Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 965 / 2008    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Υπέρβαση εξουσίας, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Ναρκωτικά. Αναίρεση καταδικαστικής απόφασης με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Υπάρχει αιτιολογία. Υπέρβαση εξουσίας. Δεν κατέστη χείρονα η θέση του αναιρεσείοντος. Δεν επήλθε ακυρότητα από την ανάγνωση της καταθέσεως του προανακριτικού υπαλλήλου-αστυνομικού, που συνέπραξε στη σύλληψή του και δεν εναντιώθηκε ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του στην ανάγνωσή της. Απορρίπτει.





Αριθμός 965/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή και Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κακαρούνα, για αναίρεση της με αριθμό 983/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Μαρτίου 2007 αίτησή του, καθώς και στο από 17 Δεκεμβρίου 2007 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 552/2007.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως..

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου, για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις, οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να αναγράφεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ των. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Ε'του Κ.Π.Δ, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου για το λόγο, ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, που ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να αποβαίνει ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης που, σε δεύτερο βαθμό δίκασε και την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, αναιρετικά κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " ο κατηγορούμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 13 μέχρι 23 Ιουλίου 2003, χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών και να μην μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις (βλ. την από ....... έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ιατροδικαστή ........), αγόρασε, όχι αποκλειστικά για δική του χρήση, όπως αβασίμως ισχυρίζεται, αλλά με σκοπό την εμπορία, αφού αυτός είχε στην κατοχή του και ζυγαριά CORONA, κατέχουσα για τη ζύγιση ναρκωτικών, από άγνωστο άτομο 565 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, αντί τιμήματος 250 ευρώ. Στη συνέχεια, από την πιο πάνω ποσότητα, πώλησε στις 23 Ιουλίου 2003 στον ...... 13 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, αντί τιμήματος δέκα(10) ευρώ, ενώ κατείχε από την υπόλοιπη ποσότητα 500 γραμμάρια σε πλαστική σακούλα στο κάθισμα του κρεβατιού του και 50 γραμμάρια συσκευασμένη σε πλαστική σακούλα κρυμμένα μέσα σε μια ηλεκτρική σκούπα, όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε γι' όλα τα παραπάνω ο μάρτυρας αστυνομικός Γ1 (βλ. την από 24-7-2003 ένορκη κατάθεσή του). Πρέπει, επομένως ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για αγορά, κατοχή και πώληση από την ίδια ποσότητα, όπως στο διατακτικό, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2α του Π.Κ, που του αναγνωρίστηκε πρωτοδίκως". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για τις πράξεις της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, από μη τοξικομανή, με σκοπό την εμπορία και του επέβαλε ποινή καθείρξεως πέντε (5) ετών. Με τις παραδοχές της αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει την επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω αδικημάτων, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις,(άρθρα 14, 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94 παρ.1 του ΠΚ και άρθρα 4 παρ. 1,3 Πίν. Α' αρ. 5 και 5 παρ.1 περ. β και ζ' του Ν.1729/1987), τις οποίες σωστά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, αιτιολογεί με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκεκριμένα αιτιολογείται η παραδοχή, ότι ο αναιρεσείων δεν είχε αποκτήσει την έξη της χρήσεως των ναρκωτικών ουσιών, κρίση την οποία στήριξε, από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, και οπωσδήποτε όχι μόνο από την έκθεση ιατροδικαστικής πραγματογνωμοσύνης που αναγνώστηκε, όπως αβασίμως ισχυρίζεται αυτός. Επίσης, με πλήρη ανάλυση και σαφήνεια, προσδιορίζονται τα περιστατικά εκείνα που προέκυψαν και επιστηρίζουν την κρίση του Δικαστηρίου, ότι την ποσότητα των 550 γραμμαρίων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, που καταλήφθηκε αυτός να κατέχει, την κατείχε με σκοπό την εμπορία, αφού προόριζε να την διαθέσει σε τρίτους, έναντι οιουδήποτε ανταλλάγματος, και οπωσδήποτε όχι μόνο από το γεγονός, που αυτός αβασίμως υποστηρίζει, της ανευρέσεως δηλαδή του ζυγού ακριβείας. Περαιτέρω, δεν υφίσταται ασάφεια, ούτε αντιφατικές παραδοχές από το γεγονός που αυτός επικαλείται, ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, φέρεται να έχει πωλήσει ποσότητα 13 γραμμαρίων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, ταυτόχρονα γίνεται δεκτό ότι πώλησε ολόκληρη την ποσότητα. Τούτο γιατί, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και ειδικότερα του αιτιολογικού της, προκύπτει αναμφισβήτητα ότι γίνεται δεκτό πως ο αναιρεσείων πώλησε μόνο ποσότητα 13 γραμμαρίων, που αποτελούσε μέρος της ίδιας ποσότητας των 565 γραμμαρίων της ναρκωτικής ουσίας αντί 10 ευρώ, και όχι το υπόλοιπο αυτής, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, την οποία οπωσδήποτε προόριζε να διαθέσει σε τρίτους έναντι οιουδήποτε ανταλλάγματος.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'του Κ.Π.Δ, πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και ο αντίστοιχος των πρόσθετων λόγων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' και ήδη, μετά το άρθρο 50 παρ. 4 του Ν. 3160/30-6-2003, στοιχείο Η' του ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης της καταδικαστικής απόφασης, δημιουργεί και η υπέρβαση εξουσίας εκ μέρους του εκδόσαντος αυτήν δικαστηρίου, η οποία συντρέχει, όταν το δικαστήριο άσκησε εξουσία, που δεν του παρέχεται από τον νόμο, αυτό δε συμβαίνει και όταν το επί της έφεσης του καταδικασθέντος δικάσαν δικαστήριο χειροτέρευσε, παρά την απαγόρευση του άρθρου 470 ΚΠΔ, την θέση του εκκαλέσαντος καταδικασθέντος, ενώ τέτοια χειροτέρευση του τελευταίου επέρχεται και όταν το Εφετείο τον καταδίκασε για έγκλημα βαρύτερο εκείνου, για το οποίο είχε καταδικασθεί με την πρωτόδικη απόφαση, έστω και αν δευτεροβαθμίως επιβάλλεται η ίδια ή ακόμη και μικρότερη από την πρωτοδίκως καταγνωσθείσα ποινή. Εξ' άλλου, το έγκλημα είναι βαρύτερο, εφόσον η, για τούτο αφηρημένως υπό του νόμου, απειλούμενη, ως προς το ελάχιστο ή και ως προς το ανώτατο, όριο, ποινή είναι μεγαλύτερη της για το άλλο έγκλημα απειλούμενης τοιαύτης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από την επιτρεπτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο των εγγράφων της δικογραφίας, για τον έλεγχο του παραδεκτού ή του βασίμου ή όχι κάποιου λόγου αναίρεσης, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων, κρίθηκε ένοχος, ως μη τοξικομανής, των πράξεων: α) της αγοράς β) της κατοχής και γ) της πώλησης ναρκωτικών ουσιών, με σκοπό την εμπορία, χωρίς όμως τις επιβαρυντικές περιστάσεις του άρθρου 8 του ν.1729/1987, όπως τροποποιήθηκε και του επιβλήθηκε η ποινή της καθείρξεως των πέντε (5) ετών. Για την ποινικώς αυτή αξιόλογη αδικοπραξία η απειλούμενη, όσον αφορά το ελάχιστο αυτής όριο, ποινή είναι κάθειρξη τουλάχιστον δέκα(10)έτη και χρηματική ποινή ενός εκατομμυρίου (1.000.000) μέχρι εκατό εκατομμυρίων (1000.000.000) δραχμών, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 εδάφιο β' και ζ' του ν, 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν.2161/1993. Ο αναιρεσείων που άσκησε έφεση, πρωτοδίκως, με την υπ' αριθμό 1543/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, είχε καταδικασθεί σε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών, για τα αυτά ως άνω αδικήματα της αγοράς, κατοχής και πώλησης κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών (άρθρα 4 παρ.1, 3 Πίν. Α, άρθρο 5 παρ.1 περ. β' και ζ' του ν.1729/1987), που απειλούνται, κατ' ελάχιστο όριο, με τα αυτά όρια ποινών. Κατόπιν αυτών, και με βάση τα προεκτεθέντα, το εκδόσαν την πληττόμενη απόφαση Πενταμελές Εφετείο Αθηνών δεν χειροτέρευσε την θέση του εκκαλέσαντος και ήδη αναιρεσείοντος καταδικασθέντος, στον οποίο επέβαλε μικρότερη, για τα ως άνω εγκλήματα, ποινή.
Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Η' του Κ.Π.Δ, δεύτερος των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 211 εδ. α' του Κ.Π.Δ, με ποινή ακυρότητας της επ' ακροατηρίου διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες κατά την αποδεικτική διαδικασία, όσοι άσκησαν και ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση. Η ακυρότητα που επέρχεται από την παράβαση αυτή είναι σχετική, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 171 παρ.1 του Κ.Π.Δ, καλυπτόμενη, επομένως, αν δεν προταθεί ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως διαπιστώνεται από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία (εκδοθείσα επί εφέσεως του αναιρεσείοντος κατά της υπ'αριθμό1543/2004 του Τριμελούς Εφετείου -Κακουργημάτων- Αθηνών), ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για τις αξιόποινες πράξεις της αγοράς, κατοχής και πώλησης κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών από μη τοξικομανή και με σκοπό την εμπορία, αναγνώσθηκε και η από 24-7-2003 προανακριτική κατάθεση του αστυνομικού Γ1. Ο αστυνομικός αυτός, όπως προκύπτει από τη με χρονολογία ..... έκθεση συλλήψεως, ναι μεν είχε προβεί στη σύλληψη του κατηγορούμενου- αναιρεσείοντος, δεν είχε όμως βεβαιώσει ο ίδιος στη σχετική έκθεση συλλήψεως, τις επ' αυτοφώρω καταληφθείσες ως άνω αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες παραπέμφθηκε και καταδικάσθηκε, και ούτε συνέταξε την από ...... " έκθεση σύλληψης και βεβαίωσης επ' αυτοφώρω", η οποία και αναγνώσθηκε. 'Οσον δε αφορά την ανάγνωση της προανακριτικής του κατάθεσης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αποφάσεως, δεν προβλήθηκε από μέρους του κατηγορουμένου- αναιρεσείοντος ή του παραστάντος συνηγόρου του, οποιαδήποτε αντίρρηση. Σύμφωνα με αυτά, από την ανάγνωση στο ακροατήριο του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, της καταθέσεως του αστυνομικού Γ1, ο οποίος σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει δεν άσκησε στην υπόθεση αυτή, προανακριτικά καθήκοντα, δεν δημιουργήθηκε οποιαδήποτε ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ.1 περ. Α του Κ.Π.Δ, προβαλλόμενος τρίτος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, για απόλυτη ακυρότητα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 Κ.Π.Δ)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με αριθμό 33/13-3-2007 έκθεση αναιρέσεως και τους επ' αυτής από 17-12-2007 πρόσθετους λόγους, του Χ1, και ήδη κρατουμένου των Δικαστικών Φυλακών Πατρών, κατά της υπ' αριθμό 983/12-4-2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 9 Απριλίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ