Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1645 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Φοροδιαφυγή, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπέρβαση εξουσίας.




Περίληψη:
Αποδοχή εικονικών τιμολογίων. Δεν υπάγεται στη ρύθμιση του άρθρου 24 §2 Ν. 2523/1997. Απορρίπτει λόγους για υπέρβαση εξουσίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου.




Αριθμός 1645/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2009, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κοσμάτο, περί αναιρέσεως της 8655/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγον το ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσία του, Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μαρία - Λουΐζα Μπακαλάκου.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Σεπτεμβρίου 2008 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1673/2008.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 19 παρ. 1 και 4 του Ν. 2523/1997, υπό την ισχύ του οποίου φέρεται ότι τελέσθηκε η συγκεκριμένη πράξη φοροδιαφυγής, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ. 1 του Ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών, εικονικό δε είναι το στοιχείο που εκδίδεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολο της ή εν μέρει. Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διατάξεως του άρθρου 21 παρ.2 του ίδιου νόμου, σύμφωνα με την οποία η αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων διώκεται αυτεπαγγέλτως και η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας, με τις διατάξεις των άρθρων 1 και επ. του ν. 3259/2004, οι οποίες ορίζουν τις προϋποθέσεις για την εκούσια περαίωση φορολογικών υποθέσεων και ρύθμιση ληξιπροθέσμων χρεών, προκύπτει ότι η αξιόποινη πράξη της εκδόσεως και αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, δεν υπάγεται στις διατάξεις αυτές, ούτε στις διατάξεις του άρθρου 24 παρ.2 του Ν. 2523/1997, όπως η παρ. αυτή αντικ. με το άρθρο 12 παρ. 4 του Ν.2753/1999, οι οποίες ορίζουν, ότι σε περίπτωση επίτευξης διοικητικού ή δικαστικού συμβιβασμού, συνολικού για κάθε φορολογία, δεν εφαρμόζονται οι ποινικές διατάξεις του νόμου αυτού, δηλαδή του Ν. 2523/1997. Η μη υπαγωγή του παραπάνω εγκλήματος στις ρυθμίσεις του Ν. 3259/2004 προκύπτει από το ότι η ποινική δίωξη κινείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της οικείας οικονομικής υπηρεσίας, σε αντίθεση με τις διαδικασίες που ακολουθούνται στις άλλες περιπτώσεις των αξιοποίνων φορολογικών παραβάσεων, για τις οποίες ορίζεται ότι η ποινική δίωξη δεν αρχίζει πριν από την τελεσίδικη κρίση του διοικητικού δικαστηρίου στην προσφυγή που ασκήθηκε ή σε περίπτωση μη άσκηση προσφυγής πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την πάροδο της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο νομοθέτης, προκειμένου να άρει σχετική αμφισβήτηση, με το άρθρο 28 παρ. 1ζ του Ν.3697/2008, όρισε ότι στις παραπάνω ρυθμίσεις δεν υπάγεται η αξιόποινη πράξη της εκδόσεως πλαστών η εικονικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων. Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες, για την αξιόποινη πράξη της αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, κατ' εξακολούθηση και επέβαλε ποινή φυλάκισης δεκαπέντε μηνών στον καθένα. Κατά την εκδίκαση της υπόθεσης στο δικαστήριο εκείνο οι αναιρεσείοντες προέβαλαν τον, και πρωτοδίκως προβληθέντα, ισχυρισμό, ότι η εταιρεία της οποίας είναι μέλη περαίωσε τις υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος και των λοιπών φορολογικών αντικειμένων των διαχειριστικών περιόδων μέχρι και την 31-12-2002. Προς τούτο μάλιστα υπογράφηκε η σχετική πράξη που συντάχθηκε στο ειδικό Μηχανογραφημένο Εκκαθαριστικό Σημείωμα του Προϊσταμένου της ... Δ.Ο.Υ. και καταβλήθηκαν τα οριζόμενα ποσά της προκαταβολής και των δόσεων που καθορίσθηκαν. Ως εκ τούτου, ενόψει της ολικής διοικητικής επίλυσης της διαφοράς και κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 24 παρ. 2 του Ν.2523/1997, κατά την οποία, στην προκείμενη περίπτωση, δεν εφαρμόζονται οι ποινικές διατάξεις του Ν. 2523/1997 δηλαδή και εκείνες του άρθρου 19, για την παράβαση του οποίου ήταν κατηγορούμενοι, ζήτησαν να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη για την πράξη αυτή. Τον ισχυρισμό αυτό απέρριψε το παραπάνω δικαστήριο ως μη νόμιμο και στη συνέχεια κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους. Με τον πρώτο λόγο (στοιχ. ΙΙΙα) των αιτήσεων τους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' του ΚΠΔ ότι το Δικαστήριο, απορρίπτοντας τον παραπάνω ισχυρισμό και εκδικάζοντας στην ουσία της την υπόθεση,1) υπερέβη την εξουσία του και 2) εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 19, 24 παρ. 2 του Ν.2523/1997, 1,3,5,9 του Ν.3259/2004. Σύμφωνα όμως με όσα προαναφέρθηκαν οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες και συνεπώς αβάσιμος είναι και ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως και πρέπει να απορριφθεί.
Η ποινική δίωξη για τα αδικήματα του άρθρου 19 του ν.2523/1997, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, ασκείται με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και ύστερα από απλή μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο.
Συνεπώς, δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση αυτής η έκδοση τελεσίδικης απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου επί της ασκηθείσας προσφυγής και σε περίπτωση μη άσκησης προσφυγής, η οριστικοποίηση της φορολογικής εγγραφής με την παρέλευση της νόμιμης προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής κατά της εγγραφής αυτής. Έτσι η έκδοση τελεσίδικης απόφασης από το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο επί προσφυγής που ασκήθηκε από τον ελεγχόμενο, με την οποία (απόφαση) ακυρώθηκαν η έκθεση ελέγχου και οι αποφάσεις περί επιβολής προστίμου που εκδόθηκαν από την αρμόδια φορολογική αρχή σε βάρος του τελευταίου για αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων καμία έννομη συνέπεια δεν έχει ως προς την ασκηθείσα για το εν λόγω αδίκημα ποινική δίωξη και δεν δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο ως προς το αν τελέσθηκε ή όχι η άνω άδικη πράξη. Επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι δεύτερος και τέταρτος (με στοιχ. ΙΙΙβ και ΙΙΙδ) λόγοι των αιτήσεων αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' ΚΠΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τις αιτιάσεις ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο 1)υπερέβη την εξουσία του και 2) εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, με το να απορρίψει τον προβληθέντα ισχυρισμό τους και να μη κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη, για παράβαση του άρθρου 19 του ν.2523/1997, που ασκήθηκε σε βάρος τους, για το λόγο ότι, ύστερα από προσφυγές των τελευταίων, ακυρώθηκαν, με αποφάσεις του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η έκθεση ελέγχου και οι πράξεις επιβολής προστίμου.
Από τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 και 4 του Ν.2523/1997 προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, ότι επί του προβλεπομένου από το άρθρο 19 του ίδιου νόμου αδικήματος της φοροδιαφυγής, δια της εκδόσεως ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων, η ποινική δίωξη ασκείται άμεσα με βάση τα πορίσματα του φορολογικού ελέγχου και τη μηνυτήρια αναφορά του προϊσταμένου της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας (ΔΟΥ) ή του προϊσταμένου της υπηρεσίας που διενήργησε τον έλεγχο, σε περίπτωση που ο έλεγχος διενεργήθηκε από όργανα του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.) ή των Ελεγκτικών Κέντρων του άρθρου 3 του ν.2343/1995. Στις περιπτώσεις αυτές, κατά την υποβολή της μηνυτήριας αναφοράς στον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών δεν είναι απαραίτητη η σύνταξη εκθέσεως καταθέσεως, αφού κάτι τέτοιο δεν προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις του ν. 2523/1997. Εξάλλου, η μηνυτήρια αναφορά του άρθρου 19 του ανωτέρω ν. 2523/1997, δεν ταυτίζεται με την αίτηση διώξεως του άρθρου 41 ΚΠΔ, ώστε να απαιτείται σύνταξη εκθέσεως καταθέσεως. Επομένως, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο τρίτος (με στοιχ. ΙΙΙγ) λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η' ΚΠΔ, με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο υπερέβη την εξουσία του, με το να μη κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη για παράβαση του άρθρου 19 του ν.2523/1997, που ασκήθηκε κατά των αναιρεσειόντων, λόγω μη συντάξεως εκθέσεως καταθέσεως της μηνυτήριας αναφοράς. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς εξέταση στις αιτήσεις, πρέπει αυτές να απορριφθούν στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ), καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος νομίμως ως πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) περιοριζόμενη, όπως στο διατακτικό, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν.3693/1957 όπως ισχύει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 10-9-2008 αιτήσεις των Χ1 και Χ2, για αναίρεση της με αριθμό 8655/2008 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα, καθώς και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος Ελληνικού Δημοσίου την οποία προσδιορίζει σε εκατόν πενήντα (150) ευρώ, για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή