Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 943 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.




Περίληψη:
Επιταγή. Λόγοι αναιρέσεως: Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, απόλυτη ακυρότητα. Απορρίπτεται η αναίρεση, διότι η απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Προς υποβολή εγκλήσεως νομιμοποιείται και ο εξ αναγωγής υπόχρεος. Από τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2, 63 και 68 παρ. 2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα όταν ο παραστάς ως εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπος άλλου δεν είχε την αναγκαία εξουσία εκπροσωπήσεως ή αντιπροσωπεύσεως.




ΑΡΙΘΜΟΣ 943/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία της Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φραγκίσκο Κοτσώνη, περί αναιρέσεως της 16633/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγουσα Ανώνυμη Εταιρεία "ΠΟΥΛΙΑΔΗΣ ΑΕΒΕ", με τον διακριτικό τίτλο "ΜΙΚΡΟΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και που στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σώλο.

Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Ιουνίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1096/2007.

Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των ως άνω διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Ως προς τις αποδείξεις δε, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, εσφαλμένη δε ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται όταν τούτο δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη. Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η' περ. δ' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως συνιστά και η υπέρβαση εξουσίας, η οποία υπάρχει, εκτός άλλων περιπτώσεων, και όταν το δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο για έγκλημα, για το οποίο δεν υποβλήθηκε η απαιτούμενη έγκληση (άρθρο 56 ΚΠΔ).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της 16633/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το εν λόγω Δικαστήριο κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, που σχηματίστηκε από τα μνημονευόμενα σε αυτήν κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι αποδείχθηκε ότι στον αναφερόμενο στο διατακτικό της παρούσας τόπο και χρόνο εξέδωσε την επίδικη τραπεζιτική επιταγή, ποσού 200.000 δρχ. (μεταχρονολογημένη), σε διαταγή της εγκαλούσας "ΠΟΥΛΙΑΔΗΣ και ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΑΕΒΕ", πληρωτέα από την Τράπεζα Πειραιώς. Η εν λόγω επιταγή, της οποίας, η ως άνω εγκαλούσα εταιρία είναι νόμιμη κομίστρια ως λήπτρια, εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα προς πληρωμή, στις 23.6.03, διά του προστηθέντος υπαλλήλου της Υ1 ενεργούντος του τελευταίου για λογαριασμό αυτής (εγκαλούσας) και όχι ατομικά (δεν απεδείχθη εξάλλου προσωπική απαίτηση του κατά του κατηγορουμένου) και δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων, απορριπτόμενου συνακολούθως του συναφούς προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου". Ακολούθως, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι "στην Αθήνα την 30.6.2003, εξέδωσε με πρόθεση επιταγή, που δεν πληρώθηκε στον κομιστή, γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα την επιταγή με αριθ. ...(μεταχρονολογημένη) για να πληρωθεί από την ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ, για ευρώ 200.000 σε διαταγή της εγκαλούσας "ΠΟΥΛΙΑΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΑΕΒΕ". Και αφού παρουσιάστηκε την 23.6.2003 στην πληρώτρια Τράπεζα, δεν πληρώθηκε γιατί δεν υπήρχε αντίκρισμα". Με αυτά που δέχθηκε το δίκασαν ανωτέρω Δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του πιο πάνω εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω αναφερόμενες και αναλυόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, που ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις, με αποτέλεσμα να μη στερήσει την απόφαση του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, ως προς τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής, γίνεται ειδική αναφορά, τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της, στον δόλο και στη γνώση του κατηγορουμένου για την έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων, τόσο κατά τον χρόνο της εκδόσεως, όσο και για τον χρόνο εμφανίσεως για την πληρωμή της επιταγής. Περαιτέρω, ορθώς, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η εγκαλούσα ήταν ο τελευταίος κομιστής των επιταγών και όχι ο Υ1, ο οποίος εμφάνισε την επιταγή προς είσπραξη στην Τράπεζα ως εκπρόσωπος και εντολοδόχος της εγκαλούσας πολιτικώς ενάγουσας και για λογαριασμό της τελευταίας, ο δε σχετικός λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τον οποίο το δικαστήριο έπρεπε να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη, διότι η πολιτικώς ενάγουσα, ως εξ αναγωγής υπόχρεος δεν νομιμοποιούνταν στην υποβολή της εγκλήσεως, είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού το δικαστήριο της ουσίας, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι η πολιτικώς ενάγουσα και εγκαλούσα ήταν τελευταία κομίστρια και όχι εξ αναγωγής υπόχρεος. Αλλά και στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι τελευταίος κομιστής ήταν ο ως άνω Υ1 και η εγκαλούσα εξ αναγωγής υπόχρεος, τότε, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 5 του Νόμου 5960/1933, όπως αυτό ίσχυε μετά την προσθήκη σε αυτό της παραγράφου 5 με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. Α του Νόμου 2408/1996 και στην παράγραφο 5 εδαφίου με το άρθρο 22 του Νόμου 2721/1999, η εγκαλούσα εταιρεία και ως εξ αναγωγής υπόχρεος, που πλήρωσε την επιταγή, είχε δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, εκδότη για έκδοση ακάλυπτης επιταγής (ΟλΑΠ 23/2007). Επίσης το δικαστήριο της ουσίας δεν υπερέβη αρνητικά την εξουσία του, με το να μη κηρύξει τη με βάση την έγκληση αυτή ασκηθείσα εναντίον του ποινική δίωξη απαράδεκτη, ούτε δημιουργήθηκε απόλυτη ακυρότητα με το ότι το Τριμελές Πλημμελειοδικείο δέχθηκε την παράσταση της πολιτικής αγωγής από τον Υ1, για λογαριασμό της εγκαλούσας εταιρείας, χωρίς αυτός να έχει οριστεί ως νόμιμος εκπρόσωπος της και χωρίς το Δικαστήριο να ζητήσει να προσκομισθούν έγγραφα, αποδεικνύοντα την ιδιότητα του εκπροσώπου της εταιρείας, διότι, πέραν από το γεγονός ότι από τα πρακτικά, τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, προκύπτει ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή αντίρρηση εκ μέρους του εκπροσωπούντος τον κατηγορούμενο συνηγόρου του, σύμφωνα με όσα αναφέρονται παραπάνω, από τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2, 63 και 68 παρ. 2 του ΚΠΔ προκύπτει ότι δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα όταν ο παραστάς ως εκπρόσωπος ή αντιπρόσωπος άλλου δεν είχε την αναγκαία εξουσία εκπροσωπήσεως ή αντιπροσωπεύσεως. Ενόψει όλων αυτών, είναι φανερό ότι και οι τρεις ανωτέρω λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε', Η' περ. δ' και Δ' του ΚΠΔ αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι και ως τέτοιοι απορριπτέοι.
ΕΠΕΙΔΗ, μετά από όλα αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και ο αναιρεσείων να καταδικαστεί στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ) και στα δικαστικά έξοδα της πολιτικώς ενάγουσας (άρθρο 176 ΚπολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 1 Ιουνίου 2007 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου ..., κατά της 16.633/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220 €) και στα δικαστικά έξοδα της πολιτικώς ενάγουσας, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια ευρώ (500 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ