Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 558 / 2010    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Πλαστογραφία, Ποινής αναστολή, Πολιτική αγωγή, Αναβολής αίτημα, Κλητήριο θέσπισμα, Ακυρότητα σχετική, Πρόσθετοι λόγοι.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για πλαστογραφία με χρήση κατ' εξακολούθηση. Αντικείμενο πλαστογραφίας είναι και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου. Πότε αρχίζει η κύρια διαδικασία. Προσφυγή κατά του κλητηρίου θεσπίσματος. Όταν γίνει δεκτή η προσφυγή και παραπεμφθεί η υπόθεση στο συμβούλιο, μόνο από την κλήτευση του κατηγορουμένου μετά το παραπεμπτικό βούλευμα αρχίζει η κύρια διαδικασία και επέρχεται η αναστολή της παραγραφής, οπότε, στην περίπτωση αυτή, αίρονται οι συνέπειες από την οποιαδήποτε ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος. Η μη έγκυρη επίδοση του βουλεύματος καλύπτεται εφόσον ο κατηγορούμενος εμφανισθεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης. Ακυρότητα κλητεύσεως στο ακροατήριο δεν μπορεί να προταθεί μετά την έναρξη της εκδικάσεως της υποθέσεως, που συντελείται με την απαγγελία της κατηγορίας ή την ανάπτυξη της έφεσης από τον εισαγγελέα. Αν ο κατηγορούμενος εμφανισθεί ο ίδιος και ζητήσει αναβολή κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ χωρίς, όμως, να προβάλει αντιρρήσεις ως προς τυχόν ακυρότητα της επιδόσεως της κλήσεως, αναβληθεί δε η δίκη σε ρητή δικάσιμο, η οποιαδήποτε ακυρότητα της επιδόσεως καλύπτεται. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτημάτων για αναβολή ή διακοπή της δίκης κατ' άρθρο 349 ΚΠΔ και για αναβολή για κρείσσονες αποδείξεις. Δεν απαιτείται αναλυτική παράθεση των αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την απορριπτική ως προς τα αιτήματα κρίση, αρκεί να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα. Ποιος έχει δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής στο έγκλημα της πλαστογραφίας. Τι πρέπει να περιέχει η δήλωση παραστάσεως. Η δήλωση "για χρηματική ικανοποίηση" υπονοεί την παράσταση για ηθική βλάβη. Η ιδιότητα του παραστάντος, νομότυπα, πρωτοδίκως ως πολιτικώς ενάγοντος δεν χάνεται από το ότι αυτός εμφανίστηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς να δηλώσει και πάλι παράσταση πολιτικής αγωγής, αλλά και χωρίς να παραιτηθεί από αυτή, και αυτός εξετάζεται ως μάρτυρας χωρίς να ορκισθεί. Μη λήψη υπόψη εγγράφου, γιατί από τα πρακτικά της αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων προσκόμισε το έγγραφο και ζήτησε την ανάγνωση του. Η αποσφράγιση και ανάγνωση του δελτίου του ποινικού μητρώου πριν από την περί ενοχής απόφαση του δικαστηρίου συνεπάγεται κατ' αρχήν απόλυτη ακυρότητα. Ανάγνωση αυτού μετά την απαγγελία της αποφάσεως για την ενοχή του αναιρεσείοντος. Απόρριψη αιτήματος για αναστολή της ποινής φυλακίσεως 12 μηνών που επιβλήθηκε, γιατί ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είχε ήδη μια αμετάκλητη καταδίκη για άλλη πράξη σε ποινή φυλακίσεως 2 ετών, χωρίς να ασκεί επιρροή ότι η τελευταία είχε ανασταλεί. Απόρριψη αιτήσεως αναιρέσεως μετά των προσθέτων λόγων αυτής στο σύνολο της.




ΑΡΙΘΜΟΣ 558/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο - Εισηγητή, και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος, περί αναιρέσεως της 1871/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 2 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, όπως αυτή διαμορφώθηκε με τους από 28 Δεκεμβρίου 2009 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1388/2009.

Αφού άκουσε
Τον αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 1 και 3 και 112 ΠΚ, το αξιόποινο των εγκλημάτων εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία για τα πλημμελήματα είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 113 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, η προθεσμία της παραγραφής αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η κυρία διαδικασία και μέχρι να γίνει αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών για τα πλημμελήματα. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 320, 321, 339, 340 και 343 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι η κύρια διαδικασία στο ακροατήριο αρχίζει είτε με την έναρξη της προπαρασκευαστικής διαδικασίας, δηλαδή με την επίδοση στον κατηγορούμενο της κλήσης ή του κλητηρίου θεσπίσματος, είτε με την εμφάνιση του κατηγορουμένου στο ακροατήριο και τη μη εναντίωση στη συζήτηση της υποθέσεως. Αν η επίδοση της κλήσεως ή του κλητηρίου θεσπίσματος είναι άκυρη, δεν αρχίζει η κυρία διαδικασία και δεν επέρχεται αναστολή της παραγραφής. Εξάλλου, στο άρθρο 322 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ, ορίζεται ότι ο κατηγορούμενος που κλητεύθηκε απευθείας με κλητήριο θέσπισμα στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου έχει δικαίωμα, αφού ενημερωθεί για την προανάκριση, να προσφύγει στον αρμόδιο Εισαγγελέα Εφετών μέσα σε δέκα ημέρες από την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος. Ο Εισαγγελέας Εφετών οφείλει να αποφασίσει μέσα σε δέκα ημέρες από τότε που θα φθάσει σ` αυτόν η έκθεση προσφυγής, απορρίπτοντας την προσφυγή ή διατάσσοντας προανάκριση ή και συμπλήρωση της προανάκρισης, που προηγήθηκε, μετά το πέρας της οποίας ή απορρίπτει την προσφυγή ή διατάσσει την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστικό συμβούλιο. Μπορεί να παραγγείλει και την απ` ευθείας εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστικό συμβούλιο, όταν δεν κρίνει αναγκαία τη συμπλήρωση της διεξαχθείσας προανάκρισης. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων με εκείνες των άρθρων 307 και 320 ΚΠΔ προκύπτει ότι α) η προσφυγή κατά του κλητηρίου θεσπίσματος αποτελεί ειδικό ένδικο μέσο, επί του οποίου αποφαίνεται ο ιεραρχικά ανώτερος του παραπέμψαντος εισαγγελέας, το οποίο σκοπό έχει την ανατροπή της παραπομπής στο ακροατήριο, δηλαδή της κρίσης του αρμόδιου Εισαγγελέα ότι συντρέχουν οι προς τούτο ουσιαστικές προϋποθέσεις (επαρκείς ενδείξεις ενοχής), και όχι απλώς την προσβολή του κύρους της ταυτόχρονης κλήτευσης του κατηγορούμενου και της γνωστοποίησης σ` αυτόν της κατηγορίας, β) μόνο στην περίπτωση που έχει διαταχθεί αρχικά ή συνεπεία της προσφυγής προανάκριση ή συμπλήρωση αυτής διατηρεί ο Εισαγγελέας Εφετών το δικαίωμα της απόρριψης της προσφυγής εκ των υστέρων, αν θεωρήσει συμπληρωθείσες τις ενδείξεις, ενώ, αντίθετα, δέχεται την προσφυγή, όταν διατάσσει την υποβολή (εισαγωγή) της υπόθεσης στο δικαστικό συμβούλιο κατά το άρ. 245 παρ. 2 ΚΠΔ και γ) το συμβούλιο, στις περιπτώσεις αυτές, κρίνει για την υπόθεση (δηλαδή την κατηγορία), η οποία επανέρχεται στο στάδιο της προδικασίας και όχι της προσφυγής, δεν επικυρώνει δε με το τυχόν παραπεμπτικό βούλευμά του την αρχική παραπομπή δι` απευθείας κλήσης, που έχει ήδη ανατραπεί με τη θετική διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών επί της προσφυγής. Ως εκ τούτου, μόνο στην περίπτωση απόρριψης της προσφυγής από τον Εισαγγελέα Εφετών διατηρούνται οι συνέπειες της επίδοσης του κλητηρίου θεσπίσματος για την έναρξη της κύριας διαδικασίας και την αναστολή της παραγραφής, ενώ, όταν γίνει δεκτή προσφυγή και παραπεμφθεί η υπόθεση στο συμβούλιο, μόνο από την κλήτευση του κατηγορούμενου μετά το παραπεμπτικό βούλευμα, κατά τους όρους του άρ. 320 ΚΠΔ, αρχίζει η κύρια διαδικασία και επέρχεται η αναστολή της παραγραφής, κατά το άρ. 113 παρ. 2 ΠΚ (Ολ. ΑΠ 1345/1988). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 322 παρ. 3 εδ. τελ. ΚΠΔ, το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει την προσφυγή επιδίδεται, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, στον κατηγορούμενο. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 320 και 321 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η μη έγκυρη επίδοση του βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει την προσφυγή κατά του κλητηρίου θεσπίσματος στον κατηγορούμενο, συνεπάγεται και την ακυρότητα της κλήσης προς εμφάνιση στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ.1 ΚΠΔ, η οποία μπορεί να καλυφθεί, κατά το άρθρο 174 παρ.2, εφόσον ο κατηγορούμενος εμφανιστεί και δεν προβάλλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για την έρευνα του παραδεκτού και της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα ακόλουθα: Στον αναιρεσείοντα επιδόθηκε νομότυπα το υπ` αριθ. 99/19.5.2006 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με το οποίο καλείτο αυτός (και ο συγκατηγορούμενός του Σ1) να εμφανισθεί στο Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, για να δικασθεί για την αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ` εξακολούθηση, για την οποία καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά του κλητηρίου θεσπίσματος, άσκησε αυτός την υπ` αριθ. 11/17.7.2006 προσφυγή, στην οποία όρισε αντίκλητο το δικηγόρο Αθηνών Σωτήριο Τσακαλώζο. Η προσφυγή αυτή, με το υπ` αριθ. 2802/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, στο οποίο ο Εισαγγελέας Εφετών την εισήγαγε, απορρίφθηκε κατ` ουσίαν. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, μετά την παραπομπή της υποθέσεως στο συμβούλιο, ήρθησαν οι συνέπειες από την οποιαδήποτε ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος και η αναστολή της παραγραφής επέρχεται από την κλήτευση του κατηγορουμένου μετά το ως άνω παραπεμπτικό βούλευμα. Το τελευταίο πράγματι επιδόθηκε στον ανωτέρω αντίκλητο του αναιρεσείοντος, με θυροκόλληση (βλ. από 11.11.2006 αποδεικτικό της επιμελήτριας Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ...). Και ναι μεν δεν προκύπτει ότι το βούλευμα επιδόθηκε και στον ίδιο τον αναιρεσείοντα, πλην οι συνέπειες από την μη επίδοση αυτού έχουν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, αρθεί, καθόσον ο αναιρεσείων δεν πρότεινε τη μη επίδοση στον ίδιο του βουλεύματος ούτε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ούτε με την υπ` αριθ. 46/12.2.2008 έκθεση εφέσεώς του ούτε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αλλά, κατά τη δικάσιμο της 6.3.2009 εμφανίσθηκε ο ίδιος στο ακροατήριο και δεν εναντιώθηκε στην πρόοδο της δίκης, την προτείνει δε για πρώτη φορά με το δικόγραφο προσθέτων λόγων της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά τη συζήτηση της εφέσεως, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την, κατά τα κατωτέρω, απόρριψη του ισχυρισμού του περί ακυρότητας των από 10.2.2009 και 29.1.2009 αποδεικτικών επιδόσεως, προέβαλε ένσταση παραγραφής, ισχυριζόμενος ότι "έχει συμπληρωθεί πενταετία, πάσχει η επίδοση, δεν έχει επιδοθεί ποτέ". Το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε την ένσταση παραγραφής με την εξής αιτιολογία: "Κατά τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ. το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία προκειμένου περί πλημμελήματος είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, αναστέλλεται δε για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών. Στην προκείμενη περίπτωση ο κατηγορούμενος Χ1 διατείνεται ότι η πράξη για την οποία κατηγορείται (πλαστογραφία, άρθρο 216 παρ. 1 β' του Π.Κ.) υπέπεσε στην πενταετή παραγραφή, καθόσον ουδέποτε του επιδόθηκε νόμιμα το παραπεμπτικό βούλευμα. Η ένσταση παραγραφής είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, από το με ημερομηνία 11/11/2006 αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ...., προκύπτει ότι την ημερομηνία αυτή του επιδόθηκε νόμιμα αντίγραφο του 2802/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο απορρίφθηκε κατ` ουσίαν η από 11/17/Ιουλίου 2006 προσφυγή του ως άνω κατηγορουμένου, κατά του 99/2006 κλητηρίου θεσπίσματος, με το οποίο παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Β' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τα πλημμελήματα (λόγω ειδικής δωσιδικίας), για να δικασθεί για το πλημμέλημα της πλαστογραφίας κατ' εξακολούθηση με χρήση, που φέρεται ότι τέλεσε κατά το χρονικό διάστημα από 1/5/2002 έως 21/5/2002. Η παραπομπή αυτή ήταν αμετάκλητη, καθόσον δεν επιτρέπεται αναίρεση (τυχόν αναίρεση που θα ασκηθεί απορρίπτεται ως απαράδεκτη, κατ' άρθρο 476 παρ.1 Κ.Π.Δ.), σύμφωνα με το άρθρο 482 παρ. 1 του ΚΠΔ, στο οποίο ορίζεται ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναίρεση του βουλεύματος, όταν τον παραπέμπει στο ακροατήριο για κακούργημα. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, όταν ο κατηγορούμενος παραπέμπεται για αδίκημα σε βαθμό πλημμελήματος δεν δικαιούται να ασκήσει αναίρεση, εκτός αν υπάρχει αντίθετη ρητή διάταξη νόμου, περίπτωση που δεν υφίσταται στην κρινόμενη υπόθεση (...). Το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος άσκησε αναίρεση κατά του ως άνω βουλεύματος (την από 14/11/2006 με αριθμ.132/2006) την οποία και μόνο προσκομίζει χωρίς να κάνει μνεία για έκδοση απόφασης του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) για την αναίρεση αυτή, αν και παρήλθε χρονικό διάστημα 21/2 ετών, δεν μεταβάλλει τα προεκτεθέντα, καθόσον, δεν επιτρέπεται αναίρεση κατά του ως άνω βουλεύματος. ’λλωστε, ούτε ο ίδιος ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι το ως άνω βούλευμα δεν κατέστη αμετάκλητο. Με την αμετάκλητη ως άνω παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τα πλημμελήματα επήλθε αναστολή της παραγραφής για τρία ακόμη έτη και η πράξη που του αποδίδεται, η οποία φέρεται ότι τελέστηκε κατά το χρονικό διάστημα από την 1/5/2002 έως την 25/5/2002 παραγράφεται πλέον με την πάροδο οκτώ (8) ετών και όχι πέντε (5) όπως αβασίμως διατείνεται ο ως άνω εκκαλών". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε τις νομικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν κα απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείντος περί παραγραφής της πράξεως, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, η κύρια διαδικασία άρχισε και η αναστολή της παραγραφής επήλθε από την κλήτευση του αναιρεσείοντος μετά το παραπεμπτικό υπ` αριθ. 2802/2006 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, η οποία, όπως έχει εκτεθεί, ήταν νομότυπη και έλαβε χώραν στις 11.11.2006, δηλαδή πριν συμπληρωθεί πενταετία από τον φερόμενο χρόνο τελέσεως της αξιόποινης πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε (χρονικό διάστημα από 1.5.2002 μέχρι 25.5.2002). Επομένως, οι, από το άρθρο 510§1 περ. Ε' ΚΠΔ, πρώτος λόγος και υπό στοιχ. Β' πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη εφαρμογή των περί αναστολής της παραγραφής νομικών διατάξεων και συγκεκριμένα γιατί εσφαλμένα απορρίφθηκε η ειρημένη ένστασή του, καθόσον α) τόσο το υπ` αριθ. 99/19.5.2006 κλητήριο θέσπισμα, όσο και το υπ` αριθ. 2802/23.10.2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών δεν επιδόθηκαν στον πληρεξούσιο και αντίκλητο δικηγόρο του Σωτήριο Τσακαλώζο με αποτέλεσμα να υπάρχει ακυρότητα της επιδόσεως και να μη έχει αρχίσει η κυρία διαδικασία και η αναστολή της παραγραφής και β) ότι δεν επιδόθηκε στον ίδιο τον αναιρεσείοντα καθόλου αντίγραφο του ως άνω βουλεύματος και, κατά συνέπειαν, δεν έχει ανασταλεί η παραγραφή, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά το άρθρο 170 παρ.1 ΚΠοινΔ, η ακυρότητα μιας πράξεως ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται μόνο όταν αυτό ορίζεται ρητά στο νόμο. Κατά δε το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β` του ΚΠοινΔ, ως λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως μπορεί να προταθεί και η σχετική ακυρότητα που επήλθε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ. 170 παρ.1), εφόσον δεν καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 174 του ίδιου Κώδικα. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 155 παρ.1,2, 161 παρ. 1, 170 παρ.1, 173 παρ.1, 174 παρ.2, 320 παρ.2, 321 παρ. 4 του ΚΠοινΔ, μεταξύ των λόγων ακυρότητας της επιδόσεως της κλήσεως του κατηγορουμένου προς εμφάνιση στο ακροατήριο, είναι και η μη αναγραφή στο αποδεικτικό της επίδοσης, σε περίπτωση θυροκολλήσεως του εγγράφου, ότι δεν βρέθηκε στην κατοικία του ο ενδιαφερόμενος ή κάποιος από εκείνους που, έστω και προσωρινά, διέμεναν μαζί του ή ο οικιακός βοηθός ή θυρωρός, καθώς και η μη υπογραφή του αποδεικτικού από εκείνον που ενεργεί την επίδοση. Ως υπογραφή νοείται η ιδιόχειρη γραφή του ονόματος και του επωνύμου, χωρίς να αποκλείεται η συγκοπή συλλαβών, εφόσον αυτή συνηθίζεται από τον υπογράφοντα, δεν μεταπίπτει σε μονογραφή και δεν αποκλείει τη διακρίβωση της ταυτότητάς του. Κατά το αρ. 174 παρ. 2 του ΚΠΔ, η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητηρίου θεσπίσματος του κατηγορουμένου, η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησής τους, καθώς και η ακυρότητα που αναφέρεται στο αρ. 166 παρ. 3 καλύπτονται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανισθεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος μπορεί να αντιλέξει στην πρόοδο της δίκης και να επικαλεσθεί τυχόν ακυρότητα της κλητεύσεώς του ή του εισαγωγικού δικογράφου ή της κλήσεως μόλις εμφανισθεί και μέχρι την έναρξη της συζήτησης (εκδίκασης) της υποθέσεώς του, διαφορετικά καλύπτεται η ακυρότητα και δεν μπορεί να προταθεί σε μεταγενέστερο στάδιο. Μετά την έναρξη της εκδικάσεως της υποθέσεως, που συντελείται με την απαγγελία της κατηγορίας ή την ανάπτυξη της έφεσης από τον εισαγγελέα, δεν μπορεί να προταθεί παραδεκτά από τον κατηγορούμενο τέτοια ακυρότητα και μάλιστα μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, δηλ. μέχρι την εξέταση οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου ή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα. Τούτο συνάγεται και από τις διατάξεις των αρ. 68 και 126 ΚΠΔ, στις οποίες, εν αντιθέσει με την ειδική διαφορετική διατύπωση του αρ. 174 παρ. 2, προβλέπεται ότι η δήλωση της πολιτικής αγωγής και η ένσταση κατά τόπον αναρμοδιότητας μπορεί να υποβληθούν μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας. Από αυτά προκύπτει ότι αν ο κατηγορούμενος εμφανισθεί ο ίδιος και ζητήσει αναβολή κατ` άρθρο 349 ΚΠΔ (π.χ. λόγω κωλύματος του πληρεξουσίου δικηγόρου του) χωρίς, όμως, να προβάλει αντιρρήσεις ως προς τυχόν ακυρότητα της επιδόσεως της κλήσεως, κατά παραδοχήν δε του αιτήματός του, αναβληθεί η δίκη σε ρητή δικάσιμο, η οποιαδήποτε ακυρότητα της επιδόσεως καλύπτεται, καθόσον, κατ` άρθρο 349§1 ΚΠΔ, η ανακοίνωση της αναβολής επέχει θέση κλητεύσεως και, επομένως, το αποδεικτικό απώλεσε την ισχύ του και οι τυχόν ακυρότητές του καλύφθηκαν μετά την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου που ανέβαλε σε ρητή δικάσιμο. Το ίδιο δεν συμβαίνει στην περίπτωση που αναβληθεί η συζήτηση σε ρητή δικάσιμο για σημαντικό αίτιο που αναγγέλθηκε στο Δικαστήριο από το συνήγορο αυτού ή άλλο πρόσωπο (άγγελο), για λογαριασμό του απόντος κατηγορουμένου, οπότε η περί αναβολής απόφαση επέχει μεν θέση κλητεύσεως του κατηγορουμένου, αλλά η τυχόν ακυρότητα της επιδόσεως του κλητηρίου θεσπίσματος, δεν καλύπτεται κατά τα άρθρα 162 και 174 του ΚΠοινΔ, από την παρουσία και μόνον, ως απλού αγγέλου, απεσταλμένου δικηγόρου του απουσιάζοντος κατηγορουμένου, που αναγγέλλει απλώς το κώλυμα του τελευταίου και υποβάλλει αίτημα αναβολής για σημαντικά αίτια, η οποία αναβολή και δίδεται από το Δικαστήριο σε ρητή νέα δικάσιμο, διότι η αντιπροσώπευση του απόντος κατηγορουμένου από άγγελο που ζητεί για λογαριασμό του αναβολή της δίκης περιορίζεται, κατά νόμο, μόνο στην ενέργεια αυτή και δεν ισοδυναμεί με αυτοπρόσωπη παρουσία του κατηγορουμένου, ο οποίος μπορεί, στην περίπτωση, αυτή, κατά την μετ` αναβολήν δικάσιμο, να προβάλει αντιρρήσεις στην πρόοδο της δίκης λόγω ακυρότητας της επιδόσεως της κλήσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος προέβαλε αντιρρήσεις για την πρόοδο της δίκης, ισχυριζόμενος ότι το από 29.1.2009 αποδεικτικό επίδοσης προς τον ίδιο είναι άκυρο, γιατί έγινε θυροκόλληση χωρίς να αναφέρεται ότι εκείνος που ενήργησε την επίδοση δεν βρήκε στην οικία του τη σύζυγό του ή άλλα πρόσωπα και γιατί δεν υπάρχει η υπογραφή του προσώπου που επέδωσε και του μάρτυρος, δηλαδή ολόκληρο το βαπτιστικό όνομα και το επίθετο, αλλά υπάρχει μόνο μονογραφή των προσώπων αυτών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε τις αντιρρήσεις αυτές με την εξής αιτιολογία: "Η 379/2008 κλήση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, με κατάλογο μαρτύρων, με την οποία ο κατηγορούμενος κλήθηκε να εμφανιστεί στο ακροατήριο του δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο της 6/3/2009 και, μετ' αναβολή, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, τόσο στον κατηγορούμενο όσο και στον αντίκλητο αυτού Σ. Τσακαλώζο, όπως προκύπτει, α) από το με ημερομηνία 29/1/2009 αποδεικτικό επίδοσης που έχει συνταχθεί από τον αστυφύλακα ... στο οποίο αναφέρονται όλα τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία, και, εκτός των άλλων, το ονοματεπώνυμό του καθώς και η ιδιότητά του (με σφραγίδας), καθώς και η μονογραφή του κάτω από τη φράση "επέδωσα την κλήση", χωρίς να απαιτείται η αναγραφή ολόκληρου του ονοματεπωνύμου του στο σημείο αυτό. Τα ίδια ισχύουν και για τη μάρτυρα ...., αρχιφύλακα, η οποία ήταν παρούσα κατά τη θυροκόλληση της ως άνω κλήσης, όπου κάτω από τη λέξη "Ο μάρτυς" έχει τεθεί η σφραγίδα της με το ονοματεπώνυμο και την ιδιότητά της και έχει τεθεί η μονογραφή της και β) από το με ημερομηνία 10/2/2009 αποδεικτικό επίδοσης προς τον αντίκλητο αυτού (Σωκράτη Τσακαλώζο), που έχει συνταχθεί από τον αστυφύλακα ...., το οποίο φέρει όλα τα από το νόμο ως άνω απαιτούμενα στοιχεία [το ονοματεπώνυμο, την ιδιότητά του (με σφραγίδα), και τη μονογραφή του, καθώς και την υπογραφή του μάρτυρος ....(αστυφύλακα), ο οποίος ήταν παρών κατά τη θυροκόλληση] και ως εκ τούτου ουδεμία αμφιβολία δημιουργείται περί του προσώπου που προέβη στην ως άνω επίδοση. Βέβαια στο από 29/1/2009 αποδεικτικό επίδοσης προς τον εκκαλούντα - κατηγορούμενο του αστυφύλακα ..., αναφέρεται ότι, " ...αφού δεν βρήκα τον ίδιο θυροκόλλησα την κλήση παρουσία της μάρτυρος ... (Αρχιφύλακας Π.Σ.)...". Η σχετική όμως ακυρότητα από τη μη αναφορά στο ως άνω αποδεικτικό επίδοσης, ότι η θυροκόλληση έγινε γιατί στον τόπο της κατοικίας του κατηγορουμένου δεν βρέθηκε κάποιος από εκείνους, που έστω και προσωρινά διέμεναν μαζί του (άρθρο 155 παρ.1 εδ. β' Κ.Π.Δ.) καλύφθηκε, όπως από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 155 παρ. 1, 173, 174 παρ.2 και 349 του Κ.Π.Δ. προκύπτει, με την εμφάνιση του ίδιου του κατηγορουμένου κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (της 6/3/2009 ) και τη μη εναντίωσή του στην πρόοδο της δίκης. Κατά τη δικάσιμο αυτή ο κατηγορούμενος ουδέν ανέφερε περί μη νομίμου κλητεύσεώς του και δεν αντέλεξε για το λόγο αυτό στην πρόοδο της δίκης ,αλλά επικαλούμενος ότι ο δικηγόρος του Σωτήριος Τσακαλώζος "... ευρίσκεται στα Οινόφυτα σε σύσκεψη με αντιπροσώπους από την Τζέντα..." ζήτησε αναβολή για το σημαντικό ως άνω αίτιο, που αφορούσε τον ως άνω συνήγορό του. Το Δικαστήριο έκανε δεκτό το αίτημα του κατηγορουμένου και ανέβαλε την εκδίκαση της τώρα δικαζόμενης υπόθεσης σε ρητή δικάσιμο (για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας 3/6/2009). Επιπλέον, από την ως άνω ακυρότητα που δεν προτάθηκε από τον κατηγορούμενο κατά τη δικάσιμο της 6/3/2009, ουδεμία βλάβη προξενήθηκε στην υπεράσπισή του (ούτε ο ίδιος διατείνεται ότι υπέστη βλάβη) αφού ο ίδιος γνώριζε κατά την ημερομηνία αυτή (6/3/2009) για την κλήτευσή του στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου για την εκδίκαση της έφεσής του και το παραπάνω υποβληθέν αίτημα αναβολής συνδέθηκε με το σημαντικό αίτιο της απουσίας του δικηγόρου του Σ. Τσακαλώζου, όπως με το πρόσωπο αυτό (συνταξιοδότηση του ως άνω δικηγόρου) συνδέθηκε το αίτημα αναβολής, που υποβλήθηκε από τον κατηγορούμενο, το οποίο και απορρίφθηκε, με απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, και όχι με την αδυναμία υπεράσπισής του λόγω της ως άνω ακυρότητας της κλήτευσής του". Με τις παραδοχές αυτές και την απόρριψη των αντιρρήσεων για την πρόοδο της δίκης του αναιρεσείοντος, το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπερέβη την εξουσία του, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ορθώς έκρινε ότι η οποιαδήποτε ακυρότητα της επιδόσεως προς αυτόν της υπ` αριθ. 379/2008 κλήσεως (γιατί στο αποδεικτικό δεν αναγραφόταν ότι η θυροκόλληση έγινε γιατί στον τόπο της κατοικίας του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου δεν βρέθηκε κάποιος από εκείνους που, έστω και προσωρινά, διέμεναν μαζί του) καλύφθηκε από την εμφάνισή του κατά τη δικάσιμο της 6.3.2009, από την οποία η δίκη αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 3.6.2009 κατ` άρθρο 349 ΚΠΔ (λόγω κωλύματος του πληρεξουσίου δικηγόρου του Σωτηρίου Τσακαλώζου), και μη εναντίωσή του στην πρόοδο της δίκης, δεδομένου ότι, μετά την έκδοση της αναβλητικής αποφάσεως, το ως άνω αποδεικτικό απώλεσε την ισχύ του. Τα αυτά ισχύουν και για την επικαλούμενη ακυρότητα της επιδόσεως γιατί στο αποδεικτικό δεν υπάρχει η υπογραφή του προσώπου που επέδωσε και του μάρτυρα, αλλά υπάρχει μόνο η μονογραφή των προσώπων αυτών. Παρά ταύτα, το Δικαστήριο της ουσίας, ορθώς ερμηνεύον τις παραπάνω νομικές διατάξεις, έκρινε ότι δεν απαιτείτο η αναγραφή ολοκλήρου του ονοματεπωνύμου των εν λόγω προσώπων και κάτω από τη φράση "επέδωσα την κλήση" και "ο μάρτυς" αντιστοίχως, αφού ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται για την ταυτότητα αυτών. Επομένως, ο, από το άρθρο 510§1 περ. Β' και Η' ΚΠΔ, υπό στοιχ. Δ' πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση γιατί, καθ` υπέρβαση εξουσίας, το Πενταμελές Εφετείο απέρριψε τις αντιρρήσεις του αναιρεσείοντος και προχώρησε στην πρόοδο της δίκης, κρίναν ότι η ως άνω σχετική ακυρότητα της επιδόσεως της κλήσεως προς τον αναιρεσείοντα καλύφθηκε αφού αναβλήθηκε η εκδίκαση της υποθέσεως και δεν ήταν πλέον δυνατόν να εναντιωθεί αυτός στην πρόοδο της δίκης, ενώ περιέπεσε και στην πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως, γιατί δεν απάντησε στην ακυρότητα του αποδεικτικού επιδόσεως συνεπεία του ότι αυτό στερείτο της υπογραφής του επιδόσαντος και του μάρτυρα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 349§1 εδ. α, β, γ, δ, ε, στ και ζ ΚΠΔ, όπως ισχύει, "το δικαστήριο, μετά από πρόταση του εισαγγελέα ή αίτηση κάποιου από τους διαδίκους ή και αυτεπαγγέλτως, μπορεί να διατάξει την αναβολή της δίκης για σημαντικά αίτια που προσδιορίζονται ειδικά στην απόφαση. Μπορεί επίσης να διατάξει τη διακοπή της δίκης ή της συνεδρίασης για το λόγο αυτόν έως δεκαπέντε το πολύ ημέρες και μέχρι δύο φορές. Δεύτερη αναβολή μπορεί να διαταχθεί μόνον εφόσον βεβαιώνεται αιτιολογημένα στην απόφαση ότι δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί το σημαντικό αίτιο με τη διακοπή. Κάθε άλλη αναβολή απαγορεύεται. Επιτρέπεται σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις, μόνον αν το δικαστήριο κρίνει με ειδική αιτιολογία ότι είναι αδύνατη η διεξαγωγή της δίκης. Οι λόγοι αυτοί πρέπει να εκτίθενται αναλυτικά και αιτιολογημένα στην απόφαση της αναβολής. Η αναβολή γίνεται σε ρητή δικάσιμο, την οποία ανακοινώνει το δικαστήριο στους παρόντες διαδίκους, μάρτυρες και πραγματογνώμονες και σε αυτή κλητεύονται μόνον οι απόντες". Σύμφωνα δε με τα άρθρα 352 και 353 ΚΠοινΔ, παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η ειδική, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, από την έλλειψη της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, απαιτείται όχι μόνο για την απόφαση περί της ενοχής, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική για την κατηγορία απόφαση του δικαστηρίου, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση που απορρίπτει αίτηση του κατηγορουμένου περί αναβολής ή διακοπής της δίκης για σημαντικά αίτια ή περί αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη, υπό την προϋπόθεση ότι υποβάλλεται παραδεκτώς και είναι ορισμένη. Διαφορετικά, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως, για ελλιπή αιτιολογία. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την απορριπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, δικηγόρος, που εμφανίσθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο χωρίς συνήγορο, όταν άρχισε η συνεδρίαση της 3.6.2009 υπέβαλε στο Δικαστήριο, μετά την ανάπτυξη της εφέσεώς του από τον Εισαγγελέα και την εκφώνηση από την Πρόεδρο των ονομάτων των μαρτύρων και πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, αίτημα αναβολής της δίκης, κατ` άρθρο 349 ΚΠΔ, λόγω απουσίας του συνηγόρου του Σωτηρίου Τσακαλώζου, που ήδη ήταν συνταξιούχος, για το λόγο ότι αυτός είχε στα χέρια του τη δικογραφία και ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν είχε προλάβει να ενημερωθεί και να διορίσει άλλο δικηγόρο. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε, από το Δικαστήριο, με την αιτιολογία, κατά λέξη, ότι: "Ο δεύτερος κατηγορούμενος - εκκαλών Χ1 δικηγόρος ισχυρίσθηκε ότι είχε συνήγορο υπεράσπισης το δικηγόρο Σωτήριο Τσακαλώζο, ο οποίος είχε στα χέρια του την παρούσα δικογραφία και ο οποίος τώρα έχει συνταξιοδοτηθεί και ότι δεν πρόλαβε να διορίσει άλλον δικηγόρο, γιατί απουσίαζε για οικογενειακούς λόγους και δεν μπόρεσε να ενημερωθεί, γι' αυτό ζητεί αναβολή προκειμένου να διορίσει άλλον δικηγόρο. Το αίτημα αυτό, ανεξάρτητα από την αοριστία του, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, κατά την κρίση αυτού του δικαστηρίου δεν συντρέχουν σημαντικά αίτια τα οποία ανάγονται στο πρόσωπο του συνηγόρου υπεράσπισης του παραπάνω κατηγορουμένου. Τούτο δε γιατί ο εν λόγω κατηγορούμενος ουδέν αποδεικτικό στοιχείο επικαλέστηκε και προσκόμισε από το οποίο να προκύπτει, ότι ο ανωτέρω δικηγόρος συνταξιοδοτήθηκε, σε καταφατική περίπτωση πότε συνταξιοδοτήθηκε, πότε και για πόσο χρονικό διάστημα απουσίαζε ο ίδιος "και δεν μπόρεσε να ενημερωθεί" για την τώρα δικαζόμενη υπόθεσή του και αν αυτό το χρονικό διάστημα συνέχεται με το χρόνο συνταξιοδότησης του ως άνω συνηγόρου του ή όχι. Δηλαδή ο Β' κατηγορούμενος ουδέν αποδεικτικό στοιχείο επικαλέστηκε και προσκόμισε από το οποίο να προκύπτει ότι δεν είχε τα χρονικά περιθώρια, από της συνταξιοδότησης του συνηγόρου του έως και τη σημερινή δικάσιμο, να διορίσει άλλον συνήγορο υπεράσπισης. Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 6/3/2009, για τη συζήτηση της κρινόμενης έφεσης του κατηγορουμένου κατά της 845/2008 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για τα πλημμελήματα, ο τελευταίος ζήτησε αναβολή, λόγω σημαντικών αιτίων, που ανάγονταν στο πρόσωπο του ως άνω συνηγόρου (της απουσίας του "... στα Οινόφυτα σε σύσκεψη με αντιπροσώπους από την Τζέντα...") και το αίτημα αυτό έγινε δεκτό κατ' ουσίαν, γιατί είχε αποσταλεί σχετικό φαξ από τον Σ. Τσακαλώζο, και η υπόθεση αναβλήθηκε, λόγω των σημαντικών ως άνω αιτίων, σε ρητή σύντομη δικάσιμο (τη σημερινή). ’ξιο μνείας είναι επίσης το γεγονός ότι ενώ ο κατηγορούμενος διατείνεται ότι "δεν μπόρεσε να ενημερωθεί" για τη δικαζόμενη υπόθεση, "... γιατί τον φάκελο τον έχει ο Τσακαλώζος ...", ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου υπεράσπισε μόνος του τον εαυτό του, προβάλλοντας αυτοτελείς ισχυρισμούς και ενστάσεις, μετά την απόρριψη του αιτήματος για αναβολή της δίκης, με την επίκληση από τον κατηγορούμενο ότι ο συνήγορός του Ιωάννης Σταμούλης είχε πρόσφατα αποβιώσει". Στη συνέχεια, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, μετά την υποβολή διαφόρων αυτοτελών ισχυρισμών και αιτημάτων, καθώς και αιτήσεων εξαιρέσεως των μελών της συνθέσεως του Δικαστηρίου (που απορρίφθηκαν), κατά τη δικάσιμο της 16.6.2009, για την οποία διακόπηκε η συνεδρίαση μετά την 3.6.2009 και 11.6.2009, και μετά την εξέταση των πολιτικώς εναγόντων, υπέβαλε αίτημα αναβολής (για κρείσσονες αποδείξεις) για να κληθούν οι μάρτυρες ... και .... Το αίτημα αναβολής αυτό, όπως διατυπώθηκε, ήταν αόριστο και, ως εκ τούτου, απαράδεκτο, διότι δεν ανέφερε για ποιούς συγκεκριμένους λόγους ήταν αναγκαία η μαρτυρία των προσώπων αυτών. Επομένως, δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο να απαντήσει στο αίτημα αυτό του κατηγορουμένου για αναβολή της δίκης και, πολύ περισσότερο, να αιτιολογήσει ιδιαιτέρως την περί αυτού παρεμπίπτουσα απόφασή του. Παρά ταύτα, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψη του εν λόγω αιτήματος, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: "Το αίτημα του δευτέρου κατηγορουμένου για κλήτευση των μαρτύρων ...(συνεργάτη του δικηγόρου) και ... (διενήργησε γραφολογική πραγματογνωμοσύνη σε ορισμένες αποδείξεις που αφορούν την υπόθεση και η πλαστογραφία ή μη αυτών αποτελεί αντικείμενο άλλης δίκης) θα πρέπει να απορριφθεί, καθόσον κατά την κρίση αυτού του δικαστηρίου, για τη διαλεύκανση της κρινόμενης υπόθεσης δεν κρίνεται αναγκαία η κλήτευση των δύο τελευταίων μαρτύρων (είχε ζητηθεί η κλήτευση και του αρχικώς απολιπομένου ..., ο οποίος, τελικά, προσήλθε και εξετάσθηκε)...και το δικαστήριο μπορεί να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση, για τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της ως άνω υπόθεσης από τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.)".
Τέλος, κατά την, μετά από διακοπή, δικάσιμο της 23.6.2009, υπέβαλε αίτημα διακοπής της δίκης για 4 ημέρες, γιατί δεν είχε τη δυνατότητα να παρακολουθήσει τη διαδικασία και παρέδωσε στην Πρόεδρο το από 19.6.2009 πιστοποιητικό νοσηλείας του Νοσοκομείου "..." και την από 22.6.2009 βεβαίωση του ειδικού παθολόγου ιατρού ...., τα οποία αναγνώσθηκαν. Το Δικαστήριο απέρριψε και το αίτημα αυτό με την εξής αιτιολογία: "Το αίτημα του κατηγορουμένου Χ1 για διακοπή της δίκης, για το λόγο ότι δεν έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει τη διαδικασία θα πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο και ισχύουν όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, αφού δεν προκύπτει από κάποιο στοιχείο ότι γίνεται δυσχερής η παρουσία του κατηγορουμένου στη δίκη εξαιτίας σοβαρής διαταραχής της υγείας του. Ο κατηγορούμενος προσκόμισε το με ημερομηνία 19/6/2009 πιστοποιητικό νοσηλείας του νοσοκομείου " ..." στο οποίο αναφέρεται ότι στις 16/6/2009 ο κατηγορούμενος εξετάστηκε στα επείγοντα ιατρεία του ... (καρδιολογικό) για λιποθυμικό επεισόδιο, στηθαγχικό άλγος, χρόνια ισχαιμική καρδιοπάθεια και του συνεστήθη αποφυγή stress και ψυχολογικών συγκινήσεων και έντασης. Από μόνο το ως άνω πιστοποιητικό, το οποίο αναφέρεται στην εξέταση του κατηγορουμένου επτά (7) ημέρες πριν από τη σημερινή δικάσιμο, όταν μετέβη στα επείγοντα περιστατικά του ανωτέρω νοσοκομείου για το λιποθυμικό επεισόδιο που συνέβη στις 16/6/2009, στο ακροατήριο αυτού του δικαστηρίου και στο οποίο γίνεται μνεία για την κατάσταση της υγείας του κατηγορουμένου κατά την 16/6/2009, δεν μπορεί να συναχθεί ότι κατά τη σημερινή δικάσιμο (23/6/2009) η υγεία του παρουσιάζει σοβαρή διαταραχή εξαιτίας της οποίας καθίσταται δυσχερής η παρουσία του στη δίκη. ’λλωστε το μόνο που συνεστήθη στον κατηγορούμενο ήταν η αποφυγή stress και ψυχολογικών συγκινήσεων και έντασης, χωρίς να προσδιορίζεται η διάρκεια. Από την αυτοψία δε του κατηγορουμένου δεν διαπιστώνεται σοβαρή διαταραχή της υγείας του εξαιτίας της οποίας είναι δυσχερής η παρουσία του στη δίκη". Η αιτιολογία δε αυτή, με την οποία απορρίφθηκαν τα ως άνω αιτήματα, είναι ειδική, κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ, και εμπεριστατωμένη, αφού μνημονεύονται, στα παραπάνω επί μέρους σκεπτικά, τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το Δικαστήριο, για να καταλήξει στις παραπάνω αντίστοιχες απορριπτικές κρίσεις του, αναφέρονται τα στοιχεία που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, στα οποία το Δικαστήριο θεμελίωσε την ουσιαστική αβασιμότητα των εν λόγω αιτημάτων αναβολής και διακοπής της δίκης, αναφέρονται δε και οι συλλογισμοί με τους οποίους κατέληξε στην κρίση αυτή. Και ναι μεν στο σκεπτικό επί του αιτήματος για τη διακοπή δεν μνημονεύεται ειδικά και η από 22.6.2009 βεβαίωση του ειδικού παθολόγου ιατρού ... (αλλά μόνο το από 19.6.2009 πιστοποιητικό νοσηλείας του Νοσοκομείου "..."), πλην από τη μη ειδική αναφορά και αντίκρουση του περιεχομένου και της ιατρικής αυτής βεβαιώσεως δεν συνάγεται μη λήψη υπόψη και αυτού του εγγράφου, αφού μάλιστα το Δικαστήριο, αναφερόμενο και στις προηγούμενες σκέψεις του, με τις οποίες είχε απορριφθεί και προηγούμενο αίτημα του κατηγορουμένου στις 16.6.2009 για διακοπή της δίκης, προέβη, νόμιμα κατ` άρθρα 180 και 348 ΚΠΔ, σε αυτοψία και, στηριζόμενο στα άνω δύο ιατρικά πιστοποιητικά και στις από την επ` ακροατηρίου αυτοψία εντυπώσεις του, που παραδεκτά αναφέρει στο αιτιολογικό του, χωρίς ανάγκη συντάξεως ειδικής εκθέσεως αυτοψίας, αιτιολογεί πλήρως και επαρκώς ότι κατά τη συνεδρίαση της 23.6.2009 "δεν διαπιστώνεται σοβαρή διαταραχή της υγείας του εξαιτίας της οποίας είναι δυσχερής η παρουσία του στη δίκη" και η ουσιαστική αυτή παραδοχή του Δικαστηρίου, πλην της επαρκούς ή μη αιτιολογήσεως, δεν ελέγχεται αναιρετικά, η έξαρση δε του πιστοποιητικού του κρατικού Νοσοκομείου έγινε λόγω της σπουδαιότητας και βαρύτητάς του έναντι της βεβαιώσεως του ιδιώτη ιατρού και δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκε υπόψη η τελευταία. Επομένως, οι σχετικοί, από το άρθρο 510§1 περ. Β', Δ' και Η' ΚΠΔ, δεύτερος λόγος και υπό στοιχ. Γ', Ε' και Στ' πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, γιατί το Πενταμελές Εφετείο α) καθ` υπέρβαση εξουσίας και χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προχώρησε στην πρόοδο της δίκης και απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος για διακοπή (και όχι για αναβολή, που αναγράφεται στον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, αφού, όπως προκύπτει από τη σελίδα 56 των πρακτικών, ο αναιρεσείων, με την επίκληση των ως άνω ιατρικών βεβαιώσεων, υπέβαλε αίτημα διακοπής, πράγμα, άλλωστε, που αναφέρει στον υπό στοιχ. Στ' πρόσθετο λόγο) της δίκης για λόγους υγείας του που προέκυπταν από τις ανωτέρω ιατρικές βεβαιώσεις, τα κείμενα των οποίων δεν καταχωρούνται αυτολεξεί στην απόφαση και δεν μνημονεύονται αποδεικτικά στοιχεία αναιρετικά των βεβαιώσεων αυτών, ενώ δεν λήφθηκε υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκε και η από 22.6.2009 βεβαίωση του ειδικού παθολόγου ιατρού ..., με αποτέλεσμα η απόφαση να υποπέσει και στην πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως, β) καθ` υπέρβαση εξουσίας και χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, προχώρησε στην πρόοδο της δίκης και απέρριψε το αίτημά του για αναβολή της δίκης λόγω σημαντικού αιτίου που συνέτρεχε στο πρόσωπο του πληρεξουσίου του δικηγόρου Σ. Τσακαλώζου, παραβιάζοντας, έτσι, και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και γ) με την απόρριψη, με μη νόμιμη και ανεπαρκή αιτιολογία, του αιτήματος για την κλήση των προταθέντων μαρτύρων, υπέπεσε στην πλημμέλεια της ελλείψεως ακροάσεως, παραβιάζοντας και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ περί διεξαγωγής δίκαιης δίκης, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Η μερικότερη αιτίαση, που προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ότι η απορριπτική κρίση για τα αιτήματα αναβολής στηρίχθηκε στον κίνδυνο παραγραφής της αποδιδόμενης στον αναιρεσείοντα αξιόποινης πράξεως και ότι η Πρόεδρος του Δικαστηρίου δήλωσε, και μάλιστα με δυνατή φωνή, στον αναιρεσείοντα ότι "θα απορριφθούν όλες οι ενστάσεις που κάνει, γιατί επίκειται παραγραφή" είναι αβάσιμη, γιατί από κανένα σημείο των πρακτικών, τα οποία δεν έχουν προσβληθεί για πλαστότητα, δεν προκύπτει ότι η αιτιολογία για την απόρριψη κάποιου αιτήματος στηρίχθηκε και στον κίνδυνο παραγραφής, η οποία, σημειωτέον, συνεπληρούτο μετά από χρονικό διάστημα 10 περίπου μηνών, ούτε ότι ελέχθη από την Πρόεδρο η παραπάνω φράση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 ΚΠοινΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 ΚΠοινΔ, ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 ΚΠοινΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 εδ α' του ίδιου Κώδικα, η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ, κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 ΚΠοινΔ, εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Στο έγκλημα της πλαστογραφίας, το δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής έχει εκείνος που μπορεί να υποστεί ή υπέστη τις παραγόμενες από το πλαστό έγγραφο έννομες συνέπειες και τέτοιος πρωτίστως είναι εκείνος, του οποίου πλαστογραφήθηκε η υπογραφή ή αλλοιώθηκε το γραπτό κείμενο, αλλά και καθένας άλλος που ζημιώνεται από τη χρήση αυτού. Η σχετική δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 ΚΠοινΔ, να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων, και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή, αν ζητείται αποζημίωση για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Η δήλωση ότι παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων "για χρηματική ικανοποίηση" αρκεί και είναι ορισμένη, καθόσον υπονοεί την παράσταση για ηθική βλάβη. Για το νομότυπο δε της παραστάσεως δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται ο ιδιαίτερος τρόπος προκλήσεως της ηθικής βλάβης, που είναι άμεσο αποτέλεσμα των περιγραφομένων γεγονότων που αποδίδονται στον κατηγορούμενο. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωση δε παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Από τις ανωτέρω διατάξεις σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 502§1 εδ. τελ. του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία "το κεφάλαιο της απόφασης για τις πολιτικές απαιτήσεις που προσβάλλεται από τον κατηγορούμενο ή τον εισαγγελέα εξετάζεται από το εφετείο, και αν ακόμη δεν είναι παρών ο πολιτικώς ενάγων", συνάγεται ότι η ιδιότητα του παραστάντος, νομότυπα, πρωτοδίκως ως πολιτικώς ενάγοντος δεν παύει από το ότι αυτός εμφανίσθηκε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο χωρίς να δηλώσει και πάλι παράσταση πολιτικής αγωγής, αλλά και χωρίς να δηλώσει παραίτηση από αυτή, και αυτός εξετάζεται ως μάρτυρας χωρίς να ορκισθεί (άρθρο 221 περ. δ ΚΠΔ). Τέλος, οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 845/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών, που δίκασε σε πρώτο βαθμό, και τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο οι Ψ1 και Ψ2 και δήλωσαν ότι παρίστανται ως πολιτικώς ενάγοντες για χρηματική ικανοποίηση 44 € ο καθένας από κάθε κατηγορούμενο (τον Σ1, που ήδη έχει αθωωθεί, και τον αναιρεσείοντα) με επιφύλαξη και ότι διορίζουν πληρεξούσιό τους τον παρόντα δικηγόρο Διονύσιο Ζορμπά, ο οποίος αποδέχθηκε το διορισμό. Κατά της παραστάσεως αυτής, η οποία ήταν νομότυπη και αρκούντως ορισμένη, χωρίς, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να είναι αναγκαίο να εξειδικεύεται σε τι συνίσταται η ηθική βλάβη για την οποία ζητείτο η χρηματική ικανοποίηση, ο αναιρεσείων δεν είχε προβάλει αντιρρήσεις. Και ναι μεν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, η δήλωση της παραστάσεως πολιτικής αγωγής δεν επαναλήφθηκε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, πλην οι πολιτικώς ενάγοντες δεν παραιτήθηκαν από αυτήν, ήτοι από τις απαιτήσεις τους για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αξιόποινη πράξη που αποδιδόταν στους κατηγορουμένους, και, για το λόγο αυτό, εξετάσθηκαν χωρίς να ορκισθούν και τους επιδικάσθηκε η χρηματική ικανοποίηση που, νομότυπα, είχε ζητηθεί πρωτοδίκως, σε βάρος μόνο του αναιρεσείοντος (αφού ο συγκατηγορούμενος του, όπως αναφέρθηκε, αθωώθηκε). Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ορθώς κρίθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, νομότυπη η παράσταση των Ψ1 και Ψ2 ως πολιτικώς εναγόντων, εξετάσθηκαν αυτοί χωρίς να ορκισθούν και τους επιδικάσθηκε χρηματική ικανοποίηση και ο, από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Α' και Η' περ. γ' ΚΠΔ, υπό στοιχ. Α' πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, συνισταμένη στο ότι, καίτοι οι ανωτέρω δεν υπέβαλαν δήλωση παραστάσεως πολιτικής αγωγής ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αυτό τους προσέδωσε την ιδιότητα των πολιτικώς εναγόντων, τους εξέτασε ανωμοτί και τους επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ και η παράσταση πολιτικής αγωγής που δηλώθηκε πρωτοδίκως δεν περιείχε συνοπτική έκθεση της υποθέσεως για την οποία δήλωσαν παράσταση οι πολιτικώς ενάγοντες, τους λόγους στους οποίους στηρίζουν το δικαίωμα της παραστάσεώς τους και το είδος της ζημίας που έχουν υποστεί από την αξιόποινη πράξη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΠΚ, στοιχείο του εγκλήματος της πλαστογραφίας είναι η κατάρτιση πλαστού ή νόθευση εγγράφου με σκοπό την παραπλάνηση άλλου, με τη χρήση του, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομη συνέπεια, δηλαδή είναι σημαντικό για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 περίπτ. γ' ΠΚ, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1805/1988, "έγγραφο είναι κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει ένα τέτοιο γεγονός? έγγραφο είναι και κάθε μέσο, το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφόσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα, που έχουν έννομη σημασία". Στην έννοια αυτή του εγγράφου περιλαμβάνεται και το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου, στο οποίο απεικονίζεται (φωτογραφίζεται) το πρωτότυπο εγγράφου με τη χρησιμοποίηση κατάλληλης συσκευής. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει πιστή αναπαραγωγή του πρωτοτύπου, με μηχανικό τρόπο. Επομένως, το γεγονός με έννομη σημασία, που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει το πρωτότυπο του εγγράφου, εμφανίζεται και στο πιστό φωτοτυπικό αντίγραφο, έστω και αν δεν είναι επικυρωμένο, και, συνεπώς, μπορεί να αποδειχθεί με αυτό. 'Ετσι, και το έγγραφο αυτό, παρ` ότι δεν είναι πρωτότυπο, είναι δυνατόν να καταστεί υλικό αντικείμενο πλαστογραφίας (κατάρτισης πλαστού ή νόθευσης). Η δημιουργία εγγράφου με τη μέθοδο της φωτοτυπίας και η αλλοίωση, κατά τη φωτοτύπηση, στοιχείων του γνησίου εγγράφου συνιστά κατάρτιση νέου πλαστού εγγράφου, ενώ η χρήση ανεπικύρωτων φωτοτυπικών αντιγράφων εγγράφου, που έχει ήδη νοθευτεί, συνιστά ειδική μορφή χρήσεως πλαστού εγγράφου. Τέλος, από την ίδια διάταξη του άρθρου 13 περ. γ' ΠΚ συνάγεται ότι η αποδεικτική δύναμη του εγγράφου, με την πιο πάνω ευρεία έννοια, δεν συμπίπτει κατ` ανάγκην με την αποδεικτική δύναμη που έχουν τα έγγραφα, ως μέσα αποδείξεως, κατά την πολιτική δικονομία και, επομένως, δεν είναι απαραίτητο να ερευνάται αν είναι σύμφωνα με τους κανόνες της. Κατά συνέπεια, στο χώρο του ποινικού δικαίου το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου αποτελεί έγγραφο με την πιο πάνω έννοια, χωρίς να απαιτείται η, κατά το άρθρο 449 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., βεβαίωση της ακριβείας του από αρμόδιο, κατά το νόμο, πρόσωπο (Ολ ΑΠ 2/2000). Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ` αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφήρμοσε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 1871/2009 απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών, μετατραπείσα, για πλαστογραφία με χρήση κατ` εξακολούθηση, η οποία, κατά το διατακτικό της αποφάσεως, συνίσταται στο ότι αυτός: "Στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από 1.5.2002 έως 25.5.2002, με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, κατήρτισε πλαστά έγγραφα με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες. Τα έγγραφα αυτά κατόπιν τα χρησιμοποίησε. Συγκεκριμένα ο (συγκατηγορούμενός του) Σ1 όφειλε στον εγκαλούντα Ψ1 για αποζημίωση χρήσεως του μισθίου το οποίο χρησιμοποιούσε ως αρτοποιείο, από Σεπτέμβριο 2001 έως Μάιο 2002, δεδομένου ότι είχε υπογραφεί συμφωνητικό λύσεως της μισθώσεως. Έχοντας ο κατηγορούμενος απόδειξη έγγραφη που χορηγήθηκε από τη Ψ2, θυγατέρα του εγκαλούντος και δικηγόρο - μηνύτρια, συνέταξε με βάση αυτή εξ υπαρχής δύο πλαστές αποδείξεις με φερόμενο χρόνο 24.1.2002 και 25.1.2002 θέτοντας την υπογραφή της πληρεξουσίας δικηγόρου και μηνύτριας Ψ2. Η μεν πρώτη απόδειξη με χρόνο 24.1.2002 και τόπο τον ... αφορά λήψη ποσού ενός εκατομμυρίου τριακοσίων χιλιάδων (1.300.000) δραχμών για μισθώματα των μηνών Μαρτίου έως και Δεκεμβρίου 2001 του μισθίου που βρίσκεται στο .... και υπογράφεται δήθεν από την Ψ2. Η δε δεύτερη απόδειξη - βεβαίωση ποσού 650.000 δραχμών υπογράφεται ως καταβληθέν από τον κατηγορούμενο, αφορά το παραπάνω μίσθιο, έχει ημερομηνία 25.1.2002 και στη θέση ο λαβών, την υπογραφή της Ψ2 και φέρει προγενέστερη ημερομηνία 6.12.2001. Σ` αυτές τις αποδείξεις έχει αποκόψει και απομονώσει τη σφραγίδα και υπογραφή της Ψ2, δικηγόρου, μηνύτριας και θυγατέρας του ιδιοκτήτη του μισθίου φούρνου και προ αυτού έχει γράψει το κείμενο, πράγμα που δεν έχει υπογράψει η φερόμενη (Ψ2) ούτε αφορά λήψη παρομοίων ποσών. Τις αποδείξεις αυτές κατήρτισε με σκοπό να παραπλανήσει τρίτους και το Δικαστήριο, ότι μειώθηκε το οφειλόμενο ποσό λόγω αποζημιώσεως εξαιτίας της μη εγκαίρου παραδόσεως στον εκμισθωτή του μισθίου φούρνου. Τις αποδείξεις αυτές σε επικυρωμένα αντίγραφα χρησιμοποίησε ο ίδιος όντας πληρεξούσιος δικηγόρος του (συγκατηγορουμένου του)Σ1 κατά τη μισθωτική διαφορά πελάτη του για να αποδείξει ότι οφείλεται ως αποζημίωση χρήσεως μικρότερο ποσό από το πράγματι οφειλόμενο και παραδίδοντας (αυτές) στον Σ1 για να τις χρησιμοποιήσει ο τελευταίος στις 18.1.2005 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αχαρνών Αττικής". Σύμφωνα, λοιπόν, με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ορθά το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την καταδικαστική ως άνω για τον αναιρεσείοντα κρίση του για την αποδιδόμενη σ` αυτόν αξιόποινη πράξη της πλαστογραφίας με χρήση κατ` εξακολούθηση σε επικυρωμένα αντίγραφα των ως πλαστών φερομένων αποδείξεων, τα οποία αποτελούν έγγραφα και, κατά συνέπειαν, το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος της πλαστογραφίας στο χώρο του ποινικού δικαίου, και δεν ήταν απαραίτητο να ερευνηθεί αν τα εν λόγω έγγραφα ήταν σύμφωνα με τους κανόνες της Πολιτικής Δικονομίας. Επομένως, ο υπό στοιχ. Ζ', από το άρθρο 510§1 περ. Ε' ΚΠΔ, πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, συνισταμένη στο ότι έγιναν δεκτές ως έγγραφα οι φωτοτυπικές αποδείξεις, χωρίς απόδειξη για την ύπαρξη πρωτοτύπου και γιατί οι φωτοτυπικές αποδείξεις δεν μπορούσαν να αποδείξουν απόσβεση της αξιώσεως αποζημιώσεως χρήσεως του Ψ1 κατά τις μνημονευόμενες διατάξεις του ΑΚ (των άρθρων 316, 317, 318, 417, 416), είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α' του ΚΠοινΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το Δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τέτοιο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, υποβάλλει αίτημα αναγνώσεως εγγράφου που υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο της ουσίας οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αυτό, αιτιολογώντας την απόφασή του, άλλως, αν αρνηθεί ή παραλείψει να αποφανθεί, δημιουργείται έλλειψη ακροάσεως. Για να επέλθει, όμως, από την τελευταία, κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠοινΔ, ακυρότητα της διαδικασίας, απαιτείται να υποβληθεί σαφές και ορισμένο αίτημα από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και επιπλέον, σε περίπτωση μη αποδοχής αυτού από το διευθύνοντα τη συζήτηση, άμεση προσφυγή τους σε ολόκληρο το Δικαστήριο και απόρριψη παρά το νόμο από αυτό της προσφυγής ή παράλειψή του να αποφανθεί.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, με τον σχετικό, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β' ΚΠοινΔ, πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ακροάσεως, γιατί, κατά παραβίαση του άρθρου 364 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε την υπ` αριθ. 63/2007 απόφαση του Ανωτάτου Πειθαρχικού Συμβουλίου Δικηγόρων, που προσκομίσθηκε μετ' επικλήσεως. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί, από τα πρακτικά της αποφάσεως, τα οποία δεν προσβάλλονται για πλαστότητα, δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων προσκόμισε το ως άνω έγγραφο και ζήτησε την ανάγνωσή του, ότι η Διευθύνουσα τη συζήτηση αρνήθηκε να το αναγνώσει ή παρέλειψε να αποφανθεί και ότι κατά της αρνήσεως αυτής προσέφυγε στο Δικαστήριο και αυτό, παρά το νόμο, απέρριψε την προσφυγή ή παρέλειψε να αποφανθεί επ' αυτής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 2 εδ. α και β Κ.Π.Δ., "το δελτίο ποινικού μητρώου επισυνάπτεται υποχρεωτικά με ευθύνη του αρμόδιου γραμματέα σε κάθε δικογραφία για εγκλήματα αρμοδιότητας τριμελούς πλημμελειοδικείου και άνω, μέσα σε σφραγιστό αδιαφανή φάκελο, ο οποίος αποσφραγίζεται μόνο μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του δικαστηρίου, γενομένης ειδικής μνείας στα πρακτικά. Σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, το δελτίο ποινικού μητρώου σφραγίζεται και πάλι με ευθύνη του γραμματέα της έδρας του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου, σε αδιαφανή φάκελο, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των του προηγούμενου εδαφίου". Εξάλλου, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' Κ.Π.Δ., επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα, η παραβίαση των διατάξεων που καθορίζουν την υπεράσπιση του κατηγορουμένου. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η απαγόρευση πρόσβασης στο περιεχόμενο του δελτίου ποινικού μητρώου μέχρι την κήρυξη του κατηγορουμένου ως ενόχου αποσκοπεί στο σχηματισμό καθαρής δικαστικής πεποίθησης που θα στηρίζεται στα αποδεικτικά στοιχεία της συγκεκριμένης υπόθεσης και εντάσσεται στις διατάξεις που προστατεύουν τον κατηγορούμενο στην άσκηση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων με την αποφυγή της αποδεικτικής αξιοποίησης σε βάρος του προηγούμενων καταδικαστικών αποφάσεων, έτσι, ώστε, η παραβίαση της ανωτέρω διάταξης του άρθρ. 577 παρ. 2 Κ.Π.Δ., με την αποσφράγιση και ανάγνωση του δελτίου ποινικού μητρώου πριν από την περί ενοχής απόφαση του δικαστηρίου, να συνεπάγεται κατ' αρχήν απόλυτη ακυρότητα. Η απαγόρευση, όμως, του άρθρ. 577 παρ. 2 Κ.Π.Δ. δεν εμποδίζει τον κατηγορούμενο να ζητήσει ο ίδιος την ανάγνωση του δελτίου ποινικού μητρώου, προκειμένου να αξιοποιήσει υπέρ αυτού την ανυπαρξία προηγούμενων καταδικών του, όπως για να ζητήσει την αναγνώριση ελαφρυντικής περιστάσεως, αφού στην περίπτωση αυτή, που ο ίδιος επιθυμεί να γνωστοποιηθεί το περιεχόμενο του ποινικού του μητρώου, η προστατευτική για την υπεράσπισή του λειτουργία της διάταξης κάμπτεται. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 του ΚΠΔ σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό της κρίσης του σε σχέση με την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφων, που δεν είναι βέβαιο ότι αναγνώσθηκαν, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εξαιτίας της οποίας ιδρύεται, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως, γιατί αποστερείται έτσι ο κατηγορούμενος της δυνατότητας να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί σε παρατηρήσεις σχετικές με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 99 § 1 του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2§3 του ν. 2.479/1997, "αν κάποιος, που δεν έχει καταδικαστεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μια μόνη ή περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή, που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του διατάσσει την αναστολή της εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία έτη και ανώτερο από πέντε έτη, εκτός και αν κρίνει με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιόποινων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την από το δικαστήριο αναστολή εκτελέσεως της ποινής για ορισμένο διάστημα απαιτείται, εκτός άλλων προϋποθέσεων, ο καταδικασθείς να μην έχει προηγούμενη ή προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστικές της ελευθερίας ποινές, οι οποίες υπερβαίνουν συνολικώς τους έξι μήνες. Η μια ή περισσότερες καταδίκες αυτές πρέπει να έχουν γίνει αμετάκλητες, είναι δε αδιάφορο, τόσο το πριν πόσο χρόνο καταγνώστηκαν οι ποινές αυτές, όσο και αν οι επιβληθείσες, μια ή περισσότερες, ποινές μετατράπηκαν σε χρηματικές ή σε παροχή κοινωφελούς εργασίας, αποτίθηκαν, αφέθηκαν με χάρη, υπέκυψαν σε παραγραφή ή είχαν και αυτές ανασταλεί και παρήλθε ή όχι ο χρόνος δοκιμασίας. Τούτο δε περαιτέρω διότι, από τη γραμματική ερμηνεία της διατάξεως του άρθρου 102 § 2 του ΠΚ, που ορίζει ότι "αν η αναστολή δεν αρθεί σύμφωνα με τα ανωτέρω (§1) ή δεν ανακληθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 101, η ποινή που είχε ανασταλεί θεωρείται σαν να μην είχε επιβληθεί", προκύπτει ότι η προβλεπόμενη σε αυτή συνέπεια της παρόδου του διαστήματος της αναστολής αφορά τη μη επιβολή ποινής, η οποία "θεωρείται σαν να μην είχε επιβληθεί", όχι όμως και την ανυπαρξία καταδίκης, την οποία εκμηδενίζει μόνο η παροχή αμνηστίας. Στη λύση αυτή συνηγορεί και το άρθρο 104§1 του ΠΚ, που ορίζει ρητά ότι "η αναστολή της ποινής δεν απαλλάσσει τον καταδικασμένο από την πληρωμή των δικαστικών εξόδων, την αστική αποζημίωση και τη χρηματική ικανοποίηση", προβλέποντας, και στην περίπτωση μη άρσης ή μη ανάκλησης της αναστολής, την ισχύ της καταδικαστικής αποφάσεως ως τίτλου για την πληρωμή των δικαστικών εξόδων και την καταβολή της χρηματικής ικανοποιήσεως και της αστικής αποζημιώσεως. Ενόψει όλων των ανωτέρω, καθίσταται φανερό ότι η καταδίκη εξακολουθεί να υπάρχει και μετά την πάροδο του χρόνου της αναστολής και, συνεπώς, για να χορηγηθεί νέα αναστολή για ποινή που επιβλήθηκε με μεταγενέστερη καταδίκη, θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η προηγούμενη καταδίκη, έστω και ανασταλείσα. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 574§2 περ. βε ΚΠΔ, στο ποινικό μητρώο αναγράφονται οι αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις ακόμη και αν έχει ανασταλεί η εκτέλεσή τους, στην περίπτωση, όμως, αυτή γίνεται ειδική μνεία. Εξάλλου, από την αυτή διάταξη του άρθρου 99 ΠΚ, προκύπτει ότι το δικαστήριο, στην περίπτωση που επιβάλλει στερητική της ελευθερίας ποινή, η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, υποχρεούται να ελέγξει, ακόμη και χωρίς αίτημα, τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτελέσεως της ποινής και να δικαιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική του κρίση. Διαφορετικά, αν δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας, στην περίπτωση αυτή, δεν αιτιολογήσει ειδικά τη μη αναστολή εκτελέσεως της ποινής ή απορρίψει, χωρίς αιτιολογία, σχετικό αίτημα του καταδικαζομένου, υποπίπτει στις ελεγχόμενες από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Η' του ΚΠοινΔ πλημμέλειες της ελλείψεως της απαιτούμενης αιτιολογίας και της αρνητικής υπερβάσεως της εξουσίας του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, μετά την απαγγελία της αποφάσεως για την ενοχή του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, ανέγνωσε το ποινικό μητρώο αυτού. Επομένως, αυτό δεν προκύπτει ότι είχε αποσφραγισθεί προηγουμένως και είχε ληφθεί υπόψη για την καταδικαστική κρίση και ο σχετικός υπό στοιχ. Η' πρόσθετος λόγος, κατά το σημείο με το οποίο πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα (άρθρο 510§1 περ. Α' ΚΠΔ), συνισταμένη στο ότι το ποινικό μητρώο του αναιρεσείοντος ήταν αποσφραγισμένο πριν από την περί ενοχής του απόφαση, χωρίς, πάντως, να αιτιάται αυτός ότι και είχε αναγνωσθεί και λήφθηκε υπόψη για την καταδικαστική κρίση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, από τα αυτά πρακτικά προκύπτει, ότι, μετά την ανάγνωση του ποινικού μητρώου (από το οποίο προέκυπτε ότι είχε επιβληθεί ήδη στον αναιρεσείοντα, για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ` εξακολούθηση, αμετακλήτως ποινή φυλακίσεως 2 ετών), ο Εισαγγελέας πρότεινε να επιβληθεί στον κατηγορούμενο ποινή φυλακίσεως 12 μηνών και να μετατραπεί, ενώ ο κατηγορούμενος ζήτησε την αναστολή, γιατί η ποινή που αναγραφόταν στο ποινικό του μητρώο δεν είχε καταστεί, ακόμη, αμετάκλητη. Στο σημείο εκείνο, η Πρόεδρος του Δικαστηρίου διέκοψε τη συνεδρίαση για μια ώρα, για να προσκομισθεί, με την επιμέλεια της Εισαγγελίας, η σχετική απόφαση του Αρείου Πάγου. Η τελευταία (η υπ` αριθ. 1772/2008) προσκομίσθηκε και αναγνώσθηκε. Κατόπιν, το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα για την αναστολή και μετέτρεψε την ποινή της φυλακίσεως 12 μηνών που επέβαλε σε χρηματική με την εξής αιτιολογία: "Από την έρευνα του χαρακτήρα του κατηγορουμένου, που κηρύχθηκε ένοχος, και τις άλλες περιστάσεις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η χρηματική ποινή αρκεί να τον αποτρέψει από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων...Συντρέχει επομένως νόμιμη περίπτωση να μετατραπεί η παραπάνω ποινή σε χρηματική. Αν ληφθούν υπόψη για τον προσδιορισμό του ποσού και οι οικονομικοί πόροι του κατηγορουμένου που κηρύχθηκε ένοχος, πρέπει κάθε ημέρα φυλάκισης να υπολογιστεί προς (5) ευρώ. Ο κατηγορούμενος ζήτησε να ανασταλεί η εκτέλεση της ποινής που του επιβλήθηκε, πλην όμως από το με ημερομηνία 24/7/2007 αντίγραφο του ποινικού του μητρώου προκύπτει ότι με την 1564/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ` εξακολούθηση. Ο κατηγορούμενος ισχυρίστηκε ότι η απόφαση αυτή δεν έχει καταστεί αμετάκλητη και προσκόμισε τις από 25/1/2008 και 20/5/2008 βεβαιώσεις του ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου από τις οποίες προκύπτει ότι κατά της πιο πάνω απόφασης έχει ασκηθεί αίτηση αναίρεσης και επί της τελευταίας δεν έχει εκδοθεί απόφαση. Όμως μετά τη διακοπή της συνεδρίασης για τη διερεύνηση του ζητήματος αυτού απεστάλη από τη γραμματεία του Αρείου Πάγου η 1772/2008 απόφαση από την οποία προκύπτει ότι έχει απορριφθεί η αναίρεση κατά της 1564/2004 ως άνω απόφασης, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη από τις 7/7/2008". Ορθά, λοιπόν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, και με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών απέρριψε το αίτημα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου για αναστολή της ποινής που του επέβαλε, αφού αυτός είχε προηγούμενη αμετάκλητη καταδίκη σε περιοριστική της ελευθερίας ποινής ανωτέρα των έξι μηνών, χωρίς να ασκεί επιρροή το ότι η ποινή εκείνη είχε ανασταλεί. Επομένως, ο αυτός πρόσθετος λόγος, κατά το, από το άρθρο 510§1 περ. Ε' ΚΠΔ, σημείο, με το οποίο πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 102 ΠΚ και συγκεκριμένα γιατί το Δικαστήριο δεν ανέστειλε την ποινή που του επέβαλε, παρά το γεγονός ότι το αντίγραφο του ποινικού του μητρώου ήταν υλικό αντικείμενο διανοητικής πλαστογραφίας γιατί η επιβληθείσα με την υπ` αριθ. 1654/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών ποινή είχε ανασταλεί επί τριετία και δεν έπρεπε να αναγραφεί στο ποινικό μητρώο, ενώ και η απόφαση αυτή δεν είχε καταστεί αμετάκλητη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Το γεγονός δε ότι ο αναιρεσείων άσκησε αίτηση επανεξετάσεως λόγων αναιρέσεως που, κατά τους ισχυρισμούς του, από παραδρομή δεν ερευνήθηκαν με την ως άνω υπ` αριθ. 1772/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία εκκρεμεί, δεν αίρει το αμετάκλητο της ειρημένης υπ` αριθ. 1654/2004 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών κατά τη δεδομένη στιγμή της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, γιατί η αίτηση επανεξετάσεως λόγων αναιρέσεως δεν είχε ασκηθεί ακόμη και τα αναφερόμενα σ` αυτήν δεν είχαν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση και οι παραδεκτώς ασκηθέντες, με το από 28/29.12.2009 δικόγραφο, πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την υπ` αριθ. 67/2 Ιουλίου 2009 αίτηση του Χ1 μετά των από 28/29 Δεκεμβρίου 2009 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της υπ` αριθ. 1871/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Φεβρουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Μαρτίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ