Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2110 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Υπέρβαση εξουσίας, Ναρκωτικά, Αναίρεση μερική, Ποινής αναστολή.




Περίληψη:
Ναρκωτικά: Αγορά και κατοχή ναρκωτικών για εμπορία. Ισχυρισμός περί αποκλειστικής δίκης του (δράστη) χρήσης. Αιτιολογία καταδικαστικής απόφασης. Ποινή 2 ετών. Υπέρβαση εξουσίας για μη αυτεπάγγελτη έρευνα περί αναστολής εκτέλεσης ποινής. Μερική παραδοχή αίτησης αναίρεσης και μερική αναίρεση (ως προς τη μη αναστολή της εκτέλεσης της ποινής) καταδικαστικής απόφασης.




Αριθμός 2110/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αδριόπουλο, περί αναιρέσεως της 2197/2008 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10 Οκτωβρίου 2008 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 124/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

H κρινόμενη από 10-10-2008 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2197/2008 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στις 22-9-2008 με την παρουσία του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος και καταχωρίσθηκε στο ειδικό βιβλίο την 10-11-2008 (βλ. τη σχετική βεβαίωση στο τέλος της προσβαλλόμενης απόφασης ως και την από 27-11-2008 υπηρεσιακή βεβαίωση του Τμήματος Ποινικών Ενδίκων Μέσων του Εφετείου Αθηνών), οπότε αρχίζει και η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 465 και 473 ΚΠΔ). Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω.
Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. β και ζ του ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν. 2161/1993 (ήδη άρθρο 20 παρ. 1 περ. β και ζ του ν. 3459/2006), τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σ'αυτό ποινές όποιος, εκτός των άλλων περιπτώσεων, αγοράζει και κατέχει ναρκωτικά. Για τη θεμελίωση του εγκλήματος της αγοράς ναρκωτικών ουσιών δεν είναι αναγκαία η ρητή μνεία και αναφορά σε συγκεκριμένη περίπτωση κατηγορίας ότι συμφωνήθηκε και τίμημα, γιατί ο νομικός όρος "αγορά" είναι τόσο εύχρηστος στην πράξη και έχει ορισμένο περιεχόμενο και γνωστή έννοια, ώστε υποδηλώνει οπωσδήποτε και συνομολόγηση τιμήματος, γιατί χωρίς τέτοιο δεν μπορεί να νοηθεί αγορά. Εξάλλου η κατοχή των ναρκωτικών ουσιών ως έγκλημα πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και την κατά τη δική του βούληση να τις διαθέτει πραγματικά. Ακόμη κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ίδιου ως άνω νόμου περί ναρκωτικών, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 του ν. 2161/1993, "όποιος για δική του αποκλειστική χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα, που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί αποκλειστικά τις δικές του ανάγκες ή κάνει χρήση τους, ή καλλιεργεί φυτά κάνναβης σε αριθμό ή έκταση που δικαιολογείται μόνο για δική του χρήση τιμωρείται με φυλάκιση" (ήδη με το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3189/2003 ορίσθηκε ως ανώτατο όριο ποινής φυλάκισης ενός έτους). Περαιτέρω στο ίδιο ως άνω άρθρο ορίζεται ότι "η διαπίστωση της εξυπηρέτησης της αποκλειστικά δικής του ανάγκης του κατόχου συγκεκριμένης ποσότητας ναρκωτικής ουσίας γίνεται με συνεκτίμηση του είδους, της ποσότητας και της καθαρότητας της ουσίας, καθώς και των διαγνωστικών στοιχείων των αναφερομένων στο άρθρο 13 του παρόντος νόμου ...". Από το εδάφιο β της παρ. 1 του ως άνω άρθρου σαφώς προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις αυτού απαιτούνται για την παραδοχή του ισχυρισμού του κατηγορουμένου ότι "για δική του αποκλειστική χρήση προμηθεύεται ή κατέχει με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά σε ποσότητα που αποδεδειγμένα εξυπηρετεί τις δικές του ανάγκες ..." και όχι αιτιολογία προς απόκρουση του ισχυρισμού αυτού, δηλονότι το βάρος της απόδειξης του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού φέρει ο κατηγορούμενος που πρέπει να τον προβάλλει σαφώς και ορισμένα. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για προμήθεια και κατοχή μικροποσότητας ναρκωτικής ουσίας για δική του αποκλειστική χρήση (άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 1729/1987), η παραδοχή του οποίου συνεπάγεται την ευνοϊκή γι'αυτόν ποινική μεταχείριση (φυλάκιση μέχρι ενός έτους), πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 2197/2008 αποφάσεώς του, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 14-10-2000 και περί ώρα 10.30 κατελήφθη ο κατηγορούμενος στην περιοχή της ... (στη συμβολή των οδών ... και ...), από αστυνομικούς του Α.Τ. .. που εκτελούσαν διατεταγμένη υπηρεσία (πεζή περιπολία), να έχει στην κατοχή του ένα (1) γραμμάριο ηρωΐνης, συσκευασμένο σε ένα φιξάκι και 17 δισκία VULBEGAL, δηλαδή απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες, τις οποίες είχε αγοράσει με σκοπό την εμπορία, ενόψει και του ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ήταν τοξικομανής και ότι τις παραπάνω ναρκωτικές ουσίες είχε αγοράσει και κατείχε για δική του αποκλειστική χρήση όπως αβάσιμα ισχυρίζεται. Επισημαίνεται ότι ο διορισθείς με την 611/2000 διάταξη της 20ης τακτικής Ανακρίτριας Αθηνών πραγματογνώμων ..., δεν διενήργησε πραγματογνωμοσύνη επί του κατηγορουμένου, διότι αυτός δεν προσήλθε προς εξέταση. Πρέπει, επομένως, να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος αγοράς και κατοχής ναρκωτικών με σκοπό την εμπορία, αναγνωριζομένων σ'αυτόν των ελαφρυντικών περιστάσεων του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2α ΠΚ) που του αναγνωρίσθηκε και πρωτοδίκως, καθώς και της μετά τις ως άνω πράξεις του για μεγάλο διάστημα καλής συμπεριφοράς αυτού (άρθρο 84 παρ. 2ε ΠΚ), καθόσον εργάζεται στην εταιρεία "HELLAS DUST CONΤROL ABEE" (είδη καθαρισμού) και η συμπεριφορά του είναι γενικά καλή". Με τις ως άνω σκέψεις το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο των αξιοποίνων πράξεων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών και με την παραδοχή της συνδρομής στο πρόσωπό του των ως άνω δύο ελαφρυντικών περιστάσεων του επέβαλε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, χωρίς να αποφανθεί επί της αναστολής ή μετατροπής αυτής (βλ. σελ. 9 και 10 της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου παρατίθεται το σχετικό μέρος (ως προς την ποινή) του αιτιολογικού και του διατακτικού της. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ. β', 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 84 παρ. 2α και ε' ΠΚ, 4 και 5 παρ. 1 περ. β και ζ και παρ. 2 του ν. 1729/1987, όπως αυτά ισχύουν, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ... . Ειδικότερα η αιτίαση του αναιρεσείοντος για έλλειψη στην προσβαλλόμενη απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς το έγκλημα της αγοράς των ναρκωτικών ουσιών που καταλήφθηκε να κατέχει λόγω του μη επακριβούς προσδιορισμού του χρόνου τέλεσής του, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον δεν απαιτείται τέτοιος καθορισμός, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής του εγκλήματος αυτού, όπως συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση στην ουσία ως χρόνος της τέλεσης του εγκλήματος της αγοράς των ναρκωτικών από τον αναιρεσείοντα αναφέρεται "μη γνωστή ημερομηνία, πάντως πριν από τη σύλληψή του στις 14-10-2000". Επίσης για την πληρότητα της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης για την αγορά κάποιας ναρκωτικής ουσίας δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται η ταυτότητα του πωλητή, ούτε το ύψος του καταβληθέντος τιμήματος, αλλά αρκεί ότι υπάρχει συμφωνία περί του τελευταίου. Άλλωστε στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της πληττόμενης απόφασης, ομολόγησε κατά την απολογία του ενώπιόν του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου της ουσίας την πράξη της αγοράς απ' αυτόν των ναρκωτικών ουσιών που καταλήφθηκε να κατέχει (βλ. αρχή 6ης σελίδας της προσβαλλόμενης απόφασης), ο δε αναφερόμενος ως τόπος τέλεσή του (άγνωστη περιοχή των Αθηνών) δεν δημιουργεί κάποια αμφισβήτηση ως προς την τοπική αρμοδιότητα των δικαστηρίων των Αθηνών που εκδίκασαν την προκειμένη υπόθεση. Εντεύθεν ουδεμία ακυρότητα επήλθε κατά τη διαδικασία που συνέβη στο ακροατήριο και ειδικότερα ο κατηγορούμενος στερήθηκε κάποιο υπερασπιστικό του δικαίωμα προς απόκρουση των σε βάρος του κατηγοριών. Γι'αυτό η σχετική αιτίαση με την οποία διατείνεται ο αναιρεσείων ότι πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση για τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α ΚΠΔ λόγο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη. Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος για απόρριψη του αυτοτελούς ισχυρισμού του περί αγοράς και κατοχής των ναρκωτικών ουσιών για δική του αποκλειστική χρήση, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον τον ισχυρισμό αυτόν απέρριψε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία (δεν ήταν πλέον τοξικομανής και δεν προσήλθε να εξετασθεί σχετικά από τον νόμιμα ορισμένο πραγματογνώμονα), ενώ κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, πλήττεται απαραδέκτως η ως άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατά το άρθρο 99 παρ. 1 του ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 3 του ν. 2479/1997, "αν κάποιος, που δεν έχει καταδικασθεί αμετακλήτως για κακούργημα ή πλημμέλημα σε περιοριστική της ελευθερίας ποινή ανωτέρα των έξι μηνών, με μια μόνη ή με περισσότερες αποφάσεις, που οι ποινές δεν υπερβαίνουν συνολικώς το ανωτέρω όριο, καταδικασθεί σε τέτοια ποινή που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη, το δικαστήριο με την απόφασή του, διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής για ορισμένο διάστημα, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από τρία και ανωτέρω από πέντε έτη, εκτός αν κρίνει, με βάση ειδικά μνημονευόμενα στην αιτιολογία στοιχεία, ότι η εκτέλεση της ποινής κατά το άρθρο 82 είναι απολύτως αναγκαία για να αποτρέψει τον κατάδικο από την τέλεση νέων αξιοποίνων πράξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έχει υποχρέωση να ελέγξει ακόμη και χωρίς αίτημα τη συνδρομή των προϋποθέσεων αναστολής εκτέλεσης της ποινής η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο έτη και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν αρνητική κρίση του. Τα παραπάνω ισχύουν και στην περίπτωση που έχει επιβληθεί στον κατάδικο ποινή φυλάκισης μέχρι δύο ετών για το έγκλημα της εμπορίας ναρκωτικών. Και τούτο διότι, η απαγόρευση της αναστολής της ποινής που επιβλήθηκε για εμπορία ναρκωτικών με το άρθρο 2 του ν. 1941/1991, που αντικατέστησε το άρθρο 82 του Π.Κ. και όριζε στην παράγραφο 11 αυτού ότι "μετατροπή ή αναστολή της ποινής ... δεν επιτρέπεται για τις ποινές που επιβάλλονται για την εμπορία ναρκωτικών", δεν ισχύει πλέον, αφού αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2207/1994 και πλέον δεν απαγορεύει η νέα διατύπωση της παραγράφου 11 του άρθρου 82 την αναστολή μιας τέτοιας ποινής. Εξάλλου, για τα ναρκωτικά ο ν. 1729/1987 δεν διαλαμβάνει απαγόρευση αναστολής εκτέλεσης της ποινής, ενώ ο ν. 2331/1995, στο άρθρο 21 παρ. 1 ε' ρητώς αναφέρεται στις διατάξεις του Έκτου Κεφαλαίου του Π.Κ. και επιφυλάσσει δυνατότητα "υποχρεωτικής αναστολής" ποινής εκτέλεσης στα άτομα που παρακολουθούσαν προγράμματα ψυχικής απεξάρτησης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει προαναφερθεί ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών σε φυλάκιση 2 ετών για τα εγκλήματα της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία τους. Περαιτέρω όμως το Δικαστήριο αυτό αντί να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις αναστολής εκτέλεσης της ποινής αυτής, η οποία είναι ίση με δύο (2) έτη, δεν προέβη σε καμμία τέτοια έρευνα, χωρίς να μετατρέψει την ποινή αυτή φυλάκισης σε χρηματική, εφαρμόζοντας ως προς το τελευταίο τη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 11 του Π.Κ. (που αποκλείει τη μετατροπή της ποινής σε περιπτώσεις καταδίκης για το έγκλημα εμπορίας ναρκωτικών). Έτσι όμως ενεργώντας το δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του, ήτοι παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του.
Συνεπώς, πρέπει κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η ΚΠΔ τρίτου λόγου της κρινομένης αίτησης αναίρεσης, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι το μέρος που αφορά τη μη αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που έχει επιβληθεί στο αναιρεσείοντα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση κατά το μέρος τούτο στο ανωτέρω Δικαστήριο, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν κρίνει προηγουμένως (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2197/2008 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος που αφορά τη μη αναστολή εκτέλεσης της ποινής των δύο (2) ετών που επιβλήθηκε με αυτήν στον αναιρεσείοντα. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση κατά το ως άνω μέρος στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που τη δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή