Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1994 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.




Περίληψη:
Επιταγή. Προς υποβολή εγκλήσεως νομιμοποιείται και ο εξ αναγωγής υπόχρεος. Απορρίπτει την αναίρεση.





Αριθμός 1994/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια- Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Μαρτίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευαγγέλου Μπαταγιάννη, περί αναιρέσεως της 70012/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Μαρτίου 2007 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 523/2007.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Η αξιόποινη αυτή πράξη διωκόταν αρχικά αυτεπαγγέλτως, αλλά, με το άρθρο 4 παρ.1 περ. Α του ν.2408/1996, που άρχισε να ισχύει από 4-6-1996, ορίστηκε ότι στο άρθρο 79 του Ν. 5960/1933, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972, προστίθεται παράγραφος 5, κατά την οποία "η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής, που δεν πληρώθηκε". Περαιτέρω, με την παράγραφο 1 του άρθρου 22 του Νόμου 2721/1999, προστέθηκε εδάφιο στην πιο πάνω παράγραφο 5, κατά το οποίο για πράξεις που προβλέπονται στις παραγράφους 1 και 2 του ίδιου άρθρου, για τις οποίες κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου έχει ασκηθεί αυτεπαγγέλτως ποινική δίωξη, η διαδικασία συνεχίζεται αν εκείνος που δικαιούται σε έγκληση δηλώσει ότι επιθυμεί την ποινική δίωξη του κατηγορουμένου", ενώ στην παράγραφο 2 εδάφ. α' του πιο πάνω άρθρου 22 ορίζεται ότι "αν η δήλωση που προβλέπεται στην παράγραφο 1γ του άρθρου 4 του Νόμου 2408/1996, όπως παραπάνω αντικαταστάθηκε, δεν υπάρχει και δεν υποβληθεί μέσα σε έξι (6) μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθώς και σε περίπτωση ανάκλησης της έγκλησης, η ποινική δίωξη παύει οριστικά". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 40 - 47 του Νόμου 5960/1933, συνάγεται ότι δικαιούχος της εγκλήσεως δεν είναι μόνο ο τελευταίος κομιστής της επιταγής που δεν πληρώθηκε, όταν εμφανίστηκε η επιταγή στον πληρωτή, αλλά και κάθε άλλος υπογραφέας αυτής, που πλήρωσε την επιταγή ως εξ αναγωγής υπόχρεος και έγινε κομιστής αυτής, αφού αυτός τελικά υφίσταται τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, η δε ζημία του είναι απότοκος της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή. Τούτο δε, διότι το δικαίωμα αυτό του προηγούμενου κομιστή, που δικαιούται σε έγκληση, δεν αποκρούεται από τις ανωτέρω διατάξεις, αφού σε αυτές δεν γίνεται αναφορά στο πρόσωπο του τελευταίου κομιστή της επιταγής ως δικαιούμενου αποκλειστικά σε υποβολή της, ούτε προκύπτει περαιτέρω από κανένα στοιχείο, ότι ο όρος "κομιστής" της επιταγής στη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 του Νόμου 5960/1933, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, χρησιμοποιείται μόνο υπό την έννοια του τελευταίου κομιστή. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Η' περ. δ' του ΚΠΔ, λόγους αναιρέσεως συνιστούν α) η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη και β) η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν το δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση (άρθρο 56 ΚΠΔ). Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 του ΚΠΔ, όπως το τελευταίο τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 5 του Νόμου 2408/1996, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν σ' αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα υποκειμενικά και τα αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) πάνω στα οποία θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της 70.012/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, το εν λόγω Δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που σχηματίστηκε από τα μνημονευόμενα σε αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ότι "προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας "..... Ε.Π.Ε.", ενεργώντας με πρόθεση, εξέδωσε στις 25 Οκτωβρίου 2001, την υπ' αριθμ. ..... επιταγή της Γενικής Τράπεζας, 15.000.000 δραχμών, χωρίς να διαθέτει, κατά το χρόνο έκδοσης, αλλά και εκείνον εμφάνισης προς πληρωμή της (30.10.2001) στη εκπρόσωπο (ΕΤΕ) της πληρώτριας Τράπεζας, τα αναγκαία προς εξόφληση στον κομιστή της ("ΑΛΦΑ ΖΩΟΤΡΟΦΕΣ ΛΟΚΡΙΔΑΣ Α.Β.Ε.Ε.") κεφάλαια". Πριν αχθεί στην ως άνω απόφαση, το Πλημμελειοδικείο, απαντώντας σε σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αναφερόμενο σε έλλειψη νόμιμης εγκλήσεως, διότι αυτή δεν υποβλήθηκε από τον τελευταίο κομιστή, αλλά από εξ αναγωγής υπόχρεο, δέχθηκε τα εξής: "Η επίδικη επιταγή (αρ. ..... της Γενικής Τράπεζας) εκδόθηκε από την εταιρεία "......Ε.Π.Ε.", που ο κατηγορούμενος - εκκαλών εκπροσωπούσε νομίμως, σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας "ΑΛΦΑ ΖΩΟΤΡΟΦΕΣ ΛΟΚΡΙΔΟΣ ΑΒΕΕ", η οποία τυγχάνει η τελευταία νόμιμη κομίστρια αυτής. Τούτο δε δεν αλλάζει από το γεγονός ότι εμφανίστηκε προς πληρωμή στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, αφού τούτο έγινε "ΕΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΡΗΤΗ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΗΣΗ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΤΗΡΕΙΤΑΙ Ο ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΤΟΥ" (δηλαδή της Γενικής), όπως επί λέξει αναγράφεται εμφανέστατα στο σώμα της επιταγής. Ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί η ένσταση του κατηγορουμένου, με την οποία υποστηρίζονται τα ενάντια, φερομένης δηλαδή της ΕΤΕ ως τελευταίας κομίστριας της επιταγής". Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν ανωτέρω Δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς τη θεμελίωση του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, αφού αυτό αναφέρεται ειδικώς, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, στον δόλο και στη γνώση του κατηγορουμένου για την έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων, τόσο κατά τον χρόνο της εκδόσεως, όσο και για τον χρόνο εμφανίσεως για την πληρωμή των επιταγών. Περαιτέρω, ορθώς, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η εγκαλούσα ήταν ο τελευταίος κομιστής της επιταγής και όχι η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Αλλά και στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι τελευταίος κομιστής ήταν η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και η εγκαλούσα εξ αναγωγής υπόχρεος, τότε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο με την αναιρεσιβαλλομένη: α) ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το άρθρο 79 παρ. 5 του Νόμου 5960/1933, όπως αυτό ίσχυε μετά την προσθήκη σε αυτό της παραγράφου 5 με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. Α του Νόμου 2408/1996 και στην παράγραφο 5 εδαφίου με το άρθρο 22 του Νόμου 2721/1999, δεχόμενο ότι η εξ αναγωγής υπόχρεος ως άνω εταιρεία, που πλήρωσε την επιταγή είχε δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, εκδότη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής και β) δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, με το να μη κηρύξει τη με βάση την έγκληση αυτή ασκηθείσα εναντίον του ποινική δίωξη απαράδεκτη. Ενόψει όλων αυτών, και οι τρεις ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε', Η' περ. δ' και Δ' του ΚΠΔ, αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι απορριπτέοι.
2. ΕΠΕΙΔΗ, μετά από όλα αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 9 Μαρτίου 2008 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Χ1, κατά της 70.012/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 8 Σεπτεμβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡEΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ