Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 112 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Παράβαση καθήκοντος, Ψευδής βεβαίωση.




Περίληψη:
Κηρύσσονται αθώοι για α΄) παράβαση καθήκοντος 45 και 98 και οι δύο κατηγορούμενοι και β΄) για 242 παρ. 2 ΠΚ ο πρώτος. Λόγοι Δ΄ και Ε΄. Δεκτός λόγος Δ΄ (όχι αιτιολόγηση σχετικά με ανυπαρξία δόλου κατηγορουμένων). Αναιρεί και παραπέμπει.




Αριθμός 112/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη - Εισηγητή, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 2α Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 315/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ’ρτας. Με κατηγορούμενους τους: 1) Χ1 ο οποίος παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τζούμα και 2) Χ2 ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Σδούκο και με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αρβανίτη. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ’ρτας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 9/28.02.2007 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σωφρονιάδη και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 327/2007.

Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που ζήτησε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 505 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 παρ. 2, δηλαδή, μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την καταχώρηση της προσβαλλόμενης τελεσίδικης αποφάσεως καθαρογραμμένης στο προβλεπόμενο από το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκεί αναίρεση κατά πάσης αποφάσεως, αθωωτικής ή καταδικαστικής, οποιουδήποτε Ποινικού Δικαστηρίου και για όλους τους λόγους του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠοινΔ, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ίδιου Κώδικα απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ειδικά δε, προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974), και δεδομένου ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα εκείνου, τέτοια έλλειψη αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας κατέληξε σε απαλλακτική κρίση για τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ’ αριθμ. 315/2006 αποφάσεώς του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο ’ρτας (που δίκασε σε πρώτο βαθμό και κήρυξε αθώους του κατηγορούμενους Χ1 και Χ2 εκτός των άλλων, και για τις πιο κάτω πράξεις, και συγκεκριμένα το μεν πρώτο απ’ αυτούς α) για την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος από κοινού κατ’ εξακολούθηση και β) για την πράξη της νοθεύσεως εγγράφων από υπάλληλο, προσιτών σ’ αυτόν λόγω της υπηρεσίας του, κατ’ εξακολούθηση, το δε δεύτερο για την άνω με στοιχ. α’ αξιόποινη πράξη) δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, - σε σχέση με τις άνω αξιόποινες πράξεις, οι οποίες και μόνο αποτελούν το αντικείμενο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου (αφού για την αθώωση του δεύτερου κατηγορουμένου, αναφορικά με την άνω με στοιχ. β’ αξιόποινη πράξη, δεν ασκήθηκε από τον εν λόγω Εισαγγελέα αναίρεση, ενόψει του ότι είχε ήδη ασκηθεί έφεση κατά της άνω αποφάσεως για την πράξη αυτή από τον Εισαγγελέα Εφετών Ιωαννίνων) - μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 9-11-2000 και έως το Μάρτιο του έτους 2005, ήσαν υπάλληλοι κατά την έννοια του άρθρου 13α του ΠΚ, όπως αυτή προεκτέθηκε, και συγκεκριμένα ο πρώτος από αυτούς ήταν Προϊστάμενος της Τεχνικής Υπηρεσίας Δήμων και Κοινοτήτων (ΤΥΔΚ) Νομού ’ρτας και ο δεύτερος επιβλέπων μηχανικός της αυτής υπηρεσίας. Με τις ιδιότητες του αυτές αποτελούσαν μέλη της "Διευθύνουσας Υπηρεσίας" για την παρακολούθηση επίβλεψης και εκτέλεσης των παρακάτω δημοτικών έργων: 1) Ολοκλήρωση οδικού δικτύου ....., 2) Ολοκλήρωση οδικού δικτύου ...., 3) Κατασκευή δρόμου...., 4) Κατασκευή νέου Χώρου Υγειονομικής Ταφής Απορριμμάτων / Χ.Υ.Τ.Α. των Ο.Τ.Α. περιοχής του Συνδέσμου Διαχείρισης Απορριμμάτων Πεδινής και Ημιορεινής περιοχής νομού .... και 5) Κατασκευή αναψυκτηρίου και ανάπλαση χώρου στη θέση ....., διαμόρφωση περιβάλλοντος χώρου αναψυκτηρίου ..... Κύριοι των προαναφερθέντων έργων ήσαν οι αντίστοιχοι Δήμοι ’ρτας, Πέτα και Τετραφυλίας, ενώ Προϊσταμένη Αρχή ήταν το Δημοτικό Συμβούλιο και κατά περίπτωση η Δημαρχιακή Επιτροπή των αντίστοιχων Δήμων. Την εκτέλεση του πρώτου, δεύτερου και πέμπτου των παραπάνω έργων, μετά από δημοπρασία, ανέλαβε ως ανάδοχος η τεχνική εταιρία με την επωνυμία "Ψ1 ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στο .... και της οποίας νόμιμος εκπρόσωπος ήταν ο πολιτικός ενάγων, ενώ την εκτέλεση των λοιπών ανέλαβαν τρίτοι και συγκεκριμένα του τρίτου έργου ο .... Ε.Δ.Ε. και του τετάρτου η εταιρία ".....". Περαιτέρω, από κανένα από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι με τις ιδιότητες που προαναφέρθηκαν και συγκεκριμένα ο πρώτος ως προϊστάμενος της ΤΥΔΚ και ο δεύτερος ως επιβλέπων μηχανικός των παραπάνω έργων ενήργησαν με δόλο κατά παράβαση των διατάξεων των σχετικών με τα δημοτικά έργα και των καθηκόντων της υπηρεσίας τους με σκοπό να βλάψουν τον πολιτικώς ενάγοντα ή το Κράτος ή αντίθετα να προσπορίσουν παράνομο όφελος στους άλλους αναδόχους. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι στο χειρισμό όλων των ένδικων έργων από τους κατηγορουμένους (και των πέντε) υπήρξε σαφώς κακή διαχείριση και μη ορθή εφαρμογή των προβλεπόμενων για την εκτέλεση των Δημοτικών Έργων διατάξεων, οφειλόμενες, όμως, όχι σε δόλο των κατηγορουμένων και σε σκοπό αυτών να βλάψουν τον πολιτικώς ενάγοντα ή το Κράτος ή να προσπορίσουν όφελος σε τρίτους, αλλά στο φόρτο εργασίας αυτών, στις αυξημένες υποχρεώσεις τους και στην ταυτόχρονη διαχείριση πολλών έργων. Χαρακτηριστικό είναι μέσω των ΤΥΔΚ εκτελείτε από του ΟΤΑ μεγάλος αριθμός μικρών, κατά κανόνα, έργων, τα οποία απαιτούν την ίδια με τα μεγάλα έργα περίπλοκη διαχείρισης. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με την ανεπαρκή στελέχωση των υπηρεσιών και την άσκηση των αρμοδιοτήτων της "προϊστάμενης αρχής" από το κάθε δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο χωριστά, οδηγούν πολλές φορές στην κακή διαχείριση των έργων αυτών από τους αρμοδίους. Στο συμπέρασμα αυτό, εξάλλου, καταλήγουν και οι μάρτυρες του κατηγορητηρίου, ελεγκτές, ενώ τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι καμία πειθαρχική δίωξη δεν ασκήθηκε σε βάρος των κατηγορουμένων, καίτοι διενεργήθηκε ΕΔΕ για τα επίμαχα έργα και συντάχθηκε η από 29-4-2003 πορισματική έκθεση, η οποία δεν εντοπίζει συγκεκριμένες παραβάσεις και συγκεκριμένους υπευθύνους, αλλά χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων, προτείνει την ενίσχυση της ΤΥΔΚ με υπαλλήλους. Επίσης, ενισχυτικό των παραπάνω είναι ότι με τις υπ’ αριθμ. 228/2005, 52/2006 και 72/2006 αποφάσεις του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Ιωαννίνων απορρίφθηκαν προσφυγές της εταιρίας "Ψ1 ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", αφορώσες τα επίμαχα έργα. Επίσης, αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι όσον αφορά τα επίμαχα έργα είτε είχαν το δικαίωμα, είτε τη διακριτική ευχέρεια να πράξουν όπως έπραξαν, πάντως ενεργούσαν εντός των πλαισίων των αρμοδιοτήτων τους, στις περιπτώσεις δε που ενήργησαν εκπρόθεσμα ή άκαιρα, κατά τα ειδικότερα αποδιδόμενα σε αυτούς με το κατηγορητήριο, δεν το έπραξαν δολίως αλλά η όποια ολιγωρία τους οφείλεται στο φόρτο εργασίας τους. Τέλος, στην προκειμένη περίπτωση, δεν στοιχειοθετείται υποκειμενικά η αποδιδόμενη στους κατηγορουμένους πράξη της νόθευσης εγγράφων κατ’ εξακολούθηση και από κοινού, δοθέντος ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι μεταβολές στο περιεχόμενο των αναφερομένων στο κατηγορητήριο εγγράφων έγιναν από τους κατηγορουμένους με τη γνώση, τη θέληση και τον σκοπό όπως με τη χρήση των εγγράφων αυτών παραπλανήσουν άλλους για γεγονότα που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι αναλυτικά αναφερόμενες στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσας μεταβολές εγγραφών σχετικών με τα ένδικα έργα έγιναν από τους κατηγορουμένους μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους, χωρίς όμως να ακολουθηθεί με ακρίβεια η νόμιμη διαδικασία, την οποία οι κατηγορούμενοι, λόγω φόρτου εργασίας, αδυνατούσαν να εφαρμόσουν. Χαρακτηριστική περί αυτού είναι η κατάθεση τόσο του μάρτυρα Μ1, επιθεωρητή δημοσίων έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ και ελεγκτή των ένδικων εργολαβιών, ο οποίος μεταξύ άλλων καταθέτει: ".... Διορθώθηκε από τον Χ2 ο χαρακτηρισμός κάποιου έργου, προσθέτοντας τη φράση "Δ.Δ. Μεσόπυργου". Αυτή η διόρθωση θα μπορούσε να γίνει με νόμιμο τρόπο. Υπάρχει νόμιμη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί. Δε ακολουθήθηκε όμως η νόμιμη διαδικασία..... Μπορεί οι κατηγορούμενοι να ήθελαν να βλάψουν τον ανάδοχο, μπορεί όμως και να μην ήξεραν τη νόμιμη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθήσουν. Μπορεί επίσης η κακή διαχείριση να οφείλεται στο φόρτο εργασίας των υπαλλήλων της υπηρεσίας....", όσο και του μάρτυρα Μ2, επίσης επιθεωρητή δημοσίων έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ και ελεγκτή των ένδικων εργολαβιών, ο οποίος καταθέτει μεταξύ άλλων "Οι υπάλληλοι της ΤΥΔΚ πρέπει να εργάζονται ιεραποστολικά για να φέρουν εις πέρας τα έργα αυτά.... Δεν μπορώ να κρίνω εγώ αν οι ενέργειες έγιναν με δόλο ή εκ προθέσεως να βλάψουν κάποιον.... Και τα τρία έργα του Ψ1 που εξετάσαμε ήταν μικρού προϋπολογισμού. Διαπιστώσαμε κακή διαχείριση εκ μέρους της ΤΥΔΚ.... Οι υπάλληλοι είναι αναγκασμένοι να εργάζονται υπό άγριες συνθήκες από τις 7 το πρωί ως τις 10 το βράδυ. Ίσως η κακή διαχείριση να οφείλεται στο φόρτο εργασίας των υπαλλήλων. Είναι κάτι που συμβαίνει συχνά αυτό. Δεν μπορώ να αποδώσω δόλο στους υπαλλήλους. Οι ενέργειες των κατηγορουμένων είναι παράτυπες και όχι παράνομες.... Κακώς άλλαξε η Υπηρεσία κάποια ΠΠΑΕ. Δεν επιτρέπεται να αλλάξει η Υπηρεσία τα έγγραφα που έχουν υπογραφεί από τον εργολάβο. Και σε κάποιους λογαριασμούς θυμάμαι ότι είχα δει διορθώσεις. ’λλαξαν τις εργασίες και την τιμολόγηση των εργασιών.... Το ξέρουν οι κατηγορούμενοι ότι δεν πρέπει να αλλάζουν τα πρωτόκολλα μετά την υπογραφή τους από τον εργολάβο και τους ίδιους. Εγώ δεν θα το έκανα αυτό. Η πράξη με υπογραφές δεν αλλάζει ποτέ. Η αλλαγή έχει επιπτώσεις στον εργολάβο. Διαπίστωσα πολλές παρατυπίες οι οποίες μου προκάλεσαν εντύπωση. Συμβαίνουν συχνά τέτοιου είδους παρατυπίες. Πολλές φορές έχω διαπιστώσει παρατυπίες...". Κατόπιν όλων των ανωτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι στοιχειοθετούνται οι αποδιδόμενες στους κατηγορουμένους με το κατηγορητήριο πράξεις της παράβασης καθήκοντος από κοινού και κατά μόνας (κατ’ εξακολούθηση), της νοθεύσεως εγγράφων παρ’ υπαλλήλων, προσιτών λόγω της Υπηρεσίας τους κατ’ εξακολούθηση από κοινού... με τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται και περιγράφονται στο διατακτικό και για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθούν αθώοι οι κατηγορούμενοι για τις παραπάνω πράξεις".
Με αυτά, όμως, που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφασή του ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ’ αυτή συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία για τα πιο πάνω εγκλήματα α) της παραβάσεως καθήκοντος από κοινού κατ’ εξακολούθηση και β) της νοθεύσεως από υπάλληλο εγγράφων, προσιτών σ’ αυτόν λόγω της υπηρεσίας του, κατ’ εξακολούθηση και δεν αιτιολογείται επαρκώς, γιατί δεν πείσθηκε το Δικαστήριο για την ενοχή των κατηγορουμένων, και δη του μεν πρώτου απ’ αυτούς για τα άνω (δύο) εγκλήματα, του δε δεύτερου για το πρώτο απ’ αυτά, από τα αναφερόμενα στην απόφασή του και τα πρακτικά αποδεικτικά μέσα. Και ειδικότερα, ενώ δέχεται το Τριμελές Πλημμελειοδικείο α) ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι με τις ιδιότητες που προαναφέρθηκαν, και δη ο πρώτος απ’ αυτούς ως προϊστάμενος της ΤΥΔΚ Νομού ’ρτας και ο δεύτερος ως επιβλέπων των άνω δημοτικών έργων μηχανικός της ίδιας Υπηρεσίας ενήργησαν με δόλο κατά παράβαση των διατάξεων των σχετικών με τα δημοτικά έργα και των καθηκόντων της υπηρεσίας τους με σκοπό να βλάψουν τον πολιτικώς ενάγοντα ή το Κράτος ή αντίθετα να προσπορίσουν παράνομο όφελος στους άλλους αναδόχους και β) ότι στο χειρισμό όλων των ένδικων έργων από τους κατηγορουμένους υπήρξε σαφώς κακή διαχείριση και μη ορθή εφαρμογή των προβλεπόμενων για την εκτέλεση των Δημοτικών έργων διατάξεων, οφειλόμενες, όμως, όχι σε δόλο των κατηγορουμένων και σε σκοπό αυτών να βλάψουν τον πολιτικώς ενάγοντα ή το Κράτος ή να προσπορίσουν όφελος σε τρίτους, αλλά στο φόρτο εργασίας αυτών, στις αυξημένες υποχρεώσεις τους και στην ταυτόχρονη διαχείριση πολλών έργων, δεν προσδιορίζει, όμως, στη συνέχεια κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο την εν λόγω μη σύμφωνη προς το νόμο συμπεριφορά των κατηγορουμένων (πράξεις και παραλείψεις τους) κατά την άσκηση των άνω υπηρεσιακών καθηκόντων τους, αλλ’ ούτε διευκρινίζει ποιες ήταν οι αυξημένες υποχρεώσεις και ο φόρτος εργασίας αυτών και πόσα ήταν τα ταυτοχρόνως απ’ αυτούς διαχειριζόμενα έργα, καθώς και ποιες ακριβώς ήταν οι γενόμενες παρατηρήσεις των Επιθεωρητών Δημοσίων Έργων στα προαναφερθέντα έργα που επέβλεπε η ΤΥΔΚ Ν. ’ρτας, ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί εάν πράγματι στην προκείμενη περίπτωση αποκλειόταν ο δόλος των κατηγορουμένων για την εξ υποκειμένου στοιχειοθέτηση του άνω εγκλήματος της παραβάσεως καθήκοντος από κοινού κατ’ εξακολούθηση. Περαιτέρω, αναφορικά και με την αξιόποινη πράξη της νοθεύσεως από υπάλληλο εγγράφων, προσιτών σ’ αυτόν λόγω της υπηρεσίας του, κατ’ εξακολούθηση, σε σχέση με τον πρώτο κατηγορούμενο, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πιο πάνω αποφάσεως είναι ελλιπής και ανεπαρκής. Και τούτο γιατί, ενώ αναφέρονται στο σκεπτικό της αποφάσεως οι ειρημένες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων Μ1 και Μ2, επιθεωρητών των Δημοσίων Έργων του ΥΠΕΧΩΔΕ και ελεγκτών των ένδικων εργολαβιών, σύμφωνα με τις οποίες, εκτός των άλλων, α) υπήρχε νόμιμη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί σε σχέση με τη γενόμενη διόρθωση του χαρακτηρισμού κάποιου από τα άνω έργα δια της προσθήκης στο σχετικό έγγραφο της φράσεως "τμήμα Δ.Δ. Μεσοπύργου", που, όμως, εν προκειμένω δεν ακολουθήθηκε (κατάθεση του πρώτου από τους άνω μάρτυρες), και β) "... οι ενέργειες των κατηγορουμένων είναι παράτυπες, όχι παράνομες... Κακώς άλλαξε η Υπηρεσία κάποια ΠΠΑΕ. Δεν επιτρέπεται να αλλάξει η Υπηρεσία τα έγγραφα, που έχουν υπογραφεί από τον εργολάβο. Και σε κάποιους λογαριασμούς θυμάμαι ότι είχα δει διορθώσεις. ’λλαξαν τις εργασίες και την τιμολόγηση των εργασιών.... Το ξέρουν οι κατηγορούμενοι ότι δεν πρέπει να αλλάζουν τα πρωτόκολλα μετά την υπογραφή τους από τον εργολάβο και τους ίδιους. Εγώ δεν θα το έκανα αυτό. Η πράξη με υπογραφές δεν αλλάζει ποτέ. Η αλλαγή έχει επιπτώσεις στον εργολάβο. Διαπίστωσα πολλές παρατυπίες, οι οποίες μου προκάλεσαν εντύπωση..." (κατάθεση του δεύτερου από τους άνω μάρτυρες), δεν αιτιολογεί περαιτέρω επαρκώς το Τριμελές Πλημμελειοδικείο, γιατί δεν πείσθηκε εν προκειμένω για την ύπαρξη δόλου του πρώτου κατηγορουμένου αναφορικά με το άνω (δεύτερο) έγκλημα. Οι προαναφερθείσες δε ελλείψεις στερούν την προσβαλλόμενη πιο πάνω απόφαση της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, είναι βάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠοινΔ σχετικός λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και πρέπει, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που αφορά την αθώωση α) του πρώτου κατηγορουμένου Χ1 για την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος από κοινού κατ’ εξακολούθηση και για την πράξη της νοθεύσεως από υπάλληλο εγγράφων, προσιτών σ’ αυτόν λόγω της υπηρεσίας του, κατ’ εξακολούθηση και β) του δεύτερου κατηγορουμένου Χ2 για την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος από κοινού κατ’ εξακολούθηση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ’ αριθ. 315/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ’ρτας κατά το μέρος που αφορά την αθώωση α) του κατηγορουμένου Χ1 για την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος από κοινού κατ’ εξακολούθηση και για την πράξη της νοθεύσεως από υπάλληλο εγγράφων, προσιτών σ’ αυτόν λόγω της υπηρεσίας του, κατ’ εξακολούθηση και β) του κατηγορουμένου Χ2 για την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος από κοινού κατ’ εξακολούθηση. Και
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο πιο πάνω μέρος, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιανουαρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Ιανουαρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή