Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1888 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Πρόσθετοι λόγοι.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια ιατρών. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση των λόγων α) της υπερβάσεως εξουσίας, β) της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, γ) απόλυτης ακυρότητας. Δεν υπάρχει υπέρβαση εξουσίας από την άσκηση από μέρους του Εισαγγελέα Εφετών, εφέσεως κατά της απαλλακτικής διατάξεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στην οποία (έφεση) ειδικά και αιτιολογημένα εκθέτει τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την κρίση του θεμελιώνουν την άσκηση της. Δεν επάγετε απόλυτη ακυρότητα το γεγονός ότι το δικαστήριο στήριξε την κρίση περί ενοχής των κατηγορουμένων, και έλαβε υπόψη του έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν (πραγματογνωμοσύνες που διατάχθηκαν από το δικαστήριο, καθώς και έκθεση τεχνικού συμβουλίου), χωρίς να έχουν αναγνωσθεί, αφού στο αιτιολογικό γίνεται άμεση και ρητή αναφορά στα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα. Επάρκεια αιτιολογίας ως προς την ενοχή των κατηγορουμένων. Απορρίπτει αιτήσεις και πρόσθετους λόγους.




Αριθμός 1888/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίσθηκε με την υπ' αριθ. 42/2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη-Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1)Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου και 2)Χ2 που εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Βασίλειο Δημακόπουλο και Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο, για αναίρεση της 5433α, 5433/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγοντες τους 1)Ψ1 χήρα Θ1, κάτοικο ...., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Δικαίο και 2)Ψ2, κάτοικο ..., που παρέστη αυτοπροσώπως ως δικηγόρος καθώς και με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Ιωάννη Παπαδογιαννάκη και Ελευθέριο Μοίρα.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 20 Σεπτεμβρίου 2008 και 22 Σεπτεμβρίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως, ως και στα από 10 Απριλίου 2009 και 9 Απριλίου 2009 δικόγραφα των προσθέτων λόγων, αντιστοίχως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1722/2008.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές εν μέρει οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Αρείου Πάγου, οι από 20-9-2008 και 22-9-2008, δυο αιτήσεις αναιρέσεως, που ασκήθηκαν από τους κατηγορούμενους, Χ1 και Χ2 και οι επ' αυτών (αναιρέσεων), με χρονολογία 13-4-2009 και 09-04-2009, πρόσθετοι λόγοι, στρεφόμενες κατά της υπ' αριθμό 5433α-5433/2008 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, των οποίων οι λόγοι είναι ταυτόσημοι και πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της συνάφειάς τους, αφού στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης. Από τις διατάξεις των άρθρων 474 παρ. 2, 476 παρ. 2 και 498 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση ασκήσεως του ένδικου μέσου της εφέσεως, πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο. Ειδικώς, όταν πρόκειται για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής αποφάσεως, σύμφωνα με τη διάταξη το άρθρου 486 παρ. 3 ΚΠΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 του Ν. 2408/1996, πρέπει η άσκησή της να αιτιολογείται ειδικώς και εμπεριστατωμένως στη σχετική έκθεση, αλλιώς, απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Από την τελευταία αυτή διάταξη, προκύπτει ότι η κατά τα άνω αξιούμενη αιτιολογία αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους της εφέσεως και απαιτεί στην έκθεση αυτής, να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση (Ολ. ΑΠ 9/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε τυπικά την ασκηθείσα έφεση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, κατά της υπ' αριθ. 17678/8-3-2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία μεταξύ άλλων κατηγορουμένων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, ο αναιρεσείων Χ1 κηρύχθηκε αθώος της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια. Η έφεση αυτή έχει το εξής περιεχόμενο: "Ειδικότερα από τα στοιχεία της δικογραφίας προέκυψε ότι ο δεύτερος των κατηγορουμένων, (Χ1) πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, "διότι δεν εκτιμήθηκαν οι καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και το λοιπό αποδεικτικό υλικό. Συγκεκριμένα, γιατί, από τα στοιχεία της δικογραφίας και ιδίως από τις καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, Ψ1 και Ψ2, από τις καταθέσεις των μαρτύρων ..., ..., ...., ..., Τ1, ...., Ι2, ..., ...., Ι1, ... και ...., προέκυψε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ1 με την ιδιότητα του ορθοπεδικού χειρουργού-διευθυντού της Ορθοπεδικής Κλινικής, της κλινικής "...", σε χειρουργική επέμβαση στην οποία αυτός προέβη την 10-1-2002 εις την ανωτέρω κλινική στον παθόντα Θ1 και η οποία αφορούσε την τοποθέτηση σπονδυλοδεσίας, μεταξύ του 1ου και του 3ου σπονδύλου της αυχενικής μοίρας και τοποθετήσεως τριών μεταλλικών τεχνητών μελών στηρίξεως του αυχένα, όταν ο Θ1 προσεβλήθη από ενδονοσοκομειακή μετεγχειρητική λοίμωξη σταφυλόκοκκου, που είχε ως αποτέλεσμα αυτός να παρουσιάζει υψηλό πυρετό 39,3 C, και να εμφανίζει συγχυτικά φαινόμενα, δεν αξιολόγησε τα αποτελέσματα των ιατρικών εξετάσεων, την κλινική εικόνα του ασθενούς και τη διαφυγή του εγκεφαλονωτιαίου υγρού, (ΕΝΥ), δεν αντιμετώπισε τη λοίμωξη που εμφανίστηκε από τον σταφυλόκοκκο στις μήνιγγες, δεν πραγματοποίησε περαιτέρω ιατρικές εξετάσεις, παρακεντήσεις, εξετάσεις εγκεφαλονωτιαίου υγρού και καλλιέργειες, δια να διαπιστωθεί η αιτία των φαινομένων αυτών και αντί αυτών, συναίνεσε να χορηγηθεί στον εν λόγω ασθενή εξιτήριο δίνοντάς του φαρμακευτική αγωγή από το στόμα, η οποία ήταν μη ενδεδειγμένη και έτσι να επιδεινωθεί η κατάσταση της υγείας του. Από την ανωτέρω αμέλεια των κατηγορουμένων, προκλήθηκε στον παθόντα ο θάνατος από μηνιγγίτιδα, καρδιοαναπνευστική ανακοπή και εκτεταμένο αιμάτωμα του εγκεφάλου και κατόπιν αυτών, έπρεπε αυτός να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια που του αποδόθηκε". Με βάση το περιεχόμενο αυτό η έφεση, περιέχει κατά τα εκτεθέντα την αξιούμενη από το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ' αυτήν οι συγκεκριμένες νομικές και πραγματικές πλημμέλειες της εκκαλούμενης αποφάσεως. Ειδικότερα, παρατίθενται σ' αυτήν τα αποδειχθέντα, κατά την κρίση του εκκαλούντος Εισαγγελέα, πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία, κατά τη νομική αξιολόγησή τους από αυτόν, έπρεπε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο να κηρύξει τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα Χ1 ένοχο της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, που του αποδόθηκε. Συγκεκριμένα, εκτίθενται στην έκθεση της εφέσεως οι πλημμέλειες της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, σε σχέση με την απαλλακτική διάταξή της, καθώς και τα αποδεικτικά εκείνα στοιχεία, τα οποία κατά την άποψη του ασκήσαντος την έφεση Εισαγγελέα Εφετών, συνηγορούσαν για την παραδοχή της, αξιολογώντας προς τούτο το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, ενώπιον του δικαστηρίου εκείνου, καθώς επίσης, και την αμελή συμπεριφορά του συγκεκριμένου κατηγορουμένου.
Συνεπώς, ο κατ' εκτίμηση, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠΔ, προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για υπέρβαση εξουσίας, αναφορικώς με την απόρριψη του ισχυρισμού του ως άνω κατηγορουμένου, ότι είναι απαράδεκτη η ασκηθείσα από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών έφεση, κατά της πρωτόδικης αθωωτικής αποφάσεως, είναι αβάσιμος και, ως τέτοιος, πρέπει να απορριφθεί. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 1 και 369 του Κ.Π.Δ, προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε ως αποδεικτικό μέσο κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως, γιατί έτσι παραβιάζεται η άσκηση του, κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις σχετικά με το αποδεικτικό τούτο μέσο. Τέτοια, όμως, ακυρότητα δεν επέρχεται αν το έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία ή αναφέρεται στο αιτιολογικό της απόφαση απλώς ιστορικά, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, ως προς τη συνδρομή των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, καθώς και αν το έγγραφο αυτό συνιστά στοιχείο του κατηγορητηρίου. Εξάλλου, η, κατά το άρθρο 178 του Κ.Π.Δ, απαρίθμηση των αποδεικτικών μέσων κατά την ποινική διαδικασία, είναι ενδεικτική και αφορά τα κυριότερα από αυτά, χωρίς να αποκλείει άλλα. Ειδικά, η πραγματογνωμοσύνη η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 του Κ.Π.Δ, με τη συνδρομή ορισμένων προϋποθέσεων, από ανακριτικό υπάλληλο, το Δικαστικό Συμβούλιο ή το Δικαστήριο, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, το οποίο μάλιστα μνημονεύεται και στην αναφερόμενη διάταξη του άρθρου 178 του Κ.Π.Δ, πρέπει δε, για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι έλαβε και αυτήν υπόψη του το Δικαστήριο, να αναφέρεται ειδικά στην αιτιολογία, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν προκύπτει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της αναφοράς στα έγγραφα και ιδρύεται ο αναφερόμενος λόγος αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα του φακέλου της δικογραφίας τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του και να στηρίξει την ενοχή των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων, ότι τέλεσαν το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (άρθρα 28, 302 του Π.Κ), έλαβε υπόψη του ευθέως και αμέσως, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων και τις δυο εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, που διενήργησαν, μετά από σχετική απόφαση με αριθμό 8861/2006 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, οι ιατροί Ι3 και Ι4 (σελίδα 115 της απόφασης). Πράγματι, από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των πραγματογνωμόνων ιατρών, Ι3 και Ι4 και οι οποίες αναμφισβήτητα αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, (άρθρο 178 Κ.Π.Δ), δεν περιέχονται στον κατάλογο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν. Όμως, από το αιτιολογικό και το διατακτικό της ίδιας απόφασης, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, διαπιστώνεται αναμφισβήτητα ότι το περιεχόμενο των εκθέσεων αυτών, προέκυψε από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που έλαβε υπόψη και εκτίμησε το ως άνω Δικαστήριο, προκειμένου να στηρίξει την κρίση του περί της ενοχής των αναιρεσειόντων. Ειδικότερα, το περιεχόμενο των εκθέσεων αυτών, προκύπτει από τα ακόλουθα στοιχεία: α) από τις καταθέσεις των ιδίων των πραγματογνωμόνων, Ι3 και Ι4, που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά τη συνεδρίαση της 13ης και 28ης Μαϊου 2008 αντίστοιχα. Πράγματι, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι οι ως άνω πραγματογνώμονες, αναφέρθηκαν στις οικείες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, που αυτοί διενήργησαν σε εκτέλεση της υπ' αριθμό 8861/2006 παρεμπίπτουσας αποφάσεως του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Ακόμη, προκύπτει ότι οι ίδιοι αναφέρονται στις διαπιστώσεις και στα συμπεράσματα που ο καθένας απ' αυτούς κατέληξε, και αξιολόγησαν στη συνέχεια τα διάφορα ευρήματα και απάντησαν στα αντίστοιχα ερωτήματα των παραγόντων της δίκης εκείνης, ώστε πλέον να μην καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία, περί του ότι το περιεχόμενο των εκθέσεων αυτών, κατέστη γνωστό από τους ως άνω μάρτυρες, προς όλους τους παράγοντες της δίκης και λήφθηκε υπόψη και αξιολογήθηκε από το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, β) το ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, κάνει ρητή μνεία και αναφορά (σελίδες 128, 129 των πρακτικών), στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι3, όταν αναφέρεται το μεν ότι κατά την οικεία έκθεση που συνέταξε αυτός, ο θάνατος του παθόντος Θ1, προήλθε από έντονο οίδημα του υπερσκηνίδιου εγκεφάλου συνεπεία εκτεταμένης εγκεφαλικής βλάβης, το δε ότι η συγκεκριμένη έκθεση πραγματογνωμοσύνης " βρίθει ατελειών και ασαφειών", προσέτι δε (σελίδα 130 των πρακτικών), γίνεται σχετική αναφορά περί του ότι "η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι3, δεν είναι δυνατό να αποτελέσει ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο για τη συναγωγή συμπερασμάτων, υπέρ της απόψεως που αυτός εκφράζει", γεγονός που αναμφισβήτητα υποδηλοί, ότι λήφθηκε υπόψη κατά την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και η συγκεκριμένη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, γ) από την έκθεση του τεχνικού συμβούλου Σ1, που συνέταξε για λογαριασμό του κατηγορουμένου Χ2 ο οποίος εξετάσθηκε ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και η οποία αναγνώσθηκε, και με την οποία αντικρούεται το περιεχόμενο των εκθέσεων που συνέταξαν οι ως άνω διορισθέντες πραγματογνώμονες Ι3 και Ι4, και δ) από τις εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων Τ1 και ...., που διορίσθηκαν με επιμέλεια των πολιτικώς εναγόντων, με τις οποίες αντικρούεται το περιεχόμενο της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης του Ι3, και οι οποίοι και αυτοί εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Σημειώνεται, επίσης ότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, η έκθεση του τεχνικού συμβούλου Τ2, ναι μεν δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των εγγράφων που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, όμως και αυτή λήφθηκε υπόψη και αξιολογήθηκε το περιεχόμενό της από το δικαστήριο. Πράγματι, μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθηκαν, περιλαμβάνεται και η υπ' αριθμό 8861/2006 παρεμπίπτουσα απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, στην οποία (σελίδα 62) αυτής, γίνεται ρητή μνεία και αναφορά της πιο πάνω εκθέσεως του τεχνικού συμβούλου, Τ2 ότι αναγνώσθηκε.
Συνεπώς, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενος περί απολύτου ακυρότητας, υπό στοιχείο (α) δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ1 και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως του ιδίου, καθώς και ο αντίστοιχος δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, που άσκησε ο αναιρεσείων Χ2 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του Κ.Π.Δ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του, σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου εγγράφων, που δεν είναι βεβαία η ανάγνωσή τους, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από την οποίας ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ.Π.Δ, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας, να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Το περιεχόμενο του εγγράφου, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται στα πρακτικά της απόφασης, όπως δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ο συντάκτης του εγγράφου και η χρονολογία του. Είναι όμως, αναγκαίο να αναφέρονται τα στοιχεία από τα οποία προσδιορίζεται με επάρκεια η ταυτότητά του, έτσι ώστε να μη καταλείπεται αμφιβολία, για το ποιό έγγραφο της δικογραφίας αναγνώσθηκε. Τα στοιχεία δε αυτά, δεν συμπίπτουν βέβαια με τα στοιχεία του πλήρους τίτλου του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δηλαδή της ταυτότητας του εγγράφου, είναι αναγκαίος μόνο για τη δημιουργία βεβαιότητας, ότι το έγγραφο αυτό και όχι κάποιο άλλο αναγνώσθηκε στη συγκεκριμένη δίκη και έτσι δόθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο, να εκθέσει (κατά το άρθρο 358 του Κ.Π.Δ) τις απόψεις του και να κάνει τις παρατηρήσεις του, σε σχέση με το περιεχόμενο του εγγράφου. Ο προσδιορισμός δε αυτός είναι ανεξάρτητος από την πληρότητα ή μη του τίτλου του που ενδεχομένως περιλαμβάνει και το συντάκτη ή τη χρονολογία του. Διαφορετικά, αν δηλαδή η ταυτότητα του εγγράφου δεν προσδιορίζεται με επάρκεια, υπάρχει η ίδια απόλυτη ακυρότητα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, στήριξε την κρίση του για την ενοχή του κατηγορουμένου, Χ1 μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων και στα αναγνωσθέντα έγγραφα που προσκομίσθηκαν, μεταξύ των οποίων και στα με α. α 3, 7, 12, 13, 21 και 84 έγγραφα του καταλόγου των αναγνωστέων εγγράφων, τα οποία και αναγνώσθηκαν, γεγονός το οποίο δέχεται και ο αναιρεσείων. Ειδικότερα: α) στην MRI εγκεφάλου της κλινικής ..., β) στην πρόσκληση και πιστοποίηση επίσκεψης ιατρού γ) στις καλλιέργειες σε επιδερμικό σταφυλόκοκκο, δ) σε έντεκα φωτογραφίες, ε) στην διαφορετική διάγνωση μεταξύ άσηπτης και βακτηριακής μηνιγγίτιδας και στ) στην ΜRΙ εγκεφάλου. Από τα πρακτικά, όμως, τη δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων, προκύπτει αναμφισβήτητα όχι μόνο από τα ίδια αυτά τα έγγραφα, τα οποία όπως προαναφέρθηκε αναγνώσθηκαν, αλλά και από το σύνολο των παραδοχών της αποφάσεως, δεν ήταν δε αναγκαίο να προσδιορίζονται οποιαδήποτε άλλα στοιχεία αυτών, όπως η χρονολογία εκδόσεως, ή ο εκδότης αυτών ή το ονοματεπώνυμο του ιατρού που επισκέφθηκε τον ασθενή, ή εκείνου που διενήργησε τις αντίστοιχες μικροβιολογικές εξετάσεις, ή η χρονολογία λήψεως των φωτογραφιών και ακόμη τα στοιχεία ταυτότητας του ιατρικού προσωπικού που διενήργησε οποιαδήποτε σειρά ιατρικών πράξεων ή άλλων εργαστηριακών εξετάσεων. ’λλωστε, δεν αμφισβητείται από τον ως άνω αναιρεσείοντα το γεγονός, ότι όλα τα παραπάνω έγγραφα αναγνώσθηκαν και ως εκ τούτου, ο κατηγορούμενος αυτός, αλλά και ο συνήγορός του γνώριζαν το περιεχόμενό τους, και είχε πλέον τη δυνατότητα προσωπικά ο ίδιος ή με τον πληρεξούσιο συνήγορό του, να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό τους.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από τον αναιρεσείοντα Χ1 από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, υπό στοιχείο (β) σχετικός δεύτερος λόγος του κυρίου δικογράφου αναιρέσεως, περί απολύτου ακυρότητας της διαδικασίας, και με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, προς στήριξη της κρίσεώς του για την ενοχή του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία ναι μεν αναγνώσθηκαν, χωρίς όμως, να προσδιορίζεται η ταυτότητά τους, με αποτέλεσμα να στερηθεί αυτός της δυνατότητας να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις, αναφορικά με το περιεχόμενό τους, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του Κ.Π.Δ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί η απόλυτη ακυρότητα, που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ), όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων του, που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, που άσκησε ο αναιρεσείων Χ1 πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, που εξέδωσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, γιατί, μετά την εξέταση της μάρτυρος κατηγορίας Ψ1 χήρας Θ1, δεν δόθηκε ο λόγος στον κατηγορούμενο προκειμένου να προβεί σε δηλώσεις, εξηγήσεις και παρατηρήσεις. Στην προκείμενη όμως, περίπτωση από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι " η Πρόεδρος ρώτησε τον εισαγγελέα και τους διαδίκους, εάν χρειάζονται καμία συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και όταν απάντησαν αρνητικά, η Πρόεδρος κήρυξε τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας".
Συνεπώς, ο περί απολύτου ακυρότητας προβαλλόμενος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α του Κ.Π.Δ, δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, υπό στοιχείο (γ), με τον οποίο πλήττεται η απόφαση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 302 παρ. 1 του Π.Κ., όποιος επιφέρει από αμέλεια το θάνατο άλλου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και κατά τη διάταξη του άρθρου 28 του Π.Κ., ''από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλλει, είτε δεν πρόβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα, που προκάλεσε η πράξη του, είτε το πρόβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν''. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, απαιτείται η διαπίστωση, αφενός μεν ότι ο δράστης δεν κατέβαλε την απαιτούμενη κατά αντικειμενική κρίση προσοχή, την οποία οφείλει να καταβάλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος, κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές, την κοινή πείρα, τη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων και αφετέρου, ότι είχε τη δυνατότητα να προβλέψει και αποφύγει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη. Η παράλειψη ως έννοια, ενυπάρχει σε κάθε είδος αμέλειας, εφόσον το ένα σκέλος της ευθύνης συνίσταται, στην μη καταβολή της προσοχής, δηλαδή σε παράλειψη. 'Όταν όμως η αμέλεια δεν συνίσταται σε ορισμένη παράλειψη, αλλά σε σύνολο συμπεριφοράς που προηγήθηκε του αποτελέσματος, τότε για τη θεμελίωση της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται η συνδρομή και των όρων του άρθρου 15 του Π.Κ.. Κατά τη διάταξη αυτή, όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης, απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης, είχε ιδιαίτερη (δηλαδή ειδική και όχι γενική) νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση (προς ενέργεια τείνουσα στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος), μπορεί να πηγάζει από ρητή διάταξη νόμου ή από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου ή από σύμβαση ή από ορισμένη προηγούμενη συμπεριφορά του, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος. Ενόψει αυτών, υπάρχει ποινική ευθύνη του ιατρού για ανθρωποκτονία από αμέλεια στις περιπτώσεις εκείνες, κατά τις οποίες το αποτέλεσμα αυτό οφείλεται σε παράβαση από τον ιατρό των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της επιστήμης, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση και η ενέργειά του αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικώς επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας. Όταν το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια είναι απότοκο συνδρομής αμέλειας πολλών προσώπων, το καθένα από αυτά κρίνεται και ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων κατά το λόγο της αμέλειας που επιδείχθηκε από αυτό και εφόσον πάντως το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτή.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ., όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του ν. 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικά δε επί εγκλήματος εξ' αμελείας που συνίσταται σε παράλειψη, πρέπει να προσδιορίζεται στην αιτιολογία της απόφασης και από πού πηγάζει η ιδιαίτερη υποχρέωση του υπαίτιου προς ενέργεια (αποτρεπτική του αποτελέσματος) και αν πρόκειται για επιτακτικό κανόνα δικαίου και ο κανόνας αυτός. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο, τις ανωμοτί καταθέσεις των πολιτικώς εναγόντων, τις δυο εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης που διενήργησαν μετά από σχετική απόφαση (αριθμός 8861/2006) του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, οι ιατροί Ι3 και Ι4, τις εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και εκείνων του παρόντος δικαστηρίου, που ανέβαλαν την εκδίκαση της υπόθεσης, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, τις απολογίες των κατηγορουμένων και όλη γενικά την αποδεικτική διαδικασία, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα εξής: "Το κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ) είναι δυνατό να προσβληθεί από ευρύ φάσμα λοιμωδών παραγόντων όπως βακτηρίδια, ιοί, μύκητες και παράσιτα. Οι λοιμώξεις αυτές μπορεί να προσβάλουν το νευρικό ιστό, τις μήνιγγες και τους από αυτές αφοριζόμενους χώρους, (επισκληρίδιο και υποσκληρίδιο), το εγκεφαλονωτιαίο υγρό (Ε.Ν.Υ.) και τα περιβάλλοντα οστά και τους μαλακούς ιστούς. Η πρόγνωση του ασθενούς με λοίμωξη του ΚΝΣ εξαρτάται από το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της εγκατάστασης της λοίμωξης και εφαρμογής της ενδεικνυόμενης θεραπείας, ενώ, η ταχύτητα με την οποία θα τεθεί η διάγνωση και εφαρμοστεί η κατάλληλη αντιβιοτική ή χειρουργική θεραπεία είναι βασικά στοιχεία για την επιτυχή έκβαση του ασθενούς. Οι πολύωρες νευροχειρουργικές επεμβάσεις, οι οποίες θεωρούνται "καθαρές επεμβάσεις", απαιτούν χημειοπροφύλαξη για την πιθανότητα ανάπτυξης μετεγχειρητικής λοίμωξης, της οποίας, (λοίμωξης) η εμφάνιση αυξάνεται στην περίπτωση τοποθέτησης, κατά την διάρκεια της επέμβασης, μοσχευμάτων στις μήνιγγες ή εμφύτευσης υλικών σπονδυλοδεσίας αφού τα μικρόβια αρέσκονται να προσκολλώνται στα ξένα αυτά σώματα. Η εκροή, επίσης, εγκεφαλονωτιαίου υγρού μετά την επέμβαση, είναι, ένας ανεξάρτητος παράγοντας για την ανάπτυξη λοίμωξης αφού υπάρχει μία εν δυνάμει θύρα εισόδου μικροβίων προς τον υποσκληρίδιο χώρο και το ΕΝΥ. Η τέχνη του χειρούργου, η περιεγχειρητική φροντίδα, και, η ετοιμότητα των ιατρών και του νοσηλευτικού προσωπικού παραμένουν σημαντικοί παράγοντες για την πρόληψη, την έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση των επιπλοκών αυτών. Η μηνιγγίτιδα, (μήνιγγες είναι τρεις λεπτές μεμβράνες που καλύπτουν και προστατεύουν τον ευαίσθητο νευρικό ιστό), είναι η φλεγμονή των μηνίγγων και του υγρού (εγκεφαλονωτιαίου) που περιβάλει τον εγκέφαλο και το νωτιαίο μυελό και είναι συχνή επιπλοκή των νευροχειρουργικών επεμβάσεων. Οι κλινικές εκδηλώσεις, ενδεικτικές της ύπαρξης της, είναι, α) υψηλός πυρετός, β) ισχυρή κεφαλαλγία, γ) έμετοι, δ) επιληπτικές κρίσεις, ε) διαταραγμένο επίπεδο συνείδησης ή κώμα ενώ υπάρχουν, συνήθως, και σημεία μηνιγγικού ερεθισμού, όπως αυχενική δυσκαμψία, αδυναμία έκτασης της κνήμης σε κάμψη του μηρού προς την κοιλιά κατά την κάμψη της κεφαλής προς τα πρόσω, κάμψη της κνήμης προς το μηρό και του μηρού προς την κοιλιά. Η έναρξη της νοσοκομειακής μηνιγγίτιδας, είναι, κατά κανόνα σταδιακή και ο πυρετός, που αποτελεί βασικό σύμπτωμα δεν μπορεί πάντα να εκτιμηθεί τα δύο πρώτα 24ώρα διότι συγχέεται με τον μετεγχειρητικό πυρετό. Εάν, όμως, επιμένει ή εμφανίζεται μετά το 2 ή 3ο 24ωρο από την επέμβαση, τότε, εγείρεται η υπόνοια της μηνιγγίτιδας. Η διάγνωση της (μηνιγγίτιδας) βασίζεται, κυρίως, στον έλεγχο του εγκεφαλονωτιαίου υγρού (ΕΝΥ), το οποίο λαμβάνεται με οσφυονωτιαία παρακέντηση (ΟΝΠ) πριν από την χορήγηση αντιβιοτικών, αφού, στην αντίθετη περίπτωση δηλαδή μετά την λήψη αντιβιοτικών, η καλλιέργεια καλύπτεται από τα αντιβιοτικά. Τα ευρήματα της γενικής εξέτασης του που οδηγούν στην διαπίστωση μηνιγγίτιδας είναι: 1) αύξηση του αριθμού λευκοκυττάρων >500-1000 κύτταρα /mm3 με υπερίσχυση των πολυμορφοπύρηνων (>90%) 2) αύξηση της συγκέντρωσης της πρωτεΐνης πέραν των 100 mg/100mΙ 3), μείωση της συγκέντρωσης της γλυκόζης κάτω από 40mg/100 ml 4) αύξηση πίεσης ΕΝΥ πάνω από 180 mmH2O, ενώ, το γαλακτικό οξύ συνήθως στη μικροβιακή μηνιγγίτιδα είναι περισσότερο από 10 mmol/L. Βέβαια, οι βιοχημικές εξετάσεις, όπως η αύξηση του λευκώματος ή υπογλυκορραχία, καθώς, και η αύξηση των κυττάρων στο ΕΝΥ, αν και είναι ενδεικτικά της λοιμώξεως του ΚΝΣ δεν μπορούν, απολύτως, να εκτιμηθούν, διότι, αποτελούν ευρήματα τα οποία δυνατόν να οφείλονται στην νευροχειρουργική επέμβαση που έχει προηγηθεί, ενώ, οι απεικονιστικές εξετάσεις, δηλαδή, αξονική τομογραφία και κυρίως η MRI συνιστώνται επί υπόνοιας μηνιγγίτιδας μετεγχειρητικής υφής. Σε κάθε, όμως, περίπτωση η διάγνωση στηρίζεται στα ευρήματα της ΟΝΠ που πρέπει να διενεργείται σε κάθε μετεγχειρητικό ασθενή, με πυρετό αγνώστου αιτιολογίας, αφού τα συμπτώματα, μπορεί, εσφαλμένα να αποδοθούν στην επέμβαση ή την υποκείμενη νόσο του ΚΝΣ (βλ Ι2 Μετεγχειρητική Φροντίδα και Επιπλοκές - Λοιμώξεις και Αντιμικροβιακή χημειοθεραπεία της ... από την Ρ1). Η έλλειψη έγκαιρης διάγνωσης και η καθυστέρηση στην έναρξη θεραπευτικής (αντιβιοτικής) αγωγής (ακόμη και επί υποψίας λοίμωξης) είναι δυνατό να έχει δυσάρεστες επιπτώσεις για τον ασθενή. Για τον λόγο αυτό στην αρχή η θεραπεία της μηνιγγίτιδας και μέχρι να απομονωθεί το παθογόνο αίτιο και επιλεγεί το κατάλληλο αντιβιοτικό, είναι εμπειρική και γίνεται με την χρήση αντιβιοτικών που διαθέτουν το κατάλληλο αντιμικροβιακό φάσμα και διέρχονται τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό. Η επιλογή του αντιβιοτικού βασίζεται στο αντιμικροβιακό φάσμα και στην δυνατότητα συγκεντρώσεώς του στο ΕΝΥ αλλά δεδομένου ότι η πλειονότητα των λοιμώξεων του ΚΝΣ παρουσία ξένου σώματος οφείλεται σε στελέχη σταφυλόκοκκου, ενδείκνυται, η χορήγηση βανκομηκίνης, ενδοφλεβίως, τουλάχιστον, μέχρι να δοθεί τα αντιβιόγραμμα. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο νευροχειρούργος ή ορθοπεδικός μετά από κάθε σχετική επέμβαση στον εγκεφαλικό χώρο, θα πρέπει, σε περίπτωση ύπαρξης, ανεξακρίβωτης αιτίας, υψηλού πυρετού, να υποβάλει τον ασθενή σε οσφυονωτιαία παρακέντηση, για την λήψη ΕΝΥ, η εξέταση του οποίου, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα στοιχεία (MRI, HEG) είναι δυνατό να τον οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα για την διαπίστωση λοίμωξης των μηνίγγων και αρχίσει την Θεραπεία, στην αρχή εμπειρικά, με την χορήγηση αντιβιοτικών ενδοφλεβίως που έχουν, όμως, δυνατότητα συγκεντρώσεώς των στο ΕΝΥ, και στην συνέχεια με το κατάλληλο αντιβιοτικό ή χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση του μολυσμένου ξένου σώματος στην περίπτωση ύπαρξης του τελευταίου. Το κυριότερο πρόβλημα κάθε εμφυτεύματος, (ξένου σώματος), είναι η προσκόλληση ορισμένων παθογόνων μικροοργανισμών στις επιφάνειες των υλικών που γίνεται με την δημιουργία ενός βλεννώδους περιβλήματος (εξωκυτταρικός γλυκόκαλυκας). Σε περίπτωση τοπικής λοίμωξης τα υλικά αυτά ενοφθαλμίζονται από τους παθογόνους αυτούς μικροοργανισμούς καθιστώντας απρόσβλητα στους αμυντικούς μηχανισμούς του οργανισμού και ανθεκτικά στην αντιμικροβιακή δράση των αντιβιοτικών και είναι αναγκαία η αφαίρεση ή αντικατάστασή των το συντομότερο δυνατό γιατί είναι αδύνατο να αποστειρωθούν in vivo (Ορθοπεδικές λοιμώξεις - αντιμικροβιακή θεραπεία υπό Αμύντα Βαρβαρούση). Όσον αφορά τα στελέχη s.epidermidis και λιγότερο τα στελέχη του χρυσίζοντα σταφυλόκοκκου (s.aureus) μετά από ώρες έως ημέρες από την επαφή τους με το ξένο σώμα αρχίζουν να παράγουν μια εξωκυττάρια βλεννοπολυσακχαριδική ουσία που αποκαλείται slime η οποία μαζί με τους σταφυλόκοκκους σχηματίζει ένα προστατευτικό γλυκοκάλυμα για τις αποικίες του μικροοργανισμού. Εντός αυτού οι σταφυλόκοκκοι πολλαπλασιάζονται βραδέως ώστε οι β-λακτάμες που απαιτούν ταχέως πολλαπλασιαζόμενους μικροοργανισμούς να μη είναι δραστικές, ενώ, συγχρόνως καθίσταται προβληματική η διείσδυση πολλών αντιβιοτικών, τα οποία τελικά μετατρέπονται από βακτηριοκτόνα σε βακτηριοστατικά. Ενόψει της ανωτέρω συμπεριφοράς και εξέλιξης του συγκεκριμένου στελέχους σταφυλόκοκκου εξυπακούεται, ότι, οποιαδήποτε θεραπευτική προσπάθεια είναι καταδικασμένη να αποτύχει εάν δεν αφαιρεθεί συγχρόνως το μολυσμένο ξένο σώμα έστω και αν το απομονωθέν στέλεχος σταφυλόκοκκου είναι εξαιρετικά ευαίσθητο στο χορηγούμενο αντιβιοτικό. Τέλος, οι επιπλοκές της μηνιγγίτιδας μπορεί να είναι άμεσες και σε αυτές περιλαμβάνονται η ανάπτυξη υδροκεφάλου, το εγκεφαλικό απόστημα και ο εμπύημα (Λοιμώξεις στην Νευροχειρουργική υπό Διον. Βώρου). Τον Δεκέμβριο του 2001 διαπιστώθηκε ότι ο Θ1, σύζυγος της πρώτης και αδελφός του δεύτερου των πολιτικώς εναγόντων, έπασχε από νευρίνωμα, (καλοήθης όγκος), ανωτέρου αυχενικού σπονδύλου και έχρηζε άμεσης χειρουργικής επέμβασης για την αφαίρεσή του. Στην αρχή επισκέφθηκε τον δεύτερο των κατηγορουμένων, Χ1 ορθοπεδικό, ο οποίος λόγω ακριβώς της υφής του προβλήματος τον παρέπεμψε στον πρώτο, Χ2 νευροχειρουργό, αφού κατ' αρχάς η αντιμετώπιση του νευρινώματος απαιτούσε επέμβαση από ιατρό της ειδικότητας αυτού. Έτσι, μετά από επίσκεψη στο ιατρείο του αποφασίστηκε η επέμβαση στο σημείο αυτό του εγκεφάλου για την αφαίρεση του νευρινώματος και την τοποθέτηση τεχνητού μοσχεύματος που θα κάλυπτε το κενό σημείο που θα άφηνε η αφαίρεση του όγκου. Παράλληλα, κρίθηκε ότι μετά την άνω επέμβαση έπρεπε να γίνει και σπονδυλοδεσία για την στήριξη του αυχένα την οποία ανέλαβε να ενεργήσει ο δεύτερος αυτών. Οι επεμβάσεις θα γίνονταν στο ιδιωτικό θεραπευτήριο "...." στο οποίο χειρουργούσαν και οι δύο ιατροί οι οποίοι είναι, ο μεν πρώτος, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της ... στην έδρα της νευροχειρουργικής, και, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο ... στην έδρα της ορθοπεδικής ο δεύτερος. Την 9-1-02 ο ασθενής εισήλθε στο νοσοκομείο ... και την επομένη υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση εξαίρεσης του νευρινώματος της δεξιάς ρίζας του δεύτερου αυχενικού νεύρου διά πεταλεκτομής του δεξιού τόξου των πρώτου και δεύτερου αυχενικών σπονδύλων και της ανάντους απόφυσης του τρίτου αυχενικού σπονδύλου. Μετά την αφαίρεση των νευροϊνωματωδών μαζών παρέμεινε ανοικτό τμήμα της σκληράς μήνιγγος το οποίο καλύφθηκε με τεχνητή μήνιγγα και λίπος. Πεταλεκτομές, επιπλέον έγιναν στα επίπεδα του τρίτου και τέταρτο αυχενικών σπονδύλων με πλήρη αποσυμπίεση του νωτιαίου σάκκου και στην συνέχει ινιοαυχενική σπονδυλοδεσία για στήριξη του αυχένος μετά τις πεταλεκτομές. Η όλη χειρουργική επέμβαση που διήρκεσε περί τις 10 ώρες και διενεργήθηκε, η μεν εξαίρεση του νευρινώματος και τοποθέτηση της τεχνητής μήνιγγας (patch) από τον πρώτο κατηγορούμενο, νευροχειρούργο Χ2 η δε σπονδυλοδεσία τον ορθοπεδικό χειρούργο Χ1 δεύτερο των κατηγορουμένων. Η μετεγχειρητική του πορεία εξελίχθηκε ομαλά και ο ασθενής την 12-1-02 κινητοποιήθηκε με την παρουσία ορθοπεδικού, ενώ, ο πυρετός που εμφάνισε τις δύο πρώτες ημέρες αποδόθηκε ακριβώς στην επέμβαση που είχε προηγηθεί αφού την 13-1-02 ήταν απύρετος. Σε σχετική σημείωση την τελευταία αυτή ημέρα (13-1-02) του δεύτερου των κατηγορουμένων παρατηρείται ότι 1) νευρολογικώς έχει καλώς 2) ότι υπάρχει διαφυγή Ε.Ν.Υ. από την μεσότητα του τραύματος και 3) ήταν απύρετος και κινητοποιείται φορώντας αυχενικό κηδεμόνα. Την 14-1-02 και ώρα περίπου 6.00 πρωινή, δηλαδή 4 ημέρες μετά την επέμβαση, και ενώ έχει προηγηθεί ένα 24ωρο σχεδόν πλήρους απυρεξίας, (θερμοκρασία μέχρι 37ο C), εμφανίζει υψηλό πυρετό της τάξεως του 39ο C ο οποίος συνεχίζεται σε όλη την διάρκεια της επόμενης ημέρας, 15-1-02. Οι παθολόγοι-ιατροί ...και ..., οι οποίοι τον επισκέπτονται δίνουν εντολή για γενικές εξετάσεις (αίματος και ούρων) για τον εντοπισμό της λοιμώξεως και σε περίπτωση πυρετού πάνω από 38ο C αντιπυρετικό φάρμακο (Apotel σε N/S 100cc). Την επόμενη, 16-1-02, όπως, σημειώνεται από τις νοσηλεύτριες στην αναφορά ενεργειών νοσηλείας του νοσοκομείου .... εντέλλεται από τον νευροχειρουργό Β2, επιμελητή της κλινικής που προΐστατο ο πρώτος των κατηγορουμένων, η διενέργεια γενικής εξέτασης και καλλιέργειας ΕΝΥ ενώ επί υπερπυρεξίας, χορήγηση στον ασθενή αντιπυρετικών, (εναλλάξ μία αμπούλας Apotel kai egicalm). Τα αποτελέσματα της εξέτασης του ΕΝΥ αναγράφονται την ίδια ημέρα στο φάκελο "ιατρικές οδηγίες" του ασθενούς από τον παραγγείλαντα και είναι 1800 κύτταρα, κατά 95% πολυμορφοπύρηνα, σάκχαρο 37, λεύκωμα 280 και LDH 616. Μετά την εξέταση αυτή η ιατρική οδηγία είναι διακοπή των αντιβιοτικών rosephin, briklin που μέχρι τότε λάμβανε και έναρξη χορήγησης primaxin των 500 mg και σε περίπτωση μη ύφεσης του πυρετού σε δύο 24 ώρα και βανκομυκίνης (voncon 500mg 1x3). Την 17-1-02 διακόπτεται η χορήγηση των αντιβιοτικών rosephin kai brinklin και αρχίζει η χορήγηση του primaxin των 500 mg (1χ4 ημερησίως) και του (voncon 500mg 1x3) των οποίων η λήψη συνεχίστηκε μέχρι και την 24-1-02 που εξήλθε του νοσοκομείου. Δηλαδή, ο συγκεκριμένος ιατρός όταν είδε τα αποτελέσματα της εξέτασης του ΕΝΥ τα οποία παρέπεμπαν σε παθογόνο κατάσταση και δη λοίμωξη των μηνίγγων τροποποίησε, άρδην, την προληπτική θεραπευτική αντιβιοτική αγωγή που λάμβανε μέχρι τότε ο ασθενής και του χορήγησε βανκομυκίνη, ήτοι, αντιβιοτικό με υψηλή συγκέντρωση στο ΕΝΥ το οποίο συνιστάται σε περιπτώσεις μηνιγγίτιδας (είναι το ίδιο φάρμακο που χρησιμοποιείται και στο ... μετά την οριστικοποίηση της λοίμωξης των μηνίγγων του ασθενούς). Βέβαια, ο πρώτος των κατηγορουμένων υποστηρίζει ότι η χορήγηση της βανκομυκίνης άρχισε την 15-1-02 και όχι την 17-1-02 και δεν συνδεόταν με τα αποτελέσματα της εξέτασης του ΕΝΥ, επικαλείται για την απόδειξη του ισχυρισμού του την κάρτα εκτέλεσης νοσηλείας φαρμάκων, όπου πραγματικά υπάρχει ένδειξη ότι η χορήγηση του συγκεκριμένου σκευάσματος έχει αρχίσει από την 16η ώρα της 15-1-02. Όμως η ένδειξη αυτή δεν είναι δυνατό να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού, προϋπόθεση για την χορήγηση κάθε σκευάσματος είναι η ύπαρξη ιατρικής εντολής, η οποία στην προκειμένη περίπτωση δόθηκε μόλις την 16-1-02, μετά την λήψη των αποτελεσμάτων της εξέτασης του ΕΝΥ και συνδέθηκε με την διακοπή των άλλων αντιβιοτικών. Τα τελευταία σύμφωνα με την καρτέλα εκτέλεσης νοσηλείας φαίνονται την 15 και 16/1 να χορηγούνται μαζί με το voncon 500mg και το primaxin, ήτοι, γεγονός τελείως αντίθετο με την από 16-1-02 οδηγία του ιατρού Β2 με αποτέλεσμα η σχετική εγγραφή να μη είναι δυνατό να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Την 17-1-02, 18-1, 19-1, 20-1, 21-1, 22-1 συνεχίζεται η πυρετική κίνηση του ασθενούς με πυρετό μέχρι 38, 5ο -39οC και χορήγηση αντιπυρετικών, τουλάχιστον όπως προκύπτει από την κάρτα εκτέλεσης νοσηλείας φαρμάκων, μέχρι την 21-1-02. Την 23-1-02 και στην βάρδια 7 πρωινή -3 μεσημβρινή συνεχίζει πυρετική κίνηση και διατάσσεται η διενέργεια ΗΕΓ (ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος) και MRI από τον ιατρό Β2. Στην βάρδια από ώρα 3η μεσημβρινή μέχρι 11η βραδυνή η πυρετική του κίνηση φθάνει μέχρι 37,9ο ενώ τις επόμενες ώρες 11η βραδυνή μέχρι την 7η πρωινή της 24-1-02, φθάνει έως 38ο C. Την ίδια ημέρα και ενώ αυτός είχε τον συγκεκριμένο πυρετό και τα αποτελέσματα του εγκεφαλογραφήματος και της MRI εκκρεμούσαν εξέρχεται του νοσοκομείου μετά από εντολή των θεραπόντων ιατρών, (πρώτου και δεύτερου των κατηγορουμένων), με οδηγίες για επανεξέταση μετά από ένα μήνα. Κατά την έξοδό του τον συνοδεύει ο δεύτερος των κατηγορουμένων ενώ στο εξιτήριο που του χορηγήθηκε και υπογράφεται από ιατρό της κλινικής που προΐσταται ο πρώτος, σημειώνεται ότι εξέρχεται με ύφεση των νευρολογικών συμπτωμάτων καθώς και την πυρετικής κίνησης. Συνίσταται ιατρική παρακολούθηση, συνέχιση αντιβιοτικής αγωγής από το στόμα, ένα μήνα αναρρωτική άδεια και επανεκτίμηση από νευροχειρουργικής και ορθοπεδικής πλευράς. Επανέλεγχος μετά ένα μήνα με MRI-ΑΜΣΣ. Σε συνταγή που του χορηγήθηκε αναγράφονται τα αντιπυρετικά (apotel kai egicalm) και αντιψυχωτικό (risperdan) επί ανησυχίας (σημ δεν αναγράφεται οποιοδήποτε αντιβιοτικό). Το εξιτήριο υπογράφει ο επιμελητής χειρούργος της ομάδας του πρώτου των κατηγορουμένων Β2. Κατά την διάρκεια της νοσηλείας του στο νοσοκομείο ... ο ασθενής εμφάνισε συγχυτικά φαινόμενα τα οποία αναφέρθηκαν στους γιατρούς που τον επισκέφθηκαν, (παθολόγους και τον δεύτερο των κατηγορουμένων δεδομένου ότι ο πρώτος ουδέποτε τον επισκέφθηκε μετά την επέμβαση) και κρίθηκε αναγκαία η επίσκεψη και ιατρού νευρολόγου προκειμένου να εκτιμηθούν και διαπιστωθεί η αιτία της εκδήλωσή των. Επίσης, λόγω της εμμονής του πυρετού και της αδυναμίας εντοπισμού της αιτίας που τον προκαλούσε ο δεύτερος των κατηγορουμένων επικοινώνησε με την ιατρό λοιμωξιολόγο Ρ1 προκειμένου να της ζητήσει την βοήθεια της και την επίσκεψή της στο νοσοκομείο πράγμα όμως που τελικά δεν έγινε αφού αυτή ως καθηγήτρια Πανεπιστημίου και εργαζόμενη στο ... Νοσοκομείο δεν είχε την δυνατότητα να επισκέπτεται ασθενείς που νοσηλεύονταν σε ιδιωτικά νοσοκομεία. Έτσι, την 22-1-02 τον επισκέφθηκε μόνο ο ιατρός νευρολόγος Β1, ο οποίος αφού τον εξήτασε, διαπίστωσε, όπως αναφέρει, στην σχετική, υπό την αυτήν ημερομηνία γνωμάτευσή του, ότι "..ο ασθενής ήταν σε εγρήγορση χωροχρονικά προσανατολισμένος. Αναφέρεται συγχυτικό φαινόμενο με ψευδαισθητώσεις. Από την νευρολογική εξέταση διαπιστώθηκε διαταραχή της θέσης των μελών στο χώρο στα κάτω άκρα και σημείο ROBERG. Από τα λοιπά δεν παρατηρείται παθολογικό εύρημα. Χρήζει ΗΕΓ για αποκλεισμό ερεθιστικής εστίας και επί αγχώδους αγωγή με RISPERDAL. Μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο τα συγχυτικά αυτά φαινόμενα εντάθηκαν και έφθασε σε σημείο να μη αναγνωρίζει τους στενούς συγγενείς του όπως τα παιδιά και την σύζυγό του. Προ αυτής της καταστάσεως η τελευταία επικοινώνησε με τον πρώτο των κατηγορουμένων, ο οποίος μετά την επέμβαση δεν είχε επισκεφθεί ούτε μία φορά τον ασθενή, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες και προσπάθειες προς τούτο των οικείων του, ο οποίος, όμως, χωρίς και αυτή την φορά να ζητήσει να εξετάσει τον ασθενή ή επανέλθει στο ... τους παρέπεμψε για περαιτέρω νοσηλεία στο ... όπου, λόγω της, στο παρελθόν υπηρεσίας του, όπως τους διαβεβαίωσε, είχε καλές σχέσεις και επαφή με τους εκεί υπηρετούντες γιατρούς της οικείας νευροχειρουργικής και νευρολογικής κλινικής και θα μπορούσε να τον βοηθήσει. Πραγματικά, τις βραδυνές ώρες της 27 προς 28-1-02 ο ασθενής, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του και την αδελφή του Ψ1, η οποία ήταν γιατρός, (μικροβιολόγος), εισήλθε στο ... (...) και ειδικότερα στην Νευρολογική κλινική στην οποία προΐστατο η νευρολόγος Δ1. Στο ιστορικό που συνετάγη κατά την είσοδό του αναγράφηκε, ως αιτία εισόδου, συγχυτικά φαινόμενα και ως κλινική εντύπωση συμπτώματα από αρχόμενο υδροκέφαλο αφού κάτι τέτοιο έδειξε η επείγουσα αξονική τομογραφία (c+) που διενεργήθηκε κατά την είσοδό του. Την επομένη, 29-1-02, νέα αξονική τομογραφία (c+) έδειξε ίδια εικόνα ενώ παρουσίασε επιδείνωση που αφορούσε το επίπεδο συνειδήσεως όπως και πυρετό 38.7ο C. Παράλληλα, προσκομίστηκε και η Γενική εξέταση ΕΝΥ η οποία είχε γίνει στο ..., και τα πορίσματα της οποίας με τα κύτταρα 1800 κ.κ.χ. τύπος πολυμορφοπύρηνα σε ποσοστό 90% λεμφοκύτταρα 8% μονοπύρηνα 2% ενώ ο βιοχημικός έλεγχος ότι η γαλακτική αφυδοργονάση υγρών ήταν 616 mU/ml το σάκχαρο υγρών 37,0 mg/dl τα ολικά λευκώματα υγρών 380,0 mg/dl, δηλαδή, στοιχεία που παρέπεμπαν σε μηνιγγίτιδα ενίσχυσαν την αρχική άποψη των ιατρών του ... για μηνιγγίτιδα. Τέθηκε σε αγωγή αφού μετά την ΟΝΠ οι εξετάσεις έδειξαν την ύπαρξη στο ΕΝΥ λευκοκύτταρα 10/κλ, λεύκωμα 20mg, σάκχαρο 33mg/dl LDH: 35mu/ml ενώ από την καλλιέργεια του ΕΝΥ απομονώθηκε σταφυλόκοκκος επιδερμίδης. Νέα ΟΝΠ την 4-2-02 έδειξε τα ίδια στοιχεία με αυξημένο λεύκωμα 264 mg/dl με αποτέλεσμα στην αντιβιοτική αγωγή να προστεθεί βανκομυκίνη και ριφαμπικίνη. Την 7-2-02 συγκαλείται ιατρικό συμβούλιο στο οποίο μετείχαν η Δ1, διευθύντρια της νευρολογικής κλινικής του ..., ο ... (τρίτος κατηγορούμενος), αναπληρωτής διευθυντής νευροχειρουργικής κλινικής του ..., ο Τ1 και Λ1 λοιμωξιολόγοι Ι1 (παιδίατρος) και ο πρώτος κατηγορούμενος Χ2. Στο συμβούλιο αφού εκτέθηκε αναλυτικά η κατάσταση του ασθενούς όπως είχε πριν και μετά την έξοδό του από το Νοσοκομείο ... και αφού κατέληξαν στο ότι είχε προσβληθεί από μηνιγγίτιδα αποφασίστηκε, λόγω και των δυσκολιών που είχε μία δεύτερη επέμβαση, εξαιτίας της σπονδυλοδεσίας πέριξ τα υλικά της οποίας υπήρχε ενδεχόμενο να έχουν μολυνθεί έτσι ώστε να μη είναι δυνατή η αντικατάσταση των, να συνεχιστεί η συντηρητική αγωγή με χορήγηση ενδοφλέβιας αντιβίωσης (voncon kai ριφαμπικίνη, κεφτριαξόνη) για θεραπεία της μηνιγγίτιδας και η τοποθέτηση παροχέτευσης του ΕΝΥ επί της σπονδυλικής στήλης για την αντιμετώπιση του υδροκεφάλου. Τις επόμενες ημέρες ο ασθενής υποβάλλεται σε επανειλημμένες εκκενωτικές ΟΝΠ και εξετάσεις του ΕΝΥ οι οποίες εμφανίζουν μείωση των λευκοκυττάρων τα οποία πολλές φορές είναι μηδενικά. Η πορεία του ασθενούς αρχίζει να είναι ικανοποιητική με βελτίωση του επιπέδου συνείδησης με αποτέλεσμα την πτώση του πυρετού και σχεδόν πλήρη εξάλειψη των στοιχείων φλεγμονής που ΕΝΥ (λευκοκύτταρα 0-35) και στείρες καλλιέργειες με χαμηλές τιμές σακχάρου του ΕΝΥ. Μετά όμως από 25 ημέρες με αντιβιοτική αγωγή, την 24-2-02, εμφανίζει πτώση του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων και εξάνθημα, (λευκοπενία), με αποτέλεσμα την διακοπή της αντιβιοτικής αγωγής. Νέα καλλιέργεια του ΕΝΥ, την 4-3-02, δείχνει σταφυλόκοκκο επιδερμίδη, λευκοκύτταρα 1500/μλ με πολυμορφοπύρηνα 95% σάκχαρο 24 mgdl kai, στοιχεία, δηλαδή που παρέπεμπαν σε μηνιγγίτιδα. Επίσης η MPI του εγκεφάλου την 4-3-02 έδειξε υδροκέφαλο με αύξηση του οιδήματος και καθώς και συλλογή στους πολυσχιδείς μυς με πρόσληψη cd. Νέο ιατρικό συμβούλιο την 5-3-02 στο οποίο μετέχουν από την νευροχειρουργική κλινική του ... ο νευροχειρούργος ..., (τέταρτος των κατηγορουμένων), ο λοιμωξιολόγος Λ1, ο ορθοπεδικός Χ1 (β των κατηγορουμένων) και η νευρολόγος Δ1 ενώ απουσίαζε παρά το γεγονός ότι κλήθηκε ο πρώτος Χ2. Στο συμβούλιο αποφασίστηκε η χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση της τεχνητής μήνιγγας η οποία θεωρήθηκε επιμολυσμένη και αίτιο της υποτροπής της λοίμωξης καθώς και η τοποθέτηση προσωρινής εξωτερικής βαλβίδας παροχετεύσεως του ΕΝΥ για την αντιμετώπιση του υδροκεφάλου. Την 11-3-01 ο ασθενής διακομίζεται από την νευρολογική κλινική στην νευροχειρουργική του ... με σκοπό, όπως γράφεται στο διακομιστήριο, την χειρουργική επέμβαση προκειμένου να αφαιρεθεί η τεχνητή μήνιγγα και τοποθετηθεί προσωρινή βαλβίδα παροχέτευσης. Το χειρουργείο που προγραμματίζεται για την 11-3-02 ματαιώνεται διότι ο αναισθησιολόγος δεν είχε το κατάλληλο όργανο για την αναισθησία (ινοπτικό βροχοσκόπιο) ενώ και την επόμενη ημέρα 12-3-02 η βλάβη του συγκεκριμένου εξαρτήματος ματαίωσε εκ νέου την προγραμματισθείσα επέμβαση. Τις επόμενες ημέρες, όπως προκύπτει από το φύλλο πορείας του ασθενούς στην νευροχειρουργική κλινική του ... παραμένει η ίδια κλινική εικόνα με τις εξετάσεις του ΕΝΥ να εμφανίζουν μειωμένα έως μηδενικά τα κύτταρα και αύξηση της γλυκόζης σε φυσιολογικά επίπεδα πράγμα που δείχνει την εντύπωση που πιστοποιεί τις προσδοκίες των τρίτου και τέταρτου ότι η αντιβιοτική αγωγή που εξακολουθούν να εφαρμόζουν και μετά την ματαίωση της χειρουργικής επέμβασης ήταν η ενδεδειγμένη. Στις εξετάσεις, όμως, του ΕΝΥ της 22-3-02 εντοπίζεται στην καλλιέργεια που το αποτέλεσμά της βγήκε την 26-3-02 σταφυλόκοκκος με αποτέλεσμα οι χειρούργοι (γ και δ) να οδηγηθούν αναπόφευκτα σε χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεση του μοσχεύματος της τεχνητής μήνιγγας η οποία και γίνεται την 28-3-02. Κατά την διάνοιξη της απονεύρωσης διαπιστώθηκε σημαντική συλλογή ΕΝΥ, έγινε αφαίρεση του τεχνητού μοσχεύματος που αποστέλλεται προς καλλιέργεια και γίνεται νέα πλαστική μήνιγγος με αυτομόσχευμα. Ακολούθησε ανάνηψη του ασθενούς από το χειρουργείο και διακομιδή στο τμήμα όπου ανακτά συνείδηση και επικοινωνία με το περιβάλλον. Το βράδυ της ίδιας ημέρας παρουσιάζει πυρετό που την επομένη γίνεται υψηλός (39ο C) και ακολουθεί επεισόδιο υπερτονίας και αιφνίδια εγκατάσταση οξείας αναπνευστικής ανεπάρκειας και τελικά κώματος με ανισοκορία. Τέθηκε, άμεσα, σε μηχανική υποστήριξη της αναπνοής και διακομίστηκε στο χειρουργείο όπου τοποθετήθηκε εξωτερική κοιλιακή παροχέτευση ΔΕ μετωπιαία. Την 30-3-02 παραμένει στην ίδια βαρειά κατάσταση με συνεχή επιδείνωση και την 31-3-02 και ώρα 04.35 καταλήγει. Στο πιστοποιητικό θανάτου το οποίο υπογράφει ιατρός της κλινικής των γ και δ των κατηγορουμένων αναφέρεται ως αιτία θανάτου α) καρδιοαναπνευστική ανεπάρκεια β) εγκεφαλικό οίδημα γ) μηνιγγίτιδα. Χειρουργηθέν νευρίνωμα Α1-Α3. Οι καλλιέργειες του ΕΝΥ του υλικού της ψευδοκύστης του τεχνητού μοσχεύματος από διάφορα σημεία των ραμμάτων ανέδειξαν σταφυλόκοκκο επιδερμίτη.
Από όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι οι οποίοι είναι διακεκριμένοι επιστήμονες στο είδος τους ο καθένας αν και είχαν την δυνατότητα, ως θεράποντες ιατροί του, λόγω των ενδείξεων που εμφάνιζε ο ασθενής κατά την διάρκεια της νοσηλείας του στο νοσοκομείο .... να προβλέψουν ότι είχε υποστεί λοίμωξη των μηνίγγων και χρειαζόταν άμεση θεραπεία, εν τούτοις, από έλλειψη προσοχής την όποια όφειλαν και μπορούσαν, λόγω ακριβώς της επιστημονικής των επάρκειας και των γνώσεων των, να επιδείξουν, παρέλειψαν να αξιολογήσουν παντελώς την γενική εξέταση Ε.Ν.Υ., της οποίας τα αποτελέσματα παρέπεμπαν ευθέως σε παθογόνο κατάσταση ή να την συνδυάσουν με τα υπόλοιπα στοιχεία (κλινική εικόνα του ασθενούς, πυρετός, συγχυτικά φαινόμενα, ΗΕΓ MRI) στην περίπτωση που η διαγνωστική της αξία ήταν περιορισμένη, λόγω του κοντινού προς την επέμβαση χρονικού σημείου λήψης του υγρού (βλ. έκθεση του τεχνικού συμβούλου Σ1) προκειμένου να έχουν σαφή εικόνα για την λοίμωξη ή όχι του ασθενούς και μετά ταύτα του χορηγήσουν εξιτήριο, ενώ, σε κάθε περίπτωση είχαν την δυνατότητα να επαναλάβουν την εξέταση προκειμένου να αποκλείσουν ή επιβεβαιώσει την περίπτωση της μηνιγγίτιδας. Η δυνατότητά των αυτή για πρόβλεψη λοίμωξης των μηνίγγων του ασθενούς ήταν ισχυρή ακριβώς διότι γνώριζαν ότι η επέμβαση στην οποία είχε υποβληθεί ενείχε μεγάλες πιθανότητες για ανάπτυξη μετεγχειρητικής μηνιγγίτιδας 2) υπήρχε έστω και μικρή διαρροή (ή διαφυγή) Ε.Ν.Υ. η οποία ενείχε και αυτή δυνατότητα μολύνσεως 3) υπήρχε πυρετός ο οποίος εκδηλώθηκε μετά την 5η ημέρα της εγχειρήσεως και επέμενε, έστω και σε ύφεση, μέχρι και την έξοδό του από το νοσοκομείο και η ύπαρξη του οποίου δεν αποδόθηκε σε άλλη αιτία 4) ύφεση του πυρετού μετά την χορήγηση στον ασθενή βανκομυκίνης, πράγμα που έδειχνε ότι ο οργανισμός του θανόντος ανταποκρινόταν στην συγκεκριμένη θεραπευτική αγωγή η οποία και έπρεπε να συνεχιστεί 5) γνώση εκ μέρους των ότι σε περίπτωση μόλυνσης των ξένων σωμάτων που έχουν τεθεί όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση (τεχνητή μήνιγγα, τμήμα γύρω από την σπονδυλοδεσία), υπάρχει δυσκολία στην αντιμετώπιση της κατάστασης σε περίπτωση που αυτή (αντιμετώπιση) δεν είναι άμεση (είναι συχνές οι επεμβάσεις αφαίρεσης των ξένων σωμάτων λόγω μόλυνσης) 6) συγχυτικά φαινόμενα που παρέπεμπαν σε μόλυνση του ΚΝΣ. Παρά την ύπαρξη των άνω ενδείξεων που παρέπεμπαν ευθέως σε μηνιγγίτιδα ή έστω δημιουργούσαν βάσιμες υπόνοιες για προσβολή του ασθενούς από την λοίμωξη των μηνίγγων, εν τούτοις, και χωρίς να αναμένουν το αποτέλεσμα των εξετάσεων που είχε παραγγείλει ο νευροχειρούργος Β2, (δεν αναγράφονται στις ιατρικές οδηγίες) και οι οποίες θα ήταν εξίσου βοηθητικές με την εξέταση του Ε.Ν.Υ. και χωρίς να επαναλάβουν την τελευταία, έσπευσαν, παρά την ύπαρξη πυρετού, (ο οποίος το βράδυ πριν την έξοδο του ασθενούς έφθασε μέχρι 38 βαθμούς), να του χορήγησαν εξιτήριο διακόπτοντας την αντιβιοτική (ενδοφλέβια) θεραπεία με το VONCON που είχε αποδειχθεί αποτελεσματικό και τον στείλουν σπίτι του. Πρέπει να σημειωθεί, ότι ο δεύτερος των κατηγορουμένων, αν και όπως παραδέχθηκε, απολογούμενος, είχε υποψιαστεί ότι ο ασθενής είχε προσβληθεί από μηνιγγίτιδα και είχε ζητήσει την συμβουλή ειδικής ιατρού λοιμοξιωλόγου, (Ρ1), εν τούτοις, συνήνεσε στην έξοδο του ασθενούς χωρίς να αξιολογήσει όλα τα ανωτέρω στοιχεία ή συζητήσει τις υποψίες του με τον πρώτο και την ομάδα του. Αποτέλεσμα της διακοπής αυτής ήταν ο σταφυλόκοκκος να εδραιωθεί, αποικίσει τα ξένα σώματα, (τα οποία του είναι ιδιαίτερα προσφιλή) και η επέμβαση των τρίτου και τέταρτου των κατηγορουμένων, παρά τις αρχικές ελπίδες και προσδοκίες των για αναστροφή της κατάστασης να μη ευοδωθούν, συνεχίσει η ζημιογόνος κατάσταση που είχε αρχίσει από το πρώτο νοσοκομείο και καταλήξει με τον θάνατο του ασθενούς από μηνιγγίτιδα κλπ. Ειδικότερα, όσον αφορά τους δύο τελευταίους των κατηγορουμένων, το δικαστήριο δέχεται ότι η επιλογή της θεραπευτικής αγωγής με αντιβιοτικά και μετά την 11/03/02 ήταν η ενδεδειγμένη, δεδομένων και των ιατρικών εξετάσεων που έδειχναν ύφεση του προβλήματος και των κινδύνων που περιέκλειε η εγχείρηση με την σύγχρονη αντικατάσταση του μολυσμένου μοσχεύματος σε ένα μολυσμένο περιβάλλον, με ένα άλλο, ενώ η ματαίωση της επέμβασης δεν οφειλόταν σε δική των αμελή συμπεριφορά. Επίσης, η μη νοσηλεία του ασθενούς στην μονάδα εντατικής θεραπείας μετά την δεύτερη επέμβαση δεν συνέβαλε στο επελθόν αποτέλεσμα, αφού, δεν αποδείχθηκε ότι η εκεί νοσηλεία του θα βελτίωνε την κατάστασή του. Με βάση τα ανωτέρω θα πρέπει οι μεν δύο πρώτοι των κατηγορουμένων να κηρυχθούν ένοχοι για την πράξη που κατηγορούνται και αθώοι οι τρίτος και τέταρτος αυτών. Βέβαια αυτοί, και, κυρίως ο πρώτος υποστηρίζουν ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις που μπορούσαν να τους οδηγήσουν ή να υποψιαστούν ότι ο ασθενής είχε υποστεί μηνιγγίτιδα. Τον ισχυρισμό του αυτό στηρίζει στο ότι η ύπαρξη μόνο του πυρετού δεν αποτελεί στοιχείο λοίμωξης και ότι ο πυρετός που εμφάνισε ο ασθενής ήταν μετεγχειρητικής υφής, ότι στις καλλιέργεις του ΕΝΥ και του αίματος δεν ανιχνεύτηκε οποιοδήποτε μικρόβιο, αφού, ο σταφυλόκοκκος εμφανίζεται για πρώτη φορά σε εξέταση, (καλλιέργεια), στο ... ενώ και η μαγνητική τομογραφία εγκεφάλου δεν ήταν ενδεικτική μηνιγγίτιδας. Τέλος υποστηρίζει ότι η κατάσταση του ασθενούς κατά την είσοδό του στο νοσοκομείο ήταν αναστρέψιμη πράγμα που παρέλειψαν να πράξουν οι γιατροί του ... οι οποίο έπρεπε να αφαιρέσουν το μόσχευμα όπως αποφασίστηκε στο συμβούλιο της 5-3-08 και ότι σε κάθε περίπτωση δεν ήταν δυνατό να προβλέψει το αποτέλεσμα που επήλθε με τον θάνατο του ασθενούς. Όλοι οι άνω ισχυρισμοί του όμως πρέπει να απορριφθούν αφού, κατά τα στην αρχή αναφερόμενα, τα οποία εξήχθησαν από τους συγγραφείς που παραπέμπουν οι σημειώσεις αλλά και όσα αυτοί οι ίδιοι κατέθεσαν εξεταζόμενοι ως μάρτυρες, στο ακροατήριο του δικαστηρίου, ο μετεγχειρητικός πυρετός, κατά κανόνα, διαρκεί τα δύο ή τρία πρώτα, μετά την επέμβαση, 24ώρα και όχι επί 20 και πλέον ημέρες όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Εξάλλου, υπήρξε διακοπή μετά τον πυρετό που εμφάνισε αμέσως μετά την επέμβαση και χαρακτηρίζεται ως μετεγχειρητικός, αφού, ο υψηλός πυρετός της τάξεως των 39οC εμφανίστηκε την 5ημέρα μετά την επέμβαση μετά από ένα 24ωρο σχεδόν πλήρους απυρεξίας, που έπρεπε να τους ανησυχήσει και τους εμβάλλει σε υποψία για την αιτία της ύπαρξης του. Αλλά και οι εξετάσεις που έδωσαν εντολή να γίνουν οι παθολόγοι, (γενική ούρων, αίματος, θώρακος), επιβεβαιώνουν την περίπτωση έρευνας για λοίμωξη και όχι ότι ο πυρετός ήταν μετεγχειρητικός. Βέβαια, είναι απορίας άξιο το γεγονός ότι εντέλλονται τα άνω είδη εξετάσεων, (γενική αίματος και ούρων), όταν ο ασθενής έχει υποβληθεί σε μία πολύωρη νευροχειρουργική επέμβαση, η οποία έχει συχνή παρενέργεια την μόλυνση των μηνίγγων και την εντεύθεν πρόκληση μηνιγγίτιδας και αυτοί αναζητούν την αιτία της μόλυνσης σε άλλα σημεία του οργανισμού και όχι στο καίριο και πλέον ύποπτο. Επίσης, η έλλειψη εντοπισμού μικροβίου στις καλλιέργειες που έγιναν στο ... οφειλόταν στο ότι ο ασθενής καλυπτόταν από αντιβιοτική αγωγή η οποία εμπόδιζε την εμφάνιση των μικροβίων, η διακοπή της οποίας μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο και παραμονή του στο σπίτι επέτρεψε πλέον στην εξέταση που έγινε στο ..., την εμφάνιση στην καλλιέργεια του ΕΝΥ του σταφυλόκοκκου επιδερμίτη. Τέλος, όσον αφορά την μαγνητική τομογραφία για την οποία υποστηρίζει ότι δεν είχε ενδείξεις μηνιγγίτιδας αποδείχθηκε ότι αυτός δεν την είδε καν, αφού, έσπευσε να χορηγήσει εξιτήριο στον ασθενή όταν τα αποτελέσματα της σχετικής εξέτασης εκκρεμούσαν. Ισχυρίζεται, βέβαια, ότι είχε ενημερωθεί για το περιεχόμενο της σχετικής εξέτασης πράγμα όμως που δεν αποδείχθηκε από οποιοδήποτε στοιχείο αφού μία τέτοια, έστω και προφορική ενημέρωση, θα είχε καταχωρηθεί στις ιατρικές ενέργειες ή την νοσηλευτική πρακτική όπως άλλωστε είχε γίνει και με άλλες προφορικές ενημερώσεις ή εντολές των ιατρών. Καμία τέτοια ενημέρωση προκύπτει ότι έχει γίνει ή ότι αυτός έλαβε γνώση των αποτελεσμάτων της σχετικής εξέτασης. Για τα πορίσματα εξάλλου της εξέτασης αυτής υπάρχει η εκτίμηση εκ μέρους του καθηγητή της Πανεπιστημιακής Κλινικής Ερλάγκεν στην Γερμανία Dr. ... ο οποίος αναφέρει ότι υπάρχει ήπια διεύρυνση των κροταφικών κεράτων των πλαγίων κοιλιών που αξιολογείται ως τυπικό σύμπτωμα αρχικής ένδειξης διαταραχής στην κυκλοφορία του εγκεφαλονωτιαίου υγρού (υδροκεφάλου) που αποτελεί σύμπτωμα της μηνιγγίτιδας, πράγμα που επιβεβαιώνεται και από την επείγουσα c+ που έγινε κατά την είσοδό του στον ... και η οποία έδειξε αρχόμενο υδροκέφαλο και την οποία, σε περίπτωση, που είχε δει θα είχε οδηγηθεί στην περίπτωση υδροκεφαλίας η οποία αποτελεί επιπλοκή μεν όπως υποστηρίζει της επέμβασης αλλά και της μηνιγγίτιδας και θα είχε ακολουθήσει ανάλογη θεραπευτική αγωγή. Επίσης, ο ισχυρισμός του ότι ο ασθενής μολύνθηκε κατά την είσοδό του το ... κατά την διάρκεια της οσφυονωτιαίας παρακέντησης η οποία του έγινε την 30-1-01 πρέπει να απορριφθεί αφού η ύπαρξη πυρετού κατά την διάρκεια της νοσηλείας του στο ..., ο οποίος μάλιστα εξακολουθούσε, έστω και σε ύφεση, μέχρι την έξοδό του από το νοσοκομείο όπως και η χορήγηση βανκομυκίνης, η οποία επιτυγχάνει μεγαλύτερη συγκέντρωση στο ΕΝΥ, είναι αποδεικτικά στοιχεία ότι η μηνιγγίτιδα είχε εμφανιστεί κατά την διάρκεια της νοσηλείας του ασθενούς στο ... και μάλιστα κατά την διάρκεια της επέμβασης, και ότι η πρόωρη έξοδός του η οποία συνοδεύτηκε με την διακοπή της χορήγησης (ενδοφλεβίως) βανκομυκίνης είχε ως αποτέλεσμα να αναστραφεί η βελτίωση της υγείας του. Υποστηρίζει, επιπλέον, ο ίδιος κατηγορούμενος ότι ο ασθενής εμφάνιζε ένα (μόνο) παροδικό συγχυτικό επεισόδιο διαρκείας ολίγων λεπτών και ότι το επεισόδιο αυτό δεν αξιολογήθηκε ως σημαντικό από τον νευρολόγο ιατρό Β1 ο οποίος τον εξήτασε. Και ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού, αφενός μεν, ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε προσωπική εκτίμηση δεδομένου ότι δεν επισκέφθηκε μία φορά τον ασθενή μετά την επέμβαση, ενώ ένα μεμονωμένο περιστατικό δεν θα είχε θορυβήσει τους οικείους του και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που να αναζητήσουν ιατρό νευρολόγο όπως έκαναν στην προκειμένη περίπτωση. Αντίθετα, αποδείχθηκε από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων, οικείων του θανόντος, ότι τα συγχυτικά αυτά επεισόδια ήταν πολλά και διαρκείας και παρέπεμπαν σε μόλυνση του κεντρικού νευρικού συστήματος πράγμα που υποψιάστηκε και η αδελφή του Ψ1 η οποία ήταν ιατρός και ζήτησε την επίσκεψη ιατρού νευρολόγου. Αλλά και η αναφορά στο εξιτήριο ότι εξέρχεται με ύφεση των νευρολογικών συμπτωμάτων αποδεικνύει ότι τα συμπτώματα ήταν πολλά και όχι ένα όπως αναφέρει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος. Και βέβαια δεν σχετίζονται τα νευρολογικά αυτά συμπτώματα με τα προ της επέμβασης, όπως υποστήριξε, αφού δεν αποδείχθηκε ότι ο ασθενής είχε τόσα και έντονα νευρολογικά συμπτώματα πριν από την επέμβαση τα οποία τελούσαν σε ύφεση κατά την έξοδό του. Ας σημειωθεί, ότι σε κανένα από τα έγγραφα που αναφέρονται στην κατάσταση του ασθενούς πριν από την επέμβαση, αναφέρονται συγκεκριμένου είδους συμπτώματα τα οποία μετά την επέμβαση τελούν σε ύφεση. Εξάλλου, μετά την επέμβαση και την αφαίρεση του νευρινώματος τα συμπτώματα αυτά θα έπρεπε να είχαν εξαφανιστεί, αφού τα δημιουργούσε η ύπαρξη στο συγκεκριμένο σημείο του όγκου, (νευρινώματος), και όχι να είναι σε ύφεση ενώ και η χορήγηση του αντιψυχωτικού φαρμάκου αποδεικνύει ότι δεν χορηγήθηκε για την αντιμετώπιση συμπτωμάτων από την ύπαρξη του αφαιρεθέντος νευρινώματος. Είναι φανερό, δηλαδή, ότι όταν στο εξιτήριο αναγράφεται ότι εξέρχεται με ύφεση των νευρολογικών συμπτωμάτων αφορούν τα συμπτώματα που είχε κατά την διάρκεια της νοσηλείας του στο ... και οφείλονταν στην μόλυνση των μηνίγγων. Επίσης, αυτός υποστήριξε ότι η γενική εξέταση ΕΝΥ τη 16/1/02 δεν αφορούσε αμιγές εγκεφαλονωτιαίο υγρό αλλά ήταν υγρό το οποίο προερχόταν από το τραύμα και ως εκ τούτου η εξέταση αυτή δεν ήταν απόλυτα αξιολογήσιμη ως προς τα αποτελέσματά της τα οποία στην περίπτωση αμιγούς ΕΝΥ παρέπεμπαν οπωσδήποτε σε βακτηριακή μηνιγγίτιδα. Ο ισχυρισμός του αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, αφού τα αποτελέσματα της εξέτασης του συγκεκριμένου υγρού αναφέρεται σε γενική εξέταση ΕΝΥ χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε διαφοροποίηση ως προς το είδος των υγρών που τέθηκαν υπό εξέταση. Εξάλλου, και στην περίπτωση αυτή όπως προέκυψε από την κατάθεση της ιατρού μικροβιολόγου Κ. Δικαίου είναι δυνατός ο διαχωρισμός των προς εξέταση υγρών, έτσι ώστε, η εξέταση καθενός αυτών να είναι ξεχωριστή και αποδίδει σαφή αποτελέσματα για την παθογόνο ή μη κατάσταση. ’λλωστε, στην περίπτωση που δεν ήταν δυνατός ο διαχωρισμός αυτός δεν υπήρχε ανάγκη να γίνει και η εξέταση αυτή ενώ δεν δικαιολογούνται και τα συμπεράσματα που εξήχθησαν. Τέλος, ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι ο θάνατος του ασθενούς προήλθε από άλλο αίτιο και δη εκείνο του οξέος ισχαιμικού επεισοδίου που σημαίνει απότομη διακοπή της αιματικής άρδευσης τμήματος του εγκεφάλου συνεπεία αιφνίδιας απόφραξης μείζονος εγκεφαλικού αγγείου από θρόμβο και όχι από μηνιγγίτιδα. Την άποψη αυτή επιβεβαίωσε κατά κάποιο τρόπο και ο πραγματογνώμονας Ι3 ο οποίος στην σχετική έκθεσή του αναφέρει ότι ο θάνατος του Θ1 προήλθε από έντονο οίδημα του υπερσκηνίδιου εγκεφάλου συνεπεία εκτεταμένης εγκεφαλικής βλάβης και ότι οι παράγοντες που επηρέασαν ή συνετέλεσαν και προκάλεσαν το επελθόν αποτέλεσμα ήταν α) η χρόνια αιματική υποάρδευση του εγκεφαλικού ιστού λόγω της στένωσης των έσω καρωτίδων κυρίως της δεξιάς β) ο υδροκέφαλος που φαίνεται ότι προήλθε από μη ελεγχόμενους μηχανισμούς και που προκάλεσε με την σειρά του εγκεφαλικό οίδημα και γ) εγχειρητική διεργασία αντικατάσταση του μηνιγγικού μοσχεύματος. Επίσης, ο ίδιος πραγματογνώμων αποφαίνεται ότι πριν από την έξοδο του ασθενούς από το νοσοκομείο .... δεν είχε δημιουργηθεί και εγκατασταθεί μετεγχειρητική μηνιγγίτιδα ή μηνιγγοεγκεφαλίτιδα, ενώ, η κλινική κατάσταση του ασθενούς καθώς και τα δεδομένα των εξετάσεων δεν ήταν αποτρεπτικά της χορήγησης εξιτηρίου αλλά είχε ως στόχο να διαφυλάξει τον ασθενή από το πλήθος των μικροβίων που "φιλοξενούνται" στα διάφορα νοσηλευτικά ιδρύματα. Τόσο ο άνω ισχυρισμός του κατηγορουμένου ο οποίος προβλήθηκε για πρώτη φορά στο παρόν δικαστήριο πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος αφού ποτέ μέχρι σήμερα είχε αμφισβητηθεί η αιτία του θανάτου του ασθενούς από μηνιγγίτιδα και ουδέποτε υπήρξε θεραπευτική αγωγή προς την κατεύθυνση της πρόληψης του εγκεφαλικού επεισοδίου το οποίο όπως ισχυρίζεται ήταν η αιτία του θανάτου του. Σε κανένα από τα ιατρικά συμβούλια, τις μεταξύ των ιατρών διαβουλεύσεις αναφέρθηκε ότι ο ασθενής αντιμετώπιζε πρόβλημα που είχε την δυνατότητα να τον οδηγήσει στο θάνατο άλλο από την μηνιγγίτιδα αφού η κατάσταση που είχε απεικονιστεί στην ψηφιακή τομογραφία πριν από την επέμβαση ήταν συνήθης σε άτομα της ηλικίας του (52 ετών) και δεν ενέπνεε οποιαδήποτε ανησυχία. Σε κάθε περίπτωση εάν πραγματικά η κατάσταση που διέγνωσε αυτός (κατηγορούμενος) ήταν το επιβαρυμένη θα έπρεπε να είναι ακόμα πιο προσεκτικός, αφού, η δημιουργία ενός υδροκεφάλου ο οποίος είναι και σύμπτωμα αυτής καθεαυτής της επέμβασης ήταν δυνατό να έχει επιζήμιες για βλάβες και θα έπρεπε πριν επιτρέψει την έξοδό του από το νοσοκομείο να είναι σίγουρος ότι δεν υπήρχε καν έναρξη υδροκεφαλίας και όχι να του χορηγήσει εξιτήριο χωρίς να διαβάσει το πόρισμα ή δει ο ίδιος την μαγνητική τομογραφία που είχε παραγγείλει ο νευρολόγος αλλά κι ο γιατρός της κλινικής που προίστατο, Β2. Αλλά και η άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης βρίθει ατελειών και ασαφειών, οι οποίες από την κατάθεση στο ακροατήριο του συγκεκριμένου πραγματογνώμονα, αφού καταλήγει στο άνω συμπέρασμα χωρίς να εξηγεί τα αίτια ή τα στοιχεία που τον οδήγησαν στην άνω απόφασή του και χωρίς να αξιολογήσει όλα τα στοιχεία της δικογραφίας. Ειδικότερα, αναφέρει ότι η γενική εξέταση του ΕΝΥ που λήφθηκε από την χειρουργική περιοχή δεν εμφανίζει στοιχεία λοίμωξης όταν όλοι οι μάρτυρες που εξετάστηκαν και τα συγγράμματα που αναγνώστηκαν καταλήγουν ότι η ύπαρξη κυττάρων στον αριθμό των 1800 από τα οποία 95% πολυμορφοπύρηνα σε συνδυασμό με την μείωση του σακχάρου και είναι ενδεικτικά λοίμωξης. Επίσης, αναφέρει ότι η καλλιέργεια του ΕΝΥ ήταν αρνητική σε μικρόβια, όταν γνωρίζει ότι ο ασθενής λάμβανε αντιβίωση η οποία κάλυπτε οποιαδήποτε καλλιέργεια για εμφάνιση μικροβίων. Επίσης αποδίδει, (ενδεχομένως), τα συγχυτικά φαινόμενα στις αγγειακές βλάβες οι οποίες διαπιστώθηκαν στην μαγνητική τομογραφία του εγκεφάλου που έγινε την 23-1-02 όταν ο ίδιος ο νευρολόγος που κλήθηκε και εξέτασε τον ασθενή δεν την απέδοσε στον άνω παράγοντα, αλλά ζήτησε την περαιτέρω εξέταση του ασθενούς. Βέβαια, στην συνέχεια καταλήγει ότι ο ασθενής λόγω κάποιας βελτίωσης των νευρολογικών του συμπτωμάτων της ύφεσής του πυρετού και των συγκεκριμένων ευρημάτων της μαγνητικής τομογραφίας καλώς έλαβε εξιτήριο από το ... προκειμένου να αποφύγει μία επιπλέον μόλυνση του τραύματος και άλλα πιθανά μικρόβια. Δεν αναφέρει, όμως, ούτε το είδος των συμπτωμάτων αυτών, ώστε να διακριβωθεί σε τι συμπτώματα αναφέρεται, ούτε από πού συνήγαγε το συμπέρασμα ότι αυτά είναι σε ύφεση αφού μόνη η σχετική αναγραφή στο εξιτήριο δεν είναι δυνατό, ενόψει των αντίθετων ισχυρισμών των πολιτικών εναγόντων, να αποτελεί ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο για την διαπίστωση της άνω κατάστασης. Επίσης, αν και αναφέρει ότι ο ασθενής υποβλήθηκε σε ηλεκτροεγκεφαλογράφημα την 23-1-02 εν τούτοις δεν αξιολογεί το συμπέρασμά ή το πόρισμά του (δεν προκύπτει ότι το έχει διαβάσει), περιοριζόμενος μόνο να αναφέρει ότι η αξία του δεν ήταν μεγάλη. Επίσης, αν και υποστηρίζει, όλως, αόριστα ότι δεν υπήρχε λοίμωξη δεν αιτιολογεί την ύπαρξη του πυρετού μετά τις πρώτες ημέρες της επέμβασης, αρκούμενος μόνο στην παρατήρηση ότι αυτός ήταν σε ύφεση. Τέλος, αναφέρει ότι η επέμβαση που αποφασίστηκε να γίνει στο συμβούλιο της 5-3-02 δεν έγινε παρά μόνο την 28-3-02 όταν ο πυρετός του ασθενούς ήταν σε ύφεση, όταν αποδείχθηκε σαφώς και κατηγορηματικώς και προκύπτει από όλα τα έγγραφα, (εξετάσεις και νοσηλεία του ασθενούς στην νευροχειρουργική κλινική του ...), αλλά και όλοι οι κατηγορούμενοι δέχονται το αντίθετο ότι, δηλαδή, η ματαίωση της επέμβασης μετά την 13-3-02 οφειλόταν στην (εσφαλμένη) πεποίθηση των ιατρών του ... ότι η θεραπεία με τα αντιβιοτικά είχε αποδώσει και έβαινε καλώς η πορεία της υγείας του εξαιτίας της μείωσης των κυττάρων και της απυρεξίας. Τέλος, αναφέρει ότι η εγχειρητική διεργασία αντικατάστασης του μηνιγγικού μοσχεύματος ήταν η αιτία που προκάλεσε τον θάνατο του ασθενούς χωρίς όμως να εξηγεί την σύνδεσή της με τα πρώτες αιτίες θανάτου που αναφέρει, δηλαδή, εγκεφαλικό επεισόδιο ή τον υδροκέφαλο με αποτέλεσμα η όλη έκθεσή του να μη είναι δυνατό να αποτελέσει ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο για την αιτία θανάτου που αυτός αναφέρει όταν, μάλιστα, όλα τα λοιπά στοιχεία οδηγούν αβίαστα στην περίπτωση θανάτου από μηνιγγίτιδα. Την προσβολή, άλλωστε, από μηνιγγίτιδα του ασθενούς είχε παραδεχθεί εμμέσως και ο συγκεκριμένος πρώτος κατηγορούμενος με το από 15-1-03 απολογητικό του υπόμνημα, απόσπασμα του οποίου αναγνώσθηκε κατά την απολογία του για την παροχή διευκρινίσεων, όταν ανέφερε ότι η εμφάνιση μηνιγγίτιδας από σταφυλόκοκκο μετεγχειρητικής αρχής η οποία διαπιστώθηκε στο ... συναντάται στην νευροχειρουργική σε ποσοστό 15% λόγω αδυναμίας απόλυτης αποστείρωσης και απολύμανσης του δέρματος αλλά και της ατμόσφαιρας, ενώ, δεν ανέφερε οτιδήποτε για την αιτία θανάτου του ασθενούς ότι, δηλαδή, αυτή μπορούσε να μη είναι η μηνιγγίτιδα και οι επιπλοκές της. Με βάση τα ανωτέρω τα συμπεράσματα η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι3 δεν είναι δυνατό να αποτελέσει ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο για την συναγωγή συμπερασμάτων υπέρ της απόψεως που αυτός εκφράζει ως αιτία θανάτου του ασθενούς όταν μάλιστα όλα τα στοιχεία που εκτέθηκαν παραπάνω οδηγούν με βεβαιότητα στον από μηνιγγίτιδα, θάνατο του ασθενούς, όπως άλλωστε αναγράφηκε και στο πιστοποιητικό θανάτου. Αλλά ούτε η από 30-5-08 (κατά την διάρκεια της δίκης ληφθείσα) βεβαίωση της Δ1 διευθύντριας της νευρολογικής κλινικής του .... η οποία αναφέρει ότι της ζήτησε ο πρώτος των κατηγορουμένων να δεχθεί στην κλινική της τον ασθενή την 27/28/1/02 διότι υποπτευόταν ότι είχε υποστεί πιθανώς οξύ ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο και ότι αυτός δεν παρουσίαζε σημεία μηνιγγικού ερεθισμού είναι δυνατό να αποτελέσει σαφές αποδεικτικό στοιχείο για όσα αυτός υποστηρίζει ότι, δηλαδή, ο ασθενής είχε υποστεί εγκεφαλικό επεισόδιο. Ειδικότερα, η συγκεκριμένη ιατρός υποστηρίζει στην άνω βεβαίωσή την οποία χορήγησε με απαίτηση του πρώτου των κατηγορουμένων, διαρκούσας της παρούσας δίκης, ότι, όσα αναγράφηκαν στο από 11-3-02 διακομιστήριο από την κλινικής της στην νευροχειρουργική, ότι, δηλαδή, ο ασθενής νοσηλεύεται από 27-1-02, με ατελώς θεραπευθείσα μηνιγγοεγκεφαλίτιδα αφορούσαν την κλινική της. Δηλαδή, δέχεται, η συγκεκριμένη ιατρός ότι ο θανών υπέστη μηνιγγοεγκεφαλίτιδα κατά την διάρκεια της παραμονής του στην νευρολογική κλινική του ... που προϊστατο χωρίς, όμως, να αναφέρει τον χρόνο και το μέσο εξαιτίας του οποίου την υπέστη, ούτε, εξηγεί την αιτία της χρονικής έναρξης της νοσηλείας (27-1-01) με ατελώς θεραπευθείσα μηνιγγίτιδα, όταν αυτός δεν έχει υποβληθεί σε οποιαδήποτε ιατρική επέμβαση ή εξέταση που θα μπορούσε να του προκαλέσει μόλυνση και κατ' επέκταση λοίμωξη. Η βεβαίωση αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με όσα αναφέρονται στην έκθεση του Τ2 τεχνικού συμβούλου διευθυντή του Α Παθολογικού Τμήματος - μονάδας λοιμώξεων του συγκεκριμένου νοσοκομείου ο οποίος κατέληξε προφανώς λαμβάνοντας υπόψη και την άποψή της ότι η μετεγχειρητική λοίμωξη δεν δημιουργήθηκε στην διάρκεια παραμονής του ασθενούς στο νοσοκομείο και ότι αποτελεί απόρροια ή επιπλοκή της επέμβασης που είχε υποστεί στο ..., ούτε, αναφέρθηκε σε οιοδήποτε σημείο του απολογητικού υπομνήματος του κατηγορουμένου παρά μόνο κατά την διάρκεια της παρούσας δίκης.
Συνεπώς, ούτε από το συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο είναι δυνατό να συναχθεί ότι ο ασθενής προσβλήθηκε στην διάρκεια της νοσηλείας του στο νοσοκομείο.... (τέως ...) όπως όλως όψιμα υποστηρίζεται από τον συγκεκριμένο κατηγορούμενο. Τέλος, και ο ισχυρισμός του ότι η κατάσταση ήταν αναστρέψιμη και δεν θα επήρχετο ο θάνατος του ασθενούς στην περίπτωση που αφαιρείτο το μολυσμένο μόσχευμα έγκαιρα και ότι αυτός δεν είχε την δυνατότητα να προβλέψει τον θάνατο του ασθενούς πρέπει να απορριφθεί για τους εξής λόγους. Πραγματικά οι γιατροί του ... πίστεψαν ότι είχαν την δυνατότητα να ανατρέψουν την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί κατά την είσοδο του ασθενούς στο νοσοκομείο βασιζόμενοι στην αντιβιοτική θεραπεία που σχεδόν ήταν μονόδρομος για αυτούς πλην όμως δεν έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα, αφού, η μόλυνση είχε επεκταθεί και δεν ήταν δυνατή η αντιμετώπισή της δεδομένου ότι, και αν ακόμη αφαιρείτο το μολυσμένο μόσχευμα, υπήρχαν εστίες μόλυνσης που ήταν δυνατό να επιμολύνουν και το νέο (μόσχευμα) και επιφέρουν επιδείνωση της κατάστασης και τελικά τον θάνατο του ασθενούς. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε τα στελέχη s.epidermidis μετά από ώρες έως ημέρες από την επαφή τους με το ξένο σώμα αρχίζουν να παράγουν μια εξωκυττάρια βλεννοπολυσακχαριδική ουσία που αποκαλείται slime η οποία μαζί με τους σταφυλόκοκκους σχηματίζει ένα προστατευτικό γλυκοκάλυμα για τις αποικίες του μικροοργανισμού. Εντός αυτού οι σταφυλόκοκκοι πολλαπλασιάζονται βραδέως ώστε οι βλακτάμες που απαιτούν ταχέως πολλαπλασιαζόμενους μικροοργανισμούς να μη είναι δραστικές, ενώ, συγχρόνως καθίσταται προβληματική η διείσδυση πολλών αντιβιοτικών, τα οποία τελικά μετατρέπονται από βακτηριοκτόνα σε βακτηριοστατικά με αποτέλεσμα η θεραπευτική προσπάθεια με την χρήση αντιβιοτικών να είναι πολύ δύσκολη αν όχι καταδικασμένη να αποτύχει εάν δεν αφαιρεθεί συγχρόνως και το μολυσμένο ξένο σώμα. Βέβαια στην βιβλιογραφία έχουν αναφερθεί και περιπτώσεις επιτυχούς αντιμετώπισης με την χρήση αντιβιοτικών οι οποίες είναι όμως πολύ σπάνιες και δεν αποκλείουν την περίπτωση θανάτου από μηνιγγίτιδα βακτηριακής μορφής η οποία προκλήθηκε εξαιτίας της μόλυνσης των ξένων σωμάτων τα οποία εμφυτεύθηκαν κατά την διάρκεια νευροχειρουργικής επέμβασης. Ειδικότερα στην προκειμένη περίπτωση οι γιατροί του ... είχαν να αντιμετωπίσουν μία κατάσταση που δύσκολα ανατρεπόταν αφού υπήρχε εμφύτευμα (τεχνητή μήνιγγα) μετά την αφαίρεση του οποίου υπήρχε κίνδυνος για διασπορά της μόλυνσης και επιμόλυνσης και του νέου μοσχεύματος ενώ υπήρχε και η σπονδυλοδεσία η οποία μπορεί να είχε και αυτή μολυνθεί και έπρεπε να γίνει καθαρισμός (αντικατάσταση ήταν αδύνατη) με τα όποια δύσκολα επιτυχίας αποτελέσματα. Για τον λόγο άλλωστε αυτό και οι τρίτος και τέταρτος των κατηγορουμένων καθυστέρησαν την επέμβαση πιστεύοντας όπως άλλωστε έδειχναν και οι εξετάσεις του ΕΝΥ που πραγματοποιούσαν σχεδόν καθημερινά ότι το πρόβλημα της λοίμωξης ήταν σε ύφεση και θα μπορούσαν να αποφύγουν την επέμβαση, πράγμα που βεβαίως τελικά δεν έγινε και αναγκάστηκαν να χειρουργήσουν τον ασθενή αφαιρώντας την μολυσμένη τεχνητή μήνιγγα που είχε τοποθετήσει ο πρώτος, αποκατέστησαν όσο μπορούσαν τον κενό χώρο που κατέλειπε με άλλο μόσχευμα χωρίς όμως και μετά την επέμβαση αυτή να είναι σίγουρο ότι η λοίμωξη περιορίστηκε η εξαφανίστηκε αφού ο ασθενής παρουσίασε υψηλό πυρετό και μετά από λίγες ημέρες κατέληξε. Όμως οι πρώτος και δεύτερος των κατηγορουμένων είχαν την δυνατότητα να προβλέψουν την προσβολή του ασθενούς από μηνιγγίτιδα αφού όλα τα συμπτώματα παρέπεμπαν στην λοίμωξη των μηνίγγων και όφειλαν να αρχίσουν, εμπειρική, και στην συνέχεια μετά το αντιβιόγραμμα κατάλληλη για την αντιμετώπιση της μηνιγγίτιδας θεραπευτική αντιβιοτική αγωγή. Πλην, όμως, αυτοί αν και τα συμπτώματα και οι ενδείξεις από τις εξετάσεις παρέπεμπαν σε μηνιγγίτιδα η οποία άλλωστε σε επεμβάσεις του είδους που υπέστη ο θανών συμβαίνει σε ποσοστό τουλάχιστον 15% όπως ο πρώτος αυτών ομολογεί, εν τούτοις, του χορήγησαν εξιτήριο διακόπτοντας την ενδοφλέβια αντιβιοτική αγωγή, με αποτέλεσμα ο σταφυλόκοκκος να επικολληθεί στα ξένα σώματα και δημιουργήσει αμυντικούς μηχανισμούς οι οποίοι δεν ήταν δυνατό να ανατραπούν με την χορήγηση αντιβιοτικών. Όλα τα ανωτέρω τα γνώριζαν οι κατηγορούμενοι (α+β) αφού είναι ιατροί με μεγάλη επιστημονική εμπειρία και επιστημονική κατάρτιση και γνώση (πανεπιστημιακού επιπέδου) στην οποία άλλωστε απέβλεψε ο θανών και οι οικείοι του όταν του ανέθεσαν την αντιμετώπιση της καταστάσεώς του. Αυτοί, όμως, ούτε καν είδαν τις εξετάσεις που περιείχοντο στον ιατρικό φάκελο του ασθενούς και χορήγησαν εξιτήριο στον ασθενή με βάση τον αντικειμενικά ισχύοντα χρονικό διάστημα που ένας αντίστοιχος ασθενής, (χωρίς όμως παρενέργειες), έπρεπε να παραμείνει στο θεραπευτήριο. Ειδικότερα όσον αφορά τον πρώτο, δεν επισκέφθηκε ούτε μία φορά τον ασθενή μετά την επέμβαση, ούτε έστερξε, στις εκκλήσεις των συγγενών του για επίσκεψή του, όταν, μάλιστα όλοι οι γιατροί μάρτυρες κατέθεσαν ότι η κλινική εικόνα σε κάθε περίπτωση είναι εκείνη που αποτελεί οδηγό του ιατρού για την αντιμετώπιση του ασθενούς. Είναι χαρακτηριστική η κατάθεση του ιατρού Ι1 ο οποίος βεβαίωσε το δικαστήριο ότι ο πρώτος κατηγορούμενος αρνήθηκε να τον δεχτεί στο ιατρείο του στο νοσοκομείο όπου τον επισκέφθηκε εξαιτίας της συνεχιζόμενης κακής κατάστασης του ασθενούς ανιψιού του, όπως και της μάρτυρος Ψ1, η οποία βεβαίωσε και αυτή ότι, αν και γιατρός δεν μπόρεσε να τον συναντήσει έστω και μία φορά μετά την επέμβαση παρά τις εναγώνιες προσπάθειές της, αλλά και του δευτέρου των πολιτικώς εναγόντων, αδελφού του θανόντος, ο οποίος κατέθεσε ότι προσπάθησε να συναντηθεί μαζί του αναμένοντας τον στις σκάλες προς το χειρουργείο όπου του εξέθεσε την κατάσταση του ασθενούς ζητώντας να τον επισκεφθεί χωρίς όμως να μπορέσει να τον πείσει. Αλλά και η συμπεριφορά του δευτέρου των κατηγορουμένων, ο οποίος αν και υποψιάστηκε, όπως απολογούμενος υποστήριξε, ότι ο ασθενής είχε υποστεί μηνιγγίτιδα και διέκρινε την διαρροή ΕΝΥ, έστω και μικρής ποσότητας, ενδεικτική όμως της δυνατότητας μόλυνσής του και ανταποκρινόμενος σε απαίτηση των οικείων του ασθενούς για κλήση λοιμωξιολόγου, η οποία τελικά δεν ήρθε, εν τούτοις, συναινεί και αυτός στην έξοδο του ασθενούς παρά την ύπαρξη πυρετού χωρίς ούτε καν να δει τις εξετάσεις στις οποίες είχε αυτός υποβληθεί και τα πορίσματά των τα οποία όμως παρέπεμπαν σε μηνιγγίτιδα. Βέβαια, στην συνέχεια υποστήριξε ότι η μόλυνση δεν είχε προσβάλει το τμήμα που αυτός είχε επέμβει πλην όμως εκτός του ότι αυτό δεν αποδείχθηκε με τρόπο κατηγορηματικό αφού δεν στάλησαν δείγματα προς εξέταση εν τούτοις, γνώριζε, (άλλωστε είχε υποψιαστεί όπως ομολόγησε) τους κινδύνους που περιέκλειε η όλη επέμβαση και όφειλε, ως θεράπων ιατρός, αφενός μεν να ελέγξει τις εξετάσεις που υποβλήθηκε ο ασθενής και αφετέρου να αποκλείσει ή εμποδίσει την έξοδό του απαιτώντας την θεραπευτική του αγωγή με την κατάλληλη αντιβίωση. Εξάλλου και αυτός όπως ο πρώτος είναι διακεκριμένοι επιστήμονες, όπως όλοι οι μάρτυρες βεβαιώσαν, και εάν επιδείκνυαν, έστω την επιμέλεια και προσοχή που ο μέσος ιατρός μπορούσε και όφειλε να επιδείξει θα διαπίστωναν την προσβολή του ασθενούς από μηνιγγίτιδα και θα έδιναν την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή η οποία θα εμπόδιζε την ανάπτυξη του σταφυλόκοκκου και την αδυναμία θεραπείας αυτού, αφού, γνώριζαν την συμπεριφορά του συγκεκριμένου μικροβίου να επικολλάται σε ξένα σώματα και την δυσκολία που θα είχε μία προσπάθεια αφαίρεσης του μολυσμένου ξένου σώματος όταν μάλιστα ο ασθενής είχε υποβληθεί σε διπλή επέμβαση που περιελάμβανε και σπονδυλοδεσία η οποία ήταν αδύνατο να αφαιρεθεί. Αποτέλεσμα της άνω αμελούς συμπεριφοράς των ήταν να υποστεί μηνιγγίτιδα ο ασθενής και επέλθει ο θάνατος του εξαιτίας αυτής, αφού οι προσπάθειες των τρίτου και τετάρτου δεν ήταν δυνατό να ανατρέψουν την κατάσταση του ασθενούς. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε αμελής συμπεριφορά του δεύτερου των κατηγορουμένων στην διαδικασία σπονδυλοδεσίας ώστε να πρέπει να του αποδοθεί σχετική ευθύνη ούτε ότι αυτοί όφειλαν να βρίσκονται κατά την διάρκεια της επέμβασης στο ... αφού δεν ανήκαν στο προσωπικό του και δεν είχαν ως εκ τούτου ανάλογη δυνατότητα. Θα πρέπει συνεπώς με βάση τα ανωτέρω να κηρυχθούν ένοχοι οι δύο πρώτοι των κατηγορουμένων και αθώοι οι τρίτος και τέταρτος της πράξεως που τους αποδίδεται, κατά τον επιτρεπτό σαφέστερο προσδιορισμό του τρόπου τελέσεως αυτής. (ΑΠ 692/97 ΠΧ ΜΗ/179) που αναφέρεται πιο πάνω και ορίζεται στο διατακτικό". Στη συνέχεια το δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους και ήδη αναιρεσείοντες της πράξεως της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και επέβαλε στον καθένα απ' αυτούς ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία. Ειδικότερα, κηρύχθηκαν ένοχοι του ότι: "Στην Αθήνα Κατά το από 10 Ιανουαρίου μέχρι 24 Ιανουαρίου 2002 χρονικό διάστημα, όντας διακεκριμένοι ιατροί, ο μεν πρώτος, Χ2 νευροχειρουργός, αναπληρωτής καθηγητής της οικείας έδρας στο Πανεπιστήμιο ... και ο δεύτερος Χ1 ορθοπεδικός, αναπληρωτής και αυτός καθηγητής στην οικεία έδρα στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου ... και διευθυντές των αντίστοιχων κλινικών (νευροχειρουργικής και ορθοπεδικής) στο Νοσοκομείο ..., από αμέλειά των, δηλαδή, από έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλαν, ως θεράποντες ιατροί του ασθενούς Θ1, κατά τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν, δεν προέβλεψαν, το, εκ των κατωτέρω παραλείψεών των επελθόν αποτέλεσμα και έτσι την 31-3-02 επέφεραν τον θάνατο του Θ1. Ειδικότερα, αυτοί, αφού προέβησαν, στον ασθενή Θ1, αφαίρεσης καλοήθους νευριμώματος που βρισκόταν μεταξύ του πρώτου και τρίτου σπονδύλου της αυχενικής μοίρας και τοποθέτηση τεχνητής μήνιγγας στο αφαιρεθέν τμήμα της φυσικής μήνιγγας, και, ο δεύτερος σε σπονδυλοδεσία μεταξύ του πρώτου και του τρίτου σπονδύλου της αυχενικής μοίρας, στην συνέχεια, κατά παράβαση του αντικειμενικώς επιβαλλόμενου καθήκοντος επιμέλειας και των κοινώς αναγνωρισμένων κανόνων της ιατρικής επιστήμης, καίτοι η συμπτωματολογία του παθόντος (υψηλός πυρετός, συγχυτικά φαινόμενα) δεν ήταν συμβατή με την χρονική μετεγχειρητική περίοδο, από συγκλίνουσα αμέλειά των, αφενός μεν, δεν εξετίμησαν ορθά την εκδηλωθείσα στον παθόντα συμπτωματολογία (πυρετός, συγχυτικά φαινόμενα), ούτε τις εξετάσεις (γενική ΕΝΥ) στις οποίες είχε αυτός υποβληθεί και τα πορίσματα της οποίας παρέπεμπαν ευθέως σε παθογόνο κατάσταση, (μηνιγγίτιδα), η οποία είναι συχνή επιπλοκή της νευροχειρουργικής επεμβάσεως στην οποία είχε ο θανών υποβληθεί, ούτε φρόντισαν για επανάληψή της, αφετέρου δεν φρόντισαν εγκαίρως (πριν από την 17-1-02), για την διεξοδική αντιμετώπιση της αιτίας των προαναφερομένων συμπτωμάτων και τη δραστική καταπολέμησή των με την κατάλληλη αντιβιοτική θεραπευτική αγωγή (ενδοφλέβια χορήγηση βανκομυκίνης). Επιπροσθέτως, παρά το γεγονός ότι συνεχιζόταν η πυρετική κίνηση του ασθενούς και είχε αρχίσει αυτός μετά την 17-1-02 να λαμβάνει ενδοφλέβια αντιβιοτική αγωγή η οποία είχε αρχίσει να δείχνει σημεία βελτίωσης του και επιβαλλόταν η συνέχιση της παραμονής του στο νοσοκομείο και η στενή του ιατρική παρακολούθηση, δεδομένου ότι η κατάλληλη θεραπευτική αγωγή περιελάμβανε ενδοφλέβια χορήγηση αντιβιοτικών, και συχνές εξετάσεις του ΕΝΥ και ΟΝΠ, υπέδειξαν στον παθόντα ότι δεν χρήζει περαιτέρω νοσηλείας στο νοσοκομείο ... και την 24-1-02 του χορήγησαν εξιτήριο. Αποτέλεσμα της εξόδου του νοσοκομείου ήταν να διακοπεί η ενδοφλέβια χορ5ήγηση αντιβίωσης, εδραιωθεί ο σταφυλόκοκκος αποικίζοντας τα ξένα σώματα, ο ασθενής υποτροπιάσει και λόγω ακριβώς του είδους και της ιδιότητας του σταφυλόκοκκου να αποικίζει τα ξένα σώματα(τεχνική μήνιγγα), δεν καταστεί δυνατή η αναστροφή της νοσηρής κατάστασης της υγείας του από τους γιατρούς του ... (τρίτο και τέταρτο των κατηγορουμένων) στο οποίο τον παρέπεμψε ο πρώτος και εισήλθε την 27-1-08 σε κατάσταση πλήρους σύγχυσης, και, καταλήξει την 31-1-02 από καρδιοαναπνευστική ανακοπή ως αποτέλεσμα του εγκεφαλικού οιδήματος που είχε προκαλέσει η μηνιγγίτιδα). Με τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, ήτοι της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 15, 26 παρ.1β, 28 και 302 του ΠΚ, που εφαρμόστηκαν, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Το Δικαστήριο δε που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση του, αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα, όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκαν ένοχοι οι κατηγορούμενοι. Ειδικότερα, αιτιολογούνται οι παραδοχές εκείνες, σύμφωνα με τις οποίες αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, όντες διακεκριμένοι ιατροί και δη, ο μεν Χ2 ως νευροχειρουργός, που επιχείρησε τη χειρουργική επέμβαση στον εγκέφαλο του ασθενούς Θ1, για την αφαίρεση του νευρινώματος και στην τοποθέτηση τεχνητού μοσχεύματος, ο δε Χ1 ως ορθοπεδικός, που ανέλαβε στην ίδια αυτή επέμβαση το τμήμα της σπονδυλοδεσίας, μεταξύ του 1ου και 3ου σπονδύλου της αυχενικής μοίρας, από αμέλειά τους, δηλαδή από έλλειψη της επιμέλειας και της προσοχής την οποία όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, επέφεραν το θάνατο του ως άνω ασθενούς, Θ1. Τούτο γιατί, λόγω των εξειδικευμένων γνώσεών τους και της επιστημονικής τους επάρκειας, ως Πανεπιστημιακών λειτουργών και των κοινώς παραδεδεγμένων ιατρικών ικανοτήτων τους, είχαν τη δυνατότητα, ως θεράποντες ιατροί να προβλέψουν ότι ο ασθενής Θ1, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στην Κλινική ..., είχε υποστεί λοίμωξη των μηνίγγων. Πράγματι, τα αντικειμενικά ευρήματα που εμφάνιζε ο ασθενής, σε συνδυασμό με τα αποτελέσματα των εργαστηριακών και των λοιπών εξετάσεων, τα οποία παρέπεμπαν ευθέως σε παθογόνο κατάσταση, τουλάχιστον, θα έπρεπε να ανησυχήσουν τους θεράποντες ιατρούς. Αντίθετα, αυτοί (οι αναιρεσείοντες), με κοινή συναίνεση τους, χωρίς μάλιστα να έχει υποβληθεί προηγουμένως, από μέρους του ασθενούς ή των οικείων του ανάλογο αίτημα για την έξοδό του από την ως άνω θεραπευτική μονάδα, και χωρίς ο ασθενής να εμφανίσει βελτίωση που να δικαιολογεί την έξοδό του, επέτρεψαν αυτή και του χορήγησαν στη συνέχεια το οικείο εξιτήριο. Πράγματι, ενώ, η κοινή χειρουργική επέμβαση για την εξαίρεση του νευρινώματος, πραγματοποιήθηκε την 10-1-2002 και η μετεγχειρητική πορεία των δυο πρώτων ημερών εξελισσόταν ομαλά, την τρίτη μετεγχειρητική ημέρα εκδηλώθηκε στην περιοχή του τραύματος, διαφυγή εγκεφαλονωτιαίου υγρού (ΕΝΥ), παράλληλα δε την 14-1-2002 (τετάρτη μετεγχειρητική ημέρα), ο ασθενής εμφάνισε υψηλό πυρετό 39ο βαθμών Κελσίου, που συνεχίστηκε και την επομένη ημέρα 15-1-2002, εν τούτοις, οι αναιρεσείοντες επέτρεψαν την έξοδό του ασθενούς από την Κλινική, στην οποία αυτός νοσηλευόταν. Επιπρόσθετα, οι εργαστηριακές εξετάσεις που διενεργήθηκαν, την 16-1-2002, με εντολή του νευροχειρουργού Β2, επιμελητή της κλινικής στην οποία προϊστατο ο κατηγορούμενος Χ2 ανέδειξαν την ύπαρξη 1800 κυττάρων, σε ποσοστό 95% πολυμορφοπύρηνων, γεγονός που οδήγησε τους θεράποντες ιατρούς στην αλλαγή της θεραπευτικής αγωγής και συγκεκριμένα στη διακοπή των αντιβιοτικών ROSEPHIN και BRIKLIN και τη χορήγηση των ιδιοσκευασμάτων PRIMAXIN και VONCON, ενόψει του ότι τα αποτελέσματα του εγκεφαλονωτιαίου υγρού (ΕΝΥ), παρέπεμπαν σε λοίμωξη των μηνίγγων. Ο ασθενής όμως, εξακολουθούσε και τις επόμενες ημέρες της νοσηλείας του, ήτοι την 17-1-2002, 18-1-2002, 19-1-2002, 20-1-2002, 21-1-2002 και 22-1-2002, να εμφανίζει υψηλό πυρετό, που κυμαινόταν μεταξύ 38,5 και 39 βαθμών Κελσίου, ο οποίος μετά πρόσκαιρη πτώση του, στη συνέχεια τις πρωϊνές ώρες της 24-1-2002 έφθασε και πάλι στους 38 βαθμούς Κελσίου. Την ίδια ημέρα, ήτοι, την 24-1-2002 και ενώ, όπως προαναφέρθηκε, ο ασθενής εξακολουθούσε να εμφανίζει υψηλό πυρετό και τα αποτελέσματα του εγκεφαλογραφήματος και της ΜRΙ,(μαγνητικής τομογραφίας), δεν είχαν εισέτι εκδοθεί, επιπρόσθετα δε τα αποτελέσματα του εγκεφαλονωτιαίου υγρού, παρέπεμπαν σε λοίμωξη των μηνίγγων, οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες, επέτρεψαν την έξοδο του ασθενούς από την κλινική, με οδηγίες για επανεξέταση του, μετά παρέλευση ενός μηνός, ενώ στο σχετικό εξιτήριο που υπογράφεται από τον επιμελητή της κλινικής, που διευθύνεται από τον κατηγορούμενο Χ2 σημειώνεται ότι ο ασθενής εξέρχεται με ύφεση των νευρολογικών συμπτωμάτων και της πυρετικής κίνησης, η οποία όπως προαναφέρθηκε κατά την ημέρα της εξόδου του, δεν είχε καθοδική πορεία, αφού ο ασθενής εμφάνιζε θερμοκρασία 38 βαθμών Κελσίου. Η εξακολούθηση του φαινομένου της υπερπυρεξίας του ασθενούς, η οποία για τις δυο πρώτες μετεγχειρητικές ημέρες, αποδόθηκε κατά τους θεράποντες στη χειρουργική επέμβαση και παρά το γεγονός ότι αντιμετωπίστηκε με τη χορήγηση αντιπυρετικών, προκάλεσε την, από μέρους του κατηγορουμένου Χ1 λόγω της δημιουργίας σ' αυτόν υπονοιών, για την ύπαρξη μηνιγγίτιδος, πρόσκληση ειδικού ιατρού της λοιμωξιολόγου,Ρ1, Καθηγήτριας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η τελευταία όμως, δεν κατέστη δυνατό να εξετάσει τον ασθενή και στη συνέχεια αυτός (ασθενής), εξετάσθηκε από τον ιατρό νευρολόγο Β1. Ο τελευταίος στη σχετική γνωμάτευσή του, με χρονολογία 22-1-2002, πιστοποιεί μεταξύ άλλων, την εμφάνιση συγχυτικών φαινομένων με ψευδαισθήσεις, ενώ παράλληλα υπέδειξε ότι ο ασθενής χρήζει ΗΕΓ, προκειμένου να αποκλεισθεί η ύπαρξη ερεθιστικής εστίας. Σημειώνεται, ακόμη, ότι τα συγχυτικά φαινόμενα τα οποία παρουσίαζε ο ασθενής, κατά το διάστημα της ως άνω νοσηλείας του στην Κλινική, σε σημείο ώστε να μην είναι δυνατή η από μέρους του αναγνώριση των οικείων του, ακόμη δε αυτής της συζύγου και των τέκνων του, εξακολούθησαν και μετά την έξοδό του από τη συγκεκριμένη Κλινική, η οποία επισυνέβη την 24-1-2002. Το γεγονός αυτό, ήτοι της επισφαλούς καταστάσεως της υγείας που παρουσίαζε ο ασθενής, κατά τη στιγμή της εξόδου του, ήταν αποτρεπτικό μιας ανάλογης ενέργειας των κατηγορουμένων, οι οποίοι δεν θα έπρεπε να του χορηγήσουν εξιτήριο, προτού διαβεβαιωθούν οι ίδιοι, ότι είναι εξασφαλισμένη η ομαλή πορεία της υγείας του και ότι αυτός δεν διατρέχει τουλάχιστον άμεσο κίνδυνο. Αντίθετα, θα έπρεπε τουλάχιστον να προβληματισθούν για την πορεία της υγείας του ασθενούς τους, πολύ περισσότερο που, τη στιγμή εκείνη τα αντικειμενικά δεδομένα και η γενική του κατάσταση, δεν παρείχαν ευοίωνες ενδείξεις γι' αυτόν. Επίσης, αιτιολογείται η παραδοχή, σύμφωνα με την οποία αμφότεροι οι κατηγορούμενοι είχαν τη δυνατότητα, όχι μόνο λόγω των ιατρικών γνώσεων, της ιατρικής επάρκειας, των ικανοτήτων τους, και της επιστημοσύνης τους, ενόψει κυρίως των ευρημάτων και των αποτελεσμάτων των ιατρικών και εργαστηριακών εξετάσεων που προαναφέρθηκαν, αλλά και του γεγονότος ότι αυτοί οι ίδιοι είχαν επιχειρήσει την χειρουργική επέμβαση, να προβλέψουν ότι ο ασθενής είχε υποστεί λοίμωξη των μηνίγγων. Προσέτι δε, γιατί γνώριζαν ότι το είδος και η σοβαρότητά της επεμβάσεως στην οποία υποβλήθηκε ο ασθενής, ενείχε τον κίνδυνο ανάπτυξης μετεγχειρητικής μηνιγγίτιδας, και γιατί γνώριζαν αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, ότι κατά τη στιγμή της εξόδου του από την Κλινική ..., υπήρχε αφενός μεν μερική διαρροή (διαφυγή) εγκεφαλονωτιαίου υγρού, αφετέρου δε εξακολουθούσε ο ασθενής να εμφανίζει πυρετό, χωρίς να αποδίδεται η εμπύρετη κατάσταση σε οποιαδήποτε άλλη αιτία. Σε κάθε δε περίπτωση ενώ υπήρχαν σοβαρές υπόνοιες για την προσβολή του ασθενούς τους, από λοίμωξη των μηνίγγων, επέτρεψαν αμφότεροι οι αναιρεσείοντες ιατροί, να εξέλθει του θεραπευτηρίου ο ασθενής και να παραμείνει οίκοι. Αιτιολογείται ακόμη η παραδοχή, ότι εξαιτίας αυτής της αμελούς συμπεριφοράς των κατηγορουμένων, και της πρόωρης εξόδου του ασθενούς από το Νοσοκομείο, ήταν δυνατό να αναπτυχθεί ο σταφυλόκοκκος, και εξ' αυτού του λόγου, να δημιουργηθούν αποικίες μικροβίων και να καταλήξει ο ασθενής από μηνιγγίτιδα, την 31-3-2002 στο Νοσοκομείο ..., όπου είχε διακομισθεί, από τις βραδινές ώρες της 27ης προς 28-1-2002. Επίσης, αιτιολογείται η παραδοχή σύμφωνα με την οποία, υφίσταται αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων και του επελθόντος αποτελέσματος, ήτοι του θανάτου του Θ1, καθώς επίσης αιτιολογείται αφενός μεν, η ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή των κατηγορουμένων, να αποτρέψουν το ως άνω αποτέλεσμα, αφετέρου δε και το είδος της αμέλειάς τους. Τούτο, γιατί, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, αιτιολογείται η παραδοχή α) ότι η μηνιγγίτιδα είχε εμφανιστεί κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του ασθενούς στην Κλινική ..., η ύπαρξη της οποίας διαπιστώθηκε μόνο στο Νοσοκομείο ... και οι κατηγορούμενοι αν κατέβαλαν την επιμέλεια και την προσοχή που, ο μέσος ιατρός καταβάλει, θα μπορούσαν να διαπιστώσουν, ότι ο ασθενής τους είχε προσβληθεί από μηνιγγίτιδα και ακολουθώντας στη συνέχεια την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή, θα εμπόδιζαν ενδεχομένως την ανάπτυξη του σταφυλόκοκκου, και εξ' αυτού του λόγου και το τελικό αποτέλεσμα β) η ιδιαίτερη νομική υποχρέωσή τους, η οποία προκύπτει από το σύνολο της συμπεριφοράς τους, κυρίως δε από το γεγονός ότι οι αναιρεσείοντες υπήρξαν τα πρόσωπα εκείνα, που διενήργησαν την επίμαχη χειρουργική επέμβαση και παρακολούθησαν στη συνέχεια τη μετεγχειρητική πορεία του ασθενούς, ο οποίος νοσηλευόταν στην κλινική την οποία, όχι μόνο διηύθυνε ο κατηγορούμενος Χ2 αλλά ήταν και το πρόσωπο εκείνο, που είχε την ουσιαστική ευθύνη της παρακολούθησης και επιμέλειας της πορείας της υγείας του συγκεκριμένου ασθενούς. Επίσης, όσον αφορά τον έτερο κατηγορούμενο Χ1 παρόλο που υποψιάστηκε τη λοίμωξη των μηνίγγων και διέκρινε ο ίδιος, έστω μερική διαρροή του Ε.Ν.Υ συναίνεσε στην έξοδο από την κλινική του ασθενούς, προτού ολοκληρωθεί η θεραπεία του και βεβαιωθεί προηγουμένως, για τη βελτίωση της υγείας του. Δεν θα πρέπει, επίσης, να παραβλεφθεί το γεγονός, σύμφωνα με τις οικείες παραδοχές της αποφάσεως, ότι ο εκ των κατηγορουμένων Χ2 ανεξάρτητα της σχέσεως εμπιστοσύνης αυτού προς το ιατρικό επιτελείο της κλινικής, που αυτός προϊστατο, μετά την επέμβαση που πραγματοποίησε στον ασθενή Θ1, δεν τον επισκέφθηκε έστω μια φορά, ενώ στις επανειλημμένες εκκλήσεις των οικείων του, να επισκεφθεί το νοσηλευόμενο ασθενή του, αυτός δεν ανταποκρίθηκε, και γ) προσδιορίζεται το είδος της αμέλειάς τους, και συγκεκριμένα αυτό της μη συνειδητής αμέλειας, χωρίς να δημιουργείται οποιαδήποτε ασάφεια και αντίφαση μεταξύ των παραδοχών του αιτιολογικού και του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, ώστε να μη στερείται η απόφαση νόμιμης βάσης. Πράγματι, από το συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, προκύπτει ότι το δικαστήριο δέχθηκε ότι το αποτέλεσμα του θανάτου του ασθενούς Θ1, ήταν μεν αποτέλεσμα της αμελούς συμπεριφοράς των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, όπως προαναφέρθηκε, όμως, λόγω μη καταβολής της προσοχής που όφειλαν, δεν προέβλεψαν ότι μπορεί να προέλθει το αποτέλεσμα του θανάτου. Κατόπιν όλων αυτών, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.ΠΔ, προβαλλόμενος δεύτερος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ1 καθώς και ο πρώτος του κυρίου δικογράφου και ο αντίστοιχος πρώτος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως του Χ2 με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση, για έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και για έλλειψη νόμιμης βάσης, πρέπει να απορριφθούν, ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως και οι επ' αυτών πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία θα πρέπει να επιβληθούν χωριστά για τον καθένα απ' αυτούς (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων, ως πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δικ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-9-2008 αίτηση του Χ1 ιατρού, κατοίκου ... και τους επ' αυτής από 10-4-2009 πρόσθετους λόγους και την από 22-9-2008 αίτηση του Χ2 ιατρού, κατοίκου ..., και τους επ' αυτής από 9-4-2009 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ' αριθμό 5433α και 5433/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, για τον καθένα από τους αναιρεσείοντες, καθώς και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων, που ορίζεται σε πεντακόσια (500) ευρώ για τον καθένα αναιρεσείοντα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2009 και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο στην Αθήνα στις 30 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή