Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 2006 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Σύνθεση δικαστηρίου.




Περίληψη:
Περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 254 Κ.Πολ.Δ. και ίδρυση του οικείου λόγου αναίρεσης για κακή σύνθεση του δικαστηρίου δεν υπάρχει, όταν μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, διατάσσονται με προδικαστική απόφασή του, συμπληρωματικές αποδείξεις όπως λ.χ. πραγματογνωμοσύνης, αφού στην περίπτωση αυτή γίνεται (όχι επανάληψη, αλλά) νέα συζήτηση της υπόθεσης.




Αριθμός 2006/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Κ. Ν. Γ., συζύγου Χ. Χ., κατοίκου ... και 2)Δ. Ν. Γ., συζύγου Α. Μ., κατοίκου ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Αμπατζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/3/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 717/2007 του ίδιου Δικαστηρίου, 679/2009 μη οριστική και 14/2012 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 5/4/2012 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 19/9/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις του άρθρου 254 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 25 παρ.3 του ν.3994/2011 και έχει εν προκειμένω κατ'άρθρο 77 ίδιου νόμου εφαρμογή, προκύπτει, ότι το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διατάξει, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, με απόφασή του η οποία δεν έχει τον χαρακτήρα προδικαστικής απόφασης, την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση. Στην περίπτωση αυτή η συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης και η υπόθεση εκδικάζεται από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου, εκτός αν αυτό είναι αδύνατο για νομικούς ή φυσικούς λόγους. Επομένως, η διάφορη σύνθεση του δικαστηρίου, κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, χωρίς να συντρέχουν εξαιρετικοί προς τούτο λόγοι, όπως προαγωγή, μετάθεση, θάνατος, παραίτηση, απόλυση του δικαστή, θεωρείται κακή σύνθεση και ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 871/2011, ΑΠ 834/2010). Περίπτωση, όμως, εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 254 ΚΠολΔ και ίδρυση του οικείου λόγου αναίρεσης για κακή σύνθεση του δικαστηρίου δεν υπάρχει, όταν μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, διατάσσονται, με προδικαστική απόφασή του, συμπληρωματικές αποδείξεις, όπως λ.χ. πραγματογνωμοσύνη, αφού στην περίπτωση αυτή γίνεται (όχι επανάληψη, αλλά) νέα συζήτηση της υπόθεσης και στη σύνθεση του δικαστηρίου μπορεί να μετέχουν και άλλοι δικαστές. Στην προκείμενη περίπτωση, η έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 717/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δέχτηκε ως βάσιμη και κατ'ουσίαν την ένδικη αναγνωριστική συγκυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων, αρχικά συζητήθηκε, κατά τη δικάσιμο της 20.11.2008, ενώπιον του Εφετείου Πατρών, το οποίο εξέδωσε την 679/2009 προδικαστική απόφασή του, με την οποία διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη από ένα πραγματογνώμονα για τα ζητήματα που αναφέρονται σ' αυτή, μετά τη διεξαγωγή της οποίας και κατόπιν κλήσης των αναιρεσιβλήτων η συζήτηση της έφεσης χώρησε στις 14.4.2011, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο με διαφορετική σύνθεση εξέδωσε την προσβαλλόμενη 14/2012 απόφασή του, με την οποία απέρριψε την έφεση. Με το να εκδώσει με διαφορετική σύνθεση το Εφετείο την προσβαλλόμενη απόφασή του, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.2 ΚΠολΔ, για κακή σύνθεσή του, γι'αυτό και ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.2 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον, υπό την επίκληση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ. Έγγραφα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.20 του ΚΠολΔ, είναι μόνον αυτά που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα από τα άρθρα 339 και 432 του ίδιου Κώδικα.
Συνεπώς, δεν αποτελούν έγγραφα υπό την ως άνω έννοια εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο αποδεικτικό μέσο, όπως λ.χ. οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων (άρθρα 368, 387 ΚΠολΔ, ΑΠ 861/1994 ΕλλΔνη 37.138). Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 22.2.2010 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα που διόρισε, αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού, Σ. Κ., είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙΙ. Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε. Ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση, τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλομένη γιατί με ανεπαρκείς αιτιολογίες δέχτηκε ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στα αναφερόμενα συμβόλαια των απώτερων δικαιοπαρόχων των ήδη αναιρεσιβλήτων εναγουσών, αφού, ενώ, μεταξύ άλλων, δέχτηκε ότι "...όσον αφορά τους προγενέστερους τίτλους των απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγουσών και δη τα …/1919 και …/1864 συμβόλαια, ο πραγματογνώμονας δεν κατέληξε σε κάποιο συμπέρασμα λόγω της "ασάφειας και αοριστίας τους", όπως o ίδιος αποφαίνεται στη σχετική έκθεσή του", στη συνέχεια δέχτηκε, ότι "Από αυτό όμως δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους αυτούς, όπως αβάσιμα το εκκαλούν ισχυρίζεται με το σχετικό λόγο της έφεσής του...". Είναι, όμως, προφανές, ότι, με το λόγο αυτό, το αναιρεσείον, υπό την επίφαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, παραπονείται πράγματι για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αναφερόμενο, ειδικότερα, σε αιτιολογίες της πραγματογνωμοσύνης, που, έστω και αν το τελικό της συμπέρασμα υιοθετείται από την απόφαση, δεν ιδρύεται ο λόγος από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αφού αυτόν ιδρύουν αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες της απόφασης και όχι τέτοιες αποδεικτικού μέσου, όπως είναι η πραγματογνωμοσύνη (ΑΠ 1197/2011), γι'αυτό και ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, και πρέπει να απορριφθεί.
IV. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται να αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον ’ρειο Πάγο. Πρέπει, πάντως, την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να συναγάγει την κρίση του περί της άσκησης διακατοχικών πράξεων επί του επιδίκου από το 1864 και εφεξής από τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι αναιρεσίβλητες (ενάγουσες), ήτοι τα υπ'αριθμ..../1864, .../1919, .../1929 και .../1948 συμβόλαια, τις υπ'αριθ.9/1992 και 3/2000 αποφάσεις της Α'βάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, την υπ'αριθμ.76/2001 απόφαση της Β'βάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων, την υπ'αριθμ.7665/1.10.1992 πράξη χαρακτηρισμού του Δασάρχη Πατρών, την υπ'αριθμ.477/1997 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, τις υπ'αριθμ.882/1998 και 717/2007 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και τα ταυτάριθμα πρακτικά της τελευταίας, τα οποία δεν ήταν ικανά από τη φύση τους να συνεισφέρουν στοιχεία περί της δήθεν άσκησης διακατοχικών πράξεων επί του επιδίκου απ'αυτές και τους δικαιοπαρόχους τους, καθώς σε αυτά (τα αποδεικτικά στοιχεία) ουδεμία σχετική μνεία περιέχεται, προσέδωσε σε αυτά περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από αυτό που πράγματι έχουν, παραμορφώνοντας, έτσι, το περιεχόμενό τους. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά τα κρίσιμα εδώ στοιχεία, δέχτηκε τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο, εμβαδού 3.760 τ.μ., όπως απεικονίζεται υπό στοιχείο Β στο από Φεβρουαρίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ. Σ., βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας του Δήμου …. Μέχρι το έτος 1997 οι ενάγουσες, δυνάμει των μνημονευόμενων στην αγωγή τους τίτλων, το κατείχαν και το νέμονταν ως τμήμα ευρύτερης ιδιωτικής μη δασικής και ανήκουσας κατά κυριότητα σε αυτές εξ αδιαιρέτου και κατ' ισομοιρία αγροτικής έκτασης, εμβαδού 8.002 τ. μ., όπως αυτή απεικονίζεται υπό στοιχεία Α1, Α2 και Β στο προαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα. Ειδικότερα, η επίδικη έκταση, την οποία αναμφίβολα κατείχαν και νέμονταν οι ενάγουσες, περιήλθε αδιαίρετα στις τελευταίες ως τμήμα της προαναφερόμενης ευρύτερης έκτασης από κληρονομιά του αποβιώσαντος τον Αύγουστο του 1985 πατέρα τους, Ν. Γ., με βάση την .../1985 δημόσια διαθήκη του ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών Μαρίας Καραχάλιου, που δημοσιεύθηκε με τα 2713.1985 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την κληρονομιά αυτή αποδέχθηκαν δυνάμει της .../1990 πράξης αποδοχής της Συμβ/φου Πατρών, Παναγιώτας Κομπούγια, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών στον τόμο …και αριθμό ... Στο δικαιοπάροχο πατέρα τους είχε περιέλθει σε ακόμα ευρύτερη έκταση (18.000 τ.μ.) λόγω αγοράς από τη Β. συζ. Γ. Π. το γένος Κ. Δ., δυνάμει του …/1948 συμβολαίου του Συμβ/φου Πατρών Επαμεινώνδα Μπέσκου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών στον τόμο … και αριθμό … . Στην ως άνω πωλήτρια Β. συζ. Γ. Π. το ανωτέρω, μείζονος εκτάσεως ακίνητο, περιήλθε από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1943 θείου της Β. Β., την οποία αυτή αποδέχθηκε αναμιχθείσα σε αυτήν με πρόθεση κληρονόμου. Στο Β. Β. το ανωτέρω ακίνητο περιήλθε κατόπιν διανομής της περιουσίας του πατέρα του, Σ. Β., ειδικότερα δε δυνάμει του …/1919 συμβολαίου του Συμβ/φου Πατρών Γεώργιου Λεχουρίτου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών στον τόμο …και αριθμό ... Τέλος, ο Σ. Β., απέκτησε το ανωτέρω ακίνητο δυνάμει του …/1864 διανεμητηριου συμβολαίου, το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών στον τόμο …και αριθμό …, με το οποίο ο ως άνω απώτατος δικαιοπάροχος των εναγουσών και ο αδελφός του Γ. Β., προέβησαν στη διανομή των περιγραφόμενων στην ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη ακινήτων. Σημειωτέον, ότι και ο διορισθείς από το Δικαστήριο αυτό πραγματογνώμονας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται αναμφίβολα στους, από τους προαναφερθέντες τίτλους των εναγουσών, .../1990 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβ/φου Πατρών και …/1948 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Συμβ/φου Πατρών Επαμεινώνδα Μπέσκου. Όσον αφορά τους προγενέστερους τίτλους, των απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγουσών και δη τα .../1919 και .../1864 συμβόλαια, ο πραγματογνώμονας δεν κατέληξε σε κάποιο συμπέρασμα λόγω της "ασάφειας και αοριστίας τους", όπως ο ίδιος αποφαίνεται στη σχετική έκθεση του. Από αυτό όμως δεν μπορεί να συναχθεί Το συμπέρασμα ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους αυτούς, όπως αβάσιμα το εκκαλούν ισχυρίζεται με το σχετικό λόγο της έφεσης του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι τόσο οι ενάγουσες όσο και οι προαναφερθέντες δικαιοπάροχοί τους κατείχαν με καλή πίστη και διάνοια κυρίου και εκμεταλλεύονταν για λογαριασμό τους το επίδικο, ως τμήμα ευρύτερης αγροτικής έκτασης συνεχώς από το 1864 και εντεύθεν, ενεργώντας όλες τις αρμόζουσες στη φύση και τον προορισμό του πράξεις, καλλιεργώντας το με δημητριακά για ζωοτροφή, φυτεύοντας σε αυτό κυπαρίσσια και διαμορφώνοντας μέσα σε αυτό χωμάτινα πεζούλια, χωρίς να ενοχληθούν ποτέ από κανένα μέχρι τον αναφερόμενο στην αρχή χρόνο (1997)". Από όλα τα παραπάνω δεν προκύπτει διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου ως προς το αληθινό περιεχόμενο των πιο πάνω εγγράφων, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά εκτίμηση του περιεχομένου τους, η οποία, άλλωστε, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΚΠολΔ 561 παρ.1). Ανεξαρτήτως αυτού, το Εφετείο δεν στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το αποδεικτικό του πόρισμα στα έγγραφα που προπαρατέθηκαν, αλλά σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στην κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως, στην προαναφερθείσα, από 22.2.2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Σ. Κ. και σε όλα τα λοιπά έγγραφα, που με επίκληση, προσκόμισαν ενώπιόν του οι διάδικοι, χωρίς να στηρίξει το επί της ουσίας πόρισμά του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα προμνημονευόμενα έγγραφα.
Συνεπώς, ο ερευνώμενος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, την παραπάνω κρίση του σχημάτισε από όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα και επομένως ο ίδιος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναίρεσης, κατ'ορθή εκτίμησή του (όχι από τον αριθμό 11 περ.α'αλλά) από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει, ότι το Εφετείο δέχτηκε τα προεκτεθέντα χωρίς απόδειξη, καθόσον "στήριξε την κρίση του σε ανύπαρκτα αποδεικτικά μέσα", ενόψει, άλλωστε, των παραδοχών του - Εφετείου - ότι δεν πρόκειται για δασική έκταση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.4.2012 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 14/2012 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή