Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 178 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 178/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας-κατηγορουμένης ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Εμμανουηλίδη, για αναίρεση της 2751/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, με συγκατηγορουμένη την ...

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11 Μαΐου 2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1042/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρο 71 § 3 Ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 46 § 2 Ν. 2145/1993 "όποιος εκχερσώνει παράνομα δάσος ή δασική έκταση, όποιος καλλιεργεί έκταση που έχει εκχερσωθεί παράνομα ή παραβλάπτει καθ' οιονδήποτε τρόπο την κατά προορισμό χρήση του δάσους ή δασικής εκτάσεως, καθώς και όποιος ενεργεί επί εκχερσωθείσης παράνομα εκτάσεως πράξεις διακατοχής, τιμωρείται με τις ποινές της παρ. 1 του παρόντος άρθρου φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή από πεντακόσιες χιλιάδες (500.000) μέχρι πέντε εκατομμύρια (5.000.000) δραχμές. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 Ν. 998/1979 "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας αποτελούντων, ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεων οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρει προϊόντα εκ των ως άνω φυτών εξαγόμενα ή να συμβάλλει εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" και κατά την § 2 του ίδιου άρθρου "ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις καλυπτόμενη υπό αραιάς ή πενιχράς υψηλής ή θαμνώδους, ξυλώδους βλαστήσεως και δυναμένη να εξυπηρετήσει μίαν ή περισσοτέρας των εν προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του ανωτέρω εγκλήματος είναι η παράνομη εκχέρσωση δάσους ή δασικής εκτάσεως, όπως οι έννοιές τους προσδιορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 3 του ίδιου νόμου, η καλλιέργεια της έκτασης που εκχερσώθηκε παράνομα, η πρόκληση βλάβης καθ' οιονδήποτε τρόπο της κατά προορισμό χρήσης του δάσους ή της δασικής έκτασης και η ενέργεια σε εκχερσωθείσα έκταση πράξεων διακατοχής. Στοιχείο της έννοιας του δάσους και της δασικής έκτασης δεν αποτελεί το ότι μπορεί να προσφέρουν προϊόντα εξαγόμενα από τα αναφερόμενα ανωτέρω φυτά ή να συμβάλλει στη διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας ή να εξυπηρετήσει τη διαβίωση του ανθρώπου μέσα στο φυσικό περιβάλλον. Οι ανάγκες αυτές, που είναι αυτονόητες υπό τις σημερινές συνθήκες διαβίωσης του ανθρώπου, αποτέλεσαν το νομοθετικό λόγο προστασίας του δάσους και της δασικής έκτασης και είναι, ακριβώς, το αποτέλεσμα της προστασίας αυτής, μιας ισορροπίας που εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια διατήρησης του φυσικού περιβάλλοντος, όπως είναι οι λίμνες και τα ποτάμια, οι παράκτιες περιοχές και η θάλασσα γενικότερα και η αποφυγή της ρύπανσης του ατμοσφαιρικού αέρα. Κατ' ακολουθίαν τα στοιχεία αυτά δεν είναι από εκείνα που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας α)είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο (όμως το πρώτο δεν μπορεί να εξικνείται μέχρι του σημείου της πλήρους αντικαταστάσεώς του από το διατακτικό, έστω και εάν σ' αυτό εκτίθενται λεπτομερώς περιστατικά), β)αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ' είδος χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε εξ ενός εκάστου εξ αυτών χωριστά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολόγηση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ των. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεκτίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 ΚΠΔ (Ολ. ΑΠ 1/2005). Για την πληρότητα της αιτιολογίας σχετικά με το έγκλημα της παρανόμου εκχερσώσεως δάσους ή δασικής εκτάσεως δεν απαιτείται να αναφέρεται στην απόφαση βάσει ποίας πράξεως ή αποφάσεως της Διοικήσεως ή έκταση αυτή, επί της οποίας προέβη ο κατηγορούμενος στις ανωτέρω αξιόποινες πράξεις έχει χαρακτηρισθεί ως δασική διότι οποιαδήποτε έκταση της Ελληνικής Επικρατείας, δημοσία ή ιδιωτική η οποία καλύπτεται από αραιά ή πενιχρή βλάστηση οποιασδήποτε διαπλάσεως, χαρακτηρίζεται ως δασική από το άρθρο 3 § 2 Ν. 998/1979, ούτε, άλλωστε απαιτείται ο καθ' όρια προσδιορισμός της εκχερσωθείσης εκτάσεως, εφ' όσον δεν ανακύπτει ζήτημα ταυτότητος της δασικής εκτάσεως. Από το άρθρο 46 § 1α ΠΚ, κατά τη διάταξη του οποίου ορίζεται ότι με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται, αντικειμενικώς, η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη, η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και τέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως, με συμβουλές, απειλή ή με εκμετάλλευση οποιασδήποτε πλάνης, πραγματικής ή νομικής ή περί τα παραγωγικά της βουλήσεως αίτια ή με τη διέγερση μίσους κατά του θύματος, με πειθώ ή φορτικότητα ή με την επιβολή ή την επιρροή προσώπου, λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς του ή και της σχέσεώς του με το φυσικό αυτουργό. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως στην οποία παρακινεί το φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών. Ούτω στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτουμένη εκ των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός, προκάλεσε στην συγκεκριμένη περίπτωση στο φυσικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία το δικαστήριο συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στο φυσικό αυτουργό την απόφασή του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπ' αριθμ. 2751/2007, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βόλου, το οποίο εδίκασε ως Εφετείο, εδέχθη, μετά από αναφορά και εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενες έλαβαν από το Δασαρχείο ... άδεια για καθορισμό της καλλιεργήσιμης ιδιοκτησίας τους - ελαιώνας - που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου ..., η οποία εφάπτεται με δασική έκταση που καλύπτεται από πεύκα και αείφυλλα πλατόφυλλα (κουμαριές, σχοίνα, φιλίκια κλπ), ενώ κατόπιν αυτοψίας των αρμοδίων οργάνων της ανωτέρω Υπηρεσίας τους επιδείχθησαν τα ακριβή όρια της ιδιοκτησίας τους εντός των οποίων έπρεπε να προβούν σε καθαρισμό. Πλην όμως οι ανωτέρω έδωσαν εντολή στον εργάτη που προσέλαβαν για τον καθαρισμό να προβεί, όπως και πρέβη στην παράνομη εκχέρσωση της όμορης με την ιδιοκτησία τους δασικής έκτασης 5 1/2 στρεμμάτων, χωρίς να λάβουν προς τούτο την άδεια της αρμόδιας αρχής, με σκοπό την αλλαγή της χρήσης του δάσους σε οικόπεδο. Επειδή οι κατηγορούμενες με την ως άνω εντολή σε τρίτο πρόσωπο με πρόθεση προκάλεσαν σ' αυτόν την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη του άρθρου 71 παρ. 3 του Ν. 998/79 που διέπραξε, πρέπει επιτρεπτώς να οριστεί η συμμετοχική τους δράση σ' αυτή της ηθικής αυτουργίας (άρθρο 46 παρ. α' του ΠΚ). Περαιτέρω δεν υφίσταται θέμα ενοχής των κατηγορουμένων για την πράξη της παράνομης υλοτομίας, η οποία συρρέει φαινομενικά μ' αυτή του άρθρου 71 παρ. 3 του Ν. 998/79, με σχέση ειδικού προς γενικό, καθόσον το μέσο για την τέλεση της παράνομης εκχέρσωσης είναι η παράνομη υλοτομία." Μετά ταύτα εκήρυξεν αυτές ενόχους του ότι στη δασική θέση "..." περιφέρειας του Δήμου ... στις 11-3-2003 στην ανωτέρω θέση με πρόθεση προκάλεσαν σ' άλλο την απόφαση να εκτελέσει την πράξη του άρθρου 71 παρ. 3 του Ν. 998/79 που διέπραξε και ειδικότερα εκχέρσωσαν παράνομα δασική έκταση με σκοπό την αλλαγή χρήσης δάσους σε οικόπεδο και συγκεκριμένα, εκχέρσωσαν δασική έκταση 5 1/2 στρεμμάτων περίπου που καλύπτονταν από χαλέπιο πεύκη με υπόροφο αείφυλλα πλατύφυλλα (κουμαριές, σχοίνα, φιλίκια κλπ) η οποία εφάπτονταν του επαρχιακού δρόμου ... με σκοπό την προσάρτησή της σε παρακείμενο αγροτικό αγρό ιδιοκτησίας των, χωρίς την άδεια της αρμοδίας Δασικής Αρχής, ήτοι κρίνονται ένοχοι της ηθικής αυτουργίας στην πράξη του άρθρου 71 § 3 του Ν. 998/1979.
Με αυτά που εδέχθη το δικαστήριο δεν διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκθέτει σ' αυτή με πληρότητα τον τρόπο και τα μέσα (πχ. Προτροπή, πειθώ, φορτικότητα κλπ) με τα οποία η αναιρεσείουσα προκάλεσε στον άλλον φυσικό αυτουργό την απόφαση να τελέσει την άδικη πράξη της παρανόμου εκχερσώσεως δασικής εκτάσεως. Μόνη η αναφορά ότι η αναιρεσείουσα με την συγκατηγορουμένη της έδωσαν εντολή στον εργάτη που προσέλαβαν, με την οποίαν (εντολή) προκάλεσαν με πρόθεση σ' αυτόν την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη του άρθρου 71 § 3 Ν. 998/1979 που διέπραξε, χωρίς συγχρόνως να εξειδικεύεται με επίκληση κάποιων περιστατικών, εις τι συνίσταται αυτή, ούτε να προσδιορίζεται ο βαθμός της επιδράσεως αυτών (κατηγορουμένων) εις τον ανωτέρω εργάτη ή της εξαρτήσεως του τελευταίου από αυτές, δεν θεμελιώνει από μόνη της (η αναφορά αυτή) τρόπο προκλήσεως της αποφάσεως προς διάπραξη της ανωτέρω παρανόμου πράξεως της εκχερσώσεως δασικής εκτάσεως. Περαιτέρω, ενώ δέχεται στο σκεπτικό ότι οι κατηγορούμενες προκάλεσαν με πρόθεση σε τρίτο πρόσωπο την απόφαση να εκτελέσει την άνω παράνομη πράξη στο διατακτικό τις κηρύσσει ενόχους, εν αρχή μεν αυτού ότι "με πρόθεση προκάλεσαν την απόφαση", "ειδικότερα", όμως, ότι "εκχέρσωσαν παράνομα δασική έκταση" ήτοι με ασαφή και αντιφατική αιτιολογία. Μετά ταύτα, είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος της αναιρέσεως, για έλλειψη από την απόφαση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εξαιτίας των ανωτέρω πλημμελειών και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και ως προς την αναιρεσείουσα και ως προς την ..., η οποία δεν ήσκησε αναίρεση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 469 ΚΠΔ και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτηθησόμενο από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων που εδίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 519 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2751/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου ως προς όλας τας κατηγορουμένας.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστάς, εκτός εκείνων, οι οποίοι εδίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Νοεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή