Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2483 / 2008    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Ποινή, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική.




Περίληψη:
Παράβαση Νόμου περί Ναρκωτικών. Αιτιολογία αγοράς και κατοχής ναρκωτικών. Έλλειψη αιτιολογίας ως προς την επιβαρυντική περίπτωση της κατά συνήθεια ή της τελέσεως της πράξεως. Αιτιολογημένη ως προς την κατ’ επάγγελμα. Αρνητικοί της κατηγορίας ισχυρισμοί. Δεν απαιτείται αιτιολογία. Αναιρεί εν μέρει για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την επιβαρυντική περίπτωση και ως προς την ποινή. Παραπέμπει κατά το αναιρούμενο μέρος. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.




ΑΡΙΘΜΟΣ 2483/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη - Εισηγητή, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό, και Βιολέττα Κυτέα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κούτρα, περί αναιρέσεως της 2339/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 21/2008.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 5 παρ.1 εδ. β και ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993 (άρθρο 20 παρ.1 περ.β και ζ του Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά -ΚΝΝ- Ν. 3459/2006), με κάθειρξη δέκα τουλάχιστον ετών και με χρηματική ποινή 1.000.000 μέχρι 100.000.000 δραχμών (ήδη 2900 έως 290.000 ευρώ) τιμωρείται, όποιος, εκτός των άλλων, πωλεί, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Η αγορά και πώληση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πραγματώνεται με την κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας της ναρκωτικής ουσίας και την για το σκοπό αυτό παράδοσή της από τον πωλητή στον αγοραστή, με το τίμημα που συμφωνήθηκε .Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Κατά το άρθρο 8 του ίδιου νόμου (άρθρο 23 ΚΝΝ), ο δράστης των παραπάνω τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή από 1.000.0000 δρχ μέχρι 200.000.000 δρχ. (ήδη 29.412 μέχρι 588.235 ευρώ, αντίστοιχα), αν, εκτός των άλλων, ενεργεί κατ' επάγγελμα ή συνήθεια. Η έννοια της κατ' επάγγελμα ή συνήθεια τελέσεως της πράξεως ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ του ΠΚ, κατά την οποία κατ' επάγγελμα τέλεση της πράξεως συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως της πράξεως προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος. Κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από τη επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του δράστη. Εξάλλου , η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν, με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική, κατά το είδος τους αναφορά τους, χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιό ή ποιά αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ενώ δεν αποτελεί λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Η κατά τα ανωτέρω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως για παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών με τις επιβαρυντικές πιο πάνω περιπτώσεις της κατ' επάγγελμα ή συνήθεια τελέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στις περιστάσεις αυτές. Ειδικότερα, για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν αρκεί να αναφέρονται τα τυπικά στοιχεία των νομικών διατάξεων που τις προβλέπουν, αλλά απαιτείται επί πλέον η αναφορά πραγματικών περιστατικών, που μπορούν να υπαχθούν στις παραπάνω έννοιες των επιβαρυντικών περιστάσεων. Επίσης η πιο πάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, δηλαδή εκείνους που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής , υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Ισχυρισμός όμως ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα , δεν είναι αυτοτελής με την πιο πάνω έννοια, γι αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή του. ΙI. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 2339/2007 απόφασή του, με συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, που παραδεκτώς συμπληρώνουν την αιτιολογία της, και μετά από αξιολόγηση των αναφερομένων σε αυτό κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα. "Στις 14/11/2003 αξιοποιώντας σχετικές πληροφορίες οι Αστυνομικές Αρχές, παρουσία δικαστικού λειτουργού διενήργησαν κατ' οίκον έρευνα, στην επί της οδού ..... του ..... οικία του κατηγορουμένου (Χ). Όταν ο κατηγορούμενος αντελήφθη την παρουσία των αστυνομικών επιχείρησε να διαφύγει από την πίσω πόρτα της οικίας του... στην έρευνα βρέθηκαν, α) 213,2 γραμμάρια κατεργασμένης ινδικής κάνναβης, β) 96,5 γραμμάρια ηρωΐνης και γ) 80 γραμμάρια κοκαΐνης. Οι παραπάνω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών ανευρέθηκαν μετά επισταμένη έρευνα και με τη συνδρομή εκπαιδευμένου σκύλου της Αστυνομίας, αφού ήταν επιμελώς κρυμμένες στο πόδι της σιδερώστρας, στο πόδι του τραπεζιού και σε κουτί μπαταρίας βρύσης, διαιρεμένες σε μικροποσότητες. Επίσης βρέθηκε μια ζυγαριά ακριβείας. Τις ανωτέρω ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, ο κατηγορούμενος τις είχε αγοράσει το τελευταίο πριν από τη σύλληψή του χρονικό διάστημα, από άγνωστα πρόσωπα αντί αγνώστου τιμήματος με σκοπό την εμπορία. Ο κατηγορούμενος είχε διαμορφώσει ειδική υποδομή, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των αδικημάτων της αγοράς και κατοχής με σκοπό την εμπορία, καθόσον είχε διαμορφώσει ειδικούς χώρους φύλαξης των ναρκωτικών ουσιών (πόδι της σιδερώστρας κλπ) που δύσκολα θα μπορούσαν να βρεθούν χωρίς τη συνδρομή αστυνομικού σκύλου, διέθετε την παραπάνω ζυγαριά με την οποία ζύγιζε επακριβώς τις αγορασθείσες ποσότητες και στις Αστυνομικές Αρχές είχε δηλώσει άλλη διεύθυνση κατοικίας (στην .....) προκειμένου οι κινήσεις του να μην γίνονται εύκολα αντιληπτές, και ανενόχλητος να αγοράσει και να κατέχει ναρκωτικές ουσίες. Περαιτέρω το γεγονός ότι είχε αγοράσει και κατείχε διαφόρων ειδών ναρκωτικές ουσίες (ηρωΐνη, κοκαΐνη, κατεργασμένη κάνναβη) αποδυναμώνει πλήρως τον ισχυρισμό του ότι τις πιο πάνω ναρκωτικές ουσίες τις είχε για προσωπική του χρήση. Περαιτέρω ο ισχυρισμός του ότι χρώσταγε χρήματα σε ομοεθνείς του, οι οποίοι του προμήθευαν μη ναρκωτικές ουσίες γι' αυτό δέχθηκε να φυλάξει τις ναρκωτικές ουσίες στην οικία του κρίνεται αβάσιμος κατ' ουσίαν, αφού από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ο ισχυρισμός του αυτός και εντάσσεται στο πλαίσιο των υπερασπιστικών ισχυρισμών του να αποδίδει τις ποινικές του ευθύνες που προκύπτουν σε βάρος του και να τις μεταθέσει αορίστως σε άγνωστους ομοεθνείς του. Η όλη υποδομή που είχε διαμορφώσει στην παραπάνω οικία καταδεικνύει όχι μόνο ότι ενεργούσε για δικό του λογαριασμό, με την αγορά και την κατοχή των πιο πάνω ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, αλλ' ότι (ο κατηγορούμενος) αποσκοπούσε στον πορισμό εισοδήματος και είχε σταθερή ροπή στη διάπραξη εγκλημάτων αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, ως στοιχείο της προσωπικότητας του, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πιο πάνω αδικημάτων. Τα παραπάνω προκύπτουν από τις καταθέσεις των μαρτύρων ..... και ..... και δεν αντικρούονται από κάποιο άλλο αποδεικτικό στοιχείο.
Συνεπώς ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, κατ' επάγγελμα και συνήθεια κατά τα εις το διατακτικό αναλυτικά αναφερόμενα θα πρέπει όμως να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 α' ΠΚ)... ". Με τις σκέψεις αυτές ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων Χ κρίθηκε ένοχος, με το ελαφρυντικό του πρότερου έντιμου βίου, για αγορά και κατοχή απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών, πράξεις που τέλεσε, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια. Για τις πράξεις του δε αυτές, που συνιστούν παραβάσεις της νομοθεσίας περί ναρκωτικών (άρθρα 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 84 παρ.2α, 94 παρ.1, ΠΚ, άρθ., 5 παρ.1 περ. β και ζ και άρθρο 8 του ν. 1729/87, όπως ισχύουν, (ήδη άρ. 20 παρ.1 περ. β και ζ, και 23 του ΚΝΝ 3459/2006), ο αναιρεσείων καταδικάστηκε σε κάθειρξη δέκα έξι ετών και χρηματική ποινή 40.000 ευρώ.
III. Με τις παραδοχές του αυτές το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, για τις πράξεις της κατ' επάγγελμα αγοράς και της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, για τις οποίες καταδικάστηκε, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων αυτών, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις πιο πάνω ουσιαστικές ποινικές, τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου. Ειδικότερα, ως προς την θεμελίωση της επιβαρυντικής περίστασης του άρ. 8 του ν. 1729/87, της κατ' επάγγελμα τέλεσης των πιο πάνω πράξεων, η αιτιολογία της αποφάσεως δεν εξαντλείται στα τυπικά στοιχεία του νόμου, αλλά, επιπλέον, εκτίθενται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την περί της συνδρομής της επιβαρυντικής αυτής περίστασης κρίση του Εφετείου (ειδική υποδομή με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, με σκοπό πορισμό εισοδήματος, καθόσον είχε διαμορφώσει ειδικούς χώρους φύλαξης των ναρκωτικών , που δύσκολα μπορούσαν να βρεθούν , ύπαρξη ζυγαριάς ακριβείας , δήλωση στις αστυνομικές αρχές διαφορετικής διεύθυνσης κατοικίας, προκειμένου να μη γίνουν αντιληπτές οι κινήσεις του κλπ). Επομένως, ο δεύτερος, από το άρ.510 παρ.1 περ.Δ του ΚΠΔ, λόγος της ένδικης αιτήσεως, κατά το σκέλος αυτού που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατ' επάγγελμα τελέσεως των πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
IV. Ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Πενταμελές Εφετείο δεν απάντησε στον αυτοτελή ισχυρισμό της μη συνδρομής της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τελέσεως της πράξεως και ότι παρά το νόμο, καταδικάστηκε για παράβαση του άρθρου 8 του ν.1729/1987, ενώ θα έπρεπε να εφαρμοστεί στην περίπτωση του από το πρωτόδικο Δικαστήριο η διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 1729/1987 (Βασικά εγκλήματα), όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 10 του ν. 2161/1993, έχοντας, ως εκ τούτου, διαφορετική ποινική μεταχείριση. Ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν αυτοτελής, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, αλλά αρνητικός της κατηγορίας. Επομένως, το δικάσαν Εφετείο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σχετικώς και μάλιστα αιτιολογημένα, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος, από το άρ. 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγος της ένδικης αιτήσεως που πλήττει για έλλειψη αιτιολογίας την προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή δεν διέλαβε ιδιαίτερη αιτιολογία επί του ανωτέρω ισχυρισμού, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Ανεξαρτήτως αυτού, όπως, προαναφέρθηκε και όπως προκύπτει από το πιο πάνω σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο αιτιολόγησε τους λόγους για τους οποίους δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων τέλεσε τις πράξεις της κατοχής και αγοράς ναρκωτικών με την επιβαρυντική περίσταση του άρ. 8 του ν. 1729/87, της κατ' επάγγελμα τελέσεως (όχι όμως και της κατά συνήθεια τελέσεως, όπως θα αναφερθεί στη συνέχεια), απορρίπτοντας, κατά το μέρος αυτό, τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος.
V. Ως προς την επιβαρυντική περίσταση, της κατά συνήθεια τελέσεως των ίδιων πράξεων (η συνδρομή της οποίας ή όχι ασκεί επιρροή στη βαρύτητα των εν λόγω πράξεων και εντεύθεν στην ποινή), η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον δεν παραθέτει πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και υποδηλώνουν ότι ο αναιρεσείων, από την επανειλημμένη τέλεση παρόμοιων αξιοποίνων πράξεων, απέκτησε σταθερή ροπή προς διάπραξη αυτών ως στοιχείο της προσωπικότητάς του, κατά τον αντίστοιχο ορισμό του ως άνω άρθρου 13 στοιχ. στ' ΠΚ. Αντίθετα, κατά εκτιθέμενα στην απόφαση περιστατικά, δεν είχε προηγηθεί των πιο πάνω αξιοποίνων πράξεων, οποιαδήποτε άλλη τέλεση παρόμοιας ή άλλης αξιόποινης πράξεως (γεγονός που, προφανώς, συντέλεσε στην αναγνώριση του ελαφρυντικού του πρότερου έντιμου βίου). Ετσι, ο ίδιος πιο πάνω δεύτερος λόγος της ένδικης αιτήσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, ως προς την αντίστοιχη αιτίαση, είναι βάσιμος.
VI. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης, ο αναιρεσείων, υπέβαλε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικώς ισχυρισμούς ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίοι όμως στο σύνολό τους αποτελούν αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς, πλην του αιτήματος για την αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρ.84 παρ.2α του ΠΚ, αίτημα το οποίο και έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση. Σαφή δε και ορισμένο λόγο για την αναγνώριση και άλλων ελαφρυντικών δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι υποβλήθηκε. Επομένως, ο τρίτος, από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Δ του ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, για απόρριψη χωρίς αιτιολογία αυτοτελών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
VΙΙ. Λόγο αναιρέσεως, κατά το άρθρο 510 παρ.1 περιπτ. Ε του ΚΠΔ, συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ποινικής διατάξεως. Ο από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενος λόγος, πρέπει, για να είναι σαφής και ορισμένος, να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή, σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόσθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, ή επί παραβιάσεως εκ πλαγίου της ουσιαστικής ποινικής διάταξης, οπότε η απόφαση ή το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης, σε τι συνίστανται οι ασάφειες ή τα λογικά κενά, και τέλος, επί εσφαλμένης ερμηνείας, ποιά είναι η αληθής έννοια της διατάξεως αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως, αναφέρει, τον προβλεπόμενο στη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναίρεσης, για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης και τις περιπτώσεις εφαρμογής του, χωρίς όμως να γίνεται οποιαδήποτε μνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης που να φέρεται ότι παραβιάστηκε στην προκειμένη περίπτωση, και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας. Επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του.
VIII. Μετά από αυτά και την παραδοχή ως βάσιμου του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνον ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων και αναγκαίως και ως προς τη διάταξη αυτής περί επιβολής της ποινής, απορριπτομένης της αιτήσεως κατά τα λοιπά. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 519 ΚΠΔ, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται εν μέρει την από 3-12-2005 (αρ. πρωτ. 10752/3-12-07) αίτηση αναιρέσεως του X και αναιρεί εν μέρει την 2339/10-10-2007 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, μόνο ως προς την επιβαρυντική περίσταση της κατά συνήθεια τελέσεως των πράξεων, για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, καθώς και ως προς την περί της ποινής διάταξή της.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για νέα συζήτηση και κρίση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 3-12-2005 (αρ. πρωτ. 10752/3-12-07) αίτηση αναιρέσεως του X για αναίρεση της 2339/10-10-2007 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ