Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1221 / 2010    (Ε, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Αναίρεση μερική, Ακροάσεως έλλειψη, Λαθρομεταναστών μεταφορά, Ποινής μετατροπή.




Περίληψη:
Άρθρο 55 § 1 Ν. 2910/2001, όπως ισχύει μετά το άρθρο 37 Ν. 3153/2003. Αιτιολογία καταδικαστικής αποφάσεως. Άρθρο 26 § 1 ΠΚ. Πότε ειδική αιτιολογία αυτού του δόλου. Άρθρο 211Α' ΚΠΔ. Έλλειψη ακροάσεως Άρθρο 170 § 2 ΚΠΔ. Απόλυτη ακυρότης. Άρθρα 365 § 1, 354 ΚΠΔ. Δεν δημιουργείται ακυρότης όταν το Δικαστήριο αναγνώσει ένορκη κατάθεση της προδικασίας, έστω και εάν εναντιωθεί ο κατηγορούμενος εφ' όσον κρίνει ότι η εμφάνιση του μάρτυρος στο ακροατήριο είναι αδύνατη. Δεν υπάρχει αντίθεση με το άρθρο 6 § 3δ της ΕΣΔΑ. Άρθρο 470α ΚΠΔ. Πότε υπάρχει χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου. Όταν το Εφετείο δεν μετέτρεψε σε χρηματική τη στερητική της ελευθερίας ποινή, όπερ έπραξε το πρωτόδικο, οπότε υπάρχει υπέρβαση εξουσίας. Αναιρεί εν μέρει και μετατρέπει τη συνολική ποινή φυλακίσεως. Απορρίπτει κατά τα λοιπά.




Αριθμός 1221/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Δημάδη, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια, Γεώργιο Αδαμόπουλο και Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαρτίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση
των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων : 1)Χ1 και 2)Χ2, κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Δαμασκόπουλο, περί αναιρέσεως της 1104 και 1290/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 18 Δεκεμβρίου 2009 δύο αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, καθώς και στα από 23 Φεβρουαρίου 2010 δύο επίσης αυτοτελή δικόγραφα προσθέτων λόγων, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 114/2010.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές εν μέρει οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως, ως προς την περί μετατροπής της ποινής διάταξη της προσβαλλομένης αποφάσεως, και να απορριφθούν αυτές κατά τα λοιπά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 55 παρ.1 του Ν.2910/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 37 του Ν.3153/2003 "...και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία καθώς και αυτοί που τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν την μεταφορά ή προώθησή τους, ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ έως είκοσι χιλιάδων ευρώ για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο..." Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι το άνω αδίκημα είναι υπαλλακτικώς μικτό, που πραγματοποιείται με έκαστον των άνω τρόπων από τα πρόσωπα που αποδέχονται να μεταφέρουν στην Ελλάδα αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα να εισέλθουν στο έδαφός της ή τους προωθούν στο εσωτερικό της χώρας ή διευκολύνουν την μεταφορά ή την προώθησή τους ή τους εξασφαλίζουν κατάλυμα για απόκρυψη, γνωρίζοντας την αυθαίρετη είσοδό τους ως λαθρομεταναστών, ενεργούντες με δόλο.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ, Δ' Κ.Π.Δ. λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, β) Αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε εξ ενός εκάστου αυτών, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβεν υπ' όψη του και συνεξετίμησε, για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδεδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 Κ.Π.Δ. (ολ. ΑΠ 1/2005). Μόνη η αποδοχή από το δικαστήριο στο σκεπτικό της αποφάσεως, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, ως αιτιολογίας, έστω και κατ' αντιγραφή του περιεχομένου του διατακτικού της αποφάσεως, δεν συνιστά άνευ ετέρου έλλειψη της κατά νόμο αιτιολογίας της αποφάσεως, εκτός εάν στο διατακτικό και κατ' ανάγκη επί αντιγραφής του στο σκεπτικό της αποφάσεως δεν εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως, για την οποίαν κατεδικάσθη ο αναιρεσείων. Περαιτέρω η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται κατά το άρθρο 26 § 1 Π.Κ. για την θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος δεν είναι ανάγκη κατ'αρχήν να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός εάν ο νόμος απαιτεί πρόσθετα στοιχεία, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, άμεσο, δηλαδή, δόλο, οπότε η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή. Κατά τη διάταξη του άρθρου 211 Α'ΚΠΔ που προσετέθη με το άρθρο 2 παρ. 8 Ν.2408/1996 "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή απολογία συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Εξ αυτής προκύπτει ότι ο νομοθέτης, θεωρών διαβλητή και αμφιβόλου ειλικρινείας την μαρτυρική κατάθεση και την απολογία του συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, υποδεικνύει στο δικαστήριο να μη θεμελιώσει την κρίση του για καταδίκη του κατηγορουμένου στην ύπαρξη μαρτυρικής καταθέσεως ή απολογίας συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη, έτσι ώστε η καταδικαστική απόφαση όταν στηρίζεται αποκλειστικώς εις τοιαύτη μαρτυρική κατάθεση ή απολογία να ελέγχεται αναιρετικώς κατ'αρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'ΚΠΔ δι'έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, με την προσβαλλομένη υπ'αριθμ.1104 και 1290/2009 απόφασή του, με αναφορά κατ'είδος όλων των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπόψη και δη "ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάσθηκαν νομότυπα στο Δικαστήριο τούτο και περιλαμβάνονται στα πρακτικά, την ανάγνωση των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης καθώς και των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του γ'κατηγορουμένου" - λόγος για απολογίες των Χ1 και Χ2 δεν γίνεται διότι ούτοι απόντες, εξεπροσωπήθησαν υπό συνηγόρων-εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (ότι απεδείχθησαν) τα εξής πραγματικά περιστατικά : "Κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως 4ης Απριλίου 2002 και στις παρακάτω ειδικότερα αναφερόμενες ημερομηνίες έκαστος, στη θέση ... με περισσότερες πράξεις διέπραξαν περισσότερα αληθινά συρρέοντα μεταξύ τους εγκλήματα που τιμωρούνται από τον νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Α) Οι δυο πρώτοι κατηγορούμενοι ενεργούντες από κοινού διευκόλυναν την παράνομη μεταφορά αλλοδαπών που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος για να τους προωθήσουν στο εσωτερικό της χώρας, Συγκεκριμένα στις 1/2 Απριλίου 2002 στον προαναφερθέντα τόπο ενεργούντες με κοινό δόλο επιβίβασαν 350 αλλοδαπούς μετανάστες από το πλοίο "M...σημαίας ..., που τους είχε μεταφέρει από το εξωτερικό ( Σρι- Λανκα) ανοικτά της θαλάσσιας περιοχής ..." εντός των Ελληνικών χωρικών υδάτων και επειδή το πλοίο αυτό δεν μπορούσε λόγω του μεγέθους του να προσεγγίσει την ακτή, σε πλαστική βάρκα που δεν διέθετε μηχανή και την τραβούσαν με σχοινιά δύο άτομα από την στεριά και σε πλαστική φουσκωτή βάρκα. Στη συνέχεια δε με την βοήθεια πλωτής αυτοσχέδιας εξέδρας που αποτελείτο από σιδερένια βαρέλια και ξύλα (μαδέρια), κατάλληλα συνδεδεμένα μεταξύ τους, η οποία είχε κατασκευασθεί υπό την επίβλεψη και καθοδήγηση του δεύτερου κατηγορούμενου Χ2 καθώς και άλλης βάρκας (καθόσον βρέθηκαν τρεις βάρκες στο συγκεκριμένο χώρο σύμφωνα με την από 6-4-2009 έκθεση αυτοψίας) αποβίβασαν νυκτερινές ώρες τους λαθρομετανάστες αυτούς που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος στην ακτή, διευκολύνοντας έτσι την μεταφορά τους στο εσωτερικό της χώρας (βλέπε και τις από 1-7-02 εκθέσεις εξέτασης μάρτυρα με διερμηνέα (ΚΠΔ) των ... και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι. Β) Οι δυο πρώτοι κατηγορούμενοι ενεργούντες από κοινού διευκόλυναν την παράνομη παραμονή αλλοδαπών στην χώρα. Συγκεκριμένα στον ανωτέρω αναφερόμενο τόπο και στο από 2 έως 4-4-2002 χρονικό διάστημα ενεργούντες με κοινό δόλο διευκόλυναν την χωρίς δικαίωμα παραμονή 350 αλλοδαπών μεταναστών στη χώρα παρέχοντας σ' αυτούς α) πρόχειρο κατάλυμα, ήτοι χώρο κατάλληλα διαμορφωμένο το οποίο (κατάλυμα) ευρίσκετο πλησίον του κτήματος του δεύτερου κατηγορούμενου Χ2, β) τρόφιμα έχοντας αγοράσει από φούρνο της περιοχής 20 κιλά ψωμί και 10 κιλά παξιμάδια για την διατροφή τους και γ)πόσιμο νερό που υπήρχε σε δεξαμενή η οποία ήταν τοποθετημένη στο υπ'αριθμ.... ΙΧΦ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του δεύτερου κατηγορούμενου Χ2 και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι".
Με αυτά που εδέχθη το άνω δικαστήριο διέλαβε στη προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος δια το οποίο κατεδικάσθησαν οι κατηγορούμενοι Χ1 και Χ2, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 , 27 παρ.1 ΠΚ και 55 παρ.1 Ν.2910/2001, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 37 Ν.3153/2003, χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή αιτιολογία. Ειδικότερα αναφέρονται όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία ελήφθησαν υπόψη και συνεξετιμήθησαν, μεταξύ τους, όπως και η κατάθεση του μάρτυρος και συγκατηγορουμένου πρωτοδίκως ... και όχι αποκλειστικώς μόνον αυτή (ούτε αποκλειστικώς οι προανακριτικές καταθέσεις των αλλοδαπών, περί ων κατωτέρω θα αναφερθεί), όπως αβασίμως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, ο τρόπος με τον οποίον οι κατηγορούμενοι διευκόλυναν την παράνομη μεταφορά και την παράνομη παραμονή των αλλοδαπών από τη Σρί-Λάνκα στην Ελλάδα, που δεν είχαν δικαίωμα εισόδου στο Ελληνικό έδαφος, όπερ εγνώριζαν οι κατηγορούμενοι ως εκ των ειδικώς και λεπτομερώς αναφερομένων ενεργειών των και συνθηκών σχετικά με την επιβίβαση και μετεπιβίβαση στα άνω πλοία, περιστατικά από τα οποία σαφώς συνάγεται ο δόλος των, τον οποίο μνημονεύει, χωρίς να απαιτείται ειδικοτέρα επ'αυτού αιτιολογία, και τέλος, μετά ταύτα, το σκεπτικό δεν αποτελεί τυπική καθ'εαυτή επανάληψη του διατακτικού, εφ'οσον το τελευταίο αυτό είναι λεπτομερές. Κατ'ακολουθίαν ο σχετικός λόγος περί ελλείψεως αιτιολογίας ειδικής και εμπεριστατωμένης, του κυρίως δικογράφου των αιτήσεων αναιρέσεως ως και ο αυτός λόγος εκ του άρθρου 211 Α ΚΠΔ των προσθέτων λόγων αμφοτέρων των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως κατ'άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β' ΚΠΔ συνιστά η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ.2 η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας? αυτή επέρχεται στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ή ο εισαγγελέας ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί για τη σχετική αίτηση. Τοιούτο δικαίωμα είναι και αυτό του κατηγορουμένου να υποβάλει αίτημα περί μη αναγνώσεως ενόρκων προανακριτικών καταθέσεων μαρτύρων, εφ'όσον βέβαια τούτο το αίτημα είναι σαφές και ορισμένο, (και επι πλέον σε περίπτωση μη αποδοχής του από τον διευθύνοντα την συζήτηση η άμεση προσφυγή του εις ολόκληρο το δικαστήριο και απόρριψη παρά τον νόμον της προσφυγής η παράλειψή του να αποφανθεί).
Από την διάταξη του άρθρου 365 παρ.1 ΚΠΔ προκύπτει ότι ακυρότης της διαδικασίας στο ακροατήριο, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.Α' ιδίου Κώδικος λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως, προκαλείται όταν παρά την υποβολή σχετικής αιτήσεως υπό του κατηγορουμένου ή του εισαγγελέως να μην αναγνωσθεί η ληφθείσα κατά την προδικασία ένορκη κατάθεση μάρτυρος, διότι δεν είναι αδύνατη η εμφάνισή του στο ακροατήριο εκ των λόγων που αναφέρονται στη διάταξη αυτή, αναγνωσθεί αυτή. Ουδεμία ακυρότης όμως δημιουργείται, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα διάταξη, σε συνδυασμό και με την του άρθρου 354 ΚΠΔ, όταν το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως αναγνώσει την ένορκη κατάθεση μάρτυρος της προδικασίας, έστω και αν εναντιωθεί στην ανάγνωση ο κατηγορούμενος, εφ'οσον κρίνει ότι η εμφάνιση του μάρτυρος στο ακροατήριο είναι αδύνατη δι'έναν εκ των εις το άρθρο 365 παρ.1 ΚΠΔ ως ανωτέρω λόγων, ούτε δε και προσκρούει η ανάγνωση αυτή στη διάταξη του άρθρου 6 παρ.3 εδ.δ'της ΕΣΔΑ, κατά την οποίαν ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα να μην εξετάσει ή να ζητήσει να μην εξετασθούν οι μάρτυρες κατηγορίας και να επιτύχει την πρόσκληση και εξέταση των μαρτύρων υπερασπίσεως, καθ'οσον το τελευταίο προϋποθέτει ότι η εμφάνιση του μάρτυρος στο ακροατήριο είναι δυνατή. Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε στην εκ μέρους του κατηγορουμένου απόλυτη επιλογή των μαρτυρικών καταθέσεων που ελήφθησαν ενόρκως κατά την προδικασία και την μη αξιολόγηση και αχρήστευση των καταθέσεων της προδικασίας που δεν θα επιθυμούσε να ληφθούν υπ'όψη. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες αιτιώνται, ότι καίτοι αντέλεξαν στην ανάγνωση των προανακριτικών καταθέσεων των μαρτύρων λαθρομεταναστών και εζήτησαν να μην αναγνωσθούν, προς δε να αφαιρεθούν από την δικογραφία και το δικαστήριο επεφυλάχθη να απαντήσει, εν τούτοις τις ανέγνωσε. Όμως όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, εφ'ης η προσβαλλομένη απόφαση, το αίτημα αυτό και κατ'αμφότερα τα σκέλη του υπεβλήθη ασαφώς και αορίστως και το δικαστήριο, δεν είχεν υποχρέωση να απαντήσει? και το μεν, διότι όχι μόνον δεν εζήτησαν ακριβώς την μη ανάγνωση αυτών, αλλ'αντιθέτως, ουδεμία προέβαλαν αντίρρηση στην υπό του Προέδρου ανάγνωσή των όπως προκύπτει από τα αυτά πρακτικά, το δε διότι ουδόλως εκθέτουν ότι ήτο δυνατή η εμφάνιση αυτών των μαρτύρων στο ακροατήριο, ώστε να μην αναγνωσθούν οι καταθέσεις των, ληφθείσαι το έτος 2002, ότε αυτοί εισήλθαν παράνομα στο ελληνικό έδαφος. Πέραν αυτών, το δικαστήριον απήντησεν εκ του πράγματος λόγω της αδυναμίας εμφανίσεώς των, με το να τις αναγνώσει, ούτε, άλλωστε, προκύπτει ότι στην παράλειψή του διευθύνοντος να απαντήσει επί του αιτήματος, υπήρξε προσφυγή στο δικαστήριο, ούτε, τέλος οι κατηγορούμενοι επανήλθον επί του αιτήματός των, μετά την κατ'άρθρον 368 σχετικήν ερώτηση του Προέδρου, προ της λήξεως της αποδεικτικής διαδικασίας. Μετά ταύτα οι σχετικοί λόγοι των προσθέτων λόγων αναιρέσεως αμφοτέρων των αναιρεσειόντων, περί ελλείψεως ακροάσεως και απολύτου ακυρότητος, εκ των άνω πλημμελειών, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατ'άρθρον 470 εδ.α'ΚΠΔ "Στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάστηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται, κατ'αρθρο δε 510 παρ.1 στοιχ.Η ΚΠΔ λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί η υπέρβαση εξουσίας. Τοιαύτη περίπτωση, συνιστά, εκτός άλλων και η χειροτέρευση της θέσεως του κατηγορουμένου, όπως όταν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μετέτρεψε σε χρηματική την στερητική της ελευθερίας ποινή που επέβαλε στον κατηγορούμενο, πράγμα που είχε πράξει το πρωτοβάθμιο σε σχέση με την ποινή που επέβαλε σ'αυτόν για την ιδία πράξη, ακόμη και αν η μετατροπή αυτή δεν ήτο επιτρεπτή κατά νόμο (άρθρ.82 ΠΚ). Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης σε πρώτο βαθμό, επέβαλε στους αναιρεσείοντας με την υπ'αριθμ.277/2007 απόφασή του, όπως εξ αυτής προκύπτει, συνολική ποινή φυλακίσεως 88 ετών και 8 μηνών, την οποίαν μετέτρεψε προς 5 ευρώ ημερησίως, στην μετατροπή αυτή, προς το αυτό ποσό ημερησίως όφειλε να προβεί και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σε σχέση με την ποινή που επέβαλε για τις ίδιες πράξεις. Εντεύθεν και μη πράξαν τούτο υπέπεσε στην πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας και συνεπώς είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος του κυρίως δικογράφου αμφοτέρων των αιτήσεων αναιρέσεως. Κατ'ακολουθίαν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το σχετικό μέρος της και να διαταχθεί από το παρόν Δικαστήριο η μετατροπή της ποινής φυλακίσεως των 30 ετών και 2 μηνών προς 5 ευρώ ημερησίως, κατ'ανάλογο εφαρμογή του άρθρου 517 παρ.2 ΚΠΔ, χωρίς να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τούτο διά νέα συζήτηση, αφού δεν απαιτείται έρευνα και βεβαίωση πραγματικών περιστατικών, δεδομένου ότι για όλα αυτά είχε κρίνει το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, Τριμελές Πλημμελειοδικείο Σπάρτης, που είχε μετατρέψει την συνολική ποινή, απορριφθούν δε κατά τα λοιπά οι αιτήσεις αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί, εν μέρει, όπως στο σκεπτικό την υπ'αριθμ.1104 και 1290/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου.
Μετατρέπει την συνολική ποινή φυλακίσεως των τριάντα (30) ετών και δύο (2) μηνών προς πέντε (5) ευρώ ημερησίως.

Απορρίπτει κατά τα λοιπά τις από 18 Δεκεμβρίου 2009 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 ... για αναίρεση της αυτής αποφάσεως ως και τους από 23 Φεβρουαρίου 2010 προσθέτους λόγους αυτών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ