Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 2009 / 2009    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Κανονισμός αρμοδιότητας.




Περίληψη:
Επί παραπομπής για τοκογλυφία σε διαφορετικά δικαστήρια. Αίτηση κατηγορουμένου προς κανονισμό τοπικής αρμοδιότητας. Δέχεται ότι πρόκειται για κατ' εξακολούθηση πράξεις με αφορμή το ίδιο βιοτικό γεγονός. Καθορίζει ως αρμόδιο το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Πατρών.





Αριθμός 2009/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Παναγιώτη Ρουμπή, Γεώργιο Μπατζαλέξη και Χριστόφορο Κοσμίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 22 Σεπτεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του Χ, περί κανονισμού αρμοδιότητας δικαστηρίου. Η αίτηση αυτή με ημερομηνία 5.3.2009, που απευθύνεται στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 468/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή, με αριθμό 142/15.4.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
1-Εισάγω ενώπιόν σας, κατά το άρθρο 132 παρ.2 ΚΠΔ, την από 5-3-09 αίτηση του κατηγορουμένου Χ, για κανονισμό αρμοδιότητας μεταξύ του Τριμελούς Πλημμ/κείου Πατρών και του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, στα οποία έχει παραπεμφθεί για το έγκλημα της τοκογλυφίας [άρθρο 404 παρ. 2 περ. α ΠΚ], και εκθέτω τα ακόλουθα.
2-Κατά το άρθρο 132 παρ.1 ΚΠΔ αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξίσου αρμόδιων που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων αμφισβητείται η αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή εγκλήματα ή αν με βουλεύματα του ίδιου ή διαφορετικών συμβουλίων αποφασίσθηκε η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δυο ή περισσότερων εξίσου αρμόδιων δικαστηρίων, η αρμοδιότητα καθορίζεται ως εξής: 2.Το συμβούλιο εφετών, στην περιφέρεια του οποίου υπάγονται τα δικαστήρια ,μεταξύ των οποίων δημιουργήθηκε αμφισβήτηση, ή ο Άρειος Πάγος, αν υπάγονται σε διαφορετικά εφετεία, ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το εφετείο ή αν η σύγκρουση δημιουργήθηκε μεταξύ των κοινών ποινικών δικαστηρίων και των στρατιωτικών, προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο με αίτηση του κατηγορουμένου, του πολιτικώς ενάγοντος ή του εισαγγελέα ή του επιτρόπου ενός από τα πολλά αρμόδια δικαστήρια .Η αίτηση πρέπει να είναι νομότυπη και να απευθύνεται στον εισαγγελέα εφετών ή του Αρείου Πάγου. Ο αρμόδιος εισαγγελέας εισάγει την αίτηση στο συμβούλιο εφετών ή στον Άρειο Πάγο, που συνέρχεται σε συμβούλιο. Από τις διατάξεις του άρθρου αυτού συνάγεται ότι δεν ανακύπτει ζήτημα κανονισμού αρμοδιότητας στην περίπτωση των συναφών εγκλημάτων, όταν δηλ. τα δικαστήρια επιλήφθηκαν αρμοδίως διαφόρων συναφών μεταξύ τους εγκλημάτων, αλλά μόνον αν αμφότερα επιλήφθηκαν της ίδιας αξιόποινης πράξεως [ΑΠ 1012/84 ΠΧΡ. 85/160, ΑΠ 1227/84 ΠΧΡ 85/258]. Αν συνεπώς πρόκειται για δυο συναφή εγκλήματα που τελέσθησαν είτε υπό διαφορετικών προσώπων είτε υπό ενός και του αυτού προσώπου, τα οποία εκκρεμούν ενώπιον δυο διαφορετικών δικαστηρίων, δεν υπάρχει περίπτωση κανονισμού αρμοδιότητας, εφόσον αυτά δύνανται άνευ βλάβης να δικασθούν χωριστά, δεδομένου ότι η συνεκδίκαση απλώς επιτρέπεται, χωρίς και να επιβάλλεται. [Η. Γάφος Ποιν.Δικον. Α/του, ΑΠ 137/67]. Αν κατά των βουλευμάτων ή των αποφάσεων που δέχονται ή αρνούνται την αρμοδιότητα για το ίδιο έγκλημα προβλέπονται ένδικα μέσα, η αίτηση κανονισμού αρμοδιότητας δεν μπορεί να γίνει προτού οι αποφάσεις που κηρύσσουν την αναρμοδιότητα καταστούν τελεσίδικες ή στην περίπτωση του άρθρου 504 παρ.2 αμετάκλητες, όταν δηλ. πρόκειται για απόφαση που κηρύσσει το δικαστήριο υλικά αναρμόδιο, και που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση, διότι κατ' αυτής επιτρέπεται αναίρεση.[Α. Καρράς Ποιν.Δικ.Δ.2000 σελ.195].
3-Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών κατηγορούμενος έχει παραπεμφθεί ενώπιον των εξής δυο δικαστηρίων. Με το 381/08 τελεσίδικο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πατρών παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών για τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση, που τελέσθηκε κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, [άρθρα 98, 404 παρ. 2α, 3 ΠΚ], ενώ με το 12.420/07 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών παραπέμφθηκε, μαζί με τον Ζ, ο οποίος παραπέμπεται για απάτη στο δικαστήριο, στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, για απλή τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση,[άρθρα 98,404 παρ.2α ΠΚ].
Ειδικότερα, η κατηγορία για τοκογλυφία για την οποία παραπέμφθηκε στα προαναφερόμενα δικαστήρια συνίσταται από τα εξής περιστατικά:
Α-Στο Τριμελές Εφετείο Πατρών. Η κατ' εξακολούθηση τοκογλυφία, για την οποία παραπέμπεται στο Τριμελές Εφετείο Πατρών, συνίσταται στο ότι στην ... κατά το χρονικό διάστημα από 30-12-02 έως 30-8-05 τέλεσε τις εξής πράξεις:
Ο κατηγορούμενος που είχε στο παρελθόν προβεί ήδη σε δανεισμό του Ψ με το ποσό των 23.000.00 δρχ. (67.498,17 ευρώ), δια της καταβολής αυτού στην εταιρία με την επωνυμία "Διεθνείς Μεταφορές ... ΑΕ" σε εξόφληση ισόποσου εκτός συμβολαίου τιμήματος από την πώληση (στον Ψ) του υπ'αριθμ. κυκλ. ... ελκυστήρα μετ' επικαθήμενου, ενόψει του ότι ο ψ κατά τις αμέσως κατωτέρω ημεροχρονολογίες, για τις οποίες είχε συμφωνηθεί η τμηματική εξόφληση του παραπάνω δανείου δια της πληρωμής των υπ'αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., ..., ... και .... μεταχρονολογημένων επιταγών της Alpha Bank [ποσού 14.673 ευρώ, 5.869 ευρώ, 8.804 ευρώ, 5.869 ευρώ, 7.336 ευρώ, 8.804 ευρώ, 5.869 ευρώ και 10.271 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά 67.495 ευρώ, εκδόσεως του Ψ, σε χρέωση του ... λογαριασμού του, εις διαταγήν Φ (των οποίων ο κατηγορούμενος ήταν κάτοχος εξ οπισθογραφήσεως ήδη από το Δεκέμβριο του 2001, οπότε και συνήφθη το δάνειο)] καθώς και άλλων επιταγών που είχαν εκδοθεί σε ανανέωση και αντικατάσταση των αρχικών (των οποίων τα ειδικότερα στοιχεία δεν προέκυψαν από την ανάκριση), δεν είχε τα οικονομικά μέσα προς αποπληρωμή τους συμφώνησε (ο κατηγορούμενος) σε παράταση της προθεσμίας πληρωμής των κατωτέρω ποσών κεφαλαίου εκ δανείου, συνομολογώντας όμως συγχρόνως και λαμβάνοντας για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που υπερέβαιναν κατά πολύ το νόμιμο και θεμιτό ποσοστό του τόκου υπερημερίας των αντίστοιχων χρονικών διαστημάτων που ανέρχονταν από 30.3.2002 έως 5.12.2002 σε 11,25%, από 6.12.2002 έως 6.3.2003 σε 10,75%, από 7.3.2003 έως 5.6.2003 σε 10,50%, από 6.6.2003 έως 5.12.2005 σε 10%, από 6.12,2005 έως 7.3.2006 σε 10,25%, από 8.3.2006 έως 14.6.2006 σε 10,50%, από 15.6.2006 έως 8.8.2006 σε 10,75 % και από 9.8.2006 έως 30.8.2006 σε 11% .
Συνοπτικά παραπέμπεται για τις εξής πράξεις:Για παράταση του χρόνου λήξεως πιστωθέντων 9 επιμέρους ποσών συνομολόγησε με αντίστοιχες 9 ξεχωριστές δανειακές τοκογλυφικές συμβάσεις τοκογλυφικό τόκο, παίρνοντας τις κατωτέρω 9 ισόποσες μεταχρονολογημένες επιταγές, εκδόσεως του παθόντος Ψ.1-Στις 1-3-04 για παράταση εξόφλησης πιστωθέντος ποσού 10.640 Ε, για 8 μήνες συνομολόγησε τόκους 2.650 Ε, ήτοι με επιτόκιο 37% το έτος και 3,1 % το μήνα.2- Στις 1-10-04 για παράταση εξόφλησης πιστωθέντος ποσού 6.345Ε,για 4 μήνες, συνομολόγησε τόκους 795 Ε, ήτοι με επιτόκιο 37% το έτος και 3% το μήνα.3-Στις 7-11-05 για παράταση εξόφλησης πιστωθέντος ποσού 10.000 Ε για 10 μήνες συνομολόγησε τόκους 3.000 €, ήτοι με επιτόκιο 75% το έτος και 6,95% το μήνα. 4-Στις 30-11-05 για παράταση εξόφλησης πιστωθέντος ποσού 10.000 Ε, για 5 μήνες, συνομολόγησε τόκους 3.000 Ε, ήτοι με επιτόκιο 75% το έτος και 6,25% το μήνα. 5-Το Φεβρουάριο 2004 για παράταση πιστωθέντος ποσού 6.705 Ε για 5 μήνες συνομολόγησε τόκους 1.050 Ε, ήτοι με επιτόκιο 37% το έτος και 3,1% το μήνα.6-Για παράταση πιστωθέντος ποσού 5.870 για 4 μήνες συνομολόγησε τόκους 725 Ε, ήτοι με επιτόκιο 37% το έτος και 3,1% το μήνα.7-Στις 30-6-02 για παράταση πιστωθέντος ποσού 7.378Ε για 3 μήνες συνομολόγησε τόκους 670 Ε, ήτοι με επιτόκιο 37% το έτος και 3,1% το μήνα.8-Στις 30-3-02 για παράταση πιστωθέντος ποσού 39.585 Ε για 2 μήνες συνομολόγησε τόκο 2.375 Ε, ήτοι με επιτόκιο 36% το έτος και 3% το μήνα.9-Στις 30-9-04 για παράταση πιστωθέντος ποσού 6.345 Ε για 4 μήνες συνομολόγησε τόκους 795 Ε, ήτοι με επιτόκιο 37% το έτος και 3,1% το μήνα.
Β-Στο Τριμελές Πλημμ/κείο Αθηνών. Η τοκογλυφία, για την οποία παραπέμπεται στο Τριμελές Πλημμ/κείο Αθηνών συνίσταται από τα εξής περιστατικά: Ο κατηγορούμενος, Χ, στην ..., κατά το χρονικό διάστημα, μεταξύ 30ης Δεκεμβρίου 2002 και 30ης Αυγούστου 2005 (οι ακριβείς ημερομηνίες δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθούν, με μεγαλύτερη ακρίβεια, κατά την προδικασία), με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος, αφενός μεν, κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής δανείου, συνομολόγησε και πήρε, για τον εαυτό του, περιουσιακά ωφελήματα, που υπερέβαιναν, το κατά το νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου, αφετέρου δε, απαλλοτρίωσε, παραπέρα, τοκογλυφική απαίτηση, που απέκτησε κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής δανείου. Συγκεκριμένα, ως πρόεδρος του ΔΣ και νόμιμος εκπρόσωπος της εδρεύουσας στην ... (οδός ...), εταιρίας, με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΙ ... Α.Ε.", η οποία κατά την 5/12/2001, είχε πωλήσει, προς τον εγκαλούντα, Ψ, δυνάμει του υπ' αριθμ. ... είχε πωλήσει, προς εγκαλούντα, Ψ, δυνάμει του υπ'αριθμ. ... συμβολαιογραφικού πωλητήριου εγγράφου της Συμβολαιογράφου Αθηνών, Μαγδαληνής-Διονυσίας ΖΕΡΡΗ, το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ πετρελαιοκίνητο αυτοκίνητο - ελκυστήρα, μάρκας "DAF", με αριθμό πλαισίου "..." και αριθμό κινητήρα "..." μετά επικαθημένου, μάρκας "HOΟL", με αριθμό πλαισίου "..." αντί αναγραφόμενου στο ανωτέρω συμβόλαιο τιμήματος πώλησης, ποσού 5.190.000 δρχ. ή 15.231,11 € και αντί πραγματικού τιμήματος, ύψους 28.190.000 8ρχ ή 82,729,27 €, από το οποίο, ποσό 190.000 δρχ. ή 557.59 €. καταβλήθηκε σε μετρητά, κατά την υπογραφή του ανωτέρω συμβολαίου και ποσό 28.000.000 δρχ. ή 82.171,00 €, πιστωθέν, συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε δόσεις με την εκ μέρους τον εγκαλούντος - αγοραστή, Ψ, αφενός μεν, αποδοχή και παράδοση, σ' αυτόν, δέκα (10) συναλλαγματικών, ποσών 500.000 δρχ. ή 1.467,00 €, εκάστη και συνολικού ποσού 5.000.000 δρχ. ή 14.670,00 € και αφετέρου, έκδοση και παράδοση, σ' αυτόν, μέσω του μεσολαβητή της ανωτέρω πώλησης, Φ, των υπ'αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., Ο ..., ... και ...οκτώ (8) επιταγών της Τράπεζας "ALPHA BANK", ποσών 14.673,00, 5.869,00, 8.804,00, 5.869,00, 7,336,00, 8.804,00 10.271,00 και 5.869,00 €, αντίστοιχα και συνολικού ποσού 22.998.921,25 δρχ. ή 67.495,00 €, λόγω αδυναμίας έγκαιρης πληρωμής, εκ μέρους του ανωτέρω εγκαλούντος, των προαναφερόμενων αξιόγραφων και προκειμένου να παρατείνει, υπέρ του τελευταίου, την προθεσμία πληρωμής των ληξασών δόσεων του - κατά τα ανωτέρω - μέρους του πιστωθέντος τιμήματος ανωτέρω πώλησης, ύψους 28.000.000 δρχ. ή 82.171,00 € αρχικά, μέχρι την 30/3/2003 και στη συνέχεια μέχρι την 30/8/2005, συνομολόγησε, για τον εαυτό του, περιουσιακά ωφελήματα, συνολικού ύψους 33.998,00 € (ποσοστό τόκου 40%) μηνιαίως ή 41% ετησίως, περίπου), απαιτώντας και λαμβάνοντας, από τον εγκαλούντα, α) την υπ'αριθμ. .... επιταγή, εκδόσεώς του (του εγκαλούντος), επί της Τράπεζας "ALPHA BANK", ποσού 21.998,00 €, συρόμενη, επί του υπ' αριθμ. ... τραπεζικού λογαριασμού αυτού, σε διαταγή του μεσολαβητή της ανωτέρω πώλησης, Φ, η οποία, μέσω του τελευταίου, μεταβιβάσθηκε, με οπισθογράφηση και παράδοση, σ' αυτόν (τον ανωτέρω κατηγορούμενο), και β) την υπ' αριθμ. ... επιταγή, εκδόσεως και σε διαταγή του (του εγκαλούντος), επί της Τράπεζας "ALPHA BANK", ποσού 12.000,00 €, συρόμενη, επί του υπ'αριθμ. ... τραπεζικού λογαριασμού αυτού, η οποία μεταβιβάσθηκε με οπισθογράφηση και παράδοση, σ' αυτόν (τον ανωτέρω κατηγορούμενο) και μέσω αυτού, στον συγκατηγορούμενό του, Ζ (β' κατηγορούμενο). Το παραπάνω συνομολογηθέν, κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής μέρους του πιστωθέντος τιμήματος της ανωτέρω πώλησης, ύψους 28.000.000 δρχ. ή 82.171,00 €, ποσοστό τόκου υπερέβαινε, κατά πολύ, τα κατά τον νόμο θεμιτά ποσοστά τόκου υπερημερίας, 10,75%, 10,50% και 10% ετησίως, που ίσχυαv, τότε και κατά τα χρονικά διαστήματα, μεταξύ 30/12/2002 - 6/3/2003, 7/3/2003 - 5/6/2003 και 6/6/2003 - 30/8/2005, αντίστοιχα (με βάση το όρθρο 3§2 του Ν. 2842/2000, με το οποίο ορίζεται, ότι οι αναφορές σε θεσπιζόμενα, από την Τράπεζα της Ελλάδος, επιτόκια, που υπάρχουν σε νομοθετικές, διοικητικές, κανονιστικές διατάξεις ή σε συμβάσεις, αντικαθίστανται, από αναφορές στα αντίστοιχα επιτόκια της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σε συνδ. με την ΔΣ της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 5/6/2003). Ο ανωτέρω κατηγορούμενος, από το προαναφερόμενο ποσό τοκογλυφικών ωφελημάτων, πέτυχε να εισπράξει, σε μετρητά και με άλλες επιταγές, εκδόσεως του εγκαλούντος ή πελατών αυτού που ο τελευταίος υποχρεώθηκε να του παραδώσει, το ποσό των 5,291,42 €. Επιπλέον, ο ανωτέρω κατηγορούμενος, κατά το ίδιο ανωτέρω αναφερόμενο χρονικό διάστημα (30/12/2002 - 30/8/2005), απαλλοτρίωσε παραπέρα, το εκ 12.000,00 € μέρος της τοκογλυφικής απαίτησης του, συνολικού ύψους 33.998,00 €, που απέκτησε, κατά τις προαναφερόμενες παρατάσεις της προθεσμίας πληρωμής των ληξασών δόσεων του - κατά τα ανωτέρω - μέρους του πιστωθέντος τιμήματος της ανωτέρω πώλησης, ύψους 28.000,000 δρχ. ή 82.171,00 € , μέχρι την 30/3/2003 και εν συνεχεία, μέχρι την 30/8/2005, αφού μεταβίβασε, με οπισθογράφηση και παράδοση, στον συγκατηγορούμενό του, Ζ (β'κατηγορούμενο), την υπ' αριθμ. ... επιταγή, εκδόσεως και σε διαταγή του εγκαλούντος, επί της Τράπεζας "ALPHA BANK", ποσού 12.000,00 €, συρόμενη, επί του υπ' αριθμ. ... τραπεζικού λογαριασμού αυτού, την οποία είχε παραλάβει, αρχικά, ο ίδιος, από τον ανωτέρω εγκαλούντα, και η οποία, όπως γνώριζε κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, ενσωμάτωνε τοκογλυφικά ωφελήματα.
Συνοπτικά παραπέμπεται για τις εξής πράξεις: 1)-Για πιστωθέν ποσό 82.171 Ε, το οποίο συμφώνησε να εξοφληθεί άτοκα σε δόσεις με επιταγές:σε 10 ισόποσες, εκάστης του ποσού των 1.467,75 Ε και μιας των 2.943,70 Ε, και σε 8 των ποσών των 14.673, 5.869, 8.804, 5.869, 7.336, 8.804, 10.271 και 5.869, αντίστοιχα, συνολικού ποσού των 67.495 Ε. Συνομολόγησε για το ποσό αυτό των 67.495 Ε τοκογλυφικούς τόκους 33.998 Ε, παίρνοντας δυο επιταγές, εκδόσεως του παθόντος Ψ: α-την ... εκδόσεως της 30-3-03 ποσού 21.998 Ε β-την ...,εκδόσεως της 30-8-05,ποσού 12.000 Ε.2)-Εισέπραξε από τις παραπάνω τοκογλυφικές απαιτήσεις ποσό 5.291,42 Ε.3)-Απαλλοτρίωσε παραπέρα την τοκογλυφική απαίτηση.
4-Από όσα εκτέθηκαν προκύπτει ότι ο αιτών παραπέμφθηκε να δικασθεί στα ανωτέρω δικαστήρια για διαφορετικές πράξεις τοκογλυφίας, οι οποίες ναι μεν έχουν ως αφετηρία τη σύμβαση πωλήσεως ενός αυτοκινήτου που συνήφθη μεταξύ αυτού και του παθόντος, πλην όμως εκάστη κατηγορία που εκκρεμεί προς εκδίκαση στα ανωτέρω δυο δικαστήρια σύγκειται από διαφορετικά περιστατικά, από διαφορετικές πράξεις ούτως ώστε να μη γεννάται καμία σύγκρουση δικαιοδοσίας-καταφατική-από την εκδίκασή της καθεμιάς απ' αυτές από τα ως άνω διαφορετικά δικαστήρια, στα οποία έχουν παραπεμφθεί.
5-Κατ'ακολουθία, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου επιβάλλεται το μεν να απορρίψει την αίτηση ως εντελώς αβάσιμη, το δε να καταδικάσει τον αιτούντα σε πρόστιμο 50 Ε κατά το άρθρο 134 ΚΠΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΤΟ ΠΡΟΤΕΙΝΩΑ-Να απορριφθεί η από 5-3-09 αίτηση του κατηγορουμένου Χ, για κανονισμό αρμοδιότητας. ΚαιΒ-Να καταδικασθεί ο αιτών σε πρόστιμο 50 Ε.

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου ΠάγουΦώτιος Μακρής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 132 παρ. 1 και 2 ΚΠοινΔ, αν μεταξύ πολλών δικαστηρίων εξίσου αρμοδίων, που δεν υπάγονται το ένα στο άλλο [ή μεταξύ ανακριτικών υπαλλήλων] αμφισβητείται η αρμοδιότητα είτε για το ίδιο έγκλημα είτε για συναφή εγκλήματα ή αν με βουλεύματα του ιδίου ή διαφορετικών συμβουλίων αποφασίσθηκε η παραπομπή για το ίδιο έγκλημα στο ακροατήριο δύο ή περισσοτέρων εξίσου αρμοδίων δικαστηρίων, τότε, αν η σύγκρουση δημιουργήθηκε μεταξύ δικαστηρίων υπαγομένων σε διαφορετικά εφετεία ή αν ένα από τα δικαστήρια αυτά είναι το εφετείο, ο Άρειος Πάγος, που συνέρχεται σε συμβούλιο, προσδιορίζει το αρμόδιο δικαστήριο, με αίτηση του εισαγγελέως ενός από τα πολλά αρμόδια δικαστήρια ή του κατηγορουμένου ή του πολιτικώς ενάγοντος. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 14, 16, 17 και 98 ΠΚ, 72, 109 επ., 122 επ., 125, 129 ΚΠοινΔ, συνάγεται ότι : Α) Η σύγκρουση αρμοδιότητας ενδέχεται να είναι είτε καταφατική, όταν τα πλείονα δικαστήρια επιλαμβάνονται της υποθέσεως διότι θεωρούν εαυτά αρμόδια, οπότε ανακύπτει κίνδυνος εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων είτε αποφατική, όταν αυτά απέχουν διότι θεωρούν εαυτά αναρμόδια, οπότε ανακύπτει κίνδυνος αρνησιδικίας. Β) Τα δικαστήρια δεν υπόκεινται το ένα στο άλλο, όταν επιλαμβάνονται της υποθέσεως σε πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και όχι κατόπιν προσβολής της αποφάσεως του ενός ενώπιον του άλλου, με την άσκηση ενδίκου μέσου. Γ) Για το ίδιο έγκλημα πρόκειται, όταν υφίσταται ταυτότητα της πράξεως από άποψη υποκειμένου, αντικειμένου και εξωτερικών περιστάσεων τέλεσης αυτής και υπό την έννοια αυτή οι μερικότερες πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος αποτελούν ένα και το αυτό έγκλημα. Δ) Δεν συντρέχει περίπτωση κανονισμού της αρμοδιότητας, εάν έχει ήδη επιληφθεί το ένα δικαστήριο, είτε έχει εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση είτε απλώς οριστική, διότι στην περίπτωση αυτή το άλλο δικαστήριο, που επιλαμβάνεται δεύτερο, είναι υποχρεωμένο να κηρύξει απαράδεκτη την ποινική δίωξη λόγω είτε δεδικασμένου είτε εκκρεμοδικίας (άρθρο 57 παρ. 3 ΚΠοινΔ).
2.- Στην προκειμένη περίπτωση, από το περιεχόμενο της αίτησης και την επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με το 12420/31-8-2007 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ο αιτών -κατηγορούμενος, Χ, παραπέμπεται ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι στην ..., κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 30-12-2002 και 30-8-2005, με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, αφ' ενός κατά την παράταση προθεσμίας αποπληρωμής δανείου συνομολόγησε και πήρε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα, που υπερέβαιναν το κατά νόμο θεμιτό ποσοστό τόκου και αφ' ετέρου απαλλοτρίωσε παραπέρα τοκογλυφική απαίτηση, που είχε αποκτήσει κατά την παράταση της προθεσμίας πληρωμής δανείου. Συγκεκριμένα [σύμφωνα με το εν λόγω-κλητήριο θέσπισμα], ως πρόεδρος του ΔΣ και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας "Διεθνείς Μεταφορές ... ΑΕ", από την οποία ο εγκαλών ψ, δυνάμει του ... πωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαγδαληνής - Διονυσίας Ζερρή είχε αγοράσει ένα δημοσίας χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητο (ελκυστήρα μάρκας "DAF" με επικαθήμενο όχημα μάρκας "HOOL") με αριθμό κυκλοφορίας ...., αντί, δηλωθέντος τιμήματος 5.190.000 δραχμών και αντί πραγματικού τιμήματος 28.190.000 δραχμών, έναντι του οποίου είχε καταβληθεί μόνο μέρος 190.000 δραχμών, ενώ το υπόλοιπο είχε πιστωθεί προκειμένου να καταβληθεί σε δόσεις α) με την αποδοχή εκ μέρους του αγοραστή δέκα συναλλαγματικών ποσού 500.000 δραχμών εκάστης και συνολικώς 5.000.000 δραχμών για το δηλωθέν τίμημα και β) με την έκδοση εκ μέρους του αγοραστή και παράδοση προς την πωλήτρια εταιρία δια του μεσολαβητή Φ οκτώ μεταχρονολογημένων επιταγών διαφόρων ποσών, συρόμενες επί λογαριασμού τον οποίο διατηρούσε στην τράπεζα "ALPHA BANK" (αναφέρονται στο κλητήριο θέσπισμα κατά ποσό, αριθμό και αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως), συνολικού ποσού 67.495 ευρώ για το εκτός του συμβολαίου μέρος του τιμήματος (23.000.000 δραχμές), ο κατηγορούμενος, προκειμένου να χορηγήσει δύο παρατάσεις της προθεσμίας πληρωμής στον εγκαλούντα Ψ, που βρέθηκε σε οικονομική αδυναμία να εξυπηρετήσει εμπροθέσμως τις δόσεις του εν λόγω χρέους, συνομολόγησε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα συνολικού ποσού 33.998 ευρώ, ήτοι τέτοια που υπερβαίνουν το νόμιμο ποσοστό τόκου υπερημερίας διότι ανέρχονται σε 3,4% μηνιαίως ή 41% ετησίως, με το να υποχρεώσει τον οφειλέτη να εκδώσει α) την επιταγή με αριθμό ... της "ALPHA BANK" για ποσό 21.998 ευρώ, σε διαταγή του μεσολαβητή Φ, από τον οποίο στη συνέχεια μεταβιβάσθηκε στον κατηγορούμενο, με αναγραφείσα ημερομηνία εκδόσεως 30-3-2003, μέχρι της οποίας δόθηκε η πρώτη παράταση και β), την επιταγή με αριθμό ... της "ALPHA BANK" για ποσό 12.000 ευρώ, σε διαταγή, του κατηγορουμένου, από τον οποίο στη συνέχεια μεταβιβάσθηκε στον Ζ, με αναγραφείσα ημερομηνία εκδόσεως 30-8-2005, μέχρι της οποίας δόθηκε η δεύτερη παράταση. Ήτοι, με το ως άνω κλητήριο θέσπισμα, παραπέμπεται για τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση σε πλημμεληματική μορφή (ΠΚ 98 και 404 παρ.2).
3.- Περαιτέρω, από τα ίδια στοιχεία προκύπτουν και τα ακόλουθα: Με το 288/2008 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών, το οποίο κατέστη τελεσίδικο μετά την εκ μέρους του Συμβουλίου Εφετών Πατρών, με το 381/2008 βούλευμα, απόρριψη της εφέσεως που είχε ασκήσει ο κατηγορούμενος, ο αιτών Χ, παραπέμπεται ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Πατρών για να δικασθεί ως υπαίτιος του ότι στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από 30-3-2002 έως 30-11-2005, με περισσότερες από μία πράξεις που αποτελούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, κατά την παράταση προθεσμίας αποπληρωμής δανείου, συνομολόγησε και πήρε για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα, που υπερβαίνουν κατά πολύ το νόμιμο θεμιτό ποσοστό τόκου υπερημερίας. Συγκεκριμένα [σύμφωνα με το διατακτικό του παραπεμπτικού βουλεύματος], ο μεν κατηγορούμενος είχε δανείσει προς τον εγκαλούντα Ψ, το ποσό των 23.000.000 δραχμών (ήδη 67.498,17 ευρώ), δια καταβολής αυτού προς την εταιρία "Διεθνείς Μεταφορές ... ΑΕ", από την οποία ο Ψ είχε αγοράσει ένα δημοσίας χρήσεως φορτηγό αυτοκίνητο (ελκυστήρα με επικαθήμενο όχημα) με αριθμό κυκλοφορίας ..., εις εξόφληση ισόποσου εκτός συμβολαίου τιμήματος, ο δε εγκαλών είχε εκδώσει οκτώ μεταχρονολογημένες επιταγές διαφόρων ποσών, συρόμενες επί λογαριασμού τον οποίο διατηρούσε στην τράπεζα "ALPHA BANK" (αναφέρονται στο βούλευμα κατά ποσό, αριθμό και αναγραφόμενη ημερομηνία εκδόσεως), σε διαταγή του μεσολαβητή Φ από τον οποίο ήδη από το Δεκέμβριο 2001 είχαν μεταβιβασθεί στον κατηγορούμενο, συνολικού ποσού 67.495 ευρώ. Στη συνέχεια, όταν ο εγκαλών δεν είχε τα οικονομικά μέσα για την πληρωμή των εν λόγω επιταγών, ο κατηγορούμενος, προκειμένου να συμφωνήσει στην παράταση της προθεσμίας πληρωμής αυτών α) την 1-3-2004, για να δοθεί παράταση μέχρι 30-10-2004 σε μέρος 10.640 ευρώ του δανείου, συνομολόγησε ωφέλημα 2.650 ευρώ, που ενσωματώθηκε σε επιταγή της ΕΤΕ ποσού 3.700 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 30-6-2004, ήτοι επιτόκιο περίπου 37% ετησίως, β) την 1-10-2004, για να δοθεί παράταση μέχρι 30-1-2005 σε μέρος 6.345 ευρώ του δανείου, συνομολόγησε ωφέλημα 795 ευρώ, που ενσωματώθηκε σε επιταγή της ΕΤΕ ποσού 3.700 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 30-6-2004, ήτοι επιτόκιο περίπου 35% ετησίως, γ) την 7-11-2005, για να δοθεί παράταση μέχρι 30-8-2006 σε μέρος 10.000 ευρώ του δανείου, συνομολόγησε ωφέλημα 3.000 ευρώ, που καταβλήθηκε σε μετρητά, ήτοι επιτόκιο περίπου 75% ετησίως, δ) την 30-11-2005, για να δοθεί παράταση μέχρι 30-4-2006 σε μέρος 10.000 ευρώ του δανείου, συνομολόγησε ωφέλημα 3.000 ευρώ, που καταβλήθηκε σε μετρητά, ήτοι επιτόκιο περίπου 75% ετησίως, ε) σε μη εξακριβωθείσα ημέρα από τις αρχές Φεβρουαρίου μέχρι 23-2-2004, για να δοθεί παράταση μέχρι 30-7-2004 σε μέρος 6.705 ευρώ του δανείου, συνομολόγησε ωφέλημα 1.050 ευρώ, που ενσωματώθηκε σε επιταγή της ΕΤΕ ποσού 3.700 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 30-6-2004, ήτοι επιτόκιο περίπου 37% ετησίως, στ) την 30-6-2002, για να δοθεί παράταση μέχρι 30-10-2002 σε μέρος 5.870 ευρώ του δανείου, συνομολόγησε ωφέλημα 725 ευρώ, που καταβλήθηκε σε μετρητά, ήτοι επιτόκιο περίπου 37% ετησίως, ζ) την 30-3-2002, για να δοθεί παράταση μέχρι 30-6-2002 σε μέρος 7.338 ευρώ του δανείου, συνομολόγησε ωφέλημα 670 ευρώ, που καταβλήθηκε σε μετρητά, ήτοι επιτόκιο περίπου 37% ετησίως, η) την 30-10-2002, για να δοθεί παράταση μέχρι 30-12-2002 σε μέρος 39.585 ευρώ του δανείου, συνομολόγησε ωφέλημα 2.375 ευρώ, που καταβλήθηκε σε μετρητά, ήτοι επιτόκιο περίπου 36% ετησίως και θ) την 30-9-2004, για να δοθεί παράταση από 30-9 2002 μέχρι 30-1-2005 σε μέρος 6.345 ευρώ του δανείου, συνομολόγησε ωφέλημα 795 ευρώ, που ενσωματώθηκε σε επιταγή της ΕΤΕ ποσού 7.140 ευρώ, με αριθμό ... και ημερομηνία έκδοσης 30-1-2005, ήτοι επιτόκιο περίπου 37% ετησίως. Στις πράξεις αυτές ο κατηγορούμενος προέβη κατ' επάγγελμα, με σκοπό να πορισθεί εισόδημα, προς βιοπορισμό, ενεργώντας κατ' επανάληψη με βάση οργανωμένο σχέδιο και κατά συνήθεια, έχοντας αποκτήσει σταθερή ροπή προς τέλεση του εγκλήματος αυτού ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Ήτοι, με το ως άνω βούλευμα, παραπέμπεται για τοκογλυφία κατ' εξακολούθηση σε κακουργηματική μορφή (ΠΚ 98 και 404 παρ.2 και 3).
4.- Από την αντιπαραβολή της περιγραφής των πράξεων, για τις οποίες παραπέμπεται ο αιτών κατηγορούμενος, αφ' ενός ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και αφ' ετέρου ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Πατρών, προκύπτει ότι πρόκειται για πράξεις που φέρονται τελεσθείσες στην πρώτη περίπτωση στην ..., ενώ στη δεύτερη περίπτωση στην ... και που, αν και εμπίπτουν μέσα στο ίδιο, ευρύτερο χρονικό διάστημα, αναφέρονται σε διαφορετικούς επί μέρους χρόνους και στη συνομολόγηση διαφορετικών παρατάσεων της προθεσμίας προς πληρωμή δανείου. Έτσι, θα μπορούσε εκ πρώτης όψεως να υποτεθεί ότι, αν και σε όλες τις περιπτώσεις γίνεται λόγος περί τοκογλυφίας, πρόκειται για διαφορετικά εγκλήματα. Παρά ταύτα, μια εγγύτερη προσέγγιση του ζητήματος οδηγεί στη διαπίστωση ότι πρόκειται για πράξεις, οι οποίες σε όλες τις περιπτώσεις φέρονται τελεσθείσες από τον ίδιο δράστη (τον κατηγορούμενο Χ) κατά του ιδίου παθόντος (του εγκαλούντος Ψ) και με βάση το αυτό βιοτικό γεγονός (την εκ μέρους του εγκαλούντος αγορά του ... δημοσίας χρήσεως φορτηγού αυτοκινήτου από την πωλήτρια εταιρία "Διεθνείς Μεταφορές ... ΑΕ", με πίστωση του τιμήματος, ως προς την αποπληρωμή των τμηματικών δόσεων του οποίου ο αγοραστής είχε περιέλθει σε υπερημερία). Και περαιτέρω, σε όλες τις περιπτώσεις, ο κατηγορούμενος φέρεται ότι χορήγησε στον εγκαλούντα παράταση της προθεσμίας πληρωμής, απαιτών και λαμβάνων για τον εαυτό του περιουσιακά ωφελήματα που υπερέβαιναν το ανώτατο θεμιτό ποσοστό τόκου. Στο κλητήριο θέσπισμα, ο κατηγορούμενος χαρακτηρίζεται ως "πρόεδρος του ΔΣ και νόμιμος εκπρόσωπος της [πωλήτριας] εταιρίας", ενώ στο παραπεμπτικό βούλευμα ως το πρόσωπο, το οποίο ως δανειοδότης του εγκαλούντος κατάβαλε προς την πωλήτρια εταιρία το μέρος του τιμήματος, που είχε πιστωθεί χωρίς να αναγραφεί στο πωλητήριο συμβόλαιο. Και στη δεύτερη περίπτωση, όμως, από την αναφορά του επωνύμου του κατηγορουμένου στην επωνυμία της πωλήτριας εταιρίας, καθίσταται εμφανές ότι πρόκειται για πρόσωπο στενά συνδεδεμένο με αυτήν. Κατά συνέπεια, ύστερα από σωστό νομικό χαρακτηρισμό των πράξεων αυτών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι πρόκειται για πλείονες επί μέρους πράξεις ενός και του αυτού εγκλήματος, ήτοι της τοκογλυφίας σε κακουργηματική μορφή και όχι για αυτοτελή εγκλήματα. Το αν ο κατηγορούμενος ενήργησε στην ... ή στην ... ή και στις δύο πόλεις εκ περιτροπής ή το αν συνομολόγησε τα τοκογλυφικά ωφελήματα κατά τις δοθείσες παρατάσεις ως νόμιμος εκπρόσωπος της πωλήτριας εταιρίας ή ως προσωπικός δανειστής του εγκαλούντος (επειδή εξ ιδίων είχε προεξοφλήσει την πωλήτρια εταιρία), είναι ζητήματα τα οποία δύνανται να διευκρινισθούν κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία.
5.- Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού κανένα από τα ως άνω δικαστήρια δεν έχει εκδικάσει την υπόθεση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση για να γίνει ο εκ μέρους του κατηγορουμένου αιτούμενος καθορισμός της αρμοδιότητας. Η κρινόμενη αίτησή του πρέπει να γίνει δεκτή. Ως υποχρεωτικώς αρμόδιο για την εκδίκαση των πράξεων που αναφέρθηκαν πρέπει να ορισθεί το Τριμελές Εφετείο [Κακουργημάτων] Πατρών, το οποίο είναι το δικαστήριο στο οποίο υπάγεται καθ' ύλην η εκδίκαση των επί μέρους πράξεων υπό τη βαρύτερη εκδοχή αυτών. Οι πράξεις, που περιγράφονται στο κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, θα αποτελέσουν επί μέρους πράξεις του κατηγορητηρίου που διατυπώνεται στο παραπεμπτικό βούλευμα. Και το δικαστήριο, που θα εκδικάσει την υπόθεση, σε περίπτωση έκδοσης καταδικαστικής απόφασης, θα αποσαφηνίσει τις επί μέρους περιστάσεις και θα επαναδιατυπώσει ορθότερα τις επί μέρους πράξεις.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δεχόμενο την από 5-3-2009 αίτηση του κατηγορουμένου Χ, περί κανονισμού αρμοδιότητας.
Ορίζει το Τριμελές Εφετείο [Κακουργημάτων] Πατρών ως υποχρεωτικά αρμόδιο για να εκδικάσει την ποινική υπόθεση που αναφέρεται α) στο 12420/31-8-2007 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών και β) στο 288/2008 τελεσίδικο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πατρών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ