Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1242 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Υπεξαίρεση.




Περίληψη:
Καταδικαστική απόφαση για κακουργηματική υπεξαίρεση και απόρριψη ως αβασίμων λόγων αναίρεσης α) για έλλειψη ειδικής μη εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και για απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών με αναγνώριση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ. 2. Απορρίπτει.




Αριθμός 1242/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα-Εισηγήτρια, Ανδρέα Τσόλια, Ανδρέα Δουλγεράκη και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Τσολάκο, για αναίρεση της 301/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά, με πολιτικώς ενάγοντα τον ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Κουρμπανά. Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1666/2008.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των παρ/φων 1 και 2 του άρθρου 375 Π Κ, όπως η δεύτερη αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 9 του ν. 2408/1996, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, όπως είναι και το χρήμα, να είναι ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι αυτό βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα, β) Η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο που τελέστηκε η αξιόποινη πράξη, να έχει περιέλθει μεοποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, γ) Παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, η οποία συντρέχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, δ) Συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης από τις αναφερόμενες περιοριστικά πλέον στη δεύτερη παράγραφο του πιο πάνω άρθρου, όπως είναι και εκείνη κατά την οποία το ιδιοποιούμενο πράγμα το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω της ιδιότητάς του ωςεντολοδόχου. Και ε) το αντικείμενο της υπεξαίρεσης, κατά το χρόνο της τέλεσής της, να είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, πουεκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θέλησής του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία.
Έτσι, χρόνος τέλεσης της υπεξαίρεσης θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε την πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίησητου ξένου πράγματος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 719 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε νια τηνεκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, από τη διαδικασία στο ακροατήριο, σχετικά με τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που θεμελίωσαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά, πρέπει όμως, να συνάγεται από την απόφαση ότι όλα τα αποδεικτικά μέσα έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχέτισης, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς με την προσβαλλόμενη 301/2008 απόφασή του που εξέδωσε δέχθηκε με επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό ότι από τα κατ' είδος του μνημονευόμενα σε αυτή αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:: Ο κατηγορούμενος εργαζόταν ως περιφερειακός διευθυντής σε διάφορες ασφαλιστικές εταιρείες και παράλληλα παρείχε συμβουλές προς τρίτους σε χρηματιστηριακές επενδύσεις. Με τον πολιτικώς ενάγοντα ... είχε στενές φιλικές σχέσεις από το έτος 1978. Στις αρχές του έτους 2000 ο μηνυτής διέθετε το χρηματικό ποσό των 14.800.000 δραχμών. Αυτό το γνώριζε ο φίλος του κατηγορούμενος, οπότε του είπε ότι έχει την δυνατότητα να του τα αυξήσει με την τοποθέτηση τους στο χρηματιστήριο. Ο μηνυτής πείστηκε στις διαβεβαιώσεις του και του παρέδωσε το ανωτέρω ποσό και δη: στις αρχές Αυγούστου του έτους 2000 6.000.000 δρχ., στις 10-8-2000 5.000.000 δρχ., στις 31-1-2001 2.000.000 δρχ. και στις 21-6-2001 1.800.000 δρχ. Η παράδοση της κατοχής των εν λόγω χρημάτων, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, έγινε με την εντολή να τα επενδύσει επωφελώς και να του επιστρέψει στη συνέχεια, τόσο το ανωτέρω ποσό των 14.800.000 δραχμών, όσο και τα κέρδη από την επένδυση αυτή. Όμως, ο κατηγορούμενος δεν αξιοποίησε το ανωτέρω ποσό του μηνυτή, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα από τότε που περιήλθε στην κατοχή του και δεν το απέδωσε στο μηνυτή, παρά τις συνεχείς οχλήσεις του. Όπως προέκυψε, ο κατηγορούμενος παρά τη σχετική συμφωνία και τις συνεχείς διαβεβαιώσεις του κατηγορουμένου ο τελευταίος δεν προέβη σε καμία τοποθέτηση των χρημάτων του μηνυτή στο χρηματιστήριο, αλλά από πρόθεση τα καρπώθηκε και αύξησε ανάλογα την περιουσία του, από τότε που έλαβε στα χέρια του το ανωτέρω ποσό των 14.800.000 δραχμών. Στις ανωτέρω ψευδείς διαβεβαιώσεις προέβη ο κατηγορούμενος, με σκοπό να πείσει το μηνυτή να του παραδώσει τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, για να αυξήσει παράνομα την περιουσία του κατά το ανωτέρω ποσό με αντίστοιχη ζημία του μηνυτή, γεγονός το οποίο πέτυχε με τον ανωτέρω τρόπο. Κατ' ακολουθίαν όλων αυτών ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της ανωτέρω πράξης με τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ., ενώ πρέπει να απορριφθεί το αίτημά του για χορήγηση και του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε' Π.Κ., ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. Και τούτο διότι δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, όπως αυτό επιβεβαιώθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίες. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο υπεξαίρεσης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας της οποίας το συνολικό ποσό υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ και δεχόμενο το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου επέβαλε σ' αυτόν φυλάκιση τριών ετών. Με τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις, από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27, 98,κ 375 παρ. 2 εδ. α' και παρ. 1 α' του ΠΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται τα αξιούμενα στοιχεία α) της ιδιότητας του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου ως εντολοδόχου κατά τον χρόνο που βρισκόταν στην κατοχή του,το ως ανω χρηματικό ποσό με την παραδοχή ότι δόθηκαν σ' αυτόν από τον πολιτικώς ενάγοντα κατά τους σ' αυτό αναφερόμενους χρόνους τμηματικά τα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας χρηματικά ποσά με την εντολή να τα επενδύσει στο χρηματιστήριο, β) της από τον αναιρεσείοντα εξωτερίκευσης της πρόθεσης ιδιοποίησής του με την άρνησή του να τα αποδώσει στον πολιτικώς ενάγοντα παρά τις συνεχείς οχλήσεις του τελευταίου. Συνακόλουθα ο κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' συναφής αντίθετος πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η ειδικότερη αιτίαση ότι δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της, αφού δεν προσδιορίζονται ποια αποδεικτικά μέσα δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο. Απορριπτέα είναι και η αιτίαση ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της παραδοχής ότι ο αναιρεσείων εργαζόταν παράλληλα ως περιφερειακός διευθυντής σε διάφορες ασφαλιστικές εταιρείες και ως σύμβουλος προς τρίτους χρηματιστηριακών επενδύσεων και της παραδοχής ότι παρέστησε ψευδώς στον πολιτικώς ενάγοντα ότι έχει τη δυνατότητα να τοποθετήσει τα χρήματά του στο χρηματιστήριο, ως αλυσιτελώς προβαλλόμενη, αφού για την στοιχειοθέτηση της αξιόποινης πράξης της κακουργηματικής υπεξαίρεσης από εντολοδόχο αρκεί ότι περιήλθε στην κατοχή του κατόπιν προηγηθείσας εντολής ξένο κινητό πράγμα, και συνεπώς και χρήματα τα οποία στη συνέχεια αυτός τα ιδιοποιήθηκε, είναι δε αδιάφορο αν η περιέλευση αυτών στην κατοχή τούτου οφείλετο σε προηγηθείσα εξαπάτηση του εντολέα του, τ'
ανωτέρω δε διηγηματικώς είχαν αναφερθεί. Τέλος απορριπτέες ως απαράδεκτες είναι οι λοιπές αιτιάσεις, με τις οποίες, κατ' επίφαση, υπό την επίκληση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιρετικά ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Η κατά το άνω άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς τουκατηγορουμένου. Είναι δε αυτοτελείς ισχυρισμοί εκείνοι οι οποίοι προβάλλονται, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ. στο δικαστήριο της ουσίας από τονκατηγορούμενο ή τον συνήγορο του και τείνουν εις την άρση του αδίκου χαρακτήρος της πράξεως ή την ικανότητα προς καταλογισμόν ή την εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωσητης ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, ήτοι με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τηνκατά νόμο θεμελίωση τους, ώστε να μπορέσει ο δικαστής, ύστερα από αξιολόγησή τους να τους κάμει δεκτούς ή να τους απορρίψει, άλλως το δικαστήριο της ουσίας δεν επέχειυποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους. Έτσι είναι αυτοτελής ο ισχυρισμός περί συνδρομής της ελαφρυντικής περίστασης της διάταξης του άρθρου84 παρ. 2 ε' Π.Κ. ότι ο υπαίτιοςσυμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του, είναι δε ορισμένος ο ισχυρισμός αυτός όταν περιλαμβάνει τα αναγκαία περιστατικά για την θεμελίωσή της,ήτοι έντιμη ζωή σε όλες τις άνω εκφάνσεις εκδηλουμένη με θετική συμπεριφορά και καλή γενικά συμπεριφορά στην κοινωνία που να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημαμετά την αξιόποινη πράξη και να είναι αποτέλεσμα ελευθέρας βουλήσεως και όχι φόβου ή καταναγκασμού. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της απόφασης ο αναιρεσείων ζήτησε την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ καταθέτοντας για καταχώριση στα πρακτικά, τον παρακάτω αυτοτελή ισχυρισμό, τον οποίο και ανέπτυξε προφορικά, ο οποίος έχει ως εξής: "μετά την τέλεση της πράξης για την οποία φέρομαι ως κατηγορούμενος, ήτοι από τον Μάιο του έτους 2000 μέχρι σήμερα, επέδειξα υποδειγματική συμπεριφορά και προσπάθησα να προσφέρω αυτοβούλως οιαδήποτε συνδρομή ήταν εφικτό να προσφερθεί για τη διαλεύκανση της υπόθεσης χωρίς να απασχολήσω ποτέ ξανά τις διωκτικές και δικαστικές αρχές. Κατά το μετά την αποφυλάκισή μου διάστημα και μέχρι σήμερα κατέβαλα και εξακολουθώ να καταβάλλω επίπονες και επίμονες προσπάθειες να ανεύρω εργασία για τη συντήρηση του εαυτού μου και του ανηλίκου τέκνου μου αλλά επί ματαίω, διότι όπως είναι φυσικό με δεδομένο ότι εκκρεμούν ακόμη σε βάρος μου ποινικές κατηγορίες, είναι εξαιρετικά δύσκολο να προσληφθώ από οιαδήποτε εταιρία ή εν γένει εργοδότη για να προσφέρω τις υπηρεσίες μου, όπως έκανα στο παρελθόν που ήμουν διευθυντής σε ασφαλιστική εταιρεία και ιδιαίτερα επιτυχημένος στη δουλειά μου. Αλλά και κατά το διάστημα της φυλακίσεώς μου σε εκτέλεση της εκκαλουμένης απόφασης δεν τιμωρήθηκα πειθαρχικά, η συμπεριφορά και διαγωγή μου υπήρξε άριστη, συμμορφώθηκα απόλυτα με τους σωφρονιστικούς κανονισμούς, συμπεριφέρθηκα καλά στους συγκρατουμένους μου και συνεργάσθηκα με τους σωφρονιστικούς υπαλλήλους, επιδεικνύοντας εργατικότητα, προθυμία και συνέπεια". Με το παραπάνω περιεχόμενο ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός ήταν αόριστος τόσον αναφορικά με το χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο αναιρεσείων παρέμεινε κρατούμενος στη φυλακή, όσο και ως προς το μετά την αποφυλάκισή του τοιούτο, αφού δεν γίνεται επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία να προκύπτει α) ότι η στη φυλακή επικαλούμενη, ως επιδειχθείσα καλή διαγωγή του, την οποία σε κάθε περίπτωση και δεν εξειδικεύει με επίκληση συγκεκριμένων πράξεων, αποτελούσε έκφραση ελευθέρας βούλησης και δεν ήταν προϊόν φόβου, καταναγκασμού ή και προσποίησης, και β) ότι για μεγάλο σχετικά χρονικό διάστημα, το οποίο επίσης δεν προσδιορίζεται για το ορισμένο του ως άνω ισχυρισμού, επέδειξε συμπεριφορά η οποία μαρτυρεί ότι ενστερνίσθηκε τους κανόνες της κοινωνικής συμβίωσης.
Συνεπώς το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει την απόρριψη του αόριστου αυτού ισχυρισμού. Παρά ταύτα, πλεοναστικά το Εφετείο απέρριψε τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό με την επαρκή αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκαν ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του, όπως αυτό επιβεβαιώθηκε από τους μάρτυρες κατηγορίας. Επομένως ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' δεύτερος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για την αναιτιολόγητη απόρριψη του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι κατά τις παραδοχές της απόφασης το Εφετείο στηρίχθηκε για την απορριπτική του κρίση επί του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού μόνο στις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και όχι στα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία είναι απορριπτέος ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, αφού κατά τα ανωτέρω το Εφετείο δεν ήταν υποχρεωμένο να αιτιολογήσει τον ως άνω αόριστο ισχυρισμό του αναιρεσείοντα.
Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος ... και στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3/10/2008 αίτηση του ..., για αναίρεση της 301/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του στο σκεπτικό πολιτικώς ενάγοντος που ορίζεται στο ποσό των πεντακοσίων (500) Ευρώ και στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή