά της αποφάσεως, είναι όμως αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία ποίο έγγραφο ανεγνώσθη και ελήφθη υπ' όψη, προς δε εις ποίο έγγραφο εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου, χωρίς βέβαια τα στοιχεία αυτά να απαιτείται να συμπίπτουν με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός, δηλαδή, της ταυτότητος του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητος, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο ανεγνώσθη στη συγκεκριμένη δίκη και εδόθη η δυνατότης στον κατηγορούμενο να υποβάλει τις παρατηρήσεις και εξηγήσεις του, ως προς το περιεχόμενό του, ο προσδιορισμός δε αυτός είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του. Άλλως, αν, ήτοι η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια και αναμφίβολα παραβιάζονται οι ανωτέρω διατάξεις, που επιβάλλουν την ανάγνωση των εγγράφων στο ακροατήριο, τα οποία έλαβεν υπ' όψη του το δικαστήριο για την ενοχή (ή αθωότητα) του κατηγορουμένου και υπάρχει απόλυτη ακυρότης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την υπ' αριθμ. 3731/2008 απόφασή του κήρυξε ενόχους του κατηγορουμένους - αναιρεσείοντες για τις πράξεις της αυθαίρετης κατάληψης δημοσίου κτήματος, της παράνομης εκχέρσωσης δημόσιας δασικής έκτασης και της παράνομης υλοτομίας και της επέβαλε τις σ' αυτήν αναφερόμενες για τον καθένα αυτών ποινές. Το δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο για να καταλήξει στην εξενεχθείσα ως άνω περί ενοχής των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων κρίση του, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, συνεκτίμησε, εκτός των άλλων, αποδεικτικών μέσων και ως έγγραφο "μία έκθεση αυτοψίας, καθώς και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, ήτοι της υπ' αριθμ. 510/2006 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Έδεσσας (εκκαλουμένης απόφασης), ένθα γίνεται λόγος για δύο εκθέσεις αυτοψίας, ήτοι τις από 22-4-2002 και 23-4-2002 των δασοπόνων ... και ..., ήτοι των μοναδικών εκθέσεων αυτοψίας που συνετάγησαν. Οι κατηγορούμενοι, χωρίς να έχουν ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση κατά την αποδεικτική διαδικασία τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από τα αντίστοιχα πρακτικά των δικαστηρίων αυτών, διατείνονται το πρώτον με τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως ότι εκ της αναφοράς στα πρακτικά του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ότι αναγνώσθηκε "μία έκθεση αυτοψίας" χωρίς να προσδιορίζεται ποία εκ των δύο που έχουν συνταχθεί συνέβη απόλυτη ακυρότητα κατά τη διαδικασία, στο ακροατήριο με το να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο και να συνεκτιμήσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δύο εκθέσεις αυτοψίας, χωρίς να αναγνωσθούν και οι δύο. Παραβλέπεται όμως απ' αυτούς ότι έγινε ανάγνωση και των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, όπου αναφέρονται και οι δύο εκθέσεις αυτοψίας, που αναγνώσθηκαν στο Δικαστήριο εκείνο, χωρίς αυτοί να υποβάλλουν κάποια αντίρρηση ή παρατήρηση, όπως όφειλαν εάν είχαν τοιαύτη. Έτσι όμως είχε γίνει έκτοτε γνωστό το περιεχόμενο των μοναδικών εκθέσεων αυτοψίας και οι κατηγορούμενοι ως εκκαλούντες δεν στερήθηκαν κάποιου υπερασπιστικού δικαιώματος τους από τη συναξιολόγηση με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και των δύο εκθέσεων αυτοψίας. Επομένως εκ του λόγου αυτού και μόνο (της αναφοράς ότι αναγνώσθηκε στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου μία εκ των δύο εκθέσεων αυτοψίας και της συναξιολογήσεως και της άλλης που είχε αναγνωσθεί στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και πρέπει γι' αυτό να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο σχετικός εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγος των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεως. Εξάλλου, με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του όσον αφορά τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης κατάληψης δημόσιας δασικής έκτασης κατ' εξακολούθηση και της παράνομης υλοτομίας την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 94 παρ. 1, 381, και 382 παρ. 2α ΠΚ, 23 παρ. 1 αν. ν. 1539/1938, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 2 του αν. ν. 263/1968 και άρθρο 268 παρ. 1 και 2 του δ/τος 86/1969, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα και απολογίες των κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Προσέτι η αιτίαση του πρώτου αναιρεσείοντος περί υπάρξεως ασάφειας και αντιφάσεων μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού ως προς την πράξη της παράνομης κατάληψης δημόσιας δασικής εκτάσεως, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, καθόσον τόσο στο σκεπτικό και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα στοιχεία που θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της παράνομης κατάληψης δημοσίας δασικής έκτασης, κατ' εξακολούθηση, που βρισκόταν υπό την αδιαμφισβήτητη κατοχή του Δημοσίου αλλά και της παράνομης υλοτομίας δασικής έκτασης, τελεσθείσας σε βαθμό πλημμελήματος, υλοτομώντας χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας έξι (6) τόνους καυσόξυλα δρυός από τη δημόσια δασική έκταση των 1.569,16 τ.μ. αξίας 235 ευρώ. Εξάλλου το Δικαστήριο της ουσίας αναφέρει όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που συνεκτίμησε και συναξιολόγησε για να καταλήξει αυτό στην καταδικαστική κρίση του για τον πρώτο αναιρεσείοντα ως προς τα δύο ως άνω εγκλήματα, χωρίς να εκθέτει, αφού δεν είχε τέτοια υποχρέωση τι προέκυψε χωριστά από τα καθένα από αυτά. Πρέπει να επισημανθεί ότι η εκ περισσού και ιστορικά γενομένη αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης ότι η δασική έκταση των 2.814,44 τετ. μέτρων (μιάς εκ των δύο εδαφικών εκτάσεων που κατέβαλε αυτογνωμόνως ο πρώτος αναιρεσείων) κηρύχθηκε αναδασωτέα με τη μεταγενέστερη του χρόνου κατάληψής της (22-4-2002) υπ' αριθμ. 189/29-2-2003 απόφαση του γενικού γραμματέα περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας που έχει νόμιμα δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 103/14-2-2003 τεύχος Δ') δεν καταρρίπτει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την αυτογνώμονα λήψη της δημόσιας δασικής έκτασης από τον πρώτο αναιρεσείοντα πριν αυτή αποτελέσει τμήμα μεγαλύτερης δημόσιας δασικής έκτασης που κηρύχθηκε αναδασωτέα, ανεξαρτήτως του εάν με την απόφαση αυτή δημοσιεύθηκε και το σχετικό διάγραμμα, που στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του ως άνω ΦΕΚ, υπάρχει αποτυπωμένο, απορριπτομένου έτσι του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του πρώτου αναιρεσείοντος. Γι' αυτό η περί του αντιθέτου αιτίαση του πρώτου αναιρεσείοντος με την οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας λόγω της μεταγενέστερης της κατάληψης υπαγωγής της στην αναδασωτέα έκταση, είναι απορριπτέα ως αλυσιτελώς προβαλλόμενη. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναιρέσεως (περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας) πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών, καθόσον ως προς το ζήτημα αυτό η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς. Αντίθετα όμως όσον αφορά την αξιόποινη πράξη της παράνομης εκχέρσωσης δημόσιας δασικής έκτασης για την οποία καταδικάσθηκε καθένας των αναιρεσειόντων με την προσβαλλόμενη απόφαση ως φυσικός αυτουργός, υπάρχουν ασάφειες και αντιφάσεις μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση αυτή στερείται νόμιμης βάσης. Ειδικότερα στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται ότι την έκταση εμβαδού 1569,16 τ.μ, τμήματος της δημόσιας δασικής έκτασης στη θέση "..." του δημοσίου δάσους ..., ο πρώτος κατηγορούμενος (ήδη πρώτος αναιρεσείων) εκχέρσωσε με μηχάνημα έργων του δευτέρου κατηγορουμένου, υλοτομώντας, εκριζώνοντας και καταστρέφοντας την βλάστηση, ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος (ήδη δεύτερος αναιρεσείων) την ίδια ως άνω έκταση, μετά από εντολή του πρώτου εκχέρσωσε χρησιμοποιώντας ερπυστριοφόρο φορτωτή ιδιοκτησίας του χωρίς άδεια της δασικής αρχής, η οποία προηγουμένως καλυπτόταν από δάσος δρυός, με σκοπό να αποκτήσει ο πρώτος κατηγορούμενος δικαιώματα νομής και κατοχής σ' αυτήν. Παρά ταύτα στο διατακτικό της ιδίας απόφασης αναφέρεται ότι κηρύσσει τον 1ο κατηγορούμενο ένοχο του ότι "εκχέρσωσε παράνομα δημόσια δασική έκταση, ήτοι εκχέρσωσε χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας την προαναφερόμενη δασική έκταση (των 1569,16 τ.μ.) με σκοπό να αποκτήσει δικαιώματα νομής και κατοχής στην έκταση αυτή", ενώ τον 2ο κατηγορούμενο κηρύσσει ένοχο του ότι "στη δασική θέση ... στις 23-4-2002 εκχέρσωσε παράνομα δημόσια δασική έκταση εμβαδού 1.569,16 τ.μ, ήτοι ενεργώντας ύστερα από εντολή του πρώτου κατηγορουμένου χρησιμοποιώντας ερπυστριοφόρο φορτωτή εκχέρσωσε χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας την προαναφερόμενη δασική έκταση, η οποία προηγουμένως καλυπτόταν από δάσος δρυός, με σκοπό να αποκτήσει δικαιώματα νομής και κατοχής στην έκταση αυτή". Δηλονότι ενώ και στα δύο μέρη της προσβαλλόμενη απόφασης η παραδοχή είναι ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ενήργησε κατ' εντολή του πρώτου κατηγορουμένου δεν διασαφηνίζεται η συμμετοχική δράση, του πρώτου κατηγορουμένου, ήτοι εάν ενήργησε ως ηθικός αυτουργός ή ως συναυτουργός, ή εάν ενήργησε ως φυσικός αυτουργός, αφού δεν προσδιορίζεται το υποκειμενικό στοιχείο τέλεσης οιασδήποτε μορφών αυτών με συνδυασμό των αποδεικτικών μέσων από τα οποία αποδεικνύεται το στοιχείο αυτό της εγκληματικής δράσης. Περαιτέρω και ως προς τον δεύτερο κατηγορούμενο υπάρχει ασάφεια ως προς τη μορφή της τέλεσης απ' αυτόν του εγκλήματος της παράνομης εκχέρσωσης με την αναφορά στον με σκεπτικό ενήργησε την παράνομη εκχέρσωση με σκοπό να αποκτήσει ο πρώτος κατηγορούμενος δικαιώματα νομής και κατοχής σ'αυτήν, ενώ στο διατακτικό παραλείπεται να αναφερθεί ποιος σκόπευε να αποκτήσει δικαιώματα νομής και κατοχής στην έκταση αυτή.
Συνεπώς ως προς το κεφάλαιο αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Επιπλέον υπάρχει αντίφαση μεταξύ του διατακτικού και του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, αφού δεν προσδιορίζεται, όπως προαναφέρθηκε, με σαφήνεια η αξιόποινη συμπεριφορά καθενός των αναιρεσειόντων. Με την αντίφαση αυτή η αιτιολογία καθίσταται ασαφής και ελλιπής ως προς τον τρόπο συμμετοχής καθενός των αναιρεσειόντων στη διάπραξη του προαναφερόμενου εγκλήματος. Πρέπει, επομένως να γίνουν δεκτοί ως προς την πράξη αυτή (παράνομη εκχέρσωση) ως βάσιμοι οι σχετικοί εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αμφοτέρων των κρινομένων αιτήσεων (για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης).
Συνεπώς πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο ως προς το μέρος που αναφέρεται στην ενοχή αμφοτέρων των αναιρεσειόντων για την αξιόποινη πράξη της παράνομης εκχέρσωσης, την επιβολή ποινής για την πράξη αυτή σε καθένα των αναιρεσειόντων τον καθορισμό συνολικής ποινής για τις πράξεις που κηρύχθηκε ένοχος ο πρώτος κατηγορούμενος και του επιβλήθηκαν αντίστοιχες ποινές και ως προς την παρεπόμενη ποινή της δήμευσης του ερπυστριοφόρου φορτωτή τύπου CATERPILAR 963, με αριθμ. Πλαισίου ..., ως μέσου χρησιμοποιηθέντος κατά την τέλεση της πράξης της παράνομης εκχέρσωσης. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι η αιτίαση εκ μέρους αμφοτέρων των αναιρεσειόντων ως προς την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι το ως άνω μηχάνημα ανήκε στο δεύτερο αναιρεσείοντα και όχι στον ..., που αυτοί ισχυρίσθηκαν και πάλι υποστηρίζουν με τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, ανεξαρτήτως του ότι τούτο προβάλλεται και εκ μέρους του πρώτου αναιρεσείοντος χωρίς έννομο συμφέρον του, είναι απαράδεκτη ως προβάλλουσα την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων (ειδικότερα ποίος ήταν κύριος του ως άνω ερπυστριοφόρου οχήματος), χωρίς να χρειάζεται να διαλάβει ειδικότερα από ποία αποδεικτικά μέσα πείστηκε ότι τούτο ανήκε στον δεύτερο αναιρεσείοντα και όχι στον εμφανισθέντα και εξετασθέντα ως μάρτυρα ... (θείο του δεύτερου αναιρεσείοντα) χωρίς την προσκόμιση όμως σχετικών δημοσίων εγγράφων από τα οποία αποδεικνυόταν πλήρως και έναντι πάντων η κυριότητα του τελευταίου και τα οποία παρείδε και δεν συναξιολόγησε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας. Συνακόλουθα πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τα ως άνω μέρη της για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 3731/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και ειδικότερα μόνο ως προς τα κεφάλαια περί ενοχής αμφοτέρων των αναιρεσειόντων Χ1 και Χ2 για την πράξη της παράνομης εκχέρσωσης δημόσιας δασικής έκτασης, εμβαδού 1.569,16 τ.μ. κειμένης στη δασική θέση "..." του δημοσίου Δάσους ..., που φέρεται ότι τέλεσαν στις 23-4-2002, της επιβολής ποινής σε αμφότέρους τους κατηγορουμένους για την πράξη αυτή και της συνολικής ποινής στον πρώτο αυτών (Χ1) καθώς και ως προς τη δήμευση του κατασχεθέντος ερπυστριοφόρου φορτωτή, τύπου CATERPILAR 963, με αριθμ. πλαισίου ... . Και
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα ως άνω μέρη της για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός εκείνων που τη δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Μαρτίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ