Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1697 / 2010    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.




Περίληψη:
Απόρριψη της αναίρεσης, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης της, δίχως επίκληση κάποιου λόγου ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογείται το εκπρόθεσμο. Απορρίπτει αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1697/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου-Εμμανουήλ Παπαδάκη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 12 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 2074/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Μαΐου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 721/2010.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ρούσσος-Εμμανουήλ Παπαδάκης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 330/6-10-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

Εισάγουμε, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 476 παρ. 1 και 513 παρ. 1 του ΚΠΔ, την από 5.5.2010 αίτηση (δήλωση) του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 2074/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, και εκθέτουμε τα ακόλουθα: Από τις διατάξεις των άρθρων 507 παρ. 1 και 473 παρ. 1 και 3 του ΚΠΔ, όπως η παρ. 1 του τελευταίου αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 παρ. 6 του Ν. 1653/1986 και η παρ. 3 αυτού προστέθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 968/1979, προκύπτει ότι η προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως είναι δέκα (10) ημέρες και αν η δημοσίευση της προσβαλλόμενης αποφάσεως έγινε με παρόντα τον κατηγορούμενο, αρχίζει από τότε που η τελεσίδικη απόφαση θα καταχωριστεί καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο, που τηρείται για το σκοπό αυτό από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Αν δε η δημοσίευση αυτής έγινε με απόντα τον κατηγορούμενο (αρχίζει) από τότε που θα του επιδοθεί η καταχωρισμένη στο ειδικό βιβλίο τελεσίδικη απόφαση. Αν η αναίρεση ασκείται με δήλωση που επιδίδεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠΔ) η προθεσμία είναι είκοσι (20) ημέρες. Έτσι, για να τρέξουν οι παραπάνω προθεσμίες απαιτείται επίδοση της αποφάσεως μόνον όταν ο κατηγορούμενος δεν ήταν παρών κατά την απαγγελία της αποφάσεως και ούτε εκπροσωπήθηκε στη δίκη από πληρεξούσιο δικηγόρο σύμφωνα με το άρθρο 501 παρ. 1 του ΚΠΔ. Προκειμένου όμως για εγκλήματα που τελούνται δια του τύπου, οι παραπάνω προθεσμίες, σύμφωνα με τα εδ. α' και β' της παρ. 3 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994, με ποινή ακυρότητας ή απαραδέκτου, συντέμνονται στο ήμισυ. Η διάταξη αυτή που επιδιώκει την λόγω της ιδιομορφίας και της ιδιαιτερότητας των αδικημάτων του τύπου ταχεία περαίωση των εκκρεμών δικών, συντέμνει στο ήμισυ γενικώς τις θεσπιζόμενες από τον ΚΠΔ προθεσμίες επομένως και την εικοσαήμερη προθεσμία του άρθρου 473 παρ. 2, για την άσκηση αναιρέσεως με δήλωση στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία περιορίζεται σε δέκα (10) ημέρες (ΑΠ 123/2008, ΑΠ 1260/2007). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη γενική αρχή του δικαίου, που πηγάζει από το άρθρο 255 του ΑΚ, κατά την οποία ουδείς υποχρεούται στα αδύνατα, είναι επιτρεπτή η εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου, συνεπώς και της αναιρέσεως, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, μέσα όμως στη νόμιμη προθεσμία, που αρχίζει για την περίπτωση αυτή από τότε που θα παύσει ο λόγος της ανώτερης βίας ή θα εξαλειφθεί το ανυπέρβλητο κώλυμα. Στην εξαιρετική αυτή περίπτωση, όπως συνάγεται από το άρθρο 474 παρ. 2 του ΚΠΔ, εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο, οφείλει να αναφέρει στη δήλωση ασκήσεώς του το λόγο που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή του, δηλαδή τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, από τα οποία παρεμποδίστηκε στην εμπρόθεσμη άσκηση αυτού, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία αποδεικνύουν την βασιμότητά τους, γιατί διαφορετικά, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 476 του ΚΠΔ, το ένδικο μέσο απορρίπτεται ως απαράδεκτο. Ως ανώτερη βία νοείται κάθε απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός είτε αντικειμενικό είτε σχετικό με το πρόσωπο του δικαιούχου, το οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορεί να αποτραπεί και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως. Ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο, οπωσδήποτε, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του διαδίκου που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο (Ολ. ΑΠ 4/1995, ΑΠ 2099/2009, ΑΠ 2648/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, που παραδεκτά επισκοπούνται για την έρευνα του παραδεκτού της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με την προσβαλλόμενη 2074/2010 ανέκκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, για συκοφαντική δυσφήμηση δια του τύπου (άρθρ. 1, 14, 18β. 26 παρ. 1α, 27 και 363-362 του ΠΚ, σε συνδ. με άρθρ. 47 του ΑΝ 1092/1938, όπως αντικ. με άρθρ. 4 παρ. 2 Ν. 1738/1987). Η απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε παρόντος του κατηγορουμένου, καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ. 3 του ΚΠΔ την 16.4.2010, όπως προκύπτει από τη συνημμένη από 12.5.2010 υπηρεσιακή βεβαίωση της αρμόδιας Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών. Ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, μέσω του έχοντος ειδική προς τούτο εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 του ΚΠΔ αντιπροσώπου του ..., δικηγόρου Αθηνών, με δήλωση που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 6.5.2010, δηλαδή μετά την παρέλευση της κατά τα ανωτέρω δεκαήμερης προθεσμίας από την καταχώρηση της αποφάσεως. Όμως, στη δήλωση αναιρέσεως, όπως αυτό προκύπτει από το περιεχόμενό της, δεν επικαλείται κάποιο λόγο ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος που να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκησή της. Κατά συνέπεια, πρέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 513 παρ. 1 εδ. α' και 476 παρ. 1 του ΚΠΔ, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς της, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Να απορριφθεί η από 5.5.2010 αίτηση (δήλωση) του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 2074/2010 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και Να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.- Αθήνα, 4 Οκτωβρίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου μόνον Ν.2243/1994 καταργήθηκαν οι ουσιαστικές και δικονομικές ποινικές διατάξεις του Ν.5060/1931 "περί τύπου, προσβολών της τιμής εν γένει και άλλων σχετικών αδικημάτων", μεταξύ των οποίων και αυτές του άρθρου 65 παρ. 1, 2 του τελευταίου αυτού νόμου, οι οποίες όριζαν ειδική βραχεία προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης από τον καταδικασμένο. Ενώ, σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου του Ν.2243/1994, στα εγκλήματα που διαπράττονται δια του τύπου, οι προβλεπόμενες στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, με ποινή ακυρότητας ή απαραδέκτου, προθεσμίες που υπερβαίνουν τις πέντε ημέρες συντέμνονται στο ήμισυ και το κλάσμα που τυχόν προκύπτει συμπληρώνεται ως την επόμενη ακέραιη μονάδα. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι και σε αναίρεση κατά καταδικαστικής απόφασης, για εγκλήματα τελούμενα δια του τύπου, η οποία ασκείται με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η χορηγούμενη προς τούτο, κατά το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ, προθεσμία των είκοσι ημερών συντέμνεται στο ήμισυ. Είναι δηλαδή δέκα ημέρες και αρχίζει, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση απαγγέλθηκε παρόντος του καταδικασθέντος κατηγορουμένου, από την καταχώριση της απόφασης, καθαρογραμμένης, στο τηρούμενο από τη γραμματέα του ποινικού δικαστηρίου ειδικό βιβλίο, σύμφωνα με την παρ. 3 του αυτού άρθρου 473 ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε με δήλωση προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 6-5-2010 και πλήττει την 2074/2010 απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, η οποία, όπως απ' αυτή προκύπτει, απαγγέλθηκε με παρόντα τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, τον οποίο καταδίκασε, σε δεύτερο βαθμό, για συκοφαντική δυσφήμιση δια του τύπου, και καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 16-4-2010, σύμφωνα με την επ' αυτής βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέα. Επομένως, η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε μετά την παρέλευση της, κατά τα παραπάνω, νόμιμης δεκαήμερης προθεσμίας, ενώ δεν διαλαμβάνονται σ' αυτή λόγοι ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος, που να δικαιολογούν την εκπρόθεσμη άσκησή της. Μετά ταύτα, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 474 παρ. 2 ΚΠΔ, και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 476 παρ. 1, 583 παρ. 1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 6 Μαΐου 2010, αίτηση-δήλωση του Χ, κατοίκου ..., για αναίρεση της 2074/2010 απόφασης του Β' Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2010.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ