Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1656 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1656/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 7 Απριλίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ..., 2) Χ2, κατοίκου ... και 3) Χ3, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 1177/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενο τον Χ4 και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 9 Οκτωβρίου 2008 αιτήσεις τους αναιρέσεως αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1759/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση με αριθμό 564/11.12.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 ΚΠΔ, τις υπ'αριθμ. 163/2008, 164/2008 και 165/2008 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Χ3, 2) Χ2, κατοίκων ... και 3) Χ1, ..., αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθμ. 1177/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και εκθέτω τα εξής:
Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το υπ'αριθμ. 3399/2007 βούλευμά του, παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών (μαζί με δύο άλλους κατηγορουμένους) τους αναιρεσείοντες-κατηγορουμένους για να δικασθούν για α) χρήση πλαστού εγγράφου από κοινού και κατ'εξακολούθηση, με σκοπό προσπορισμού περιουσιακού οφέλους με βλάβη τρίτου με συνολικό όφελος και συνολική ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ, β) υπεξαίρεση από κοινού (και με τον μη ασκήσαντα αναίρεση κατηγορούμενο χ4) και κατ'εξακολούθηση, αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και που το είχαν εμπιστευθεί σ'αυτούς λόγω της ιδιότητάς τους ως εντολοδόχων και διαχειριστών ξένης περιουσίας και γ) ηθική αυτουργία από κοινού (και με τον κατηγορούμενο Χ4) σε ψευδή βεβαίωση με σκοπό προσπορισμού σε άλλον αθέμιτου οφέλους και να βλάψει παράνομα άλλον, από την οποία το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ, εκ μέρους του (μη ασκήσαντος κανένα ένδικο μέσο) κατηγορουμένου Χ5 (αρ. 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 46 παρ. 1α, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1, 2 και 3α, 242 παρ. 1, 3 και 375 παρ. 1, 2 ΠΚ, όπως ισχύουν).
Μετά από εφέσεις που άσκησαν κατά του βουλεύματος αυτού οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι (και ο κατηγορούμενος Χ4) εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 1177/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε κατ'ουσία τις εφέσεις αυτές (689/07, 692/07, 688/07 και 684/07) και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφονται πλέον οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες ασκήθηκαν στις 9-10-2008 από τον δικηγόρο Αθηνών Κων/νο Κούρκουλο για λογαριασμό των κατηγορουμένων, δυνάμει της από 8-10-2008 εξουσιοδοτήσεως αυτών, νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως, αφού το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στους κατηγορουμένους Χ3, Χ2 και Χ1 στις 8-10-2008, 8-10-2008 και 26-9-2008 αντιστοίχως με θυροκόλληση, στον δε ως άνω αντίκλητό τους δικηγόρο Κων/νο Κούρκουλο στις 29-9-2008 με θυροκόλληση επίσης (βλ. σχετικά αποδεικτικά).
Περιέχουν δε συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως ήτοι της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της έλλειψης νόμιμης βάσης (αρ. 484 παρ. 1β' και δ' ΚΠΔ). Τέλος, το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναίρεσης, αφού παραπέμπει τους κατηγορουμένους για κακουργήματα (αρ. 463, 473 παρ. 1, 474 και 482 παρ. 1α' ΚΠΔ).
Συνεπώς, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξετασθούν περαιτέρω κατ'ουσία.
Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει το από το άρθρο 484 παρ. 1δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν σ'αυτό εκτίθενται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του συμβουλίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά, καθώς και οι σκέψεις και συλλογισμοί, βάσει των οποίων το συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, αρκεί η γενική κατά το είδος αναφορά τούτων, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστικό συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για να μορφώσει την κρίση του, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005, Συμ. ΑΠ 129/2007, ΑΠ 333/2000, ΑΠ 504/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, που το εξέδωσε, δέχθηκε τα ακόλουθα:
"Για τους λόγους που αναπτύσσονται στην Εισαγγελική πρόταση, οι οποίοι είναι νόμιμοι και βάσιμοι και στους οποίους το Συμβούλιο πλήρως αναφέρεται, για την αποφυγή ασκόπων επαναλήψεων, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να απορριφθούν ως κατ'ουσίαν αβάσιμες οι με αριθμούς 684/2007, 689/2007, 692/2007 και 688/2007 εφέσεις των κατηγορουμένων 1) Χ4, 2) Χ3, 3) Χ2, και 4) Χ1, κατά του με αρ. 3399/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών. Να επικυρωθεί το παραπάνω εκκαλούμενο βούλευμα".
Για να καταλήξει δε στην κρίση του αυτή το Συμβούλιο Εφετών, αναφερόμενο στην Εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση από τη δέουσα εκτίμηση του κατά την ενεργεθείσα κυρία ανάκριση συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού και δη από τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων λαμβανομένων υπ' όψη σε συνδυασμό με τα έγγραφα της δικογραφίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο εγκαλών Ψ έλαβε την απόφαση να επενδύσει το ποσό των 148.000.000 δραχμών σε μετοχές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Γι' αυτό απευθύνθηκε στην "EUROSEC Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρία" που εδρεύει στην ... (...) νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον κατηγορούμενο Χ3, Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της. Στα γραφεία της εταιρίας γνώρισε τον κατηγορούμενο Χ4, ο οποίος ήταν Διευθυντής της "EUROSEC".
Έτσι σύνηψε ο εγκαλών με την εταιρία προφορική σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, από αυτήν σ' αυτόν (τον εγκαλούντα).
Με βάση την μεταξύ τους συμφωνία η "EUROSEC A.E." θα είχε το δικαίωμα κίνησης των μετοχών του χαρτοφυλακίου του, μόνο σε περίπτωση ρητής εντολής του, χρησιμοποιώντας τα χρήματα που κατέθεσε ο εγκαλών σε λογαριασμό της, τμηματικά συνολικού ύψους 148.000.000 δραχμών. Ήταν δε υποχρεωμένη η εταιρία, όποτε αυτός το ζητούσε, να του παραδώσει είτε αυτούσιες τις μετοχές του είτε το προϊόν ρευστοποίησής τους. Με βάση τη συμφωνία τους θα αγόραζε αυτή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, με κωδικό 37.050, μετοχές εταιριών επιλογής της, ύψους 1 - 10.000.000 για κάθε εταιρία.
Οι 2°ς, 3ος και 4ος κατηγορούμενοι, μέλη του Δ.Σ. της "EUROSEC" και ο γενικός διευθυντής της (ο Χ4), είχαν εν προκειμένω την ιδιότητα των εντολοδόχων, ιδιότητα με την οποία περιήλθε στη κατοχή τους το ως άνω ποσό με βάση την ως άνω συμφωνία. Όμως αυτοί τελικά ενήργησαν και ως διαχειριστές του, αφού ανέπτυξαν (τελικά) πρωτοβουλία, χωρίς την εντολή του, όσον αφορά τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του εγκαλούντα και τη μεταφορά χρημάτων του σε τρίτους δανειστές της εταιρίας τους, καθ' υπέρβαση της δοθείσας σ' αυτούς εντολής, αφού διαχειρίστηκαν τα χρήματα του, χωρίς εντολή του.
Η μόνη διαχειριστική εξουσία που είχαν αυτοί ήταν αρχικά, προκειμένου να αγοράσουν γι' αυτόν μετοχές, συνολικής αξίας 47.000.000 δραχμών κερδοφόρων, οι οποίες και πράγματι αγοράστηκαν για τον εγκαλούντα (όπως εκθέτει αυτός στην έγκληση του).
Τονιστέον ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου Χ4, εν αναφορά με τη πράξη της υπεξαίρεσης, ο συνιστάμενος στο ότι το ως άνω ποσό που κατάθεσε στην Τράπεζα και στο λογαριασμό της ως άνω Α.Χ.Ε. ο εγκαλών, από τον χρόνο κατάθεσης του δεν ανήκει πλέον στην κυριότητά του είναι νομικά αβάσιμος.
Καθ' όσον υπαίτιος υπεξαίρεσης καθίσταται και ο εντολοδόχος, όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα και ιδιοποιείται παράνομα, όπως εν προκειμένω έπραξαν οι 4 πρώτοι κατηγορούμενοι, οι οποίοι προέβησαν σε παράνομη μεταφορά του ανωτέρω χρηματικού ποσού από το λογαριασμό του σε λογαριασμούς τρίτων (ΑΠ 960/2006 αδημ. "ΝΟΜΟΣ").
Εξ άλλου ουσιαστικά αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός του Χ4 ότι ο εγκαλών δάνεισε ατόκως στην "EUROSEC" αφού κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο (μάρτυρα ή έγγραφο). Το αληθές εν προκειμένω είναι ότι ο Χ4 πράγματι επένδυσε, κατά τα προεκτεθέντα το ως άνω ποσόν των 148.000.000 δραχμών προς πραγματοποίηση κερδών.
Ειδικότερα εν προκειμένω προκύπτει: Α) Ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ4 στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από τις 26/8/1999 μέχρι και τις 9/6/2000 κατάρτισε πλαστά έγγραφα των οποίων ακολούθως οι συγκατηγορούμενοί του Χ3, Χ1 και Χ2 τα εχρησιμοποίησαν με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες σκόπευε δε με τη πράξη του αυτή να προσπορίσει σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, επιπλέον δε το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία από την τέλεση της πράξης του αυτής υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ.
Έτσι ο Χ4 κατάρτισε α) έγγραφη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, η οποία υποτίθεται ότι είχε συναφθεί μεταξύ του μηνυτή Ψ και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "EUROSEC Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρία", σύμφωνα με την οποία - σύμβαση- και υπό τους ειδικότερους όρους και τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο περιεχόμενό της, ο μηνυτής φέρεται ότι συμβλήθηκε εγγράφως ως επενδυτής με την προαναφερόμενη εταιρία για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών (λήψη, αποδοχή και εκτέλεση των εντολών του μηνυτή, αγορά και πώληση, εξωχρηματιστηριακά, ομολόγων και έντοκων γραμματίων του Δημοσίου, καθώς και ομολογιών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο και για συναλλακτικές σχέσεις, όπως διαχείριση χαρτοφυλακίου κ.λ.π.) και να την εξουσιοδοτεί να οπισθογραφεί για λογαριασμό του μηνυτή τις ονομαστικές μετοχές που ανήκαν στην κυριότητά του, οι οποίες επρόκειτο να πωλούνται χρηματιστηριακά μέσω της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας, καθώς και τα αποθετήρια έγγραφα που αφορούν τις μετοχές αυτές και γενικά να ενεργεί και να υπογράφει στο όνομα και για λογαριασμό του μηνυτή κάθε πράξη ή έγγραφο που είναι αναγκαίο για την πώληση και τη μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών του ή των αποθετηρίων εγγράφων, και β) έγγραφο, με το οποίο ο μηνυτής φέρεται να γνωστοποιεί προς την προαναφερομένη ανώνυμη εταιρία ότι αυτός (μηνυτής) έχει παράσχει τη γενική εντολή και πληρεξουσιότητα προς την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΙΑΣ FINANCE Α.Ε.Λ.Δ.Ε.", ώστε η τελευταία να διαβιβάζει εντολές του, γραπτά ή προφορικά, προς αυτήν για πράξεις αγοράς και πώλησης τίτλων στο όνομα και για λογαριασμό του μηνυτή στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, πιο συγκεκριμένα, δε, έθεσε στα έγγραφα αυτά μία υπογραφή, κατ' απομίμηση εκείνης του μηνυτή, χωρίς ο τελευταίος να γνωρίζει την ενέργειά του αυτή και χωρίς να έχει συναινέσει προηγουμένως σε αυτή ή να την έχει, μεταγενέστερα, εγκρίνει. Στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση αυτών των πλαστών εγγράφων τους συναλλασσομένους (αγοραστές και πωλητές μετοχών), τους υπαλλήλους του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα των ανώνυμων εταιριών που αναφέρονται προηγουμένως (Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς), σχετικά με το γεγονός ότι τα έγγραφα αυτά είχαν πραγματικά και νόμιμα καταρτιστεί, ότι αποτύπωναν την αληθινή δικαιοπρακτική βούληση του μηνυτή και ότι με αυτά συνέτρεχαν στο πρόσωπο των προαναφερόμενων ανώνυμων εταιριών οι τυπικές προϋποθέσεις της νομιμοποίησής τους για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών στο όνομα και για λογαριασμό του μηνυτή (αγορών και πωλήσεων των μετοχών του) και, κατά συνέπεια, ότι ήταν νόμιμες οι εν γένει μεταβιβάσεις και κινήσεις του χαρτοφυλακίου του μηνυτή, αφού -υποτίθεται ότι- γίνονταν από τον τελευταίο, μέσω των προαναφερομένων ανώνυμων εταιριών, προς τις οποίες με τα έγγραφα αυτά φερόταν ο μηνυτής να έχει παράσχει αντίστοιχες εντολές. Ωστόσο, το γεγονός αυτό, το οποίο μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ήταν ψευδές, αφού ο μηνυτής δεν είχε θέσει την υπογραφή του στα έγγραφα αυτά, δεν είχε συναινέσει στη θέση της υπογραφής του, ούτε είχε εγκρίνει την ενέργεια αυτή, στη συνέχεια, δε, οι συγκατηγορούμενοί του Χ3, Χ1 και Χ2, προέβησαν σε χρήση των πλαστών εγγράφων για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών στο όνομα και για λογαριασμό του μηνυτή, μέσω των προαναφερομένων ανώνυμων εταιριών. Με την πράξη αυτή σκόπευε να προσπορίσει στις προαναφερόμενες ανώνυμες εταιρίες περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον και, ακόμη, σκόπευε να βλάψει άλλον και συγκεκριμένα το μηνυτή, δεδομένου ότι κατά μεν το χρονικό διάστημα από τις 9 Ιουνίου 2000 έως και τις 23 Σεπτεμβρίου 2002 οι εταιρίες αυτές εισέπραξαν από το μηνυτή, με τη μορφή προμηθειών για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών στο όνομα και για λογαριασμό του, το συνολικό ποσό των 27.816,38 ευρώ, κατά δε το χρονικό διάστημα από τις 11 Ιουλίου 2000 έως και τις 6 Μαρτίου 2001 οι εταιρίες αυτές ανέλαβαν και μετέφεραν διαθέσιμα κεφάλαια από το λογαριασμό του μηνυτή σε λογαριασμούς τρίτων προσώπων, πελατών αυτών των εταιριών, συνολικού ποσού! 147.681 ευρώ, για την κάλυψη ισόποσων υποχρεώσεων των εταιριών αυτών προς τους πελάτες τους. Τα προαναφερόμενα ποσά αποτελούν το περιουσιακό όφελος που σκόπευε να προσπορίσει στις ως άνω ανώνυμες εταιρίες, συγχρόνως δε συνιστούν και τη ζημία που σκόπευε να προκαλέσει στον εγκαλούντα ο κατηγορούμενος Χ4, η οποία ανήλθε, ως προελέχθη, στο ποσό των 147.681 ευρώ (27816,38 + 119.864,66).
Β) Ακολούθως προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι Χ4, Χ3, Χ1 και Χ2, από κοινού ιδιοποιήθηκαν παρανόμως ξένα κινητά πράγματα τα οποία περιήλθαν στην κατοχή τους με τον ακόλουθο τρόπο. Το συνολικό δε αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που ξεπερνά συνολικά τα 73.000 ευρώ και το είχαν εμπιστευθεί στους κατηγορούμενους με την ιδιότητα του διαχειριστή και του εντολοδόχου ξένης περιουσίας. Πιο συγκεκριμένα, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 1999, μεταξύ του μηνυτή Ψ και της "ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "EUROSEC Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρία" καταρτίστηκε προφορική σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, σύμφωνα με την οποία ο μηνυτής θα κατέβαλε σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούνταν στο όνομα της ανώνυμης εταιρίας τα χρηματικά ποσά (κεφάλαια) που προόριζε για επένδυση και η ανώνυμη εταιρία θα αγόραζε, στο όνομα και για λογαριασμό του μηνυτή, με κωδικό αριθμό επενδυτή ..., κερδοφόρες μετοχές εταιριών που θα επέλεγε η ανώνυμη εταιρία, αξίας -των μετοχών αυτών- από 1.000.000 δραχμές έως 10.000.000 δραχμές για κάθε εταιρία, ενώ, επίσης, η εταιρία θα είχε το δικαίωμα να κινεί τις μετοχές του χαρτοφυλακίου του μηνυτή μόνο μετά από ρητή προς τούτο εντολή του τελευταίου, περαιτέρω, δε, η εταιρία ήταν υποχρεωμένη να αποδίδει στον μηνυτή, οποτεδήποτε αυτός το ζητούσε, είτε αυτούσιες τις μετοχές του, είτε το προϊόν της ρευστοποίησής τους. Στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής, ο μηνυτής είχε καταθέσει διαθέσιμα κεφάλαια σε τραπεζικό λογαριασμό της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας, της οποίας οι (2ος, 3ος, 4ος) κατηγορούμενοι αποτελούσαν διευθυντικά στελέχη, διάφορα χρηματικά ποσά, το συνολικό ύψος των οποίων υπερέβαινε σημαντικά το ποσό των 189.464,66 ευρώ. Οι κατηγορούμενοι λοιπόν (πλην του 5ου), στην ..., αφού αρχικά αγόρασαν πράγματι μετοχές εταιρειών κατ' επιλογήν τους, συνολικής αξίας 47.000.000 δρχ., κατά το χρονικό διάστημα από τις 7 Φεβρουαρίου 2000 έως και τις 6 Μαρτίου 2001, ανέλαβαν και μετέφεραν διαθέσιμα κεφάλαια από το λογαριασμό του μηνυτή σε λογαριασμούς τρίτων προσώπων, πελατών της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "EUROSEC Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρία" και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΙΑΣ FINANCE Α.Ε.Λ.Δ.Ε.", με συμψηφιστικές αναλήψεις κεφαλαίων, συνολικού ποσού 189.464,66 ευρώ, για την κάλυψη ισόποσων υποχρεώσεων των εταιριών αυτών προς τους πελάτες τους, χωρίς ο μηνυτής να γνωρίζει την ενέργειά του αυτή και χωρίς να έχει συναινέσει προηγουμένως σε αυτή ή να την έχει, μεταγενέστερα, εγκρίνει. Ειδικότερα, στις 7 Φεβρουαρίου 2000 μεταφέρθηκε το χρηματικό ποσό των 1.551.773 δραχμών για την απόσβεση ισόποσης υποχρέωσης των εταιριών αυτών προς τον πελάτη τους με τον κωδικό αριθμό επενδυτή ..., στις 14 Αυγούστου 2000 μεταφέρθηκε το χρηματικό ποσό των 5.162.650 δραχμών για απόσβεση ισόποσης υποχρέωσης των εταιριών αυτών προς τον πελάτη τους με τον κωδικό αριθμό επενδυτή ..., στις 4 Απριλίου 2000 μεταφέρθηκε το χρηματικό ποσό των 6.500.000 δραχμών για την απόσβεση ισόποσης υποχρέωσης των εταιριών αυτών προς τον πελάτη τους με τον κωδικό αριθμό επενδυτή ..., στις 26 Απριλίου 2000 μεταφέρθηκε το χρηματικό ποσό των 1.189.416 δραχμών για την απόσβεση ισόποσης υποχρέωσης των εταιριών αυτών προς πελάτη τους με τον κωδικό αριθμό επενδυτή ..., στις 18 Μαΐου 2000 μεταφέρθηκε το χρηματικό ποσό των 4.500.000 δραχμών για την απόσβεση ισόποσης υποχρέωσης των εταιριών αυτών προς τον πελάτη τους με τον κωδικό αριθμό επενδυτή ..., στις 23 Μαΐου 2000 μεταφέρθηκε το χρηματικό ποσό των 3.600.000 δραχμών για την απόσβεση ισόποσης υποχρέωσης των εταιριών αυτών προς τον πελάτη τους με τον κωδικό αριθμό επενδυτή ..., στις 11 Ιουλίου 2000 μεταφέρθηκε το χρηματικό ποσό των 3.456.246 δραχμών για την απόσβεση ισόποσης υποχρέωσης των εταιριών αυτών προς τον πελάτη τους με τον κωδικό αριθμό επενδυτή ..., στις 19 Ιουλίου 2000 μεταφέρθηκε το χρηματικό ποσό των 4.300.000 δραχμών για την απόσβεση ισόποσης υποχρέωσης των εταιριών αυτών προς τον πελάτη τους με τον κωδικό αριθμό επενδυτή ..., στις 31 Ιουλίου 2000 υποτίθεται ότι μεταφέρθηκε το χρηματικό ποσό των 17.500.000 δραχμών για την απόσβεση ισόποσης υποχρέωσης των εταιριών αυτών προς τον πελάτη τους με τον κωδικό αριθμό επενδυτή ... -δηλαδή προς το μηνυτή- πλην, όμως, ποτέ ο μηνυτής δεν εισέπραξε το ποσό αυτό, το οποίο οι κατηγορούμενο ενσωμάτωσαν στην ατομική τους περιουσία, στις 2 Αυγούστου 2000 -μεταφέρθηκε το χρηματικό ποσό των 11.000.000 δραχμών για την απόσβεση ισόποσης υποχρέωσης των εταιριών αυτών προς τον πελάτη τους με τον κωδικό αριθμό επενδυτή ..., στις 21 Σεπτεμβρίου 2000 μεταφέρθηκε το χρηματικό ποσό των 3.500.000 δραχμών για την απόσβεση ισόποσης υποχρέωσης των εταιριών αυτών προς τον πελάτη τους με τον κωδικό αριθμό επενδυτή ... και στις 6 Μαρτίου 2001 μεταφέρθηκε το χρηματικό ποσό των 2.300.000 δραχμών για την απόσβεση ισόποσης υποχρέωσης των εταιριών αυτών προς τον πελάτη τους με τον κωδικό αριθμό επενδυτή ... . Επομένως, στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από τις 7 Φεβρουαρίου 2000 μέχρι και τις 6 Μαρτίου 2001, από κοινού οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι ιδιοποιήθηκαν παρανόμως ξένα, εν όλω, κινητά πράγματα, ήτοι τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά ύψους 189.464,66 ευρώ συνολικά και, τελικώς μετά τις γενόμενες προς τον μηνυτή καταβολές, 119.864,66 ευρώ, τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή τους με τον τρόπο που αναφέρεται προηγουμένως, το συνολικό, δε, αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, η οποία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και το είχαν εμπιστευθεί στους κατηγορουμένους με την ιδιότητα του διαχειριστή και εντολοδόχου ξένης περιουσίας.
Γ) Περαιτέρω προκύπτει ότι στο ... στις 9/6/2000, από κοινού, οι κατηγορούμενοι Χ4, Χ3, Χ1 και Χ2 με πρόθεση προκάλεσαν στον Χ5 την απόφαση να εκτελέσει την παράνομη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, όπως ακολούθως περιγράφεται (υπό στοιχείο Δ'), προτρέποντας αυτόν με πειθώ και φορτικότητα.
Δ) Ακολούθως από το προρρηθέν αποδεικτικό υλικό προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος Χ5 στο ... στις 9/6/2000, όντας υπάλληλος που στα καθήκοντα του αναγόταν η έκδοση και η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, σε δημόσια έγγραφα βεβαίωσε ψευδώς με πρόθεση περιστατικό, το οποίο μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, σκόπευε, δε, με την πράξη του αυτή να προσπορίσει σε άλλον αθέμιτο όφελος και να βλάψει παράνομα άλλον, ενώ, επίσης, το συνολικό όφελος και η συνολική βλάβη από την τέλεση της πράξης του αυτής υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Πιο συγκεκριμένα, ενώ έφερε την ιδιότητα του Αρχιφύλακα της Ελληνικής Αστυνομίας -δηλαδή, υπαλλήλου, στον οποίο νόμιμα είχε ανατεθεί η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας και υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό ..., στο ..., στις 9 Ιουλίου 2000 και με την προαναφερόμενη υπηρεσιακή ιδιότητά του, βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς σε έγγραφη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, η οποία υποτίθεται ότι είχε συναφθεί μεταξύ του μηνυτή Ψ και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "EUROSEC Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρία" και σε έγγραφο, με το οποίο ο μηνυτής φέρεται να γνωστοποιεί προς την προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρία ότι αυτός έχει παράσχει τη γενική εντολή και πληρεξουσιότητα προς την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΙΑΣ FINANCE Α.Ε.Λ.Δ.Ε." να προβαίνει σε διάφορες ενέργειες στο όνομα και για λογαριασμό του ότι η υπογραφή στα έγγραφα αυτά είχε τεθεί από το μηνυτή. Ωστόσο, το γεγονός αυτό, το οποίο μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ήταν ψευδές, αφού ο μηνυτής δεν είχε θέσει την υπογραφή του στα έγγραφα αυτά. Με την πράξη του αυτή σκόπευε να προσπορίσει στις προαναφερόμενες ανώνυμες εταιρίες αθέμιτο όφελος και, ακόμη, σκόπευε να βλάψει παράνομα άλλον και συγκεκριμένα το μηνυτή, δεδομένου ότι κατά μεν το χρονικό διάστημα από τις 9 Ιουνίου 2000 έως και τις 23 Σεπτεμβρίου 2002, οι εταιρίες αυτές εισέπραξαν από το μηνυτή, με τη μορφή προμηθειών για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών στο όνομα και για λογαριασμό του, το συνολικό ποσό των 27.816,38 ευρώ, κατά δε το χρονικό διάστημα από τις 11 Ιουλίου 2000 έως και τις 6 Μαρτίου 2001 οι εταιρίες αυτές ανέλαβαν και μετέφεραν διαθέσιμα κεφάλαια από το λογαριασμό του μηνυτή σε λογαριασμούς τρίτων προσώπων, πελατών αυτών των εταιριών, συνολικού ποσού 119.864 ευρώ, για την κάλυψη ισόποσων υποχρεώσεων των εταιριών αυτών προς τους πελάτες τους. Τα προαναφερόμενα ποσά συνιστούν το αθέμιτο περιουσιακό όφελος που σκόπευε να προσπορίσει στις προαναφερόμενες ανώνυμες εταιρίες, ταυτόχρονα, δε, συνιστούν και τη βλάβη που σκόπευε να προξενήσει στο μηνυτή, ενώ, επίσης, είναι απαραίτητο να επισημανθεί ότι το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία από την τέλεση της πράξης του αυτής υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ.
Ε) Στον τόπο και κατά τους χρόνους που αναφέρονται ειδικότερα στη συνέχεια, οι κατηγορούμενοι Χ3, Χ1 και Χ2, από κοινού και κατ' εξακολούθηση εν γνώσει τους προέβησαν σε χρήση πλαστών εγγράφων, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, σκόπευαν δε αυτοί με την πράξη τους αυτή να προσπορίσουν σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον. Το δε συνολικό όφελος και η συνολική ζημία από την τέλεση της πράξης τους αυτής υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ.
Έτσι αυτοί στην ... κατά το χρονικό διάστημα από την 26/8/1999 μέχρι και την 9/6/2000 αφού έλαβαν στην κατοχή τους τα ως άνω, υπό στοιχείο Α', πλαστά έγγραφα που είχε καταρτίσει, κατά τα προεκτεθέντα, υπό στοιχείο Α', ο Χ4 τα εχρησιμοποίησαν αυτοί εν γνώσει την πλαστότητα τους για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών στο όνομα και για λογαριασμό του εγκαλούντα, μέσω των προαναφερομένων ανωνύμων εταιριών. Με την εν λόγω πράξη τους σκόπευαν να προσπορίσουν στις ως άνω ανώνυμες εταιρίες περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον και συγκεκριμένα τον εγκαλούντα Ψ. Έτσι κατά μεν το χρονικό διάστημα από 9/6/2000 μέχρι και την 23/9/2002, οι εταιρίες αυτές εισέπραξαν από τον εγκαλούντα, με τη μορφή προμηθειών για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, στο όνομα και για λογαριασμό του, το συνολικό ποσό των 27.816,38 ευρώ, κατά δε το χρονικό διάστημα από 11/7/2000 μέχρι και την 6/3/2001, οι εταιρίες αυτές πήραν και μετέφεραν διαθέσιμα κεφάλαια από το λογαριασμό του εγκαλούντα διαθέσιμα κεφάλαια, σε λογαριασμούς τρίτων προσώπων και δη σε πελάτες τους (των εν λόγω εταιριών), συνολικού ύψους 147.681 ευρώ, για την κάλυψη ισόποσων υποχρεώσεων προς τους πελάτες τους. Το ως άνω ποσό αποτελεί το περιουσιακό όφελος που σκόπευαν οι κατηγορούμενοι αυτοί να προσπορίσουν σης ως άνω ανώνυμες εταιρίες. Ταυτόχρονα δε αποτελεί και την ισόποση ζημία που σκόπευαν αυτοί να προκαλέσουν στον εγκαλούντα. Πρέπει δε να τονισθεί ότι το συνολικό όφελος αλλά και η συνολική ζημία από την τέλεση της πράξης τους αυτής ξεπερνά τα 73.000 ευρώ.
Τα ως άνω προεκτεθέντα και προκύπτοντα σε βάρος των κατηγορουμένων περιστατικά σαφώς συνάγονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων ΑΑ, ΒΒ, ΓΓ, ΔΔ, ΕΕ και ΣΤ, εσωτερικού ελεγκτή της "EYROSEC" αλλά και από την έγκληση του εγκαλούντα Ψ.
Έτι δε ενισχύεται η κατά των κατηγορουμένων κατηγορία από τα εξής έγγραφα: 1) από την από 16/10/2006 έκθεση ελέγχου του ΣΤ, εσωτερικού ελεγκτή της "EUROSEC A.X.E.", 2) από την από 12/1/2007 πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονα ΖΖ, 3) από την από 13/12/2005 Τεχνική Έκθεση (γραφολογική γνωμοδότηση) του γραφολόγου ΗΗ, 4) από την από 30/5/2005 Έκθεση του Ορκωτού Λογιστή ΘΘ και 5) από την από 9/6/2000 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και 6) από το έγγραφο πληρεξουσιότητας προς την "ΤΡΙΑΣ Α.Ε.Λ.Δ.Ε.".
Από τα παραπάνω προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά φρονούμε ότι κατά των κατηγορουμένων προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ενοχής τους, συνιστάμενες στο ότι αυτοί τέλεσαν τις ως άνω αποδιδόμενες σ' αυτούς πράξεις".
Όμως, από τις αναφορές αυτές του προσβαλλομένου βουλεύματος δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν και λήφθηκαν υπόψη το σύνολο των εγγράφων της δικογραφίας, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του φακέλλου της δικογραφίας, για την έρευνα του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, κατά την κύρια ανάκριση οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι Χ3 και Χ1, κατέθεσαν το από 24-10-2006 απολογητικό τους υπόμνημα, το περιεχόμενο του οποίου δεν φαίνεται ότι έλαβε υπόψη το προσβαλλόμενο βούλευμα, δεδομένου ότι δεν κάνει καμία αναφορά στους προβαλλόμενους με αυτό ισχυρισμούς των εν λόγω αναιρεσειόντων.
Επίσης, οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι προς υποστήριξη των εφέσεών τους, με τις οποίες αρνήθηκαν τις κατηγορίες, επικαλέσθηκαν την από 10-12-2007 έκθεση λογιστικής πραγματογνωμοσύνης του Ομότιμου Καθηγητή του ΑΠΘ ΚΚ, την οποία ενσωμάτωσαν στο δικόγραφο των εφέσεών τους και που κατά την άποψή τους ήταν καταλυτική της κατηγορίας της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, που τους αποδιδόταν.
Ενόψει δε της ανωτέρω αναφοράς του προσβαλλομένου βουλεύματος στα αποδεικτικά μέσα, δεν προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών, που το εξέδωσε, έλαβε υπόψη του και εξετίμησε και το περιεχόμενο της ανωτέρω εκθέσεως λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, αφού στο σκεπτικό του δεν κάνει καμία αναφορά στο περιεχόμενο ατής. 'Ετσι, δεν προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε όλα τα μέσα αποδείξεως και ειδικότερα τα ανωτέρω έγγραφα.
Συνεπώς, το προσβαλλόμενο βούλευμα δεν έχει την από την ως άνω διατάξεις απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και πρέπει, κατά το βάσιμο σχετικό λόγο αναιρέσεως, να αναιρεθεί και ως προς τους μη ασκήσαντες αναίρεση κατηγορουμένους (αρ. 469 ΚΠΔ) και να παραπεμφθεί για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Επικουρικώς, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί από το Συμβούλιό σας ότι το προσβαλλόμενο βούλευμα περιέχει την ειδική αιτιολογία ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, το Συμβούλιο Εφετών με αυτά που διέλαβε παραπάνω, αφενός αιτιολογημένα κατέληξε σε παραπεμπτική κρίση ως προς τις ως άνω αξιόποινες πράξεις, αφού εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν αντικειμενικά και υποκειμενικά τις πράξεις αυτές, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε ότι προέκυψαν αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο, αφετέρου ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. α' και γ', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 45, 46 παρ. 1α, 94 παρ. 1, 98, 216 παρ. 1,2,3 εδ. α' , 242 παρ. 1,3 και 375 παρ. 1, 2 ΠΚ, όπως ισχύουν, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, απορριπτομένων έτσι των προβαλλομένων από τους αναιρεσείοντες συναφών λόγων αναιρέσεως.
Για τους λόγους αυτούς
Π ρ ο τ ε ί ν ω να γίνουν δεκτές οι υπ'αριθμ. 163/2008, 164/2008 και 165/2008 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Χ3, 2) Χ2, κατοίκων ... και 3) Χ1, κατοίκου ..., αντιστοίχως, κατά του υπ'αριθμ. 1177/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο αυτό ως άνω Συμβούλιο Εφετών, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Αθήνα 25 Νοεμβρίου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Γεώργιος Βλάσσης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι κρινόμενες από 9-10-2008 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων Χ1, Χ2 και Χ3, οι οποίες στρέφονται κατά του υπ' αριθ. 1177/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και περιέχουν τους ίδιους ακριβώς λόγους, είναι προδήλως συναφείς και γιαυτό πρέπει να συνεξεταστούν. Κατά την έννοια του αρ. 375 παρ. 1 ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης απαιτείται παράνομη ιδιοποίηση ξένου, ολικά ή μερικά, κινητού πράγματος, που έχει περιέλθει στην κατοχή του δράστη με οποιοδήποτε τρόπο. Το πράγμα είναι ξένο όταν βρίσκεται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στον Αστικό Κώδικα. Τέτοια περίπτωση ξένου κινητού πράγματος αποτελούν και τα χρήματα που εισπράττει κάποιος για λογαριασμό άλλου ή από τον κύριο τούτων για ορισμένο σκοπό. Η ιδιοποίηση θεωρείται παράνομη όταν γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή όταν ο δράστης κατακρατεί το κινητό πράγμα και το ιδιοποιείται χωρίς δικαίωμα που αναγνωρίζεται από το νόμο, και με δόλια προαίρεση να το κάνει δικό του. Το έγκλημα της υπεξαίρεσης προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα αν η συνολική αξία του αντικειμένου αυτής υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δρχ. (τελευταίο εδάφιο της παρ. 1 άρ. 375 ΠΚ, ως προεξετέθη με άρ. 14 παρ. 3α Ν. 2721/1999, που ισχύει από 3-6-1999). Ακόμη, η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος αν το αντικείμενο αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω μιας από τις περιοριστικώς αναφερόμενες ιδιότητες του δράστη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ιδιότητες του εντολοδόχου και του διαχειριστή ξένης περιουσίας (παρ. 2 άρ. 375 ΠΚ, ως αυτή αντικ. με άρ. 1 παρ. 9 Ν. 2408/1996 και το εδ. β' αυτής, που ορίζει ότι "αν το συνολικό αντικείμενο της πράξης του προηγούμενου εδαφίου υπερβαίνει σε ποσό τα είκοσι πέντε εκατομμύρια (25.000.000) δρχ., τούτο συνιστά επιβαρυντική περίπτωση", προσετέθη με άρ. 14 παρ. 3β Ν. 2721/1999). Ο δράστης της κακουργηματικής υπεξαίρεσης ενεργεί διαχείριση, όταν ενεργεί όχι απλώς υλικές πράξεις, αλλά και νομικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσωπεύσεως του εντολέα και δυνατότητα ανάπτυξης πρωτοβουλίας ως και λήψεως αποφάσεων με κίνδυνο και ευθύνη αυτού, αρυόμενος όλα αυτά είτε από το νόμο είτε από τη σύμβαση. Επί κατ' εξακολούθηση (άρ. 98 ΠΚ) τελούμενης υπεξαιρέσεως, για την κρίση σχετικά με την αξία του πράγματος (αν είναι ιδιαίτερα μεγάλη) και για τον ποινικό χαρακτήρα της πράξης λαμβάνεται υπόψη η συνολική αξία του αντικειμένου όλων των επιμέρους πράξεων, αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό (άρ. 98 παρ. 2 ΠΚ ως συνεπληρώθη με αρ. 14 παρ. 1 (1.1) Ν. 2721/1999. Εν τέλει είναι δυνατόν στο πρόσωπο του δράστη της υπεξαίρεσης να συνυπάρχουν οι ιδιότητες του εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας. Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρ. 45 ΠΚ, συναυτουργία είναι η σύγχρονη ή διαδοχική σύμπραξη δύο ή περισσοτέρων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους ή κατά την τέλεση της ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή της και γνωρίζει ότι και ο άλλος απ' αυτούς ενεργεί με δόλο τέλεσης της πράξης και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια και είναι δυνατόν να πραγματώνεται αυτό με συγκλίνουσες επιμέρους πράξεις των συναυτουργών ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στο βούλευμα του συμβουλίου ή στην απόφαση του δικαστηρίου και οι επιμέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Κατά την έννοια της διάταξης του άρ. 216 παρ. 1 ΠΚ, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικά μεν η εξαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο, ο οποίος εμφανίζει τούτο ως καταρτισμένο από άλλον, ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας ή της αποδεικτικής του ισχύος με μεταβολή του περιεχομένου του με προσθήκη ή εξάλειψη λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικά δε δόλος του υπαιτίου, που ενέχει τη γνώση και τη θέληση των περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη, επιπλέον δε ως πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο και σκοπός του δράστη όπως με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση εννόμως προστατευομένου δικαιώματος. Η χρήση του πλαστού εγγράφου από τον αυτουργό της πράξεως της πλαστογραφίας, συνιστά επιβαρυντική περίπτωση της τελευταίας (πράξεως της πλαστογραφίας), ενώ από τρίτον συνιστά αυτοτελές έγκλημα, τιμωρούμενο με την ποινή της πλαστογραφίας. Από υποκειμενική άποψη και τα εγκλήματα της πλαστογραφίας και της χρήσεως πλαστού εγγράφου, έχουν υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση, τελούνται δηλαδή με την επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, που είναι η παραπλάνηση, με τη χρήση του πλαστού εγγράφου άλλου, σε σχέση με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ενώ το έγκλημα της χρήσεως πλαστού εγγράφου προϋποθέτει και άμεσο δόλο. Η πλαστογραφία προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο δράστης σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 25.000.000 δρχ. και β) αν ο υπαίτιος διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δρχ. (παρ. 3 άρ. 216 ΠΚ, ως ετροποποιήθη με άρ. 14 παρ. 2 και 2β Ν. 2721/1999, που ισχύει, ως προανεφέρθη, από 3.6.1999). Ως περιουσιακό όφελος (επί της ως άνω α' περιπτώσεως) νοείται κάθε βελτίωση της περιουσιακής κατάστασης του δράστη ή άλλου υπέρ του οποίου ενεργεί, η οποία επέρχεται με την αύξηση της οικονομικής αξίας της περιουσίας του ωφελούμενου ή προσπόριση άλλων ωφελημάτων οικονομικού χαρακτήρα ή με αποσόβηση της μείωσης της περιουσίας του με βλάβη άλλου, η οποία και μόνη αρκεί για τη θεμελίωση της πλαστογραφίας σε βαθμό κακουργήματος, αν το όφελος ή η βλάβη υπερβαίνουν τα; 25.000.000 δρχ.
Κατά τη διάταξη του άρ. 242 παρ. 1 ΠΚ "υπάλληλος που στα καθήκοντά του ανάγεται η έκδοση ή η σύνταξη ορισμένων δημοσίων εγγράφων, αν σε τέτοιο έγγραφο βεβαιώνει με πρόθεση ψευδώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδούς βεβαιώσεως (διανοητικής πλαστογραφίας), το οποίο είναι γνήσιο ιδιαίτερο έγκλημα, απαιτείται, αντικειμενικώς: α) ο δράστης (αυτουργός) να είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρ. 13 εδ. α' και 263 ΠΚ, αρμόδιος καθ' ύλην και κατά τόπον για τη σύνταξη ή την έκδοση του εγγράφου και να ενεργεί μέσα στα πλαίσια της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί, β) έγγραφο κατά την έννοια του αρ. 13 εδ. γ' ΠΚ και δη δημόσιο κατά το αρ. 438 ΚΠολΔ, κατά την έννοια του οποίου πρέπει να προορίζεται για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη έναντι πάντων κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται σ' αυτό και γ) βεβαίωση στο έγγραφο αυτό ψευδών περιστατικών, τα οποία in abstracto (γενικώς και αφηρημένως) μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν το έγγραφο έχει τη νομική δυνατότητα να αποδεικνύει τη γένεση, ύπαρξη, διατήρηση, αλλοίωση ή απώλεια ενός δικαιώματος ή έννομης σχέσης ή κατάστασης, δημόσιας ή ιδιωτικής φύσεως, ανεξαρτήτως αν οι ίδιες έννομες συνέπειες θα μπορούσαν να επέλθουν με τη βεβαίωση στο έγγραφο της πραγματικής καταστάσεως, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου (της αμφιβολίας), ότι ενεργεί υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου εντός της καθ' ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητας του και ότι τα βεβαιούμενα γεγονότα είναι ψευδή και στη θέληση ή αποδοχή αυτού, να βεβαιώσει τα ψευδή περιστατικά, που μπορούν να έχουν έννομες συνέπειες. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 46 § 1α του ίδιου Κώδικα, με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται και όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται θεληματική, με οποιονδήποτε τρόπο, πρόκληση και παραγωγή αποφάσεως από κάποιον σε άλλον, για διάπραξη ορισμένης άδικης πράξεως και ο άλλος (ο αυτουργός) να διαπράξει την άδικη πράξη, την οποία με τον ανωτέρω τρόπο αποφάσισε. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46 § Ια, 49 § 2 και 242 §§ 1 & 3 του ΠΚ προκύπτει ότι η επιβαρυντική περίσταση της ψευδούς βεβαιώσεως (σκοπός προσπορισμού αθεμίτου περιουσιακού οφέλους ύψους μεγαλύτερου των 25.000.000 δρχ. ή των 73.000.000 ευρώ), που της προσδίδει κακουργηματικό χαρακτήρα, πρέπει να συντρέχει ιδιαιτέρως και αυτοτελώς και στο πρόσωπο του ηθικού αυτουργού, για να έχει και γι' αυτόν η πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδή βεβαίωση κακουργηματικό χαρακτήρα, γιατί δεν αρκεί η συνδρομή της στο πρόσωπο του φυσικού αυτουργού. Η συνδρομή δε της επιβαρυντικής αυτής περιστάσεως είναι αυτονόητη και δεν απαιτείται να εξαίρεται ιδιαιτέρως στο παραπεμπτικό βούλευμα ή την καταδικαστική απόφαση, όταν ο φυσικός αυτουργός με την πράξη του, την περί εκτελέσεως της οποίας απόφαση του προκάλεσε ο ηθικός αυτουργός, σκόπευε να προσπορίσει περιουσιακό όφελος στον τελευταίο (ηθικό αυτουργό) ή στη νομίμως εκπροσωπούμενη από αυτόν εταιρεία, βλάπτοντας τρίτο. Εξάλλου το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρον 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ, 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται αυτά γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι κατ' επιλογή μερικά από αυτά. Περαιτέρω λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος από το άρθρο 484 παρ.1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ. συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και αναφέρεται στο στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής η μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του και με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση δέχτηκε τα εξής: "Από τη δέουσα εκτίμηση του κατά την ενεργεθείσα κυρία ανάκριση συλλεγέντος αποδεικτικού υλικού και δη από τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων λαμβανομένων υπ' όψη σε συνδυασμό με τα έγγραφα της δικογραφίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο εγκαλών Ψ έλαβε την απόφαση να επενδύσει το ποσό των 148.000.000 δραχμών σε μετοχές εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Γι' αυτό απευθύνθηκε στην "EUROSEC Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρία" που εδρεύει στην ... (...) νόμιμα εκπροσωπούμενη από τον κατηγορούμενο Χ3, Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της. Στα γραφεία της εταιρίας γνώρισε τον κατηγορούμενο Χ4, ο οποίος ήταν Διευθυντής της "EUROSEC". Έτσι σύνηψε ο εγκαλών με την εταιρία προφορική σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, από αυτήν σ' αυτόν (τον εγκαλούντα). Με βάση την μεταξύ τους συμφωνία η "EUROSEC A.E." θα είχε το δικαίωμα κίνησης των μετοχών του χαρτοφυλακίου του, μόνο σε περίπτωση ρητής εντολής του, χρησιμοποιώντας τα χρήματα που κατέθεσε ο εγκαλών σε λογαριασμό της, τμηματικά συνολικού ύψους 148.000.000 δραχμών. Ήταν δε υποχρεωμένη η εταιρία, όποτε αυτός το ζητούσε, να του παραδώσει είτε αυτούσιες τις μετοχές του είτε το προϊόν ρευστοποίησής τους. Με βάση τη συμφωνία τους θα αγόραζε αυτή επ' ονόματι και για λογαριασμό του, με κωδικό 37.050, μετοχές εταιριών επιλογής της, ύψους 1 - 10.000.000 για κάθε εταιρία. Οι 2ος, 3ος και 4ος κατηγορούμενοι, μέλη του Δ.Σ. της "EUROSEC" και ο γενικός διευθυντής της (ο Χ4), είχαν εν προκειμένω την ιδιότητα των εντολοδόχων, ιδιότητα με την οποία περιήλθε στη κατοχή τους το ως άνω ποσό με βάση την ως άνω συμφωνία. Όμως αυτοί τελικά ενήργησαν και ως διαχειριστές του, αφού ανέπτυξαν (τελικά) πρωτοβουλία, χωρίς την εντολή του, όσον αφορά τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του εγκαλούντα και τη μεταφορά χρημάτων του σε τρίτους δανειστές της εταιρίας τους, καθ' υπέρβαση της δοθείσας σ' αυτούς εντολής, αφού διαχειρίστηκαν τα χρήματα του, χωρίς εντολή του. Η μόνη διαχειριστική εξουσία που είχαν αυτοί ήταν αρχικά, προκειμένου να αγοράσουν γι' αυτόν μετοχές, συνολικής αξίας 47.000.000 δραχμών κερδοφόρων, οι οποίες και πράγματι αγοράστηκαν για τον εγκαλούντα (όπως εκθέτει αυτός στην έγκληση του). Τονιστέον ότι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου Χ4, εν αναφορά με τη πράξη της υπεξαίρεσης, ο συνιστάμενος στο ότι το ως άνω ποσό που κατέθεσε στην Τράπεζα και στο λογαριασμό της ως άνω Α.Χ.Ε. ο εγκαλών, από τον χρόνο κατάθεσης του δεν ανήκει πλέον στην κυριότητά του είναι νομικά αβάσιμος. Καθ' όσον υπαίτιος υπεξαίρεσης καθίσταται και ο εντολοδόχος, όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα και ιδιοποιείται παράνομα, όπως εν προκειμένω έπραξαν οι 4 πρώτοι κατηγορούμενοι, οι οποίοι προέβησαν σε παράνομη μεταφορά του ανωτέρω χρηματικού ποσού από το λογαριασμό του σε λογαριασμούς τρίτων (ΑΠ 960/2006 αδημ. "ΝΟΜΟΣ"). Εξ άλλου ουσιαστικά αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός του Χ4 ότι ο εγκαλών δάνεισε ατόκως στην "EUROSEC" αφού κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο (μάρτυρα ή έγγραφο). Το αληθές εν προκειμένω είναι ότι ο Χ4 πράγματι επένδυσε, κατά τα προεκτεθέντα το ως άνω ποσόν των 148.000.000 δραχμών προς πραγματοποίηση κερδών. Ειδικότερα εν προκειμένω προκύπτει: Α) Ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος Χ4 στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από τις 26/8/1999 μέχρι και τις 9/6/2000 κατάρτισε πλαστά έγγραφα των οποίων ακολούθως οι συγκατηγορούμενοί του Χ3, Χ1 και Χ2 τα εχρησιμοποίησαν με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες σκόπευε δε με τη πράξη του αυτή να προσπορίσει σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον, επιπλέον δε το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία από την τέλεση της πράξης του αυτής υπερβαίνουν τα 73.000 ευρώ. Έτσι ο Χ4 κατάρτισε α) έγγραφη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, η οποία υποτίθεται ότι είχε συναφθεί μεταξύ του μηνυτή Ψ και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "EUROSEC Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρία", σύμφωνα με την οποία - σύμβαση- και υπό τους ειδικότερους όρους και τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο περιεχόμενό της, ο μηνυτής φέρεται ότι συμβλήθηκε εγγράφως ως επενδυτής με την προαναφερόμενη εταιρία για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών (λήψη, αποδοχή και εκτέλεση των εντολών του μηνυτή, αγορά και πώληση, εξωχρηματιστηριακά, ομολόγων και έντοκων γραμματίων του Δημοσίου, καθώς και ομολογιών εισηγμένων στο Χρηματιστήριο και για συναλλακτικές σχέσεις, όπως διαχείριση χαρτοφυλακίου κ.λ.π.) και να την εξουσιοδοτεί να οπισθογραφεί για λογαριασμό του μηνυτή τις ονομαστικές μετοχές που ανήκαν στην κυριότητά του, οι οποίες επρόκειτο να πωλούνται χρηματιστηριακά μέσω της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας, καθώς και τα αποθετήρια έγγραφα που αφορούν τις μετοχές αυτές και γενικά να ενεργεί και να υπογράφει στο όνομα και για λογαριασμό του μηνυτή κάθε πράξη ή έγγραφο που είναι αναγκαίο για την πώληση και τη μεταβίβαση των ονομαστικών μετοχών του ή των αποθετηρίων εγγράφων, και β) έγγραφο, με το οποίο ο μηνυτής φέρεται να γνωστοποιεί προς την προαναφερομένη ανώνυμη εταιρία ότι αυτός (μηνυτής) έχει παράσχει τη γενική εντολή και πληρεξουσιότητα προς την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΙΑΣ FINANCE Α.Ε.Λ.Δ.Ε.", ώστε η τελευταία να διαβιβάζει εντολές του, γραπτά ή προφορικά, προς αυτήν για πράξεις αγοράς και πώλησης τίτλων στο όνομα και για λογαριασμό του μηνυτή στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, πιο συγκεκριμένα, δε, έθεσε στα έγγραφα αυτά μία υπογραφή, κατ' απομίμηση εκείνης του μηνυτή, χωρίς ο τελευταίος να γνωρίζει την ενέργειά του αυτή και χωρίς να έχει συναινέσει προηγουμένως σε αυτή ή να την έχει, μεταγενέστερα, εγκρίνει. Στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση αυτών των πλαστών εγγράφων τους συναλλασσομένους (αγοραστές και πωλητές μετοχών), τους υπαλλήλους του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών και τα αρμόδια ελεγκτικά όργανα των ανώνυμων εταιριών που αναφέρονται προηγουμένως (Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς), σχετικά με το γεγονός ότι τα έγγραφα αυτά είχαν πραγματικά και νόμιμα καταρτιστεί, ότι αποτύπωναν την αληθινή δικαιοπρακτική βούληση του μηνυτή και ότι με αυτά συνέτρεχαν στο πρόσωπο των προαναφερόμενων ανώνυμων εταιριών οι τυπικές προϋποθέσεις της νομιμοποίησής τους για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών στο όνομα και για λογαριασμό του μηνυτή (αγορών και πωλήσεων των μετοχών του) και, κατά συνέπεια, ότι ήταν νόμιμες οι εν γένει μεταβιβάσεις και κινήσεις του χαρτοφυλακίου του μηνυτή, αφού -υποτίθεται ότι- γίνονταν από τον τελευταίο, μέσω των προαναφερομένων ανώνυμων εταιριών, προς τις οποίες με τα έγγραφα αυτά φερόταν ο μηνυτής να έχει παράσχει αντίστοιχες εντολές. Ωστόσο, το γεγονός αυτό, το οποίο μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ήταν ψευδές, αφού ο μηνυτής δεν είχε θέσει την υπογραφή του στα έγγραφα αυτά, δεν είχε συναινέσει στη θέση της υπογραφής του, ούτε είχε εγκρίνει την ενέργεια αυτή, στη συνέχεια, δε, οι συγκατηγορούμενοί του Χ3, Χ1 και Χ2, προέβησαν σε χρήση των πλαστών εγγράφων για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών στο όνομα και για λογαριασμό του μηνυτή, μέσω των προαναφερομένων ανώνυμων εταιριών. Με την πράξη αυτή σκόπευε να προσπορίσει στις προαναφερόμενες ανώνυμες εταιρίες περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον και, ακόμη, σκόπευε να βλάψει άλλον και συγκεκριμένα το μηνυτή, δεδομένου ότι κατά μεν το χρονικό διάστημα από τις 9 Ιουνίου 2000 έως και τις 23 Σεπτεμβρίου 2002 οι εταιρίες αυτές εισέπραξαν από το μηνυτή, με τη μορφή προμηθειών για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών στο όνομα και για λογαριασμό του, το συνολικό ποσό των 27.816,38 ευρώ, κατά δε το χρονικό διάστημα από τις 11 Ιουλίου 2000 έως και τις 6 Μαρτίου 2001 οι εταιρίες αυτές ανέλαβαν και μετέφεραν διαθέσιμα κεφάλαια από το λογαριασμό του μηνυτή σε λογαριασμούς τρίτων προσώπων, πελατών αυτών των εταιριών, συνολικού ποσού 147.681 ευρώ, για την κάλυψη ισόποσων υποχρεώσεων των εταιριών αυτών προς τους πελάτες τους. Τα προαναφερόμενα ποσά αποτελούν το περιουσιακό όφελος που σκόπευε να προσπορίσει στις ως άνω ανώνυμες εταιρίες, συγχρόνως δε συνιστούν και τη ζημία που σκόπευε να προκαλέσει στον εγκαλούντα ο κατηγορούμενος Χ4, η οποία ανήλθε, ως προελέχθη, στο ποσό των 147.681 ευρώ (27816,38 + 119.864,66).
Β) Ακολούθως προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι Χ4, Χ3, Χ1 και Χ2, από κοινού ιδιοποιήθηκαν παρανόμως ξένα κινητά πράγματα τα οποία περιήλθαν στην κατοχή τους με τον ακόλουθο τρόπο. Το συνολικό δε αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που ξεπερνά συνολικά τα 73.000 ευρώ και το είχαν εμπιστευθεί στους κατηγορούμενους με την ιδιότητα του διαχειριστή και του εντολοδόχου ξένης περιουσίας. Πιο συγκεκριμένα, κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 1999, μεταξύ του μηνυτή Ψ και της "ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "EUROSEC Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρία" καταρτίστηκε προφορική σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, σύμφωνα με την οποία ο μηνυτής θα κατέβαλε σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρούνταν στο όνομα της ανώνυμης εταιρίας τα χρηματικά ποσά (κεφάλαια) που προόριζε για επένδυση και η ανώνυμη εταιρία θα αγόραζε, στο όνομα και για λογαριασμό του μηνυτή, με κωδικό αριθμό επενδυτή ..., κερδοφόρες μετοχές εταιριών που θα επέλεγε η ανώνυμη εταιρία, αξίας -των μετοχών αυτών- από 1.000.000 δραχμές έως 10.000.000 δραχμές για κάθε εταιρία, ενώ, επίσης, η εταιρία θα είχε το δικαίωμα να κινεί τις μετοχές του χαρτοφυλακίου του μηνυτή μόνο μετά από ρητή προς τούτο εντολή του τελευταίου, περαιτέρω, δε, η εταιρία ήταν υποχρεωμένη να αποδίδει στον μηνυτή, οποτεδήποτε αυτός το ζητούσε, είτε αυτούσιες τις μετοχές του, είτε το προϊόν της ρευστοποίησής τους. Στο πλαίσιο της σύμβασης αυτής, ο μηνυτής είχε καταθέσει διαθέσιμα κεφάλαια σε τραπεζικό λογαριασμό της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας, της οποίας οι (2ος, 3ος, 4ος) κατηγορούμενοι αποτελούσαν διευθυντικά στελέχη, διάφορα χρηματικά ποσά, το συνολικό ύψος των οποίων υπερέβαινε σημαντικά το ποσό των 189.464,66 ευρώ. Οι κατηγορούμενοι λοιπόν (πλην του 5ου), στην ..., αφού αρχικά αγόρασαν πράγματι μετοχές εταιρειών κατ' επιλογήν τους, συνολικής αξίας 47.000.000 δρχ., κατά το χρονικό διάστημα από τις 7 Φεβρουαρίου 2000 έως και τις 6 Μαρτίου 2001, ανέλαβαν και μετέφεραν διαθέσιμα κεφάλαια από το λογαριασμό του μηνυτή σε λογαριασμούς τρίτων προσώπων, πελατών της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "EUROSEC Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρία" και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΡΙΑΣ FINANCE Α.Ε.Λ.Δ.Ε.", με συμψηφιστικές αναλήψεις κεφαλαίων, συνολικού ποσού 189.464,66 ευρώ, για την κάλυψη ισόποσων υποχρεώσεων των εταιριών αυτών προς τους πελάτες τους, χωρίς ο μηνυτής να γνωρίζει την ενέργειά του αυτή και χωρίς να έχει συναινέσει προηγουμένως σε αυτή ή να την έχει, μεταγενέστερα, εγκρίνει. Ειδικότερα, στις 7 Φεβρουαρίου 2000 μεταφέρθηκε το χρηματικό ποσό των 1.551.773 δραχμών για την απόσβεση ισόποσης υποχρέωσης των εταιριών αυτών προς τον πελάτη τους με τον κωδικό αριθμό επενδυτή ..., στις 14 Αυγούστου 2000 μεταφέρθηκε το χρηματικό ποσό των 5.162.650 δραχμών για απόσβεση ισόποσης υποχρέωσης των εταιριών αυτών προς τον πελάτη τους με τον κωδικό αριθμό επενδυτή ..., στις 4 Απριλίου 2000 μεταφέρθηκε το χρηματικό ποσό των 6.500.000 δραχμών για την απόσβεση ισόποσης υποχρέωσης των εταιριών αυτών προς τον πελάτη τους με τον κωδικό αριθμό επενδυτή ..., στις 26 Απριλίου 2000 μεταφέρθηκε το χρηματικό ποσό των 1.189.416 δραχμών για την απόσβεση ισόποσης υποχρέωσης των εταιριών αυτών προς πελάτη τους με τον κωδικό αριθμό επενδυτή ..., στις 18 Μαΐου 2000 μεταφέρθηκε το χρηματικό ποσό των 4.500.000 δραχμών για την απόσβεση ισόποσης υποχρέωσης των εταιριών αυτών προς τον πελάτη τους με τον κωδικό αριθμό επενδυτή ..., στις 23 Μαΐου 2000 μεταφέρθηκε το χρηματικό ποσό των 3.600.000 δραχμών για την απόσβεση ισόποσης υποχρέωσης των εταιριών αυτών προς τον πελάτη τους με τον κωδικό αριθμό επενδυτή ..., στις 11 Ιουλίου 2000 μεταφέρθηκε το χρηματικό ποσό των 3.456.246 δραχμών για την απόσβεση ισόποσης υποχρέωσης των εταιριών αυτών προς τον πελάτη τους με τον κωδικό αριθμό επενδυτή ..., στις 19 Ιουλίου 2000 μεταφέρθηκε το χρηματικό ποσό των 4.300.000 δραχμών για την απόσβεση ισόποσης υποχρέωσης των εταιριών αυτών προς τον πελάτη τους με τον κωδικό αριθμό επενδυτή ..., στις 31 Ιουλίου 2000 υποτίθεται ότι μεταφέρθηκε το χρηματικό ποσό των 17.500.000 δραχμών για την απόσβεση ισόποσης υποχρέωσης των εταιριών αυτών προς τον πελάτη τους με τον κωδικό αριθμό επενδυτή ... -δηλαδή προς το μηνυτή- πλην, όμως, ποτέ ο μηνυτής δεν εισέπραξε το ποσό αυτό, το οποίο οι κατηγορούμενο ενσωμάτωσαν στην ατομική τους περιουσία, στις 2 Αυγούστου 2000 -μεταφέρθηκε το χρηματικό ποσό των 11.000.000 δραχμών για την απόσβεση ισόποσης υποχρέωσης των εταιριών αυτών προς τον πελάτη τους με τον κωδικό αριθμό επενδυτή ..., στις 21 Σεπτεμβρίου 2000 μεταφέρθηκε το χρηματικό ποσό των 3.500.000 δραχμών για την απόσβεση ισόποσης υποχρέωσης των εταιριών αυτών προς τον πελάτη τους με τον κωδικό αριθμό επενδυτή ... και στις 6 Μαρτίου 2001 μεταφέρθηκε το χρηματικό ποσό των 2.300.000 δραχμών για την απόσβεση ισόποσης υποχρέωσης των εταιριών αυτών προς τον πελάτη τους με τον κωδικό αριθμό επενδυτή ... . Επομένως, στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από τις 7 Φεβρουαρίου 2000 μέχρι και τις 6 Μαρτίου 2001, από κοινού οι προαναφερόμενοι κατηγορούμενοι ιδιοποιήθηκαν παρανόμως ξένα, εν όλω, κινητά πράγματα, ήτοι τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά ύψους 189.464,66 ευρώ συνολικά και, τελικώς μετά τις γενόμενες προς τον μηνυτή καταβολές, 119.864,66 ευρώ, τα οποία είχαν περιέλθει στην κατοχή τους με τον τρόπο που αναφέρεται προηγουμένως, το συνολικό, δε, αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, η οποία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και το είχαν εμπιστευθεί στους κατηγορουμένους με την ιδιότητα του διαχειριστή και εντολοδόχου ξένης περιουσίας.
Γ) Περαιτέρω προκύπτει ότι στο ... στις 9/6/2000, από κοινού, οι κατηγορούμενοι Χ4, Χ3, Χ1 και Χ2 με πρόθεση προκάλεσαν στον Χ5 την απόφαση να εκτελέσει την παράνομη πράξη της ψευδούς βεβαίωσης, όπως ακολούθως περιγράφεται (υπό στοιχείο Δ'), προτρέποντας αυτόν με πειθώ και φορτικότητα.
Δ) Ακολούθως από το προρρηθέν αποδεικτικό υλικό προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος Χ5 στο ... στις 9/6/2000, όντας υπάλληλος που στα καθήκοντα του αναγόταν η έκδοση και η σύνταξη δημοσίων εγγράφων, σε δημόσια έγγραφα βεβαίωσε ψευδώς με πρόθεση περιστατικό, το οποίο μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, σκόπευε, δε, με την πράξη του αυτή να προσπορίσει σε άλλον αθέμιτο όφελος και να βλάψει παράνομα άλλον, ενώ, επίσης, το συνολικό όφελος και η συνολική βλάβη από την τέλεση της πράξης του αυτής υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Πιο συγκεκριμένα, ενώ έφερε την ιδιότητα του Αρχιφύλακα της Ελληνικής Αστυνομίας -δηλαδή, υπαλλήλου, στον οποίο νόμιμα είχε ανατεθεί η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας και υπηρετούσε στον Αστυνομικό Σταθμό ..., στο ..., στις 9 Ιουλίου 2000 και με την προαναφερόμενη υπηρεσιακή ιδιότητά του, βεβαίωσε με πρόθεση ψευδώς σε έγγραφη σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, η οποία υποτίθεται ότι είχε συναφθεί μεταξύ του μηνυτή Ψ και της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "EUROSEC Ανώνυμη Χρηματιστηριακή Εταιρία" και σε έγγραφο, με το οποίο ο μηνυτής φέρεται να γνωστοποιεί προς την προαναφερόμενη ανώνυμη εταιρία ότι αυτός έχει παράσχει τη γενική εντολή και πληρεξουσιότητα προς την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΙΑΣ FINANCE Α.Ε.Λ.Δ.Ε." να προβαίνει σε διάφορες ενέργειες στο όνομα και για λογαριασμό του ότι η υπογραφή στα έγγραφα αυτά είχε τεθεί από το μηνυτή. Ωστόσο, το γεγονός αυτό, το οποίο μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, ήταν ψευδές, αφού ο μηνυτής δεν είχε θέσει την υπογραφή του στα έγγραφα αυτά. Με την πράξη του αυτή σκόπευε να προσπορίσει στις προαναφερόμενες ανώνυμες εταιρίες αθέμιτο όφελος και, ακόμη, σκόπευε να βλάψει παράνομα άλλον και συγκεκριμένα το μηνυτή, δεδομένου ότι κατά μεν το χρονικό διάστημα από τις 9 Ιουνίου 2000 έως και τις 23 Σεπτεμβρίου 2002, οι εταιρίες αυτές εισέπραξαν από το μηνυτή, με τη μορφή προμηθειών για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών στο όνομα και για λογαριασμό του, το συνολικό ποσό των 27.816,38 ευρώ, κατά δε το χρονικό διάστημα από τις 11 Ιουλίου 2000 έως και τις 6 Μαρτίου 2001 οι εταιρίες αυτές ανέλαβαν και μετέφεραν διαθέσιμα κεφάλαια από το λογαριασμό του μηνυτή σε λογαριασμούς τρίτων προσώπων, πελατών αυτών των εταιριών, συνολικού ποσού 119.864 ευρώ, για την κάλυψη ισόποσων υποχρεώσεων των εταιριών αυτών προς τους πελάτες τους. Τα προαναφερόμενα ποσά συνιστούν το αθέμιτο περιουσιακό όφελος που σκόπευε να προσπορίσει στις προαναφερόμενες ανώνυμες εταιρίες, ταυτόχρονα, δε, συνιστούν και τη βλάβη που σκόπευε να προξενήσει στο μηνυτή, ενώ, επίσης, είναι απαραίτητο να επισημανθεί ότι το συνολικό όφελος και η συνολική ζημία από την τέλεση της πράξης του αυτής υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ.
Ε) Στον τόπο και κατά τους χρόνους που αναφέρονται ειδικότερα στη συνέχεια, οι κατηγορούμενοι Χ3, Χ1 και Χ2, από κοινού και κατ' εξακολούθηση εν γνώσει τους προέβησαν σε χρήση πλαστών εγγράφων, με σκοπό να παραπλανήσουν με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, σκόπευαν δε αυτοί με την πράξη τους αυτή να προσπορίσουν σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον. Το δε συνολικό όφελος και η συνολική ζημία από την τέλεση της πράξης τους αυτής υπερβαίνουν το ποσό των 73.000 ευρώ. Έτσι αυτοί στην ... κατά το χρονικό διάστημα από την 26/8/1999 μέχρι και την 9/6/2000 αφού έλαβαν στην κατοχή τους τα ως άνω, υπό στοιχείο Α', πλαστά έγγραφα που είχε καταρτίσει, κατά τα προεκτεθέντα, υπό στοιχείο Α', ο Χ4 τα εχρησιμοποίησαν αυτοί εν γνώσει της πλαστότητάς τους για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών στο όνομα και για λογαριασμό του εγκαλούντα, μέσω των προαναφερομένων ανωνύμων εταιριών. Με την εν λόγω πράξη τους σκόπευαν να προσπορίσουν στις ως άνω ανώνυμες εταιρίες περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον και συγκεκριμένα τον εγκαλούντα Ψ. Έτσι κατά μεν το χρονικό διάστημα από 9/6/2000 μέχρι και την 23/9/2002, οι εταιρίες αυτές εισέπραξαν από τον εγκαλούντα, με τη μορφή προμηθειών για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών, στο όνομα και για λογαριασμό του, το συνολικό ποσό των 27.816,38 ευρώ, κατά δε το χρονικό διάστημα από 11/7/2000 μέχρι και την 6/3/2001, οι εταιρίες αυτές πήραν και μετέφεραν διαθέσιμα κεφάλαια από το λογαριασμό του εγκαλούντα σε λογαριασμούς τρίτων προσώπων και δη σε πελάτες τους (των εν λόγω εταιριών), συνολικού ύψους 147.681 ευρώ, για την κάλυψη ισόποσων υποχρεώσεων προς τους πελάτες τους. Το ως άνω ποσό αποτελεί το περιουσιακό όφελος που σκόπευαν οι κατηγορούμενοι αυτοί να προσπορίσουν στις ως άνω ανώνυμες εταιρίες. Ταυτόχρονα δε αποτελεί και την ισόποση ζημία που σκόπευαν αυτοί να προκαλέσουν στον εγκαλούντα. Πρέπει δε να τονισθεί ότι το συνολικό όφελος αλλά και η συνολική ζημία από την τέλεση της πράξης τους αυτής ξεπερνά τα 73.000 ευρώ. Τα ως άνω προεκτεθέντα και προκύπτοντα σε βάρος των κατηγορουμένων περιστατικά σαφώς συνάγονται από τις καταθέσεις των μαρτύρων ΑΑ, ΒΒ, ΓΓ, ΔΔ, ΕΕ και ΣΤ, εσωτερικού ελεγκτή της "EUROSEC" αλλά και από την έγκληση του εγκαλούντα Ψ. Έτι δε ενισχύεται η κατά των κατηγορουμένων κατηγορία από τα εξής έγγραφα: 1) από την από 16/10/2006 έκθεση ελέγχου του ΣΤ, εσωτερικού ελεγκτή της "EUROSEC A.X.E.", 2) από την από 12/1/2007 πραγματογνωμοσύνη του πραγματογνώμονα ΖΖ, 3) από την από 13/12/2005 Τεχνική Έκθεση (γραφολογική γνωμοδότηση) του γραφολόγου ΗΗ, 4) από την από 30/5/2005 Έκθεση του Ορκωτού Λογιστή ΘΘ, 5) από την από 9/6/2000 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και 6) από το έγγραφο πληρεξουσιότητας προς την "ΤΡΙΑΣ Α.Ε.Λ.Δ.Ε.". Από τα παραπάνω προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν κατά των κατηγορουμένων επαρκείς ενδείξεις ενοχής τους, συνιστάμενες στο ότι αυτοί τέλεσαν τις ως άνω αποδιδόμενες σ'αυτούς πράξεις". Κατόπιν τούτων το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε τις εφέσεις των κατηγορουμένων κατά του πρωτόδικου υπ' αριθ. 3339/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και επικύρωσε αυτό. Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στον προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρονται σ'αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής των κατηγορουμένων για τις πράξεις που τους αποδίδονται, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, βάσει των οποίων το Συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των κατηγορουμένων στο ακροατήριο. Ειδικότερα αναφέρονται σ'αυτό 1) ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία οι κατηγορούμενο προκάλεσαν στον αστυνομικό Χ5 την απόφαση για να εκτελέσει την πράξη της ψευδούς βεβαιώσεως, με την οποία σκόπευε ο τελευταίος να προσπορίσει αφενός στην εταιρία "EUROSEC AXE" την οποία εκπροσωπούν οι κατηγορούμενοι - αναιρεσείοντες, όντας μέλη του Διοικητικού της Συμβουλίου και δη ο εξ αυτών Χ3, Πρόεδρος και οι λοιποί μέλη αυτού και αφετέρου στην εταιρία "ΤΡΙΑΣ FINANCE AELΔΕ", παράνομο περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 73.000 Ευρώ με αντίστοιχη ζημία του μηνυτή και 2) τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η κατά συναυτουργία τέλεση των προαναφερθεισών πράξεων, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθενται οι επιμέρους ενέργειες του κάθε συναυτουργού. Επίσης προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε: 1) τα απολογητικά υπομνήματα των κατηγορουμένων, αφού αναφέρει ότι έλαβε υπόψη τις απολογίες των κατηγορουμένων, το ότι δε δεν μνημονεύει ειδικώς τα υπομνήματα οφείλεται προφανώς στο ότι αυτά δεν περιείχαν αυτοτελείς ισχυρισμούς οι οποίοι έπρεπε να απαντηθούν, αλλά μόνο ισχυρισμούς αρνητικούς των κατηγοριών και 2) τα δικόγραφα των εφέσεων των κατηγορουμένων επί των οποίων και αποφάσισε, στα οποία δικόγραφα είχε ενσωματωθεί και η από 10-12-2007 έκθεση του ΚΚ περί του ότι έχουν καταβληθεί στον μηνυτή προς απόσβεση μέρους της απαιτήσεώς του μεγαλύτερα ποσά από αυτά που δέχτηκε ως καταβληθέντα το πρωτόδικο βούλευμα, το ότι δε δεν μνημονεύεται ειδικώς η έκθεση αυτή οφείλεται προφανώς στο ότι οι επικαλούμενες σ'αυτήν καταβολές προς τον μηνυτή φέρονται να έλαβαν χώρα από τον Φεβρουάριο του 2002 μέχρι τον Οκτώβριο του 2005, δηλαδή μετά το χρόνο τέλεσης της πράξεως της υπεξαίρεσης στην οποία αφορούν (από 7-2-2000 μέχρι 6-3-2001) και έτσι δεν είχαν σημασία για την τέλεση της εν λόγω πράξεως. Επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες. Τέλος το Συμβούλιο δεν έσφαλε στην εφαρμογή του άρθρου 45 του ΠΚ με το να μην αναφέρει τις επιμέρους ενέργειες του κάθε κατηγορουμένου στην κατά συναυτουργία τέλεση των προαναφερθεισών πράξεων, ούτε παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε περιλαμβάνοντας στο πόρισμά του ασάφειες και κενά, αλλά αναφέρει όλα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.
Συνεπώς οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' και β' του ΚΠΔ είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις αναιρέσεως και να επιβληθούν στον κάθε αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις υπ'αριθ. 163/9-10-2008, 164/9-10-2008 και 165/9-10-2008 αιτήσεις των Χ3, Χ2 και Χ1 αντίστοιχα, για αναίρεση του υπ' αριθ. 1177/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι (220) Ευρώ για κάθε αναιρεσείοντα.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή