Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1746 / 2010    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Δασικά αδικήματα, Κατασκευή αυθαιρέτου κτίσματος.




Περίληψη:
Παράβαση άρθρ. 1 παρ. 71 ν. 998/1979 και 2 παρ. 17 ν. 1337/1983. Απορριπτέοι ως αβάσιμοι, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠΔ, λόγοι αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων με εκ πλαγίου παράβαση. Ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και στήριξε την περί της ενοχής κρίση του και σε έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και συγκεκριμένα "στην έκθεση των ισχυρισμών των κατηγορουμένων από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ", έγγραφο όμως που ουδόλως αναγνώσθηκε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά ήτοι σε ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι προφανές καθίσταται ότι το Δικαστήριο με την ανωτέρω αναφορά στο αιτιολογικό του, δεν αναφέρεται σε κάποιο έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, αλλά απλώς σημειώνει ότι έλαβε υπόψη του και αυτά που εξέθεσεν προφορικά κατά την αγόρευση του ο συνήγορος των απουσών κατηγορουμένων, ελλείψει απολογίας αυτών.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1746/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο- Εισηγητή, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη, (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειουσών - κατηγορουμένων, 1.Μ. Σ. του Κ., και 2.Χ. Σ. του Κ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Δημακόπουλο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 70545/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείουσες - κατηγορούμενες ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 12 Μαρτίου 2010 δυο αιτήσεις τους περί αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 422/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειουσών, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 12- 3- 2010 δύο αιτήσεις αναιρέσεως και οι από 7-9-2010 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως των δύο καταδικασθεισών κατηγορουμένων κατά της ιδίας 70545/2009 καταδικαστικής αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να συνεκδικασθούν και να εξετασθούν περαιτέρω.
Από τις διατάξεις των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 και 369 του ΚΠοινΔ, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 171 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, προς σχηματισμό της κρίσεως του για την ενοχή του κατηγορουμένου, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε, επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να εκθέσει τις απόψεις του και να προβεί στις παρατηρήσεις του σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείουσες προβάλλουν την κατά το άρθρο 171 εδ. δ' του ΚΠοινΔ απόλυτη ακυρότητα που καθιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, επικαλούμενες ότι το δικαστήριο της ουσίας, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, έλαβε υπόψη του και στήριξε την περί της ενοχής κρίση του και σε έγγραφα που δεν αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και συγκεκριμένα "στην έκθεση των ισχυρισμών των κατηγορουμένων από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ", έγγραφο όμως που ουδόλως αναγνώσθηκε, όπως προκύπτει από τα πρακτικά ήτοι σε ανύπαρκτο αποδεικτικό μέσο. Από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα ενσωματωμένα σ' αυτήν πρακτικά, παραδεκτά επισκοπούμενα για τον έλεγχο της βασιμότητας του ανωτέρω λόγου αναιρέσεως, προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας για να καταλήξει στην ενοχή των κατηγορουμένων συνεκτίμησε και έλαβε υπόψη του, εκτός από τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο και "την έκθεση των ισχυρισμών των κατηγορουμένων από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους". Από τα ίδια πρακτικά συνεδριάσεως, προκύπτει ότι ο συνήγορος των δύο απολιπόμενων κατηγορουμένων, που τις εκπροσώπησε νομίμως στο Δικαστήριο, δεν κατέθεσε έγγραφο σημείωμα με ισχυρισμούς, αυτοτελείς ή μη, ούτε και απολογήθηκε, αφού δεν νοείται απολογία δια συνηγόρου-αντιπροσώπου, αλλ' απλώς αγόρευσε και ζήτησε την αθώωση των κατηγορουμένων, αναπτύξας την υπεράσπιση αυτών. Άρα, από αυτά προκύπτει ότι δεν υπήρξε έγγραφο, με τίτλο έκθεση ισχυρισμών των κατηγορουμένων, που λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο, χωρίς μάλιστα να αναγνωσθεί, αλλά προφανές καθίσταται ότι το Δικαστήριο, με την ανωτέρω αναφορά στο αιτιολογικό του, δεν αναφέρεται σε κάποιο έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, αλλά απλώς σημειώνει ότι έλαβε υπόψη του και αυτά που εξέθεσεν προφορικά κατά την αγόρευση του ο συνήγορος υπερασπίσεως των απολιπομένων κατηγορουμένων ελλείψει απολογίας αυτών. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α' του Κ ΠοινΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως, ταυτόσημος και των δύο κρινόμενων αιτήσεων, με τον οποίο οι αναιρεσείουσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 71 παρ. 3 του Ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", όπως (η παρ. 3) αντικαταστάθηκε με το άρθρο 46 παρ. 2 Ν. 2145/1993, "όποιος εκχερσώνει παράνομα δάσος ή δασική έκταση, όποιος καλλιεργεί έκταση που έχει εκχερσωθεί παράνομα ή παραβλάπτει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση του δάσους ή δασικής εκτάσεως, καθώς και όποιος ενεργεί επί εκχερσωθείσης παράνομα εκτάσεως πράξεις διακατοχής, τιμωρείται με τις ποινές της παρ. 1 του παρόντος άρθρου (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000 δραχμές). Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του ιδίου ν. 998/1979, "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας αποτελούντων, ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεων, οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλλει εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" και κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου "ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχρός υψηλής ή θαμνώδους, ξυλώδους βλαστήσεως και δυναμένη να εξυπηρετήσει μίαν ή περισσότερος των εν προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών". Οι παρ. 1,2,3,4,5 του ν. 998/1979 αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3208/2003/ΦΕΚ Α 303/24.12.2003, όπως παρακάτω: "1. Ως δάσος ή δασικό οικοσύστημα νοείται το οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό πάνω στην αναγκαία επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα χλωρίδα και πανίδα, αποτελούν μέσω της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλοεπίδρασης τους, ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές). 2. Δασική έκταση υπάρχει όταν στο παραπάνω σύνολο η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. 3. Παραλείπεται ως μη ισχύουσα. 4.Ως δασικές εκτάσεις νοούνται και οι οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις, (φρυγανώδεις ή χορτολιβαδικές εκτάσεις, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι) που περικλείονται από δάση ή δασικές εκτάσεις, καθώς και οι υπεράνω των δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των ορέων. Στις εν λόγω εκτάσεις, πέραν επιτρεπτών επεμβάσεων που προβλέπονται από την παράγραφο 2 του άρθρου 13 του Ν. 1734/1987 και τα άρθρα 45 έως 61 του παρόντος νόμου, ουδεμία άλλη επέμβαση επιτρέπεται. Οι εκτάσεις των περιπτώσεων α', δ' και ε' της παραγράφου 6 του παρόντος άρθρου δεν υπάγονται στις διατάξεις αυτής της παραγράφου, έστω και αν περικλείονται από δάση ή δασικές εκτάσεις.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, που προβλέπεται και τιμωρείται από την πρώτη από αυτές και που είναι υπαλλακτικώς μικτό, αφού προσδιορίζονται περισσότεροι τρόποι πραγματοποιήσεως του, απαιτείται η ύπαρξη δάσους ή δασικής εκτάσεως, όπως οι έννοιες τους προσδιορίζονται στις παρ. 1, 2 και 3 του άρθρου 3 του ως άνω Ν. 998/1979,όπως τροποποιήθηκε, και ενέργεια του υπαιτίου επί της εκτάσεως από τις ως άνω αναφερόμενες. Προκύπτει, επίσης, ότι ο νόμος διαχωρίζει εννοιολογικούς το δάσος από τη δασική έκταση και προϋποθέτει για την ύπαρξη κάθε μορφής τη βεβαίωση ορισμένου είδους φυτών επί της επιφανείας του εδάφους. Το δικαστήριο, συνεπώς, που επιλαμβάνεται της κατηγορίας για παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής εκτάσεως ή της πρόκλησης βλάβης καθ' οιονδήποτε τρόπο της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή της δασικής έκτασης, οφείλει να ερευνήσει τη συνδρομή των ως άνω όρων, αφού, εάν ελλείπει έστω και ένας, αποκλείεται η στοιχειοθέτηση του πιο πάνω εγκλήματος, γιατί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του είναι η παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής εκτάσεως, όπως οι έννοιες τους προσδιορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, η καλλιέργεια της εκτάσεως που εκχερσώθηκε παράνομα, η πρόκληση βλάβης καθ' οιονδήποτε τρόπο της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή της δασικής εκτάσεως και η ενέργεια σε εκχερσωθείσα έκταση πράξεων διακατοχής. Στοιχείο της έννοιας του δάσους και της δασικής εκτάσεως δεν αποτελεί το ότι μπορεί, να προσφέρει προϊόντα εξαγόμενα από τα αναφερόμενα ανωτέρω φυτά ή ότι αποτελεί ιδιαίτερη δασοβιοκοινότητα και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον ή ότι μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου μέσα στο φυσικό περιβάλλον. Οι ανάγκες αυτές, που είναι αυτονόητες υπό τις σημερινές συνθήκες διαβιώσεως του ανθρώπου, αποτέλεσαν το νομοθετικό λόγο προστασίας του δάσους και της δασικής εκτάσεως και είναι, ακριβώς, το αποτέλεσμα της προστασίας αυτής, μιας ισορροπίας που εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια διατηρήσεως του φυσικού περιβάλλοντος, όπως είναι οι λίμνες και τα ποτάμια, οι παράκτιες περιοχές και η θάλασσα γενικότερα και η αποφυγή της ρυπάνσεως του ατμοσφαιρικού αέρα. Κατ' ακολουθίαν, τα στοιχεία αυτά δεν είναι από εκείνα που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Περαιτέρω κατά την παρ. 8α του άρθρου 17 του ν. 1337/1983, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 2242/1994, οι ιδιοκτήτες ή εντολείς κατασκευής αυθαιρέτων, οι μηχανικοί που συντάσσουν τη μελέτη ή έχουν την επίβλεψη του έργου και οι εργολάβοι κατασκευής του τιμωρούνται με ποινή φυλακίσεως τουλάχιστον 6 μηνών ή με χρηματική ποινή από 500.000 μέχρι 5.000.000 δρχ. ανάλογα με την αξία του αυθαίρετου έργου και το βαθμό υποβάθμισης του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος. Αν η πιο πάνω πράξη έχει γίνει από αμέλεια, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα χρόνο ή με χρηματική ποινή από 200.000 μέχρι 2.000.000 δρχ. Ως αυθαίρετο έργο, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 18 του ν. 1337/1983 νοείται εκείνο που εμπίπτει στην παρ. 2 του άρθρου 118 του ν.δ. 8/1973 "περί ΓΟΚ", όπως ισχύει, και τέτοιο είναι κάθε εργασία δομήσεως που εκτελείται χωρίς άδεια ή καθ' υπέρβαση της αδείας.
Συνεπώς για τη στοιχειοθέτηση του από το άρθρο 17 παρ. 8 του Ν. 1337/1983 προβλεπόμενου πλημμελήματος της ανεγέρσεως από πρόθεση αυθαιρέτου κτίσματος απαιτούνται, εκτός των άλλων α) ιδιότητα του δράστη ως ιδιοκτήτη και ανέγερση απ' αυτόν εντός ή εκτός σχεδίου πόλεως κτίσματος χωρίς προηγούμενη άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση στερείται της απαιτουμένης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.
Κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την • ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ" αριθ. 70545/2009 απόφαση του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχες τις δύο αναιρεσείουσες παράνομης εκχέρσωσης δασικής έκτασης και κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος, πράξεις που τέλεσαν με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 δ ΠΚ και τις καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως 5 μηνών, ανασταλείσα. Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατά λέξη, τα εξής:
"Από την αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο, συγκεκριμένα δε από την ένορκη κατάθεση των μαρτύρων (κατηγορίας και υπεράσπισης), τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο, και την έκθεση των ισχυρισμών των κατηγορουμένων από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε οι κατηγορούμενες τέλεσαν πράγματι την πράξη που τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι στη δασική θέση "..." της περιφέρειας του Δήμου Βάρης, από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2003 μέχρι και την υποβολή της σε βάρος τους έγκλησης, στις 10-3-2005, προέβησαν παράνομα στην εκχέρσωση δασικής έκτασης και παρέβλαψαν την κατά προορισμό χρήση αυτής, καθώς εντός δασικής έκτασης εμβαδού 379 τ.μ. προέβησαν στην εκχέρσωση της καταστρέφοντας τη δασική βλάστηση που αποτελείτο από κέδρα, σχίνα, μεμονωμένα πεύκα και φρύγανα, ενώ διαμόρφωσαν την ίδια εν λόγω έκταση, με ρίψη χωμάτων σε έκταση 870 τ.μ., με την κατασκευή τοίχους μήκους 45 μ., πλάτους 0,20 μ., ύψους 3 μ., με την κατασκευή πόρτας πλάτους 5 μ., με την κατασκευή φρεατίου από οπλισμένο σκυρόδεμα, διαστάσεων 2 μ. Χ 2,50 μ. Χ 2 μ., με συνέπεια να υποστεί βλάβη η δασική έκταση και με σκοπό να μετατρέψουν αυτή σε οικοπεδική έκταση. Παραλλήλως, για τις ανωτέρω επεμβάσεις και εργασίες τους, οι οποίες συνίσταντο σε κατασκευή τοίχου από οπλισμένο σκυρόδεμα, άνοιγμα για είσοδο, κατασκευή πόρτας, κατασκευή φρεατίου από οπλισμένο σκυρόδεμα και ρίψη χωμάτων, ο κατηγορούμενες, ενεργώντας ως ιδιοκτήτριες, δεν είχαν εφοδιασθεί με άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, με αποτέλεσμα αυτές να είναι αυθαίρετες. Περί των ανωτέρω, πρέπει να σημειωθεί, σαφή και πειστικά κρίνονται όσα κατέθεσε, εξεταζόμενος στο ακροατήριο ως μάρτυρας κατηγορίας η δασοπόνος Α. Γ., η οποία επιβεβαίωσε όλες τις ανωτέρω περιστάσεις, ενώ στο ίδιο συμπέρασμα οδηγούν και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Και ναι μεν οι κατηγορούμενες αρνήθηκαν ότι γνώριζαν το χαρακτήρα της καταληφθείσας έκτασης ως δασικής, όμως ο ισχυρισμός τους αυτός δεν οδηγεί σε διαφορετική από την ανωτέρω κρίση, διότι ο εν λόγω χαρακτήρας της επίμαχης έκτασης ήταν εμφανής και από τη βλάστηση που εντός αυτής υφίστατο, οι δε ίδιες, για την πραγματοποίηση των ανωτέρω εργασιών, προέβησαν σε κοπή πεύκων και εν γένει ψηλών δένδρων. Επομένως, πρέπει οι κατηγορούμενες να κηρυχθούν ένοχες, όμως, όπως είχε γίνει δεκτό και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (και συνεπώς σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσε να καταστεί δυσχερέστερη η θέση των κατηγορουμένων), να αναγνωριστεί ότι συντρέχουν στο πρόσωπο τους οι ελαφρυντικές περιστάσεις της περ. δ' της παρ. 2 του αρθρ. 84 ΠΚ. Και τούτο οι ίδιες στη συνέχεια προσπάθησαν να μειώσουν τις συνέπειες των πράξεων τους, οριοθετώντας την όμορη με την επίμαχη έκταση ιδιοκτησία τους (κληροτεμάχιο), την οποία είχαν κατά τα ανωτέρω επεκτείνει, στα πραγματικά της όρια και αίροντας τις κατασκευές που υπήρχαν εντός της ιδιοκτησίας τους αυτής. Επιπλέον, απέδωσαν την καταληφθείσα έκταση στο Δημόσιο και προς κατεδάφιση τις εντός αυτής κατασκευές (βλ. σχετ. και μεταξύ των άλλων την κατάθεση της μάρτυρος κατηγορίας Α. Γ., αλλά και εκείνη του μάρτυρος υπερασπίσεως, Α. Κ., πολιτικού μηχανικού)".
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την από τις διατάξεις των αρθ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ως άνω εγκλημάτων, για τα οποία κηρύχθηκαν ένοχες οι κατηγορούμενες κατά συρροή, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ 1β, 27 παρ.1, 94 παρ. 1 ΠΚ, 71 παρ. 1,3 του ν. 998/1979, όπως αντικ. και άρθρο 17 παρ.8 ν. 1337/1983, όπως αντικ., που εφάρμοσε, τις οποίες διατάξεις, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις ή με άλλον τρόπο, παραβίασε. Διαλαμβάνει επίσης και• τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία δικαστήριο έλαβε υπόψη του και στα οποία στήριξε την ανέλεγκτη για τ' αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά κρίση του, μη απαιτουμένης, όπως προαναφέρθηκε, της στάθμισης της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων και ληφθέντων υπόψη από το δικαστήριο αποδεικτικών μέσων χωριστά, ούτε της αναφοράς των συγκεκριμένων καταθέσεων μαρτύρων και του περιεχομένου τους, που άσκησαν επιρροή στον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του Δικαστηρίου. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις των αναιρεσειουσών: α) όπως συνάγεται από το σύνολο των παραπάνω παραδοχών, το δικαστήριο σαφώς δέχθηκε στο αιτιολογικό του ότι οι κατηγορούμενες, από το μήνα Σεπτέμβριο του 2003 μέχρι 10-3-2005, σε δασική θέση προέβησαν σε εκχέρσωση δασικής έκτασης , εμβαδού 379 τ.μ. και παρέβλαψαν την κατά προορισμό χρήση αυτής, καταστρέψασες τη δασική βλάστηση που αποτελείτο από κέδρα, σχίνα, πεύκα και όχι μόνο από φρύγανα, ενώ διαμόρφωσαν την ίδια έκταση με ρίψη χωμάτων σε έκταση 870 τ.μ., με την κατασκευή τοίχου μήκους 45 μ. και φρεατίου από οπλισμένο σκυρόδεμα και πόρτας, με σκοπό να μετατρέψουν αυτή σε οικοπεδική έκταση, ήτοι αναφέρει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά (είδος δένδρων, βλάστησης, ποσοστό κάλυψης του εδάφους από αυτά κλπ), αιτιολογώντας δε επαρκώς και την κρίση του αυτή, σαφώς δέχθηκε ότι η επίδικη έκταση αποτελεί δασική έκταση και ότι αυτή μπορούσε να συμβάλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, β) δεν ήταν αναγκαίο να προσδιορίζεται και να αιτιολογείται, ειδικότερα, το ότι η δασική έκταση, που προαναφέρθηκε, μπορεί να προσφέρει προϊόντα εξαγόμενα από τα αναφερόμενα ανωτέρω φυτά ή ότι αποτελεί ιδιαίτερη δασοβιοκοινότητα και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον ή ότι μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου μέσα στο φυσικό περιβάλλον, Άλλωστε, κατά την παρ.2,3 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, όπως τροπ. με τον ν. 3208/2003, δασική έκταση υπάρχει και όταν η καταστραφείσα άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά και ως δασικές εκτάσεις νοούνται και οι οποιασδήποτε φύσεως ασκεπείς εκτάσεις, (φρυγανώδεις ή χορτολιβαδικές εκτάσεις, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι) που περικλείονται από δάση ή δασικές εκτάσεις, καθώς και οι υπεράνω των δασών ή δασικών εκτάσεων ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες των ορέων, δ) υπό τα παραπάνω δεκτά γενόμενα, με τις προεκτεθείσες τροποποιήσεις του άρθρου 3 του ν. 998/1979, από το ν. 3208/2003, που άρχισε να ισχύει από 23-12-2003 ως προς έννοια της δασικής εκτάσεως, πληρούται το πραγματικό της ανωτέρω διάταξης και στοιχειοθετείται αντικειμενικά η εν λόγω παράβαση της δασικής νομοθεσίας και για το μετά την 23-12-2003 χρονικό διάστημα που κατηγορούνται και, καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείουσες και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από αυτές είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, ε) δεν υπάρχει αντίφαση ως προς την έκταση της εκχερσωθείσας δασικής εκτάσεως, από την παραδοχή ότι εκχερσώθηκε έκταση 379 τ.μ. και διαμορφώθηκε με ρίψη χωμάτων μεγαλύτερη έκταση 870 τ.μ. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠοινΔ πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι των κρινόμενων αιτήσεων, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι.
Μετά ταύτα, ελλείψει άλλων λόγων αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι ένδικες αιτήσεις και οι πρόσθετοι λόγοι και να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 12 Μαρτίου 2010 δυο αιτήσεις-δηλώσεις των Μ. Σ. του Κ. και Χ. Σ. του Κ., όπως διαμορφώθηκαν με τους στο σκεπτικό από 7 Σεπτεμβρίου 2010 πρόσθετους λόγους, περί αναιρέσεως της 70545/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ την καθεμία.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ