Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 331 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 331/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1 κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κλειδαρά, περί αναιρέσεως της 2642/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ1 που δεν παρέστη στο ακροατήριο.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Ιουλίου 2008 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1598/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 375 παρ.1 ΠΚ "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους...". Από την διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση της υπεξαιρέσεως απαιτούνται: 1) "ξένο" ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα, όπως είναι και τα χρήματα, και ως τοιούτο θεωρείται εκείνο το οποίο ευρίσκεται σε ξένη, εν αναφορά με τον δράστη, κυριότητα όπως αυτή νοείται κατά το αστικό δίκαιο 2) το ξένο πράγμα να έχει περιέλθει στο δράστη και να ήτο κατά τον χρόνο της πράξεώς του στην κατοχή του γ) παράνομη ιδιοποίηση αυτού από τον δράστη, δηλαδή να έγινε χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτου ή χωρίς άλλο δικαίωμα που παρέχεται σ'αυτόν ως τοιαύτη. 4) Υποκειμενικώς απαιτείται δολία προαίρεση του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται με κάθε πράξη εκ μέρους του, κατέχοντος το πράγμα, να ενσωματώσει το πράγμα στην δική του περιουσία. Δεν αρκεί δηλαδή, πρόθεση ιδιοποιήσεως, έστω και αν αυτή ανεκοινώθη σε τρίτον, αλλ'απαιτείται έμπρακτη εκδήλωση εξωτερικής συμπεριφοράς, που να μπορεί να αναγνωριστεί αντικειμενικώς ως πραγμάτωση της θελήσεως για ιδιοποίηση. Επί υπεξαιρέσεως ο προσδιορισμός της αξίας του αντικειμένου είναι αναγκαίος, όταν αυτό χαρακτηρίζεται ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας. Ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου ως μεγάλης ή μικρής αξίας αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το οποίο έχει βάση τις συνθήκες της αγοράς κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, από τις οποίες διαμορφώνεται κάθε φορά η αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν αυτή είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοχ. Δ' ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας, είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Μόνη η αποδοχή από το δικαστήριο στο σκεπτικό της αποφάσεως, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, ως αιτιολογίας, έστω και κατ'αντιγραφή του περιεχομένου του διατακτικού της αποφάσεως, δεν συνιστά άνευ ετέρου έλλειψη της κατά νόμο αιτιολογίας της αποφάσεως, εκτός εάν στο διατακτικό και κατ'ανάγκη επί αντιγραφής του στο σκεπτικό της αποφάσεως δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως για την οποία κατεδικάσθη ο αναιρεσείων. Επίσης αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους χωρίς να απαιτείται να εκτίθενται τι προέκυψε εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ'επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ.1 και 178 ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005). Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοχ.Ε' ΚΠΔ. λόγον αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως συνιστά η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο, αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπάγει στην αληθινή έννοιά του τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι προέκυψαν, καθώς και όταν η σχετική διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, δικάσαν κατ'έφεση, με την προσβαλλομένη υπ'αριθμ. 2642/2008 απόφασή του, εδέχθη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, με αναφορά κατ'είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, (χωρίς όρκο εξέταση του πολιτικώς ενάγοντος ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, οι οποίες αναφέρονται στα πρακτικά, τα έγγραφα των οποίων έγινε ανάγνωση στο ακροατήριο)- λόγος για απολογία του κατηγορουμένου δεν γίνεται, διότι ούτος παρέστη δια πληρεξουσίου- (εδέχθη) τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο μηνυτής, Ψ1 είναι έμπορος χρυσού και πολύτιμων λίθων και διατηρούσε, κατά τα έτη 2000 και 2001, αργυροχρυσοχοείο στην ..., επί της οδού .... Ο κατηγορούμενος, Χ1, υπήρξε και αυτός έμπορος χρυσού στο παρελθόν. Το Φεβρουάριο του έτους 2000 ο μηνυτής γνώρισε τον κατηγορούμενο, ο οποίος ήταν γνωστός στον σχετικό κύκλο συναλλαγών και είχε καλό όνομα. Το Νοέμβριο του έτους 2000 ο κατηγορούμενος παρέλαβε από τον πολιτικώς ενάγοντα εμπορεύματα παραγωγής του πρώτου, δηλαδή χρυσά δακτυλίδια, σταυρούς και άλλα χρυσά κοσμήματα, συνολικής αξίας 20.000.000 δραχμών, το τίμημα δε αυτό εξόφλησε τμηματικά ο κατηγορούμενος μέχρι τον Οκτώβριο του έτους 2001. Για την ως άνω πώληση δεν εκδόθηκαν παραστατικά (τιμολόγια, δελτία αποστολής), όμως η πώληση αυτή και η εξόφληση του τιμήματος επιβεβαιώνεται από όλους τους μάρτυρες. Περί τα μέσα του Νοεμβρίου 2001 ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον πολιτικώς ενάγοντα να του παραδώσει εμπορεύματα παραγωγής του, προκειμένου, όπως του είπε, να τα επιδείξει σε συγγενείς του για να επιλέξουν κάποια από αυτά, ενόψει των εορτών των Χριστουγέννων, για δώρα. Ο πολιτικώς ενάγων αποδέχθηκε την πιο πάνω πρόταση και στις 18-11-2001 παρέδωσε στον κατηγορούμενο μία κασετίνα με δώδεκα (12) δακτυλίδια από λευκόχρυσο με διαμάντια και σαράντα πέντε (45) σταυρούς από λευκό χρυσό, συνολικής αξίας 40.000 ευρώ, με την συμφωνία να τα επιδείξει στους συγγενείς του και να του τα επιστρέψει σε 2-3 ημέρες. Αν δε μπορούσε ο κατηγορούμενος να πωλήσει στο διάστημα αυτό κάποιο κόσμημα, συμφώνησαν οι παραπάνω ότι θα κατέβαλε στον μηνυτή το αντίτιμο που θα εισέπραττε από την πώληση αυτή. Η παράδοση των επίμαχων κοσμημάτων ιδιοκτησίας του πολιτικώς ενάγοντος-κατασκευαστή τους, έγινε παρουσία του μάρτυρα Μ1 στο επί της οδού ... εργαστήριο του πολιτικώς ενάγοντος, όπως μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε ο μάρτυρας αυτός ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Για την παράδοση των εν λόγω κοσμημάτων δεν εκδόθηκε κάποιο παραστατικό, όπως καταθέτει ο ίδιος πιο πάνω μάρτυρας και ο πολιτικώς ενάγων. Επειδή ο κατηγορούμενος δεν επέστρεψε τα κοσμήματα στο μηνυτή, ούτε κατέβαλε σ'αυτόν κάποιο ποσό, ως αντίτιμο της αξίας τους, μέσα σε δέκα (10) ημέρες από την παραλαβή τους, ο τελευταίος άρχισε να πιέζει τον κατηγορούμενο για την επιστροφή των κοσμημάτων του κατά τις τελευταίες ημέρες του Νοεμβρίου 2001. 'Όμως αυτός, όχι μόνο δεν επέστρεψε τα παραπάνω κινητά πράγματα στο μηνυτή, αλλά αντίθετα εξαφανίστηκε και μέχρι σήμερα δεν απέδωσε αυτά ή την αξία τους σε μετρητά στον μηνυτή. Σημειώνεται εδώ, ότι η μάρτυρας υπερασπίσεως και σύζυγος του κατηγορουμένου, ....ισχυρίζεται ότι ο μηνυτής δεν παρέδωσε στον σύζυγό της τα επίμαχα κοσμήματα, ότι, δηλαδή, δεν έγινε δεύτερη συναλλαγή μεταξύ των διαδίκων και ότι ο λόγος που ασκήθηκε η ένδικη μήνυση είναι η άρνηση του συζύγου της να καταβάλει τόκους υπερημερίας στον πολιτικώς ενάγοντα για την μόνη εμπορική συναλλαγή που έγινε μεταξύ τους το έτος 2000. Εξ άλλου, ο μάρτυρας του κατηγορητηρίου ... φίλος του κατηγορουμένου, κατέθεσε ότι γνωρίζει μόνο για την πρώτη συναλλαγή μεταξύ των διαδίκων και δεν γνωρίζει οτιδήποτε για δεύτερη συναλλαγή. Από τις καταθέσεις αυτές δεν αναιρούνται οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας Ψ1 και Μ1 διότι οι ως άνω μάρτυρες δεν έχουν προσωπική αντίληψη για τις εμπορικές δραστηριότητες του κατηγορουμένου και για την συμφωνία που συνήψε με το μηνυτή. Αντίθετα, οι καταθέσεις των μαρτύρων Ψ1 και Μ1 είναι σαφείς και λεπτομερείς και αποδίδουν την πραγματικότητα. Εφόσον, λοιπόν, αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στην ..., στα τέλη του μηνός Νοεμβρίου 2001, εκδήλωσε την πρόθεση ιδιοποίησης και ιδιοποιήθηκε πράγματι τα κοσμήματα ιδιοκτησίας του μηνυτή, που του παρέδωσε αυτός με την ως άνω συμφωνία στις 18-11-2001, το δε αντικείμενο της υπεξαίρεσης αυτής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας (40.000 ευρώ), πρέπει να κηρυχθεί ένοχος υπεξαίρεσης αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, αναφορικά με τον αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 περ.ε' ΠΚ, λεκτέα τα ακόλουθα: Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος εξαιτίας της αοριστίας του, εφόσον αυτός προβάλλεται από τον κατηγορούμενο χωρίς τη μνεία οιουδήποτε περιστατικού, από το οποίο να προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του (βλ. ΑΠ 1471/2006. Π.Χρ. Ν2.634, ΑΠ 1014/2006 Π.Χρ. Ν2.340, ΑΠ 1680/2007 αδημοσίευτη στο νομικό τύπο, ΑΠ 397/2001 Π.Χρ. ΝΑ 1097). Μετά ταύτα εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: Στην ..., περί τα τέλη του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2001, παρανόμως ιδιοποιήθηκε ξένα στο σύνολό τους κινητά πράγματα, που περιήλθαν στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, το αντικείμενο δε αυτό της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Ειδικότερα, την 18-11-2001, ο κατηγορούμενος ο οποίος ήταν έμπορος χρυσού και είχε συνεργασθεί κατά το παρελθόν με τον εγκαλούντα Ψ1, έμπορο χρυσού και πολυτίμων λίθων, έλαβε στην κατοχή του από τον ανωτέρω εγκαλούντα 12 δακτυλίδια από λευκόχρυσο με διαμάντια και 45 σταυρούς από λευκόχρυσο, συνολικής αξίας 40.000 €, προκειμένου να επιλέξει ορισμένα για λογαριασμό κάποιων συγγενών του και τα υπόλοιπα να τα επιστρέψει στον εγκαλούντα εντός ολίγων ημερών, μαζί με το αντίτιμο για όσα είχε κρατήσει. Πλην, όμως, ο κατηγορούμενος ούτε οποιοδήποτε ποσό κατέβαλε στον εγκαλούντα ως αντίτιμο των κοσμημάτων, ούτε τα κοσμήματα επέστρεψε σ'αυτόν όταν κατ'επανάληψη του ζητήθηκαν τις τελευταίες ημέρες του Νοεμβρίου 2001, αλλά τα ενσωμάτωσε στη δική του περιουσία σαν δικά του αγαθά. Το αντικείμενο δε αυτό της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας. Με αυτά που εδέχθη το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας για το οποίο και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1, 27, και 375 παρ.1α ΠΚ, χωρίς ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται σ'αυτήν όχι με αντιγραφή του διατακτικού, τα ξένα ολικά κινητά πράγματα, ήτοι τα κοσμήματα, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του αναιρεσείοντος ως και ο τρόπος με τον οποίόν περιήλθαν στην κατοχή αυτού, η παράνομη ιδιοποίησή των χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτου εγκαλούντος, ή ιδιαιτέρως μεγάλη αξία αυτών εκ 40.000 € προσδιορισθείσα εκ της ποιότητος και της ποσότητος αυτών, χωρίς να απαιτούνται άλλα στοιχεία περί αυτής, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων. Μετά ταύτα οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε' ΚΠΔ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας από την απόφαση, διότι δεν περιλαμβάνει τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως της υπεξαιρέσεως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας δι' ήν κατεδικάσθη, ότι η αιτιολογία αποτελεί αντιγραφή του διατακτικού, χωρίς να διαλαμβάνονται σκέψεις και συλλογισμοί, με τους οποίους το δικαστήριο κατέληξε στην περί ενοχής κρίση του, ως και περί εσφαλμένης εφαρμογής της άνω ουσιαστικής ποινικής διατάξεως εκ των ανωτέρω πλημμελειών, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Από τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ.1 και 364 του ΚΠΔ προκύπτει ότι αν ληφθούν υπ' όψη από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικά στοιχεία για την στήριξη της κατηγορίας έγγραφα που δεν ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο. Δεν είναι όμως αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν, το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικά τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπ' όψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων αιτιάται ότι καίτοι δεν ανεγνώσθη ελήφθη υπόψη η από 20-11-2002 έγκληση του μηνυτού, η οποία και αξιολογήθη, εκ του ότι αναφέρεται εις το σκεπτικό περικοπή της εγκλήσεως. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη και απορριπτέα, αφού η έγκληση είναι διαδικαστικόν έγγραφο και δεν απαιτείται να αναγνωσθεί, διότι με βάση αυτή συνετάχθη το κατηγορητήριο για το αδίκημα της υπεξαιρέσεως ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, για την οποίαν και κατεδικάσθη ο αναιρεσείων, εξ ου και ελήφθη υπ'όψη αυτεπαγγέλτως, ενώ ο αναιρεσείων κατ'ουδέν ημφισβήτησε το περιεχόμενο αυτής.
Συνεπώς ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, υποστηρίζων ότι ελήφθη υπόψη για την περί ενοχής κρίση έγγραφο το οποίο δεν ανεγνώσθη και δεν του παρεσχέθη το δικαίωμα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις επ'αυτού, υπαρχούσης, εντεύθεν, απολύτου ακυρότητος, κατ'άρθρα 171 παρ.1 στοιχ. δ' και 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατ'ακολουθίαν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς εξέταση, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ'ουσίαν αβάσιμος, καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Ιουλίου 2008 αίτηση του Χ1 , για αναίρεση της υπ'αριθμ. 2642/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή