Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2075 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγωγή διεκδικητική, Χρησικτησία.




Περίληψη:
Αγωγή διεκδικητική ακινήτου. Στρέφεται κατά του νομέα ή κατόχου. Απόκτηση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία. Λόγοι από τους αριθμούς 1, 19 και 11γ ΚΠολΔ, αβάσιμοι (Επικυρώνει ΕφΠατρ 383/2019).




Αριθμός 2075/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι. Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Σ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Πρωτόπαπα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. χήρας Ι. Σ., ..., 2)Κ. Σ. του Ι. και 3)Ε. Σ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ειρήνη Μαρούπα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/8/1991 αγωγή του αρχικού διαδίκου Ι. Σουράδου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ... του ίδιου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ... λόγω αρμοδιότητας, 60/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., 40/2005 διορθωτική της πρώτης και 115/2009 του Εφετείου Πατρών. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1176/2011 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που την αναίρεσε, και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 383/2013 απόφαση του Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 11/12/2013 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 26/7/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 1094 του ΑΚ ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από τον νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, κατά δε το άρθρο 1045 του ίδιου ΑΚ για την απόκτηση της κυριότητας πράγματος, κινητού ή ακινήτου, με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται εικοσαετής νομή, φυσική δηλαδή εξουσία (κατοχή) με διάνοια κυρίου (αρθρ.974 ΑΚ), του χρησιδεσπόζοντος επί του πράγματος. Εξάλλου ο κατά το άρθρο 559 αρ.1 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο εφαρμόζει τέτοιον κανόνα, του οποίου, ενόψει των πραγματικών παραδοχών του δικαστηρίου, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ δεν εφαρμόζει κανόνα, του οποίου, ενόψει των ίδιων παραδοχών, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ο δε λόγος αναιρέσεως από τον αρ.19 του ίδιου άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται επίσης όταν το δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του προσήκοντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Τέλος, και ο κατά το ίδιο άρθρο 559 αρ.11 περ.γ'του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα που είχαν προσκομίσει και επικαλεστεί οι διάδικοι.
ΙΙ. Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε τα ακόλουθα, βάσει των οποίων και έκανε δεκτή, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα ίδια, την ένδικη διεκδικητική αγωγή Ι. Σ., δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσιβλήτων - κληρονόμων του: "Το επίδικο είναι ένα οικόπεδο εκτάσεως 750 τ.μ. ευρισκόμενο εντός του χωριού ... νομού ..., το οποίο συνορεύει γύρωθεν ανατολικά με ιδιοκτησίες ..., δυτικά με παλαιά οικία Β. Σ. (εναγομένου), νότια με ιδιοκτησία Π. Σ. και βόρεια με κοινοτικό δρόμο εντός του οποίου υπάρχει ισόγεια οικία. Ο αρχικός ενάγων κατέστη κύριος του ως άνω επιδίκου δυνάμει της υπ'αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης του αποβιώσαντος το έτος 1967 πατρός του Κ. Σ. που συντάχθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Πύργου Π. Νικολάου Δημητρακόπουλου και δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα ... πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Πρωτοδικείου ..., την οποία αποδέχτηκε νόμιμα με την υπ'αριθμ. ... πράξη του Συμβολαιογράφου Πύργου Π. Ιωάννου Πάσχου, που έχει νόμιμα μεταγραφεί στον τόμο ... και αριθμό ... του Βιβλίου Μεταγραφών του τέως Δήμου Ολυμπίων. Ειδικότερα, ο διαθέτης Κ. Σ. του Ι., πατέρας των διαδίκων, κάτοικος εν ζωή της κοινότητας ... νομού ..., ο οποίος απεβίωσε στις 4-4-1967, ήταν κύριος ενός οικοπέδου μετά των επ' αυτού δύο οικιών, μίας ερειπωμένης και μίας νεόδμητης, ευρισκομένου εντός του χωριού ... νομού ..., εκτάσεως 2112,85 τ.μ., και συνορευομένου βόρεια με κοινοτικό δρόμο, ανατολικά με ιδιοκτησία ..., δυτικά με ιδιοκτησία Κ. Π. και νότια με ιδιοκτησία Γ.. Του ως άνω οικοπέδου, τμήμα του οποίου είναι το επίδικο, ο Κ. Σ. κατέστη κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας ασκώντας σ'αυτό τις στη φύση και τον προορισμό του διακατοχικές πράξεις νομής, διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα 30 ετών χωρίς να ενοχληθεί ποτέ από κανένα. Στην ως άνω διαθήκη ο ως άνω Κ. Σ. όρισε μεταξύ άλλων τον υιόν του Ι. -(αρχικό ενάγοντα, μετά το θάνατο του οποίου συνεχίζουν τη δίκη ως νόμιμοι κληρονόμοι του οι εφεσίβλητοι)-εγκαθιστά κληρονόμο του επί του ημίσεως διαιρετώς και προς το βορειοανατολικόν μέρος του όλου εκ του ανατολικώς της οικίας μου κειμένου εξ ενός και ημίσεως περίπου στρέμματος οικοπέδου μου", ήτοι επί του ως άνω επιδίκου ακινήτου. Τον υιόν του Π. -(ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη)- εγκαθιστά κληρονόμον του "επί του ετέρου ημίσεως οικοπέδου μου του απομένοντος μετά την μερίδαν του υιού μου Ι. και όπερ φθάνει νοτίως μέχρι του κρημνού". Τον υιόν του Β. (εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα) και τη σύζυγο του (κληρονομουμένου) Δ. εγκαθιστά ως κληρονόμους του "επί της λοιπής πάσης κινητής και ακινήτου περιουσίας μου και απαγορεύω στη σύζυγο μου να διαθέσει την εκ του ακινήτου μερίδαν της, ως αύτη περιέλθει μετά τον θάνατόν της εις τον υιόν μου Β.. Κατά το χρόνο σύνταξης της πιο πάνω διαθήκης, στις 31-1-1964, επί του παραπάνω ακινήτου ήταν κτισμένη μία διώροφος οικία στο βορειοδυτικό μέρος του όλου, στην οποία κατοικούσε ο διαθέτης με τη σύζυγό του και με τον εναγόμενο υιό του. Η οικία αυτή που αναφέρεται στη εν λόγω διαθήκη, μετά τη σύνταξη της διαθήκης, κατά το έτος 1965, καταστράφηκε λόγω σεισμού, που έλαβε χώρα στην περιοχή, και παρέμειναν μόνο οι τοίχοι του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο τμήμα του οικοπέδου όπου σύμφωνα με την παραπάνω διαθήκη θα εγκαθίστατο ως κληρονόμος ο αρχικώς ενάγων, κατασκευάστηκε από το διαθέτη, ο οποίος έλαβε δάνειο με ευνοϊκούς όρους λόγω του σεισμού ύψους 25.000 δρχ. από την Εθνική Τράπεζα (σεισμοδάνειο), νέα ισόγεια οικία, η οποία υφίσταται έως σήμερα. Στη νέα οικία διέμενε μέχρι το χρόνο του θανάτου του στις 4-4-1965 ο διαθέτης πατέρας των διαδίκων με τη σύζυγό του και τον εναγόμενο υιό τους και την οικογένεια του. Ακολούθως μετά το θάνατό του εξακολουθούσε να διαμένει σ' αυτό η μητέρα των διαδίκων μαζί με τον εναγόμενο και την οικογένειά του μέχρι το 1970 όπου και απεβίωσε. Η σύζυγος του διαθέτη και ο εναγόμενος το έτος 1968 έλαβαν δύο δάνεια από κοινού 15.000 και 5.000 από την Αγροτική Τράπεζα αντίστοιχα και αποπεράτωσαν την οικία και δη κατασκεύασαν κουζίνα, ενώ ο έτος 1990 ο εναγόμενος κατασκεύασε προσθήκη βεράντας στη νέα οικία. Στην ως άνω οικία διαμένει μέχρι σήμερα με την οικογένειά του ο εναγόμενος. Η ως άνω οικία σύμφωνα με τα ανωτέρω κατασκευάστηκε στο οικόπεδο που κληρονόμησε ο αρχικός ενάγων όπως προκύπτει από όλα τα αποδεικτικά μέσα και από το προαναφερόμενο σαφές περιεχόμενο της ως άνω δημόσιας διαθήκης, επί του οποίου δεν καταλείπεται αμφιβολία ούτε ως προς τα όρια ούτε ως προς την έκταση. Περαιτέρω δε η κυριότητα του αρχικού ενάγοντος επί του ως άνω επιδίκου οικοπέδου δεν αμφισβητήθηκε ποτέ από τον εναγόμενο, ούτε ζήτησε ποτέ την ακύρωση της διαθήκης, η δε οικία αυτή ουδέποτε έπαψε να ανήκει, ως συστατικό του οικοπέδου επί του οποίου ήταν κτισμένη, στον αρχικό ενάγοντα από την επαγωγή σ'αυτόν της κληρονομίας στην οποία εμπεριείχετο. Ο αρχικός ενάγων Ι. Σ ως κύριος της εν λόγω οικίας μάλιστα τοποθέτησε και επίπλωση εντός αυτής ενώ έκανε χρήση αυτής με την οικογένειά του στις διακοπές Χριστουγέννων, Πάσχα και στους θερινούς μήνες, καθόσον η κύρια κατοικία αυτού και της οικογενείας του ήταν στον Πειραιά, Το γεγονός ότι ο κύριος του ακινήτου και της επ' αυτού οικίας Ι. Σ ανεχόταν να κατοικεί εντός της οικίας που ανήκε σ'αυτόν, ο εναγόμενος, δεν καθιστά τov τελευταίο κύριο του ακινήτου δια εκτάκτου χρησικτησίας. Ειδικότερα ο εναγόμενος διέμενε στην ως άνω οικία καθόσον ήταν η οικία του πατρός των διαδίκων με τον οποίο μετά της οικογενείας του συγκατοικούσε ενόσω ζούσε, μετά δε τον θάνατο των γονέων των διαδίκων διέμενε εκεί με την ανοχή του κυρίου - αρχικού ενάγοντος. Ο ισχυρισμός του εναγομένου με τις προτάσεις του ότι ο κληρονομούμενος κατά το χρόνο του θανάτου δεν ήταν νομέας τμήματος 296,80 τ.μ, του όλου οικοπέδου του που καταλαμβάνει η ως άνω οικία μετά του πέριξ αυτής δυτικά και βόρεια χώρου για το λόγο ότι το έτος 1965 αυτός μεταβίβασε άτυπα το εν λόγω τμήμα λόγω δωρεάς στον εναγόμενο υιό του δεν αποδείχτηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο. Ειδικότερα δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό μέσο, ούτε κανένας από τους μάρτυρες (απόδειξης και ανταπόδειξης) καταθέτει ότι υπήρξε άτυπη δωρεά αυτού (του τμήματος αυτού με την οικία) προς τον εναγόμενο, ενώ ο κληρονομούμενος Κ. Σ. αν επιθυμούσε κάτι τέτοιο είχε τη δυνατότητα να προβεί σε αλλαγή της δημόσιας διαθήκης του που συνέταξε στις 31-1-1964. Όμως ο κληρονομούμενος δεν προέβη σε αλλαγή της διαθήκης μέχρι το χρόνο του θανάτου του στις 4-4-1967 από το έτος 1965 που ο εναγόμενος αναφέρει αβασίμως ότι έγινε άτυπη διανομή και δωρεά. Επομένως κύριος του επιδίκου ήταν ο αρχικώς ενάγων Ι. Σ, ο οποίος απεβίωσε αδιάθετος στις 10-1-1995. Μεταξύ των κληρονομιαίων στοιχείων του αρχικώς ενάγοντος συμπεριλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο, οι ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ'αυτούς κληρονομία με την υπ' αριθμόν ... δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Ν. Ερυθραίας Αικατερίνης Ζαχαρία-Μπασούκου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου Ολυμπίων στον τόμο ... και αριθμό .... Με τον τρόπο αυτό οι ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμου του αρχικού ενάγοντος στη θέση του οποίου υπεισήλθαν και συνεχίζουν τη δίκη κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου από το χρόνο θανάτου του αρχικώς ενάγοντος η μεν πρώτη κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου οι δε λοιποί κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαίρετου έκαστος και ο εναγόμενος πρέπει να αποδώσει την νομή του ως άνω ακινήτου σ'αυτούς (...)".


ΙΙΙ. Υπό τις προπαρατεθείσες παραδοχές του το Εφετείο α)δεν παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, την ειρημένη διάταξη του άρθρου 1094 του ΑΚ, αφού δέχεται ότι ο αναιρεσείων - εναγόμενος διαμένει "μέχρι σήμερα" με την οικογένειά του στην επίδικη οικία, πράγμα που σημαίνει ότι ο αναιρεσείων είναι κάτοχος της επίδικης οικίας (ο ίδιος άλλωστε υποστηρίζει ότι είναι νομέας της οικίας) και νομιμοποιείται ως εκ τούτου παθητικώς στην άσκηση της αγωγής, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1094 του ΑΚ, β)διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της ταυτότητας του επιδίκου και της μη περιελεύσεώς του στον αναιρεσείοντα - εναγόμενο με έκτακτη χρησικτησία, ο οποίος, κατά τις ίδιες παραδοχές, διέμενε στο επίδικο κατ'ανοχήν του ενάγοντος - αδελφού του, κυρίου του επιδίκου, και δεν το κατείχε διανοία κυρίου, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των προαναφερθεισών (ανωτ.υπό Ι) ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, ενώ, τέλος, γ)από την περιεχόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη διαβεβαίωση του Εφετείου ότι τα πραγματικά γεγονότα του δέχθηκε αποδείχθηκαν από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και όλα τα έγγραφα, τα οποία προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλον περιεχόμενο της απόφασης, προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα αναφερόμενα στον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου έγγραφα που είχε προσκομίσει και επικαλεστεί ο αναιρεσείων, ήτοι τα υπ'αριθμ.... πρακτικά συζητήσεως της αγωγής στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πύργου, στο οποίο είχε αναρμοδίως εισαχθεί η αγωγή και το οποίο την παρέπεμψε στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πύργου, και το έντυπο δηλώσεως Ε9 του αναιρεσείοντος. Επομένως οι αντίστοιχοι προς τα ανωτέρω πρώτος, από τον αριθμό 1, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος, από τον αριθμό 19, και πέμπτος από τον αριθμό 11γ'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
IV. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν'απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου (αρθρ.495 παρ.4 του ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-12-2013 αίτηση του Β. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 383/2013 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή