Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1719 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Απάτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία, Εξακολουθούν έγκλημα.




Περίληψη:
Κακουργηματική απάτη (κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια) κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση. Στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού. Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, για εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και για απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο λόγω του ότι δεν δόθηκε ο λόγος τελευταία στους συνηγόρους των κατηγορουμένων που τους εκπροσώπησαν (άρθρ. 369 ΚΠΔ). Απόρριψη όλων των λόγων των αιτήσεων αναίρεσης και των σχετικών πρόσθετων λόγων αυτών ως αβασίμων και απόρριψη των αιτήσεων αναίρεσης στο σύνολό τους.




Αριθμός 1719/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή-Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσείοντων-κατηγορουμένων: 1)Α. Μ. του Β. και 2)Β. Μ. του Δ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαράλαμπο Ξενίδη, για αναίρεση της υπ'αριθ.1312-1313/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Θεσ/νίκης. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) "Χ. Π. Α.Ε." και με τον διακριτικό τίτλο "ΓΕΩΡΓΙΚΗ", που εδρεύει στο … και εκπροσωπείται νόμιμα, ατομικά και για την εταιρεία και 2)Χ. Π. του Σ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σπυριδάκη.
Το Πενταμελές Εφετείο Θεσ/νίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Μαρτίου 2009 (δύο) αιτήσεις τους αναιρέσεως και στους από 12 Νοεμβρίου 2009 (δύο) προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 445/2009.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες υπ'αριθμ. 5 και 6/9-3-2009 αιτήσεις αναιρέσεως των Β. Μ. του Δ. και Α. Μ. του Β. αντίστοιχως, κατοίκων ..., κατά της υπ' αριθμ. 1312-1313/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτές και πρέπει να συνεκδικαζόμενες να εξετασθούν περαιτέρω. Μαζί τους θα συνεξετασθούν και οι από 12-11-2009 με ιδιαίτερα δικόγραφα ασκηθέντες πρόσθετοι επ'αυτών λόγο αναιρέσεως (άρθρο 509 παρ.2 ΚΠοινΔ).
Από τη διάταξη του άρθρου 386 παρ.1 του ΠΚ, προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του από αυτήν προβλεπομένου εγκλήματος της απάτης απαιτείται: 1)σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος, χωρίς να προσαπαιτείται και η πραγματοποίησή του, 2)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση των αληθινών, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε ο απατώμενος να προβεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, που ενέχει περιουσιακή διάθεση και συνεπάγεται περιουσιακή βλάβη και 3)βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τη συμπεριφορά (πράξη, παράλειψη ή ανοχή), στην οποία παραπείστηκε ο παθών. Κατά την παρ.3 εδ.α'του ίδιου άρθρου η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ'επάγγελμα ή κατά συνήθεια (βλ.άρθρο 13 περ.στ'του ΠΚ) και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 ευρώ). Κατά το άρθρο 45 ΠΚ "αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξης". Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ότι ο κάθε συμμέτοχος θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές. Για τον έλεγχο από τον ’ρειο Πάγο της πληρότητας της αιτιολογίας κατά την εφαρμογή του άρθρου 45 του ΠΚ πρέπει να αναφέρονται στην απόφαση τα πραγματικά περιστατικά, βάσει των οποίων το δικαστήριο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός. Δεν απαιτείται όμως η εξειδίκευση των ενεργειών κάθε δράστη. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 98 ΠΚ για τη θεμελίωση της κατ'εξακολούθηση τέλεσης ενός εγκλήματος, απαιτείται τέλεση περισσοτέρων της μιας επί μέρους πράξεων που περιέχουν τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού, που απέχουν χρονικώς μεταξύ τους, συνδέονται όμως με ταυτότητα της προς εκτέλεση αυτών αποφάσεως (ενότητα δόλου).
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚποινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ,Ε' ΚποινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ'αριθμ.1312-1313/2008 αποφάσεως του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο ... δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "....οι ως άνω κατηγορούμενοι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, αποβλέποντας όμως στο συνολικό περιουσιακό τους όφελος, που προέκυπτε απ'αυτές ως αποτέλεσμα, ενεργώντας από κοινού παρέστησαν στον μηνυτή, που ήταν Προέδρος του Δ.Σ. Διευθύνων Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της 2ης μηνύτριας εταιρείας με το διακριτικό τίτλο "ΓΕΩΡΓΙΚΗ" και που ήταν φερέγγυος και πετυχημένος επιχειρηματίας με σκοπό δε ν' αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, ότι οι δύο εταιρίες με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΕ" και "ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΛΑΓΚΑΔΙΚΙΩΝ ΕΠΕ", τις οποίες εκπροσωπούσε ο 1ος κατηγορούμενος και των οποίων εταίρος ήταν ο 2ος, με ουσιαστική όμως συμμετοχή του σ' αυτές, ήταν ιδιαίτερα ανθηρές, με μεγάλη αξιοπιστία στις Τράπεζες και χρηματοοικονομική ικανότητα χωρίς χρέη και οικονομικές υποχρεώσεις, και ότι αμφότεροι σαν επιτυχημένοι επιχειρηματίες, με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και άριστη φήμη στην αγορά και με υψηλή αξιοπιστία και φερεγγυότητα συναλλαγές τους, έχουν πρόθεση έντιμης και σοβαρής συνεργασίας με τρίτα πρόσωπα και είναι συνεπείς στις επαγγελματικές υποχρεώσεις τους. Επίσης παρέστησαν στον παραπάνω ότι οι προαναφερόμενες δυο ΕΠΕ επρόκειτο να χρηματοδοτηθούν από Τράπεζες, για να κατασκευαστεί σε ακίνητο ιδιοκτησίας τους, (των εταιριών), που βρίσκεται στην περιοχή ..., σύγχρονη μονάδα σιλό και αποθηκών και μονάδα ξηραντηρίων αραβοσίτου και ρυζιού, και με δεδομένο ότι μετά την ολοκλήρωση του παραπάνω έργου, οι δυο πιο πάνω ΕΠΕ, θα είχαν σε μεγαλύτερο βαθμό ανάπτυξης από ότι στο παρελθόν, και άριστες προοπτικές και εξέλιξη, με ολοένα αυξανόμενο κύκλο εργασιών και πωλήσεις, ζήτησαν από τον μηνυτή την οικονομική στήριξη του με την έκδοση από μέρους του επιταγών, συνολικού ύψους 232.000.000 δραχμών, προς διευκόλυνση τους, τις οποίες θα χρησιμοποιούσαν για να αυξήσουν το πλαφόν τους στις Τράπεζες, με άμεσο αποτέλεσμα την χρηματοδότηση τους από αυτές, ώστε να διευρυνθεί ακόμα περισσότερο το φάσμα των δραστηριοτήτων των εταιρειών αυτών. Μάλιστα προς επίρρωση αυτών των ισχυρισμών τους, α) έδειξαν στον παραπάνω και τον σχετικό φάκελο, που περιείχε την οικοδομική άδεια, που είχε εκδοθεί στο όνομα της "ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΛΑΓΚΑΔΙΚΙΩΝ ΕΠΕ", αλλά και επί πλέον, β) ο 1ος κατηγορούμενος με την προαναφερόμενη ιδιότητα του, του είπε ότι εξέδωσε ο ίδιος και του παρέδωσε επιταγές, αντίστοιχου ύψους και των δυο ΕΠΕ, σε διαταγή των μηνυτών και προς εξασφάλιση των τελευταίων, δηλώνοντας και πάλι παράλληλα, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι στο μηνυτή, ότι έχουν ικανά περιουσιακά στοιχεία, και ότι με δεδομένο ότι θα πληρωθούν έγκαιρα όλες οι ως άνω επιταγές, ότι ήταν διασφαλισμένη η συνολική προαναφερθείσα απαίτηση των μηνυτών. Οι πιο πάνω παραστάσεις τους όμως ήταν ψευδείς, καθόσον αυτοί δεν είχαν αξιοπιστία στην αγορά, η φερεγγυότητα τους ήταν ανύπαρκτη, και οι παραπάνω εκπροσωπούμενες από τον πιο πάνω, ΕΠΕ δεν είχαν οιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία, αφού το όλο ακίνητο, (στο οποίο εν τω μεταξύ αναγέρθηκε το προαναφερόμενο κτιριακό συγκρότημα και του οποίου η αξία υπερβαίνει το 1 δισεκατομμύριο δραχμές), αλλά και άλλα ακίνητα ιδιοκτησίας των εταιριών, είχαν ήδη φροντίσει από τα έτη 1995 και 1996, με οριστικά συμβόλαια στον 2° κατηγορούμενο, καθώς και στον Δ. Μ. που κατά το επίδικο χρονικό διάστημα απουσίαζε για σπουδές στην Αμερική. Επιπλέον, πέραν του ότι δεν πληρώθηκαν οι επιταγές, που παρέδωσαν στο μηνυτή, ενώ ο τελευταίος πλήρωσε όλες τις επιταγές, που εκδόθηκαν από τους μηνυτές, οι ΕΠΕ δεν είχαν καμία οικονομική επιφάνεια, αλλά αντίθετα ήδη είχαν δημιουργήσει χρέη, με αποτέλεσμα η "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΕ" να κηρυχθεί τελικά σε κατάσταση πτώχευσης με την με αριθμό 3517/99 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης , οι ίδιοι δε από την αρχή δεν είχαν πρόθεση έντιμης και σοβαρής συναλλαγής, αλλά απέβλεπαν, στο να παραπλανήσουν το μηνυτή και να αποσπάσουν από αυτόν τις παρακάτω επιταγές, να χρησιμοποιήσουν αυτές προς παράνομο όφελος των εταιριών τους, αλλά κατ' επέκταση και δικό τους, και να μην πληρώσουν τις αντίστοιχες επιταγές έκδοσης των παραπάνω εταιριών τους, με αποτέλεσμα οι Τράπεζες να κινηθούν δικαστικά, να εκδοθούν διαταγές πληρωμής και με βάση αυτές, οι τελευταίες να προβούν σε πλειστηριασμούς σε βάρος της περιουσίας των μηνυτών. Μάλιστα μετά από σχετικές και διάφορες τροποποιήσεις και εκχωρήσεις μεριδίων, ήδη κατά το έτος 1996, είχαν εκχωρήσει συμβολαιογραφικά, τα μερίδια της "ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΛΑΓΚΑΔΙΚΩΝ ΕΠΕ", που ήδη είχε γίνει μονοπρόσωπη, σε τρίτο πρόσωπο, (που χρησιμοποίησαν σαν αχυράνθρωπο), τον Α. Ζ., που ήταν και ο νόμιμος εκπρόσωπος της τελευταίας, ενώ το Νοέμβριο του 1997, όρισαν και πάλι σαν διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπο της "ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗΣ", άλλο πρόσωπο, που το χρησιμοποίησαν για τον παραπάνω σκοπό τους, και συγκεκριμένα τον Ιωάννη Χριστοδούλου, και έτσι, οι τελευταίοι, με την ιδιότητα τους αυτή, και ως τα μόνα πρόσωπα που δέσμευαν με την υπογραφή τους τις ως άνω εταιρίες, έναντι των, από τρίτους, απαιτήσεων, υπέγραψαν τις εκδοθείσες, από τις εταιρίες αυτές, παρακάτω επιταγές, γεγονός που αποσιώπησαν από το μηνυτή, ο οποίος είχε την πεποίθηση ότι ο 10ς κατηγορούμενος εξακολουθούσε να εκπροσωπεί τις παραπάνω εταιρίες, και στηριζόμενος σε αυτήν, στο όνομα του και στα περιουσιακά του στοιχεία, δέχθηκε την εν λόγω συναλλαγή. Πιο συγκεκριμένα, με την απατηλή αυτή εκ μέρους των συμπεριφορά έπεισαν το μηνυτή να εκδώσει προς διευκόλυνση τους και σαν εκπρόσωπος της μηνύτριας εταιρίας, δύο επιταγές, ποσού 16.000.000. δρχ. η κάθε μία, σε διαταγή της πιο κάτω εταιρίας, που δεν πληρώθηκαν και περαιτέρω να εκδώσει ο ίδιος, ατομικά, επιταγές, σε διαταγή της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗΣ' συνολικού ύψους 200.000.000 δρχ., από τις οποίες οι αναφερόμενες στο διατακτικό επιταγές, συνολικού ποσού 180.000.000 δρχ., δεν πληρώθηκαν, ενώ οι ίδιοι, προς υποτιθέμενη διασφάλιση της συνολικής απαίτησης των μηνυτών εμφάνισαν ότι εκδόθηκαν από τον 1° σαν νόμιμο εκπρόσωπο, οι αναφερόμενες στο διατακτικό 5 επιταγές ποσού 90.000.000 δρχ. που δεν πληρώθηκαν και οι αναφερόμενες επίσης εκδοθείσες από την ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΕ, 5 επιταγές, που δε πληρώθηκαν και αυτές, ποσού 100.000.000 δραχμών, ενώ επίσης η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗ εξέδωσε και τις με αριθμό ... και ... επιταγές της Τράπεζας Πίστεως, ποσού 16.000.000 δραχμών η καθεμία σε διαταγή της μηνύτριας εταιρίας, που δεν πληρώθηκαν. Πλην όμως, αν ο μηνυτής γνώριζε την πραγματικότητα, καθώς και όσα γεγονότα του απέκρυψαν αθέμιτα, με βεβαιότητα δεν θα είχε οιαδήποτε συναλλαγή μαζί τους, ούτε και θα εξέδιδε και θα τους παρέδιδε τις επίδικες επιταγές προς διευκόλυνση δική τους και των ως άνω εταιριών τους. Έτσι, με την, κατά τα προαναφερθέντα, απατηλή συμπεριφορά τους έβλαψαν την περιουσία των προδιαλαμβανομένων μηνυτή αφού ζημίωσαν το μηνυτή κατά το συνολικό ποσό των 180.000.000 δραχμών και τη μηνύτρια εταιρία, κατά το συνολικό ποσό των 32.000.000 δραχμών. Τέλος, όπως συνάγεται από τα πραγματικά περιστατικά που προεκτίθενται, και συγκεκριμένα από τον ακριβή σχεδιασμό όλων των παραπάνω ενεργειών τους, τον τρόπο, τα μέσα και τα τεχνάσματα, που χρησιμοποίησαν, δημιουργώντας και το πιο πάνω ιδιοκτησιακό καθεστώς, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να καθίσταται αδύνατη η ικανοποίηση των απαιτήσεων των εξαπατηθέντων - θυμάτων τους, καθώς και από την επανειλημμένη τέλεση της εν λόγω πράξης και την όλη υποδομή που διαμόρφωσαν, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της, δεδομένου ότι την αυτή αξιόποινη συμπεριφορά επιδείξαν, για τον ίδιο λόγο, και σε άλλα πρόσωπα, ζημιώνοντας αυτά με ποσά μεγάλης αξίας, - μεταξύ των οποίων δε και στον Κ. Π., κάτοικο ..., που τον ζημίωσαν κατά το ποσό των 160.000.000 δραχμών -, ενώ παράλληλα η οικογένεια τους απέκτησε παράνομα περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας, και αυτοί συνεχίζουν την παράνομη δραστηριότητα τους, ιδρύοντας νέες εταιρίες, διαπράττουν το εν λόγω κακούργημα, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον προκύπτει τόσο σκοπός πορισμού εισοδήματος από αυτό, όσο και σταθερή ροπή τους για την τέλεση του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας τους. Η συνολική δε παραπάνω περιουσιακή ζημία, που προκάλεσαν στους μηνυτές, η οποία ανέρχεται, όπως προαναφέρθηκε, για το μηνυτή στο ποσό των 180.000.000 δραχμών και για τη μηνύτρια εταιρία στο ποσό των 32.000.000 δραχμών, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών, με αντίστοιχο ισόποσο παράνομο όφελος δικό τους. Με τα δεδομένα αυτά το Δικαστήριο πείθεται ότι οι κατηγορούμενοι διέπραξαν την αξιόποινη πράξη για την οποία αυτοί κατηγορούνται και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι, όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό." Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν το Πενταμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης κήρυξε ενόχους αμφοτέρους τους ενόχους για το έγκλημα της κακουργηματικής απάτης κατ'εξακολούθηση από κοινού και επέβαλε στον καθένα αυτών κάθειρξη επτά (7) ετών.
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκαν οι αναιρεσείοντες αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.α' 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 45, 98 και 386 παρ.1 και 3α Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες και έγγραφα) από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις καταθέσεις του πολιτικώς ενάγοντος, των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης.
Ειδικότερα παρατίθενται στην απόφαση: α)οι ψευδείς παραστάσεις των αναιρεσειόντων προς τον πολιτικώς ενάγοντα Χ. Π., β)τα αληθή γεγονότα που αυτοί γνώριζαν ως προς την έλλειψη περιουσίας των εταιριών με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΠΕ-Εισαγωγές-Εξαγωγές" και "ΣΙΤΕΜΠΟΡΙΚΗ ΛΑΓΚΑΔΙΚΙΩΝ ΕΠΕ", των οποίων ο Βασίλειος Μαρκόπουλος ήταν διαχειριστής και ο ’γγελος Μαρκόπουλος εταίρος με ουσιαστική όμως ανάμειξη σ'αυτές, γ)τον άμεσο κοινό δόλο τους, δ)τη ζημία που προκάλεσαν στον Χ. Π. και στην απ'αυτόν εκπροσωπούμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Χ. Π. ΑΕ" και με διακριτικό τίτλο "ΓΕΩΡΓΙΚΗ", η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις ψευδείς παραστάσεις καθώς και το αντίστοιχο δικό τους παράνομο όφελος και ε)τη συνδρομή στο πρόσωπό τους των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ'επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης του εγκλήματος της απάτης. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ λόγοι αναιρέσεως, που περιέχονται στα δικόγραφα των αιτήσεων αναιρέσεως και επαναλαμβάνονται στα δικόγραφα των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτουμένης από το Σύνταγμα και τον ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά το μέρος δε που με τον πρώτο των ως άνω λόγων, με την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, είναι απαράδεκτος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 369 παρ.1 του ΚΠοινΔ "όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση δίνει το λόγο στον εισαγγελέα ή τους εισαγγελείς (άρθρο 32 παρ.2), έπειτα στον πολιτικώς ενάγοντα, ο οποίος πρέπει να αναπτύξει συγχρόνως και το θέμα που αφορά της απαιτήσεις του, δεν μπορεί όμως να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, ύστερα στον αστικώς υπεύθυνο και τέλος δίνει το λόγο στον κατηγορούμενο", ενώ κατά την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου "ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι είναι υποχρεωτικό να δοθεί ο λόγος από εκείνον που διευθύνει τη συζήτηση στον Εισαγγελέα και στους διαδίκους, σύμφωνα με την παραπάνω κανονισμένη σειρά, στο δε κατηγορούμενο στο τέλος, και αν τούτο δεν ζητηθεί. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, ειδικά όταν πρόκειται για τον για τον κατηγορούμενο, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ' του ΚΠοινΔ, γιατί αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και στην άσκηση των δικαιωμάτων που παρέχονται σε αυτόν και ρητά θεσπίζονται από το νόμο, για την οποία (παράβαση) ιδρύεται λόγος αναίρεσης της αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α του ΚΠοινΔ, ο οποίος κατά το άρθρο 511 του ιδίου Κώδικα εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η διευθύνουσα τη συζήτηση Πρόεδρος Εφετών, μετά την κήρυξη από την ίδια της λήξεως της αποδεικτικής διαδικασίας και τη.....συνέχεια, αγόρευση της Εισαγγελέα επί της ενοχής των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων, που εκπροσωπήθηκαν στη δίκη αυτή από τους συνηγόρους υπερασπίσεως Μιχάλη Γιανναρέλη και Λάζαρο Ξενίδη, δικηγόρους του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, έδωσε τελευταία το λόγο σ'αυτούς και ανέπτυξαν την υπεράσπιση, ζήτησαν δε "να αθωωθούν οι πελάτες τους, άλλως να κριθούν αυτοί με επιείκεια και να αναγνωρισθεί στο 2ο κατηγορούμενο το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (βλ.11η σελίδα των ως άνω πρακτικών). Επομένως ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αμφοτέρων των κρινομένων αιτήσεων αναιρέσεως περί απολύτου ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο είναι απορριπτέος ως κατ'ουσίαν αβάσιμος.
Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως για να εξετασθεί, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και οι επ'αυτών πρόσθετοι λόγοι στο σύνολό τους, να καταδικασθεί καθένας των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠοινΔ) και στη δικαστική δαπάνη των παραστάντων πολιτικώς εναγόντων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

Για τους λόγους αυτούς
Συνεκδικάζει της από 9-3-2009 δύο αιτήσεις και τους επ'αυτών από 12-11-2009 πρόσθετους λόγους του Β. Μ. του Δ. και του Α. Μ. του Β., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ'αριθμ.1312-1313/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Απορρίπτει αυτές. Και
Καταδικάζει καθένα των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ, και στη δικαστική δαπάνη των πολιτικώς εναγόντων που ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή