Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 145 / 2010    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία.




Περίληψη:
Κακουργηματική απάτη κατά συν-αυτουργία. Αναίρεση κατά παραπεμπτικού βουλεύματος για έλλειψη αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου. Απαράδεκτος ο λόγος περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδείξεων. Απόρριψη δύο συναφών αιτήσεων αναίρεσης συναυτουργών κατά του ίδιου βουλεύματος για τους ως άνω λόγους.




Αριθμός 145/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Παναγιώτη Ρουμπή - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 551/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ3, 2) Χ4, 3) Χ5, 4) Χ6 και 5) Χ7.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Ιουνίου 2009 και 4 Ιουνίου 2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 950/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Μαύρος εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιο Κατσιρώδη με αριθμό 310/23.09.2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Ι. Eισάγω στο Συμβούλιό Σας, σύμφωνα με το ά. 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.: α) την 119/4-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ2, κατοίκου ..., η οποία ασκήθηκε για λογαριασμό του από την δικηγόρο Αθηνών Αγ. Συρίδου σύμφωνα με την από 3-6-2009 νομότυπη εξουσιοδότηση προς αυτήν που προσκόμισε και προσαρτάται, κατά του 551/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και β) την 138/26-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του Χ1, κατοίκου ..., η οποία ασκήθηκε για λογαριασμό του από την δικηγόρο Αθηνών Αγ. Συρίδου σύμφωνα με την από 25-6-2009 νομότυπη εξουσιοδότηση προς αυτήν που προσκόμισε και προσαρτάται, κατά του ίδιου 551/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, και εκθέτω τα ακόλουθα:
ΙΙ. Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το 2281/2004 βούλευμα του παρέπεμψε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών τους κατηγορουμένους 1) Χ3, 2) Χ2, 3) Χ4, 4) Χ1, 5) Χ5, 6) Χ6 και 7) Χ7, για να δικαστούν οι μεν τέσσερις πρώτοι για απάτη από κοινού από δράστες που ενεργούν κατ' επάγγελμα το δε συνολικό όφελος υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και οι λοιποί για άμεση συνεργεία στην άνω απάτη από δράστες. ενεργούν κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος άνω των 15,000 ευρώ. Κατά του παραπάνω βουλεύματος οι κατηγορούμενοι 1) Χ3, 2) Χ2, 3) Χ4, 4) Χ1, 5) Χ5, 6) Χ6 και 7) Χ7, άσκησαν τις από 18-6-2004, 18-6-2004, 18-6-2004, 18-6-2004, 17-6-2004, 29-6-2004, 17-6-2004 αντίστοιχα εφέσεις τους που έχουν κατατεθεί με αριθμούς 314/2004, 315/2004, 316/2004, 317/2004, 328/2004, 337/2004 και 327/2004 ζητώντας τα όσα αναφέρονται σ' αυτές. Οι εφέσεις αυτές απορρίφθηκαν στην ουσία τους με το 3107/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο μάλιστα συμπλήρωσε το πρωτόδικο βούλευμα με την μορφή που αναφέρεται σ' αυτό . Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν αναίρεση οι 1) Χ3, 2) Χ4 και 3) Χ2, κάτοικοι ..., η οποία έγινε δεκτή με την 2114/2006 απόφαση του Δικαστηρίου Σας σε Συμβούλιο. Μετά από αυτά εκδόθηκε το 795/2007 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο απέρριψε και πάλι τις εφέσεις ως αβάσιμες στην ουσία και διόρθωσε το πρωτόδικο βούλευμα με την μορφή που αναφέρεται σ' αυτό. Κατά του παραπάνω βουλεύματος άσκησε αναίρεση ο κατηγορούμενος Χ2, κάτοικος ..., η οποία έγινε δεκτή με την 1392/2008 απόφαση του Δικαστηρίου Σας σε Συμβούλιο. Ύστερα από αυτά εκδόθηκε το 551/2009 βούλευμα του ίδιου Συμβουλίου Εφετών το οποίο απέρριψε τις παραπάνω εφέσεις ως αβάσιμες στην ουσία τους και διόρθωσε το πρωτόδικο βούλευμα με την μορφή που αναφέρεται σ' αυτό. Κατά του τελευταίου αυτού βουλεύματος 551/2009 στρέφονται ήδη οι δύο παραπάνω αναιρεσείοντες Χ2 και Χ1. Το βούλευμα αυτό επιδόθηκε: Α) στον πρώτο αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στις 17-6-2009, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό του ειδικού φρουρού ... του Α.Τ. ..., και Β) στον αντίκλητο δικηγόρο του Χ. Σαμαρά στις 29-5-2009, όπως προκύπετι από το αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ..., και αυτός στις 4-6-2009 εμπρόθεσμα, δηλ. εντός της προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση (αθρ. 473 παρ. 1 του ΚΠΔ), άσκησε την παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών δια της πληρεξουσίου δικηγόρου του Α. Συρίδου, σύμφωνα με την από 3-6-2009 νομότυπη εξουσιοδότησή του προς αυτήν που προσκόμισε και προσαρτάται. πρωτοδίκου βουλεύματος. Το ίδιο βούλευμα επιδόθηκε: Α) στον δεύτερο αναιρεσείοντα κατηγορούμενο στις 17-6-2009, όπως προκύπτει από το σχετικό αποδεικτικό του ειδικού φρουρού ... του Α.Τ. ..., και Β) στον αντίκλητο δικηγόρο του Χ. Σαμαρά στις 29-5-2009, όπως προκύπτει από το αποδεικτικό επιδόσεως της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών ..., και αυτός στις 26-6-2009 εμπρόθεσμα, δηλ. εντός της προβλεπόμενης δεκαήμερης προθεσμίας από την επίδοση (αρθ. 473 παρ. 1 του ΚΠΔ), άσκησε την παραπάνω αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών δια της πληρεξουσίου δικηγόρου του Α. Συρίδου, σύμφωνα με την από 25-6-2009 νομότυπη εξουσιοδότησή του προς αυτήν που προσκόμισε και προσαρτάται. Οι κατηγορούμενοι με τις παραπάνω αιτήσεις αναιρέσεώς τους στρέφονται κατά του τελεσιδίκου αυτού βουλεύματος, που τους παρέπεμψε για κακούργημα (αρθ. 482 παρ. 1 και 2 του ΚΠΔ), και ζητούν την εξαφάνισή του για: α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (αρθ. 484 παρ. 1 στοιχ. β' και ε' του ΚΠΔ). Επειδή οι αιτήσεις αυτές αναιρέσεως είναι νομότυπες, εμπρόθεσμες και παραδεκτές πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν στην ουσία τους.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (ΑΠ 1636/2006 ΠΧ' 2007.734, ΑΠ 1167/2006 ΠΧ' 2007.429). Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ (ΑΠ 1521/2006, ΑΠ 1321/2006 ΤΝΠ ΔΣΑ). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές (ΑΠ 1944/2003). Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα (ΑΠ 1073/2006, ΑΠ 1560/2002 ΠΧ' 2003.536, ΑΠ 1011/2000 ΠΧ' 2001.244). Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση (ΑΠ 2253/2002 ΠΧ'2003.795). Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή τέτοιας διάταξης συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αληθινά στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/2002 ΠΧ'2002 .689, ΑΠ 510/2002 ΠΧ' 2003 . 24, ΑΠ 1335/95 ΠΧ' 1996. 358).
ΙV. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμά του, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό πρόταση του Εισαγγελέα, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων σε συνδυασμό με την απολογία του κατηγορουμένου και τα υπόλοιπα έγγραφα, προέκυψαν τα ακόλουθα ουσιώδη και κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει του από 22/1/1990 συμφωνητικού, συστήθηκε η εδρεύουσα στον ... και επί της οδού ... αρ. ... ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Ε-1 O.E." ενώ, με την από 22.7.2000 τροποποίηση του καταστατικού της, ορίσθηκαν ως συνδιαχειριστές αυτής (εταιρείας) και εκπρόσωποι της οι κατηγορούμενοι - εκκαλούντες Χ3, Χ2, Χ4 και Χ1, με την σημείωση ότι ο κατηγορούμενος - εκκαλών Χ3 μπορούσε και μόνος του να εκπροσωπεί την εταιρεία. Με την υπ' αριθμ. 28206/206/98/Ν2601/98/ 31.7.1998 απόφαση του Υφυπουργού Αναπτύξεως, η ως άνω εταιρεία υπήχθη στις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 2601/98 για ειδική επένδυση της επιχειρήσεως παραγωγικής δαπάνης συνολικού ύψους 90.000.000 δραχμών και ειδικότερα για αγορά συγκεκριμένου μηχανολογικού εξοπλισμού. Με την υπ' αριθμ. 12793/9-8-2000 απόφαση του αυτού ως άνω Υφυπουργού Αναπτύξεως και κατόπιν της από 1.6.2000 (12793) αιτήσεως της περί ης πρόκειται ομόρρυθμης εταιρείας, τροποποιήθηκε η προαναφερθείσα απόφαση της 31-7-1998 και εγκρίθηκε η αντικατάσταση του μηχανολογικού εξοπλισμού της ειδικής επενδύσεως που προαναφέρθηκε, χωρίς, όμως, αύξηση του κόστους αυτής (επενδύσεως). Κατόπιν τούτων, η παραπάνω ομόρρυθμη εταιρεία, προμηθεύθηκε, μέσω της εδρεύουσας στην ... Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης "Δ.Τ. MAC ΕΠΕ" μηχανολογικό εξοπλισμό, Ιταλικής προελεύσεως και ειδικότερα προμηθεύθηκε: α) μια αυτόματη μονταριστική μηχανή πόντας, του οίκου MOLINA BIANCHI MOD SICRON ZEROISE, με αριθμό σειράς παραγωγής ..., αντί του χρηματικού ποσού των ογδόντα επτά εκατομμυρίων (87.000.000) δραχμών και β) μία μηχανή προετοιμασίας φοντιού, του οίκου B.D.F. MOD. UPB, με αριθμό σειράς παραγωγής ..., αντί του χρηματικού ποσού των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) δραχμών. Για τις πωλήσεις - προμήθειες, που προαναφέρθηκαν, εκδόθηκαν το υπ' αριθμ. .../20.10.2000 τιμολόγιο πωλήσεως, και το υπ' αριθμ. .../19.10.2000 δελτίο αποστολής. Τα μηχανήματα μετέφερε στις εγκαταστάσεις της, περί ης ο λόγος ομόρρυθμης εταιρείας, η μεταφορική εταιρεία ALISPED ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ έναντι του ποσού των 382.098 δραχμών, καταβλήθηκαν δε για έξοδα της μεσολαβήσασης τραπέζης εργασίας 250.000 δραχμές. Την 8.12.2000, η παραπάνω Ομόρρυθμη Εταιρεία, υπέβαλε αίτηση στον Υφυπουργό Ανάπτυξης, για την ολοκλήρωση της επενδύσεως και την οριστικοποίηση του κόστους αυτής. Την 18.12.2000, με την υπ' αριθμ. ΑΠ 27134 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, εγκρίθηκε η συγχώνευση της "Ε-1 O.E." με την εταιρεία "Ε-2 O.E.", άνευ αλλαγής της μετοχικής συνθέσεως της και υπό τον όρον ότι, η νέα επιχείρηση που θα προέκυπτε από την συγχώνευση, θα είχε την μορφή Ε.Π.Ε. Τελικά, με την υπ' αριθμ. ΑΠ 7625/ΔΒΕ 1365/29.3.2001 απόφαση ολοκληρώσεως του Υφυπουργού Αναπτύξεως, παρατάθηκε ο χρόνος πραγματοποίησης της επένδυσης μέχρι την 20.12.2000, οριστικοποιήθηκε το ενισχυόμενο κόστος της επενδύσεως στο ύψος των 90.000.000 δραχμών και το ύψος της επιχορηγήσεως στο ποσό των 36.000.000 δραχμών (ποσοστό 40% του συνολικού ύψους της ενισχυόμενης επενδύσεως), ενώ ορίσθηκε, η 9.11.2000, ως ημερομηνοχρονολογία ολοκληρώσεως της επενδύσεως και καταβλήθηκε αμέσως, από το Δημόσιο, ως επιχορήγηση το ποσόν των 36.000.000 δραχμών. Εκ των υστέρων και για την νομιμότητα της γενομένης επενδύσεως, διενεργήθη έλεγχος από αρμοδίους υπαλλήλους του Σ.Δ.Ο.Ε, και αφού συγκεντρώθηκαν στοιχεία μετά από επιμελή έρευνα, που έγινε σχετικά με την εταιρεία "Ε-3 ΕΠΕ", στην επιχείρηση Δ. Τ MAC ΕΠΕ, που προμήθευσε στην ως άνω επιχείρηση "Ε-3 ΕΠΕ" τα παραπάνω αναφερόμενα μηχανήματα, την μεταφορική επιχείρηση "ALISPED ΕΑΑΑΣ ΕΠΕ", που μετέφερε τον παραπάνω μηχανολογικό εξοπλισμό απευθείας από την Ιταλία στην Ελλάδα, την εταιρεία "KYS TRADING LIMITED" και τη τράπεζα EUROBANK - ERGASIAS S.A. διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: Η αυτόματη μονταριστική μηχανή πόντας του οίκου MOLINA BIANCHI MOD SICRON ZEROISE, με αριθμόν σειράς παραγωγής ..., πωλήθηκε από την Ιταλική επιχείρηση MOLINA BIANCHI SPA στην Αγγλική εταιρεία KYS TRADING LIMITID VAT ... αντί ποσού 141.705.297 Ιταλικών λιρετών ή 24.937.723 δραχμών, εκδοθέντος του υπ' αριθμ. .../13.10.2000 τιμολογίου πωλήσεως και αποσταλείσης αυτής (μηχανής) απ' ευθείας από την Ιταλία στην Ελλάδα, με παραλήπτρια την "Δ.Τ. MAC ΕΠΕ", μέσω της μεταφορικής επιχειρήσεως ALISPED - ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ, που εξέδωσε για την μεταφορά του μηχανήματος, το υπ' αριθμ. .../27.11.2000 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών (Τ.Π.Υ). Την ιδίαν ημέραν της αγοράς του παραπάνω μηχανήματος (13.10.2000) η προμνησθείσα αγοράστρια αυτού Αγγλική εταιρεία, τιμολόγησε αυτό στην "Δ.Τ. MAC ΕΠΕ", με το υπ' αριθμ. .../13.10.2000 τιμολόγιο, αντί του ποσού των 82.600.000 δραχμών, η τελευταία δε ("Δ.Τ. MAC ΕΠΕ") μεταπώλησε αυτό, με το υπ' αριθμ. .../20.10.2000 τιμολόγιο της, στην "Ε-1 O.E.", δηλαδή στην εταιρεία των 1ου, 2ου, 3ου και 4ου κατηγορουμένων, αντί του χρηματικού ποσού των 87.000.000 δραχμών. To κόστος μεταφοράς του μηχανήματος και τα έξοδα της Τραπέζης (πληρωμή μέσω Τραπέζης από την KYS TRAIDING LIMITED) ανήλθαν στο ποσό των 431.825 δραχμών (269.473 δρχ. μεταφορικά και 162.352 δρχ. έξοδα Τράπεζας). Δηλαδή, η εταιρεία των 1ου, 2ου, 3ου και 4ου κατηγορουμένων, προμηθεύθηκε τελικώς το παραπάνω μηχάνημα από την MAC ΕΠΕ αντί 87.000.000 δραχμών και συνεπώς σε τιμή 248,87%, υψηλότερη της αρχικής τιμής πωλήσεως από την Ιταλική εταιρεία. Επίσης, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, η μηχανή προετοιμασίας φοντιού του οίκου B.D.F MOD. UPB, με αριθμό σειράς παραγωγής ..., πωλήθηκε από την Ιταλική επιχείρηση OFFICINA MECCANICA B.D.F. SRL στην Αγγλική επιχείρηση KYS TRADING LIMITED, με τo uπ' αριθμ. .../12.10.2000 τιμολόγιο, αντί 1.071.736 δραχμών και εστάλη απ' ευθείας από την Ιταλία στην Ελλάδα, με παραλήπτρια την "Δ.Τ. MAC ΕΠΕ", μέσω της ιδίας ως άνω μεταφορικής επιχειρήσεως ALISPED - ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ, που εξέδωσε για την μεταφορά του μηχανήματος το υπ' αριθμ. .../27.11.2000 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, ύψους 112.625 δραχμών. Την ίδια ημέρα αγοράς του μηχανήματος (12-10-2000) η Αγγλική Εταιρεία, πώλησε αυτό στην "Δ.Τ. MAC ΕΠΕ", με το υπ' αριθμ. .../12.10.2000 τιμολόγιο και αντί 2.600.000 δραχμών και η "Δ.Τ. MAC ΕΠΕ" το μεταπώλησε στην εταιρεία "Ε-1 O.E.", με το υπ' αριθμ. .../20.10.2000 τιμολόγιο πωλήσεως, αντί 3.000.000 δραχμών. Ενόψει αυτών, προκύπτει ότι το πρώτο μηχάνημα, που πωλήθηκε από την ρηθείσα Ιταλική επιχείρηση αντί 24.937.723 δραχμών, το προμηθεύθηκε η "Ε-1 O.E." αντί 87.000.000 δραχμών, δηλαδή σε τιμή κατά 248,87% υψηλότερη της τιμής πωλήσεως από την Ιταλική επιχείρηση, όπως ήδη έχει ανωτέρω επισημανθεί, και το δεύτερο μηχάνημα το προμηθεύθηκε αντί ποσού 3.000.000 δραχμών, δηλαδή σε τιμή 179,92% μεγαλύτερη της τιμής πωλήσεως του. Η Αγγλική Εταιρεία KYS TRADING LIMITED και η "Δ.Τ. MAC ΕΠΕ" έχουν ως διαχειριστές τα αυτά πρόσωπα και ειδικότερα τους, υπό στοιχ. 5°, 6° και 7° στην αρχή του παρόντος μνημονευομένους κατηγορουμένους, έχουν δε οι ειρημένες, ως άνω εταιρίες ως αποκλειστικό αντικείμενο των εργασιών τους, την συνεργασία, τους με εταιρείες που συμμετέχουν σε προγράμματα με επιχορηγήσεις του Δημοσίου και την μεταπώληση των αγοραζομένων μηχανημάτων, προκειμένου να καλύπτονται οι δικές τους συμμετοχές και να ωφελούνται παρανόμως από την διαφορά της επιχορηγήσεως. Οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος κατηγορούμενοι γνώριζαν: α) ότι οι 5ος, 6ος και 7ος κατηγορούμενοι είχαν συστήσει στην αλλοδαπή την εταιρεία "KYS TRADING LIMITED", η οποία μεσολάβησε στην προκειμένη περίπτωση για την πώληση των επιμαχων μηχανημάτων από την ιταλική εταιρεία MOLINA BIANCHI στην εταιρεία D.T MAC ΕΠΕ, β) ότι η πώληση από την ως άνω Ιταλική Εταιρεία προς την παράκτια εταιρεία "KYS TRADING LIMITED" των παραπάνω μηχανημάτων ήταν κατώτεροι της τελικός και μάλιστα ότι πολώθηκαν αντί ποσού 26.009.459 δραχμών, και γ) ότι οι παραπάνω εταιρείες D.T MAC ΕΠΕ και "KYS TRADING LIMITED" ασχολούνταν με την πώληση μηχανολογικού εξοπλισμού για επιχορηγούμενες επιχειρήσεις και δ) ότι υπήρχε συμπαιγνία μεταξύ των τελευταίων εταιρειών "KYS TRADING LIMITED" και "D.T MAC ΕΠΕ", προς την οποία η πρώτη διέθεσε αφενός μεν την αυτόματη μηχανή μονταρίσματος, έναντι ποσού 82.600.000 δραχμών, αφετέρου δε τη δεύτερη μηχανη αντί του τιμήματος των 3.000.000 δραχμών. Έτσι, οι τέσσερις πρώτοι (υπό στοιχ. 1, 2, 3, 4) κατηγορούμενοι, δηλαδή οι Χ3, Χ2, Χ4 και Χ1, με την μεθόδευση των εταιρειών των λοιπών (5ου, 6ου και 7ου) κατηγορουμένων, δηλαδή των Χ5, Χ6 και Χ7, πέτυχαν την εξαπάτηση του Ελληνικού Δημοσίου και εισέπραξαν παράνομα επιχορήγηση 36.000.000 δραχμών, σε τρόπον ώστε, όχι μόνον δεν διέθεσαν ούτε "μία δραχμή", κατά το κοινώς λεγόμενον, για την αγορά των μηχανημάτων, αλλά και εισέπραξαν επί πλέον 9.740.541 δραχμές, με όλα τα έξοδα τους πληρωμένα. Όλοι οι κατηγορούμενοι, ενήργησαν μεθοδικά και μέσω πλειόνων ενδιαμέσων εταιρειών, γεγονός το οποίο καθιστούσε δυσχερή την διαπίστωση της παράνομης συμπεριφοράς τους, τούτο δε, εν συνδυασμώ προς την χρησιμοποιηθείσα απ' αυτούς υποδομή, αποδεικνύει την εκ μέρους τους μέρους των κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος της απάτης, καθώς, εξ αυτής (απάτης), προκύπτει ευθέως και αβιάστως σκοπός πορισμού εισοδήματος. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των περί ων πρόκειται κατηγορουμένων, ότι δηλαδή δεν τέλεσαν τα αποδιδόμενες σ' αυτούς πράξεις της απάτης και της άμεσης συνδρομής στην απάτη για τους αναλυτικώς στο εκκαλούμενο βούλευμα εκτιθέμενους λόγους στους οποίους και το Συμβούλιο αυτό αναφέρεται προς αποφυγή επαναλήψεων κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ως προς τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των 5ου, 6ου και 7ου κατηγορουμένων θα πρέπει να τονισθούν και τα ακόλουθα: Οι ειρημένοι κατηγορούμενοι αρνούνται την υπερτιμολόγηση των συγκεκριμένων μηχανών. Πλέον συγκεκριμένα προβάλλουν ότι η "KYS TRADING LIMITED" αγόρασε την μηχανή SICRON ZEROISE στην βασική της μορφή, πλην όμως προέβη σε αναβάθμιση της με την τοποθέτηση σ' αυτή (μηχανή) πρόσθετων εργαλείων και πρόσθετης εγκαταστάσεως ειδικών προγραμμάτων στο λογισμικό της. Η ως άνω αναβάθμιση, διατείνονται, ότι έγινε από την εταιρεία SKYLINE MANAGEMENT SA, με την οποίαν συνεργάζονται και ότι για τις εργασίες αναβαθμίσεως, η ενεργήσασα αυτές εταιρεία, απέτισε και εισέπραξε το χρηματικό ποσόν των 136.000 $ U.S.A. (48.280.000 δρχ.). για το οποίον (ποσόν) εκδόθηκαν το υπ' αριθμ. .../7-12-2000 προτιμολόγιο και το υπ' αριθμ. .../28-12-2000 συγκεντρωτικό τιμολόγιο, συνολικής αξίας 430.000 $ U.S.A. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι εγένετο αναβάθμιση και στην μηχανή επεξεργασίας φοντιού, που αγοράστηκε και αυτή στην βασική της μορφή. Οι ως άνω ισχυρισμοί των ειρημένων κατηγορουμένων κρίνονται αβάσιμοι αφού α) τα παραπάνω μηχανήματα, αμέσως μετά την αγορά τους από την εταιρεία "KYS TRADING LIMITED", εστάλησαν σαν απ' ευθείας από την Ιταλία στην Ελλάδα, β) από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι εγένετο πράγματι η προβαλλόμενη αναβάθμιση των μηχανημάτων, και ότι περαιτέρω ότι είχεν ζητηθεί τοιαύτη αναβάθμιση και γ) στα παραστατικά της εταιρείας SKYLINE MANAGEMENT (που φέρεται ως διενεργήσασα την αναβάθμιση) που επικαλούνται οι κατηγορούμενοι και σε σχέση προς την μηχανή SICRON ZEROISE, δεν αναγράφεται ο αριθμός της σειράς παραγωγής της μηχανής αυτής και συνεπώς δεν προκύπτει ότι τα ειρημένα παραστατικά αφορούν το συγκεκριμένο μηχάνημα. To χρηματικό ποσόν που παρανόμως ωφελήθηκε η εταιρεία "Ε-1 O.E." (μετέπειτα Ε-3 ΕΠΕ, ως εκτέθηκε παραπάνω), καθώς και οι διαχειριστές της υπό στοιχ. 1, 2, 3 και 4 κατηγορούμενοι, τόσον εξ' ιδίων αυτών ενεργειών όσον και εκ των ενεργειών των υπό στοιχ. 5, 6 και 7 συγκατηγορουμένων τους, δεν ανέρχεται στο ύψος των 9.740.541 δραχμών (36.000.000 δραχμές η επιχορήγηση, μείον 26.009.459 δραχμές το κόστος των μηχανημάτων, μείον 250.000 δραχμές τα έξοδα Τραπέζης, μείον 382,098 δραχμές τα μεταφορικά έξοδα), όπως εσφαλμένα έγινε δεκτό με το προσβαλλόμενο βούλευμα, και τούτο γιατί, η επιχορήγηση του Δημοσίου χορηγείται επί της αξίας των μηχανημάτων που αγοράζονται, ανέρχεται σε ποσοστό 40% επί της αξίας αυτών και ουδεμία σχέση με την επιχορήγηση έχουν τα οιαδήποτε καταβαλλόμενα έξοδα. Έτσι, και, κατά τα προεκτεθέντα, εγκρίθηκε και καταβλήθηκε επιχορήγηση 36.000.000 μηχανημάτων 90.000.000 X 40%). Η επιχορήγηση, όμως, που δικαιούνταν η "Ε-1 O.E." ανέρχεται σε 10.403.783 δραχμές (αξία αγορασθέντων μηχανημάτων 26.009.459 X 40%) και συνεπώς το χρηματικό ποσό του παρανόμου οφέλους ανέρχεται σε 25.596.217 δρχ. (διαφορά μεταξύ της εισπραχθείσης επιδοτήσεως των 36.000.000 δραχμών και της τοιαύτης των 10.403.783 δραχμών και έδει να εισπράξει), δηλαδή ποσό που υπερβαίνει τα 25 εκατομμύρια δραχμές ή 73.000 ευρώ και επομένως, οι πράξεις των κατηγορουμένων εμπίπτουν στην παράγραφο 3β' του άρθρου 386 Π.Κ. και όχι στην περίπτωση της παραγράφου 3α που έχουν υπαχθεί. Επειδή, όμως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών με το εκκαλούμενον Βούλευμα δεν έδωσε τον προσήκοντα και εκ των πραγματικών δεδομένων της υποθέσεως προκύπτοντα νομικό χαρακτηρισμόν των πράξεων των κατηγορουμένων, υπό την έννοια της μη υπαγωγής αυτών στην ορθή ουσιαστική ποινική διάταξη, πρέπει το δευτεροβάθμιο αυτό Συμβούλιο να πράξει αυτό, κατά το άρθρο 317 ΚΠΔ, μη επερχόμενης εντεύθεν ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας. Ενόψει αυτών, πρέπει να χαρακτηρισθεί η αποδιδομένη στους υπό στοιχ. 1, 2, 3,4 κατηγορουμένους αξιόποινη πράξη, ως απάτη, από δράστες που ενεργούν κατ' επάγγελμα, με συνολικό όφελος υπερβαίνον τα 73.000 ευρώ και η εις τους υπό στοιχ. 5, 6 και 7 κατηγορουμένους αποδιδομένη αξιόποινη πράξη ως άμεση συνέργεια στην προμνησθείσα απάτη, από δράστες που ενεργούν κατ' επάγγελμα, με συνολικόν όφελος υπερβαίνον τα 73.000 ευρώ (άρθρα 13 περ. στ', 26 §1α, 27, 46 § 1 περ. 45, 386 § § 1,3, περ. β Π.Κ.) και να διορθωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να αντικατασταθεί 1) το ποσόν των 15.000 ευρώ με το ποσόν των 73.000 ευρώ: α) στην προτελευταία σειρά της πρώτης σελίδας του 6ου φύλλου β) στην δευτέρα σειρά της δευτέρας σελίδας του 6ου φύλλου γ) στην εβδόμη σειρά της δευτέρας σελίδας του Ίου φύλλου, δ) στην δεκάτη σειρά της πρώτης σελίδας του 9ου φύλλου ε) στην τρίτη σειρά της δευτέρας σελίδας του 9ου φύλλου, στ) στην δεκάτη ογδόη σειρά της πρώτης σελίδος του 10ου φύλλου και 2) το ποσόν των 9,740.541 δραχμών με το ποσόν των 25.000.000 δραχμών: α) στην έκτη σειρά της πρώτης σελίδος του 9ου φύλλου β) στην δεκάτη πέμπτη σειρά της πρώτης σελίδος του 10ου φύλλου. Σημειώνεται εδώ ότι κατ' επάγγελμα τέλεση απάτης δυνατόν να υπάρχει και οσάκις το ποσόν του συνολικού οφέλους ή της συνολικής ζημίας, υπερβαίνει το τοιούτον των 73,000 ευρώ , της περιπτώσεως της παραγράφου 3α του άρθρου 386 ΠΚ απλώς οριοθετούσης το ελάχιστο από πλευράς ποσού όριο της θεμελιώσεως κατ' επάγγελμα τελούμενης απάτης. Ενόψει των όσων προεκτέθηκαν, προκύπτουν αποχρώσεις ενδείξεις ενοχής κατά των μεν των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου κατηγορουμένων για απάτη από κοινού, κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος υπερβαίνον το ποσό τω 73.000 ευρώ επειδή στην ... κατά την 8.12.2000 με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου με την γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και ειδικότερα αποκομίζοντας όφελος άνω των 73.000 ευρώ και ειδικότερα επειδή στις 8.12.2000 κατέθεσαν αίτηση στον Υφυπουργό Ανάπτυξης με την οποία ζήτησαν ως μέλη της εταιρείας "Ε-1 ΟΕ (και μετέπειτα Ε-3 ΕΠΕ) η επιχορήγηση των 36.000.000 δραχμών, η οποία έπρεπε να τους δοθεί για την αγορά δύο μηχανών που χρειάζονταν για τη λειτουργία της εταιρείας και με την αίτηση τους αυτή παρέστησαν ψευδώς στον ως άνω Υφυπουργό ότι ολοκληρώθηκε η επένδυση και ότι αγοράστηκαν δυο μηχανήματα για 90.000.000 δρχ. τα οποία και καταβλήθηκαν με ίδια συμμετοχή της εταιρείας 54.000.000 δρχ. και ότι επίσης κατέβαλαν και το ποσό της επιχορήγησης, το οποίο ζήτησαν να τους αποδοθεί, ενώ τα παραπάνω γεγονότα που παρέστησαν ήταν ψευδή καθώς τα όσα αναγράφηκαν στο .../20.10.2000 τιμολόγιο και .../19.10.2000 δελτίο αποστολής με τα οποία αγοράστηκαν τα μηχανήματα ήταν υπερτιμολογημενες, κατά τα εκτεθέντα ειδικότερα παραπάνω. Οι παραπάνω (1ος, 2ος, 3ος, 4ος) κατηγορούμενοι ενεργούσαν δε κατ' επάγγελμα καθώς από την υποδομή που δημιούργησαν με την μεθόδευση της χρησιμοποίησης της εταιρίας MAC ΕΠΕ και της προαναφερθείσης Αγγλικής εταιρίας με πρόθεση επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σκοπός των δραστών για πορισμό εισοδήματος. Επίσης, προέκυψαν αποχρώσεις ενδείξεις κατά των λοιπών κατηγορουμένων για άμεση συνδρομή στην παραπάνω κακουργηματική απάτη των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου κατηγορουμένων, αφού οι τελευταίοι στην ... κατά την 8.12.2000 με πρόθεση παρείχαν άμεση συνδρομή στους δράστες άδικης πράξης κατά την διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση αυτής. Και ειδικότερα όντες νόμιμοι εκπρόσωποι των εταιριών MAC ΕΠΕ και της Αγγλικής εταιρίας KYS TRADING LIMITED με πρόθεση παρείχαν άμεση συνδρομή στους κατηγορουμένους Χ3, Χ2, Χ4 και Χ1, δράστες της κακουργηματικής απάτης όπως αυτή αναφέρεται παραπάνω, ενεργώντας κατ' επάγγελμα καθώς από την υποδομή που είχαν δημιουργήσει με την σύσταση τω εταιρειών σε διαφορετικές χώρες, συνεργαζόμενες με εταιρίες που λάμβαναν επιχορηγήσεις από το Ελληνικό Δημόσιο, συσκοτίζοντας και καθιστώντας δυσχερή τη παρακολούθηση της αγοραπωλησίας των μηχανημάτων, προκύπτει ο σκοπός πορισμού εισοδήματος. Κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων κατά κατηγορία, που αναφέρθηκαν παραπάνω, προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι Χ3, Χ2, Χ4 και Χ1) θέλησαν με τη μεθόδευση των εταιρειών των υπολοίπων κατηγορουμένων (Χ5, Χ6, Χ7) να πετύχουν την εξαπάτηση του ελληνικού δημοσίου και όχι μόνο να μη δώσουν δραχμή για τη συμμετοχή των και να αγοράσουν χωρίς κανένα κόπο και με χρήματα του Ελληνικού Δημοσίου τα μηχανήματα, αλλά και να εισπράξουν επί πλέον χρήματα. Χρησιμοποίησαν τις δύο ΕΠΕ προκειμένου να δώσουν νομιμοφάνεια στις ενέργειές τους και ευελπιστώντας ότι ουδέποτε οι ελεγκτικοί μηχανισμοί του Ελληνικού Δημοσίου θα προχωρούσαν σε τόσο ενδελεχείς ελέγχους, ώστε να φθάσουν στην αποκάλυψη της κακουργηματικής απάτης. Ενήργησαν με μέθοδο και μέσω πολλών εταιριών, που κατ' αυτούς θα κάλυπταν τις ενέργειές τους χωρίς να αφήσουν τη δυνατότητα σε απλούς ελέγχους να διαπιστώσουν το μέγεθος της παράνομης συμπεριφοράς τους. Η υποδομή χρησιμοποίησαν αποδεικνύει την κατ' επάγγελμα τέλεση εγκλήματος της απάτης καθώς εξ αυτής προκύπτει αβίαστα ο σκοπός πορισμού εισοδήματος. Η παράνομη ενέργεια των κατηγορουμένων είναι άλλωστε δεδομένη και αυταπόδεικτη από την απλή αντιπαραβολή των αριθμών και από την τεράστια διαφορά στην αρχική τιμή πωλήσεως και σε αυτήν που παρουσίασαν στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Ανάπτυξης.. Από τα άνω διαλαμβανόμενα προκύπτει σαφώς ότι το πληττόμενο βούλευμα αναφέρει όλα εκείνα τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της κακουργηματικής απάτης και της άμεσης συνδρομής σ' αυτής. Θα πρέπει τέλος να αναφερθεί ότι το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης από κοινού και της άμεσης συνδρομής στην τελευταία, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, βάσει των οποίων έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς (αποχρώσες) ενδείξεις που στηρίζουν την κατηγορία εναντίον των κατηγορουμένων για την συγκεκριμένη πράξη. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στη μείζονα σκέψη, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί να προσδιορίζονται απλώς κατά κατηγορία, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Κατόπιν αυτών, το Συμβούλιο αυτό κρίνει ότι η ένδικη υπόθεση είναι απαραίτητο ενόψει της υπάρξεως αποχρωσών ενδείξεων να οδηγηθεί σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών για να εκδικαστεί. Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικασθεί για υπεξαίρεση σε βαθμό κακουργήματος. Το βούλευμα αυτό του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με αυτά που δέχθηκε και ακολούθως απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επειδή: α) εκθέτει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος της απιστίας σε βαθμό κακουργήματος β) αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους υπήγαγε αυτά στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 386 εδαφ. α' και β' του Π.Κ., γ) ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη αυτή, χωρίς να την παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα ρητώς εκθέτει ότι οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι: α) ήθελαν να επωφεληθούν από την υπαγωγή της εταιρείας τους σε επιδοτούμενο πρόγραμμα β) ήθελαν να εμφανίσουν τα δύο μηχανήματα που θα αγόραζαν με αυξημένη αξία πολύ μεγαλύτερη της πραγματικής ώστε να εισπράξουν μεγαλύτερη επιδότηση γ) γνώριζαν λόγω του επαγγέλματός τους την αγορά των μηχανημάτων, τα εργοστάσια παραγωγής τους και τις πραγματικές τιμές που αυτά τα πουλούσαν δ) για να υλοποιήσουν το σχέδιό τους αυτό αναζήτησαν και βρήκαν τους συγκατηγορούμενούς τους οι οποίοι ανέλαβαν να τους παραδώσουν τα μηχανήματα που ζητούσαν με αυξημένες τιμές δυσανάλογες της πραγματικής τους αξίας ε) παρέλαβαν τα μηχανήματα αυτά με τις προδιαγραφές που ζητούσαν , δηλ. με αναγραφόμενη αξία μεγαλύτερη της πραγματικής για μεν το πρώτο μηχάνημα κατά 248,87 % για δε το δεύτερο μηχάνημα κατά 179,92 % στ) την εικονική αυτή υπερτιμολόγηση την εμφάνισαν ως πραγματική και παραπλάνησαν τα αρμόδια όργανα του Δημοσίου και εισέπραξαν επιπλέον επιδότηση 25.596.217 δρχ. που δεν εδικαιούντο να λάβουν. Με βάση τα δεδομένα αυτά οι αιτήσεις αυτές αναιρέσεως των κατηγορουμένων είναι αβάσιμες και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθούν και να επιβληθούν σ' αυτούς τα δικαστικά έξοδα (αρθ. 583 παρ. 1, όπως αντ. από το αρθ. 55 παρ. 1 του Ν. 3160/2003, σε συνδ. με το αρθ. 3 παρ. 3 του Ν. 773/1977 και την 58553/19/28-6-2006 Α.Υ. Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω:
Α) Να απορριφθούν: α) η 119/4-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του χ2, κατοίκου ... και β) η 138/26-6-2009 αίτηση αναιρέσεως του χ1, κατοίκου ..., κατά του 551/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και Β) Να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα από 200 ευρώ.
Αθήνα 16 Σεπτεμβρίου 2009.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Αθανάσιος Κ. Κατσιρώδης"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τις κρινόμενες υπ' αριθμ. 119/4.6.2009 και υπ' αριθμ. 138/26.6.2009 αιτήσεις των: 1) Χ2 και 2) Χ1, κατοίκων αμφοτέρων ..., ζητείται η αναίρεση του υπ' αριθμ. 551/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι τυπικά δεκτές και πρέπει, συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, να εξετασθούν περαιτέρω. Το προσβαλλόμενο βούλευμα είναι το τρίτο κατά σειρά που έχει εκδώσει το Συμβούλιο Εφετών, μετά την έκδοση των υπ' αριθμ. 3107/2004 και 795/2007 προηγουμένων βουλευμάτων του και των υπ' αριθμ. 2114/2006 και 1392/2008 βουλευμάτων του Συμβουλίου τούτου, που εκδόθηκαν επί ισαρίθμων εφέσεων και αναιρέσεων είτε από τον πρώτο των εκ νέου αναιρεσειόντων είτε και από τους δύο αναιρεσείοντες και λοιπούς συγκατηγορουμένους τους.
Με τις κρινόμενες αιτήσεις τους οι δύο κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες ζητούν την εξαφάνιση του προσβαλλομένου βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, το οποίο μετά τις σ'αυτό αναφερόμενες διορθώσεις στο υπ' αριθμ. 2281/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, επικύρωσε το τελευταίο, με το οποίο παραπέμπονται, εκτός άλλων, και οι δύο αναιρεσείοντες στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για να δικαστούν ως υπαίτιοι για κακουργηματική απάτη κατά συναυτουργία, για: α) έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και β) εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων (άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β και δ του ΚΠΔ).
Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ, "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και, αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών". Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, χωρίς να είναι αναγκαία και η πραγμάτωση του οφέλους αυτού, β) η εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, από την οποία, ως παραγωγό αιτία, παραπλανήθηκε κάποιος και προέβη στην επιζήμια για τον ίδιο ή άλλον συμπεριφορά και γ) βλάβη ξένης, κατά το αστικό δίκαιο, περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη και η οποία υπάρχει και σε περίπτωση μειώσεως ή χειροτερεύσεως της περιουσίας του παθόντος, έστω και αν αυτός έχει ενεργό αξίωση προς αποκατάστασή της. Ως γεγονότα νοούνται τα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται στο παρελθόν ή το παρόν και όχι εκείνα που πρόκειται να συμβούν στο μέλλον, όπως είναι οι απλές υποσχέσεις ή συμβατικές υποχρεώσεις. Όταν όμως οι τελευταίες συνοδεύονται ταυτόχρονα με ψευδείς διαβεβαιώσεις και παραστάσεις άλλων ψευδών γεγονότων που αναφέρονται στο παρόν ή το παρελθόν, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση την εμφανιζόμενη ήδη στο παρόν ψευδή κατάσταση πραγμάτων από το δράστη που έχει ειλημμένη την πρόθεση να μην εκπληρώσει την υποχρέωσή του, τότε θεμελιώνεται το έγκλημα της απάτης (ΟλΑΠ 1420/1986 ΠΧ ΛΖ/162, ΑΠ 1636/2006 ΠΧ' 2007.734 ΠΧ' 2007.429). Εξάλλου, κατά την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 386, όπως αντικ. με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999, η απάτη έχει κακουργηματικό χαρακτήρα αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 45 του ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξης και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δική του δράση με εκείνην του άλλου προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του συγκεκριμένου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές.
Εξάλλου, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την κυρία ανάκριση ή την προανάκριση, για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε, ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Ειδικώς, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αξιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του συμβουλίου ή του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος για την πληρότητα της αιτιολογίας στο παραπεμπτικό βούλευμα είναι επιτρεπτή η καθολική ή μερική αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό εισαγγελική πρόταση, με την προϋπόθεση ότι αυτή έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την οποία (πρόταση) συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου, ώστε θα ήταν άσκοπη και τυπολατρική η επανάληψη από το Συμβούλιο των ιδίων περιστατικών, αποδείξεων και συλλογισμών. Ακόμα, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το Συμβούλιο αποδίδει σ'αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το Συμβούλιο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που αποτελεί λόγο αναίρεσης κατ' άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, δηλαδή όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα κατά τρόπο σαφή, πλήρη και χωρίς λογικά κενά τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης και να μην έχει το βούλευμα νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που εξέδωσε το πληττόμενο υπ' αριθμ. 551/2009 βούλευμά του δέχθηκε, με επιτρεπτή αναφορά κατά ένα μέρος στην ενσωματωμένη σ'αυτό πρόταση του Εισαγγελέα, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του ότι από την εκτίμηση των κατ' είδος αναφερομένων σ'αυτό αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα των καταθέσεων των μαρτύρων σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και των εγγράφων της δικογραφίας, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (όσο αφορά τους αναιρεσείοντες, τις πράξεις αυτών και των συγκατηγορουμένων τους): "Δυνάμει του από 22/1/1990 συμφωνητικού, συστήθηκε η εδρεύουσα στον ... και επί της οδού ... αρ. ... ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Ε-1 O.E." ενώ, με την από 22.7.2000 τροποποίηση του καταστατικού της, ορίσθηκαν ως συνδιαχειριστές αυτής (εταιρείας) και εκπρόσωποι της οι κατηγορούμενοι - εκκαλούντες Χ3, Χ2, Χ4 και Χ1, με την σημείωση ότι ο κατηγορούμενος - εκκαλών Χ3 μπορούσε και μόνος του να εκπροσωπεί την εταιρεία. Με την υπ' αριθμ. 8206/206/98/Ν2601/98 /31.7.1998 απόφαση του Υφυπουργού Αναπτύξεως, η ως άνω εταιρεία υπήχθη στις διατάξεις του άρθρου 3 του ν. 2601/98 για ειδική επένδυση της επιχειρήσεως παραγωγικής δαπάνης συνολικού ύψους 90.000.000 δραχμών και ειδικότερα για αγορά συγκεκριμένου μηχανολογικού εξοπλισμού. Με την υπ' αριθμ. 12793/9-8-2000 απόφαση του αυτού ως άνω Υφυπουργού Αναπτύξεως και κατόπιν της από 1.6.2000 (12793) αιτήσεως της περί ης πρόκειται ομόρρυθμης εταιρείας, τροποποιήθηκε η προαναφερθείσα απόφαση της 31-7-1998 και εγκρίθηκε η αντικατάσταση του μηχανολογικού εξοπλισμού της ειδικής επενδύσεως που προαναφέρθηκε, χωρίς, όμως, αύξηση του κόστους αυτής (επενδύσεως). Κατόπιν τούτων, η παραπάνω ομόρρυθμη εταιρεία, προμηθεύθηκε, μέσω της εδρεύουσας στην ... Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης "D.Τ. MAC ΕΠΕ" μηχανολογικό εξοπλισμό, Ιταλικής προελεύσεως και ειδικότερα προμηθεύθηκε: α) μια αυτόματη μονταριστική μηχανή πόντας, του οίκου MOLINA BIANCHI MOD SICRON ZEROISE, με αριθμό σειράς παραγωγής ..., αντί του χρηματικού ποσού των ογδόντα επτά εκατομμυρίων (87.000.000) δραχμών και β) μία μηχανή προετοιμασίας φοντιού, του οίκου B.D.F. MOD. UPB, με αριθμό σειράς παραγωγής ..., αντί του χρηματικού ποσού των τριών εκατομμυρίων (3.000.000) δραχμών. Για τις πωλήσεις - προμήθειες, που προαναφέρθηκαν, εκδόθηκαν το υπ' αριθμ. .../20.10.2000 τιμολόγιο πωλήσεως, και το υπ' αριθμ. .../19.10.2000 δελτίο αποστολής. Τα μηχανήματα μετέφερε στις εγκαταστάσεις της, περί ης ο λόγος ομόρρυθμης εταιρείας, η μεταφορική εταιρεία ALISPED ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ έναντι του ποσού των 382.098 δραχμών, καταβλήθηκαν δε για έξοδα της μεσολαβήσασης τραπέζης εργασίας 250.000 δραχμές. Την 8.12.2000, η παραπάνω Ομόρρυθμη Εταιρεία, υπέβαλε αίτηση στον Υφυπουργό Ανάπτυξης, για την ολοκλήρωση της επενδύσεως και την οριστικοποίηση του κόστους αυτής. Την 18.12.2000, με την υπ' αριθμ. ΑΠ 27134 απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, εγκρίθηκε η συγχώνευση της "Ε-1 O.E." με την εταιρεία "Ε-2 O.E.", άνευ αλλαγής της μετοχικής συνθέσεως της και υπό τον όρον ότι, η νέα επιχείρηση που θα προέκυπτε από την συγχώνευση, θα είχε την μορφή Ε.Π.Ε. Τελικά, με την υπ' αριθμ. ΑΠ 7625/ΔΒΕ 1365/29.3.2001 απόφαση ολοκληρώσεως του Υφυπουργού Αναπτύξεως, παρατάθηκε ο χρόνος πραγματοποίησης της επένδυσης μέχρι την 20.12.2000, οριστικοποιήθηκε το ενισχυόμενο κόστος της επενδύσεως στο ύψος των 90.000.000 δραχμών και το ύψος της επιχορηγήσεως στο ποσό των 36.000.000 δραχμών (ποσοστό 40% του συνολικού ύψους της ενισχυόμενης επενδύσεως), ενώ ορίσθηκε, η 9.11.2000, ως ημερομηνοχρονολογία ολοκληρώσεως της επενδύσεως και καταβλήθηκε αμέσως, από το Δημόσιο, ως επιχορήγηση το ποσόν των 36.000.000 δραχμών. Εκ των υστέρων και για την νομιμότητα της γενομένης επενδύσεως, διενεργήθη έλεγχος από αρμοδίους υπαλλήλους του Σ.Δ.Ο.Ε, και αφού συγκεντρώθηκαν στοιχεία μετά από επιμελή έρευνα, που έγινε σχετικά με την εταιρεία "Ε-3 ΕΠΕ", στην επιχείρηση Δ. Τ MAC ΕΠΕ, που προμήθευσε στην ως άνω επιχείρηση "Ε-3 ΕΠΕ" τα παραπάνω αναφερόμενα μηχανήματα, την μεταφορική επιχείρηση "ALISPED ΕΑΑΑΣ ΕΠΕ", που μετεφερε τον παραπάνω μηχανολογικό εξοπλισμό απευθείας από την Ιταλία στην Ελλάδα, την εταιρεία "KYS TRADING LIMITED" και τη τράπεζα EUROBANK - ERGASIAS S.A. διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: Η αυτόματη μονταριστική μηχανή πόντας του οίκου MOLINA BIANCHI MOD SICRON ZEROISE, με αριθμόν σειράς παραγωγής 0065, πωλήθηκε από την Ιταλική επιχείρηση MOLINA BIANCHI SPA στην Αγγλική εταιρεία KYS TRADING LIMITID VAT ... αντί ποσού 141.705.297 Ιταλικών λιρετών ή 24.937.723 δραχμών, εκδοθέντος του υπ' αριθμ. .../13.10.2000 τιμολογίου πωλήσεως και αποσταλείσης αυτής (μηχανής) απ' ευθείας από την Ιταλία στην Ελλάδα, με παραλήπτρια την "D.Τ. MAC ΕΠΕ", μέσω της μεταφορικής επιχειρήσεως ALISPED - ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ, που εξέδωσε για την μεταφορά του μηχανήματος, το υπ' αριθμ. .../27.11.2000 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών (Τ.Π.Υ). Την ιδίαν ημέραν της αγοράς του παραπάνω μηχανήματος (13.10.2000) η προμνησθείσα αγοράστρια αυτού Αγγλική εταιρεία, τιμολόγησε αυτό στην "Δ.Τ. MAC ΕΠΕ", με το υπ' αριθμ. .../13.10.2000 τιμολόγιο, αντί του ποσού των 82.600.000 δραχμών, η τελευταία δε ("Δ.Τ. MAC ΕΠΕ") μεταπώλησε αυτό, με το υπ' αριθμ. 23/20.10.2000 τιμολόγιο της, στην "Ε-1 O.E.", δηλαδή στην εταιρεία των 1ου, 2ου, 3ου και 4ου κατηγορουμένων, αντί του χρηματικού ποσού των 87.000.000 δραχμών. To κόστος μεταφοράς του μηχανήματος και τα έξοδα της Τραπέζης (πληρωμή μέσω Τραπέζης από την KYS TRAIDING LIMITED) ανήλθαν στο ποσό των 431.825 δραχμών (269.473 δρχ. μεταφορικά και 162.352 δρχ. έξοδα Τράπεζας). Δηλαδή, η εταιρεία των 1ου, 2ου, 3ου και 4ου κατηγορουμένων, προμηθεύθηκε τελικώς το παραπάνω μηχάνημα από την MAC ΕΠΕ αντί 87.000.000 δραχμών και συνεπώς σε τιμή 248,87%, υψηλότερη της αρχικής τιμής πωλήσεως από την Ιταλική εταιρεία. Επίσης, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, η μηχανή προετοιμασίας φοντιού του οίκου B.D.F MOD. UPB, με αριθμό σειράς παραγωγής 11529, πωλήθηκε από την Ιταλική επιχείρηση OFFICINA MECCANICA B.D.F. SRL στην Αγγλική επιχείρηση KYS TRADING LIMITED, με τo uπ' αριθμ. .../12.10.2000 τιμολόγιο, αντί 1.071.736 δραχμών και εστάλη απ' ευθείας από την Ιταλία στην Ελλάδα, με παραλήπτρια την "D.Τ. MAC ΕΠΕ", μέσω της ιδίας ως άνω μεταφορικής επιχειρήσεως ALISPED - ΕΛΛΑΣ ΕΠΕ, που εξέδωσε για την μεταφορά του μηχανήματος το υπ' αριθμ. .../27.11.2000 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών, ύψους 112.625 δραχμών. Την ίδια ημέρα αγοράς του μηχανήματος (12-10-2000) η Αγγλική Εταιρεία, πώλησε αυτό στην "D.Τ. MAC ΕΠΕ", με το υπ' αριθμ. .../12.10.2000 τιμολόγιο και αντί 2.600.000 δραχμών και η "D.Τ. MAC ΕΠΕ" το μεταπώλησε στην εταιρεία "Ε-1 O.E.", με το υπ' αριθμ. .../20.10.2000 τιμολόγιο πωλήσεως, αντί 3.000.000 δραχμών. Ενόψει αυτών, προκύπτει ότι το πρώτο μηχάνημα, που πωλήθηκε από την ρηθείσα Ιταλική επιχείρηση αντί 24.937.723 δραχμών, το προμηθεύθηκε η "Ε-1 O.E." αντί 87.000.000 δραχμών, δηλαδή σε τιμή κατά 248,87% υψηλότερη της τιμής πωλήσεως από την Ιταλική επιχείρηση, όπως ήδη έχει ανωτέρω επισημανθεί, και το δεύτερο μηχάνημα το προμηθεύθηκε αντί ποσού 3.000.000 δραχμών, δηλαδή σε τιμή 179,92% μεγαλύτερη της τιμής πωλήσεως του. Η Αγγλική Εταιρεία KYS TRADING LIMITED και η "D.Τ. MAC ΕΠΕ" έχουν ως διαχειριστές τα αυτά πρόσωπα και ειδικότερα τους, υπό στοιχ. 5°, 6° και 7° στην αρχή του παρόντος μνημονευομένους κατηγορουμένους, έχουν δε οι ειρημένες, ως άνω εταιρίες ως αποκλειστικό αντικείμενο των εργασιών τους, την συνεργασία, τους με εταιρείες που συμμετέχουν σε προγράμματα με επιχορηγήσεις του Δημοσίου και την μεταπώληση των αγοραζομένων μηχανημάτων, προκειμένου να καλύπτονται οι δικές τους συμμετοχές και να ωφελούνται παρανόμως από την διαφορά της επιχορηγήσεως. Οι 1ος, 2ος, 3ος, 4ος κατηγορούμενοι γνώριζαν: α) ότι οι 5ος, 6ος και 7ος κατηγορούμενοι είχαν συστήσει στην αλλοδαπή την εταιρεία "KYS TRADING LIMITED",η οποία μεσολάβησε στην προκειμένη περίπτωση για την πώληση των επίμαχων μηχανημάτων από την ιταλική εταιρεία MOLINA BIANCHI στην εταιρεία D.T MAC ΕΠΕ, β) ότι η πώληση από την ως άνω Ιταλική Εταιρεία προς την παράκτια εταιρεία "KYS TRADING LIMITED" των παραπάνω μηχανημάτων ήταν κατώτεροι της τελικής και μάλιστα ότι πολήθηκαν αντί ποσού 26.009.459 δραχμών, και γ) ότι οι παραπάνω εταιρείες D.T MAC ΕΠΕ και "KYS TRADING LIMITED" ασχολούνταν με την πώληση μηχανολογικού εξοπλισμού για επιχορηγούμενες επιχειρήσεις και δ) ότι υπήρχε συμπαιγνία μεταξύ των τελευταίων εταιρειών "KYS TRADING LIMITED" και "D.T MAC ΕΠΕ", προς την οποία η πρώτη διέθεσε αφενός μεν την αυτόματη μηχανή μονταρίσματος, έναντι ποσού 82.600.000 δραχμών, αφετέρου δε τη δεύτερη μηχανή αντί του τιμήματος των 3.000.000 δραχμών. Έτσι, οι τέσσερις πρώτοι (υπό στοιχ. 1, 2, 3, 4) κατηγορούμενοι, δηλαδή οι Χ3, Χ2, Χ4 και Χ1, με την μεθόδευση των εταιρειών των λοιπών (5ου, 6ου και 7ου) κατηγορουμένων, δηλαδή των Χ5, Χ6 και Χ7, πέτυχαν την εξαπάτηση του Ελληνικού Δημοσίου και εισέπραξαν παράνομα επιχορήγηση 36.000.000 δραχμών, σε τρόπον ώστε, όχι μόνον δεν διέθεσαν ούτε "μία δραχμή", κατά το κοινώς λεγόμενον, για την αγορά των μηχανημάτων, αλλά και εισέπραξαν επί πλέον 9.740.541 δραχμές, με όλα τα έξοδα τους πληρωμένα. Όλοι οι κατηγορούμενοι, ενήργησαν μεθοδικά και μέσω πλειόνων ενδιαμέσων εταιρειών, γεγονός το οποίο καθιστούσε δυσχερή την διαπίστωση της παράνομης συμπεριφοράς τους, τούτο δε, εν συνδυασμώ προς την χρησιμοποιηθείσα απ' αυτούς υποδομή, αποδεικνύει την εκ μέρους τους κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος της απάτης, καθώς, εξ αυτής (απάτης), προκύπτει ευθέως και αβιάστως σκοπός πορισμού εισοδήματος. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί των περί ων πρόκειται κατηγορουμένων, ότι δηλαδή δεν τέλεσαν τα αποδιδόμενες σ' αυτούς πράξεις της απάτης και της άμεσης συνδρομής στην απάτη για τους αναλυτικώς στο εκκαλούμενο βούλευμα εκτιθέμενους λόγους στους οποίους και το Συμβούλιο αυτό αναφέρεται προς αποφυγή επαναλήψεων κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ως προς τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των 5ου, 6ου και 7ου κατηγορουμένων θα πρέπει να τονισθούν και τα ακόλουθα: Οι ειρημένοι κατηγορούμενοι αρνούνται την υπερτιμολόγηση των συγκεκριμένων μηχανών. Πλέον συγκεκριμένα προβάλλουν ότι η "KYS TRADING LIMITED" αγόρασε την μηχανή SICRON ZEROISE στην βασική της μορφή, πλην όμως προέβη σε αναβάθμιση της με την τοποθέτηση σ' αυτή (μηχανή) πρόσθετων εργαλείων και πρόσθετης εγκαταστάσεως ειδικών προγραμμάτων στο λογισμικό της. Η ως άνω αναβάθμιση, διατείνονται, ότι έγινε από την εταιρεία SKYLINE MANAGEMENT SA, με την οποίαν συνεργάζονται και ότι για τις εργασίες αναβαθμίσεως, η ενεργήσασα αυτές εταιρεία, απέτισε και εισέπραξε το χρηματικό ποσόν των 136.000 $ U.S.A. (48.280.000 δρχ.). για το οποίον (ποσόν) εκδόθηκαν το υπ' αριθμ. .../7-12-2000 προτιμολόγιο και το υπ' αριθμ. .../28-12-2000 συγκεντρωτικό τιμολόγιο, συνολικής αξίας 430.000 $ U.S.A. Ισχυρίζονται, επίσης, ότι εγένετο αναβάθμιση και στην μηχανή επεξεργασίας φοντιού, που αγοράστηκε και αυτή στην βασική της μορφή. Οι ως άνω ισχυρισμοί των ειρημένων κατηγορουμένων κρίνονται αβάσιμοι αφού α) τα παραπάνω μηχανήματα, αμέσως μετά την αγορά τους από την εταιρεία "KYS TRADING LIMITED", εστάλησαν απ' ευθείας από την Ιταλία στην Ελλάδα, β) από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι εγένετο πράγματι η προβαλλόμενη αναβάθμιση των μηχανημάτων, και ότι περαιτέρω ότι είχεν ζητηθεί τοιαύτη αναβάθμιση. και γ) στα παραστατικά της εταιρείας SKYLINE MANAGEMENT (που φέρεται ως διενεργήσασα την αναβάθμιση) που επικαλούνται οι κατηγορούμενοι και σε σχέση προς την μηχανή SICRON ZEROISE, δεν αναγράφεται ο αριθμός της σειράς παραγωγής της μηχανής αυτής και συνεπώς δεν προκύπτει ότι τα ειρημένα παραστατικά αφορούν το συγκεκριμένο μηχάνημα. To χρηματικό ποσόν που παρανόμως ωφελήθηκε η εταιρεία "Ε-1 O.E." (μετέπειτα Ε-3 ΕΠΕ, ως εκτέθηκε παραπάνω), καθώς και οι διαχειριστές της υπό στοιχ. 1, 2, 3 και 4 κατηγορούμενοι, τόσον εξ' ιδίων αυτών ενεργειών όσον και εκ των ενεργειών των υπό στοιχ. 5, 6 και 7 συγκατηγορουμένων τους, δεν ανέρχεται στο ύψος των 9.740.541 δραχμών (36.000.000 δραχμές η επιχορήγηση, μείον 26.009.459 δραχμές το κόστος των μηχανημάτων, μείον 250.000 δραχμές τα έξοδα Τραπέζης, μείον 382,098 δραχμές τα μεταφορικά έξοδα), όπως εσφαλμένα έγινε δεκτό με το προσβαλλόμενο βούλευμα, και τούτο γιατί, η επιχορήγηση του Δημοσίου χορηγείται επί της αξίας των μηχανημάτων που αγοράζονται, ανέρχεται σε ποσοστό 40% επί της αξίας αυτών και ουδεμία σχέση με την επιχορήγηση έχουν τα οιαδήποτε καταβαλλόμενα έξοδα. Έτσι, και, κατά τα προεκτεθέντα, εγκρίθηκε και καταβλήθηκε επιχορήγηση 36.000.000 μηχανημάτων 90.000.000 X 40%). Η επιχορήγηση, όμως, που δικαιούνταν η "Ε-1 O.E." ανέρχεται σε 10.403.783 δραχμές (αξία αγορασθέντων μηχανημάτων 26.009.459 X 40%) και συνεπώς το χρηματικό ποσό του παρανόμου οφέλους ανέρχεται σε 25.596.217 δρχ. (διαφορά μεταξύ της εισπραχθείσης επιδοτήσεως των 36.000.000 δραχμών και της τοιαύτης των 10.403.783 δραχμών που έδει να εισπράξει), δηλαδή ποσό που υπερβαίνει τα 25 εκατομμύρια δραχμές ή 73.000 ευρώ και επομένως, οι πράξεις των κατηγορουμένων εμπίπτουν στην παράγραφο 3β' του άρθρου 386 Π.Κ. και όχι στην περίπτωση της παραγράφου 3α που έχουν υπαχθεί. Επειδή, όμως, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών με το εκκαλούμενον Βούλευμα δεν έδωσε τον προσήκοντα και εκ των πραγματικών δεδομένων της υποθέσεως προκύπτοντα νομικό χαρακτηρισμόν των πράξεων των κατηγορουμένων, υπό την έννοια της μη υπαγωγής αυτών στην ορθή ουσιαστική ποινική διάταξη, πρέπει το δευτεροβάθμιο αυτό Συμβούλιο να πράξει αυτό, κατά το άρθρο 317 ΚΠΔ, μη επερχόμενης εντεύθεν ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας. Ενόψει αυτών, πρέπει να χαρακτηρισθεί η αποδιδομένη στους υπό στοιχ. 1, 2, 3,4 κατηγορουμένους αξιόποινη πράξη, ως απάτη, από δράστες που ενεργούν κατ' επάγγελμα, με συνολικό όφελος υπερβαίνον τα 73.000 ευρώ και η εις τους υπό στοιχ. 5, 6 και 7 κατηγορουμένους αποδιδομένη αξιόποινη πράξη ως άμεση συνέργεια στην προμνησθείσα απάτη, από δράστες που ενεργούν κατ' επάγγελμα, με συνολικόν όφελος υπερβαίνον τα 73.000 ευρώ (άρθρα 13 περ. στ', 26 §1α, 27, 46 § 1 περ. 45, 386 § § 1,3, περ. β Π.Κ.) και να διορθωθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να αντικατασταθεί 1) το ποσόν των 15.000 ευρώ με το ποσόν των 73.000 ευρώ: α) στην προτελευταία σειρά της πρώτης σελίδας του 6ου φύλλου β) στην δευτέρα σειρά της δευτέρας σελίδας του 6ου φύλλου γ) στην εβδόμη σειρά της δευτέρας σελίδας του Ίου φύλλου, δ) στην δεκάτη σειρά της πρώτης σελίδας του 9ου φύλλου ε) στην τρίτη σειρά της δευτέρας σελίδας του 9ου φύλλου, στ) στην δεκάτη ογδόη σειρά της πρώτης σελίδος του 10ου φύλλου και 2) το ποσόν των 9,740.541 δραχμών με το ποσόν των 25.000.000 δραχμών: α) στην έκτη σειρά της πρώτης σελίδος του 9ου φύλλου β) στην δεκάτη πέμπτη σειρά της πρώτης σελίδος του 10ου φύλλου. Σημειώνεται εδώ ότι κατ' επάγγελμα τέλεση απάτης δυνατόν να υπάρχει και οσάκις το ποσόν του συνολικού οφέλους ή της συνολικής ζημίας, υπερβαίνει το τοιούτον των 73,000 ευρώ , της περιπτώσεως της παραγράφου 3α του άρθρου 386 ΠΚ απλώς οριοθετούσης το ελάχιστο από πλευράς ποσού όριο της θεμελιώσεως κατ' επάγγελμα τελούμενης απάτης.
Ενόψει των όσων προεκτέθηκαν, προκύπτουν αποχρώσεις ενδείξεις ενοχής κατά των μεν των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου κατηγορουμένων για απάτη από κοινού, κατ' επάγγελμα με συνολικό όφελος υπερβαίνον το ποσό τω 73.000 ευρώ επειδή στην ... κατά την 8.12.2000 με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος έβλαψαν την περιουσία του Ελληνικού Δημοσίου με την γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών και ειδικότερα αποκομίζοντας όφελος άνω των 73.000 ευρώ και ειδικότερα επειδή στις 8.12.2000 κατέθεσαν αίτηση στον Υφυπουργό Ανάπτυξης με την οποία ζήτησαν ως μέλη της εταιρείας "Ε-1 ΟΕ (και μετέπειτα Ε-3 ΕΠΕ) η επιχορήγηση των 36.000.000 δραχμών, η οποία έπρεπε να τους δοθεί για την αγορά δύο μηχανών που χρειάζονταν για τη λειτουργία της εταιρείας και με την αίτηση τους αυτή παρέστησαν ψευδώς στον ως άνω Υφυπουργό ότι ολοκληρώθηκε η επένδυση και ότι αγοράστηκαν δυο μηχανήματα για 90.000.000 δρχ. τα οποία και καταβλήθηκαν με ίδια συμμετοχή της εταιρείας 54.000.000 δρχ. και ότι επίσης κατέβαλαν και το ποσό της επιχορήγησης, το οποίο ζήτησαν να τους αποδοθεί, ενώ τα παραπάνω γεγονότα που παρέστησαν ήταν ψευδή καθώς τα όσα αναγράφηκαν στο .../20.10.2000 τιμολόγιο και .../19.10.2000 δελτίο αποστολής με τα οποία αγοράστηκαν τα μηχανήματα ήταν υπερτιμολογημενες, κατά τα εκτεθέντα ειδικότερα παραπάνω. Οι παραπάνω (1ος, 2ος, 3ος, 4ος) κατηγορούμενοι ενεργούσαν δε κατ' επάγγελμα καθώς από την υποδομή που δημιούργησαν με την μεθόδευση της χρησιμοποίησης της εταιρίας MAC ΕΠΕ και της προαναφερθείσης Αγγλικής εταιρίας με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός των δραστών για πορισμό εισοδήματος. Επίσης, προέκυψαν αποχρώσεις ενδείξεις κατά των λοιπών κατηγορουμένων για άμεση συνδρομή στην παραπάνω κακουργηματική απάτη των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου κατηγορουμένων, αφού οι τελευταίοι στην ... κατά την 8.12.2000 με πρόθεση παρείχαν άμεση συνδρομή στους δράστες άδικης πράξης κατά την διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση αυτής. Και ειδικότερα όντες νόμιμοι εκπρόσωποι των εταιριών MAC ΕΠΕ και της Αγγλικής εταιρίας KYS TRADING LIMITED με πρόθεση παρείχαν άμεση συνδρομή στους κατηγορουμένους Χ3, Χ2, Χ4 και Χ1, δράστες της κακουργηματικής απάτης όπως αυτή αναφέρεται παραπάνω, ενεργώντας κατ' επάγγελμα καθώς από την υποδομή που είχαν δημιουργήσει με την σύσταση τω εταιρειών σε διαφορετικές χώρες, συνεργαζόμενες με εταιρίες που λάμβαναν επιχορηγήσεις από το Ελληνικό Δημόσιο, συσκοτίζοντας και καθιστώντας δυσχερή τη παρακολούθηση της αγοραπωλησίας των μηχανημάτων, προκύπτει ο σκοπός πορισμού εισοδήματος. Κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, από την συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων κατά κατηγορία, που αναφέρθηκαν παραπάνω, προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι Χ3, Χ2, Χ4 και Χ1) θέλησαν με τη μεθόδευση των εταιρειών των υπολοίπων κατηγορουμένων (Χ5, Χ6, Χ7) να πετύχουν την εξαπάτηση του ελληνικού δημοσίου και όχι μόνο να μη δώσουν δραχμή για τη συμμετοχή των και να αγοράσουν χωρίς κανένα κόπο και με χρήματα του Ελληνικού Δημοσίου τα μηχανήματα, αλλά και να εισπράξουν επί πλέον χρήματα. Χρησιμοποίησαν τις δύο ΕΠΕ προκειμένου να δώσουν νομιμοφάνεια στις ενέργειές τους και ευελπιστώντας ότι ουδέποτε οι ελεγκτικοί μηχανισμοί του Ελληνικού Δημοσίου θα προχωρούσαν σε τόσο ενδελεχείς ελέγχους, ώστε να φθάσουν στην αποκάλυψη της κακουργηματικής απάτης. Ενήργησαν με μέθοδο και μέσω πολλών εταιριών, που κατ' αυτούς θα κάλυπταν τις ενέργειές τους χωρίς να αφήσουν τη δυνατότητα σε απλούς ελέγχους να διαπιστώσουν το μέγεθος της παράνομης συμπεριφοράς τους. Η υποδομή χρησιμοποίησαν αποδεικνύει την κατ' επάγγελμα τέλεση εγκλήματος της απάτης καθώς εξ αυτής προκύπτει αβίαστα ο σκοπός πορισμού εισοδήματος. Η παράνομη ενέργεια των κατηγορουμένων είναι άλλωστε δεδομένη και αυταπόδεικτη από την απλή αντιπαραβολή των αριθμών και από την τεράστια διαφορά στην αρχική τιμή πωλήσεως και σε αυτήν που παρουσίασαν στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Ανάπτυξης.. Από τα άνω διαλαμβανόμενα προκύπτει σαφώς ότι το πληττόμενο βούλευμα αναφέρει όλα εκείνα τα περιστατικά που στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της κακουργηματικής απάτης και της άμεσης συνδρομής σ' αυτής. Θα πρέπει τέλος να αναφερθεί ότι το πρωτοβάθμιο Συμβούλιο, όπως συνάγεται από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος, εκθέτει με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις με αναφορά στην εισαγγελική πρόταση τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της κακουργηματικής απάτης από κοινού και της άμεσης συνδρομής στην τελευταία, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις, βάσει των οποίων έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς (αποχρώσες) ενδείξεις που στηρίζουν την κατηγορία εναντίον των κατηγορουμένων για την συγκεκριμένη πράξη. Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αναλυτικά στη μείζονα σκέψη, ως προς τα αποδεικτικά μέσα, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί να προσδιορίζονται απλώς κατά κατηγορία, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους. Κατόπιν αυτών, το Συμβούλιο αυτό κρίνει ότι η ένδικη υπόθεση είναι απαραίτητο ενόψει της υπάρξεως αποχρωσών ενδείξεων να οδηγηθεί σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπου θα διευκρινισθούν στο σύνολό τους οι περιστάσεις τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων και θα επιμερισθούν οι ποινικές ευθύνες για κάθε κατηγορούμενο στο βαθμό και στην έκταση που θα διαγνωστούν με την τελική δικαιοδοτική κρίση".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών κρίνοντας ότι υπάρχουν επαρκείς (αποχρώσες) ενδείξεις προς στήριξη της κατά των κατηγορουμένων επ' ακροατηρίου κατηγορίας για απάτη σε βαθμό κακουργήματος από κοινού, απέρριψε τις υπ' αριθμ. 315/2004 και 317/2004 εφέσεις τους κατ' ουσίαν ως αβάσιμες και επικύρωσε το υπ' αριθμ. 2281/2004 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών με το οποίο παραπέμφθηκαν αυτοί, εκτός των άλλων, να δικασθούν για την ως άνω πράξη της απάτης σε βαθμό κακουργήματος από κοινού στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών. Με αυτά που δέχθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα, με επιτρεπτή αναφορά κατά ένα μέρος (ως προς τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία) στην εισαγγελική πρόταση, διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού με πληρότητα, σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά εκτίθενται σ'αυτό τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία σχετικά με την αξιόποινη πράξη που αποδίδεται στους κατηγορουμένους, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή τους στο ακροατήριο και υπήγαγε τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 περ. στ', 45 και 386 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου. Εξάλλου υφίσταται ειδική αιτιολογία ως προς την επιβαρυντική περίπτωση της κατ' επάγγελμα τέλεσης του εγκλήματος της απάτης από κοινού από τους δύο αναιρεσείοντες και άλλους συγκατηγορουμένους τους, δεδομένου ότι παρατίθενται επαρκώς στο προσβαλλόμενο βούλευμα τα περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι επαρκείς ενδείξεις τόσο ως προς την υποδομή που είχαν διαμορφώσει οι αναιρεσείοντες για επανειλημμένη τέλεση της αξιόποινης πράξης της απάτης με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος όσο και ως προς την από κοινού δράση τους με βάση σχεδίου αυτών και των λοιπών συγκατηγορουμένων τους, με σκοπό την παραπλάνηση των αρμοδίων οργάνων του Δημοσίου και είσπραξη επιπλέον επιδοτήσεων για την αγορά μηχανημάτων με υπερτιμολογημένο τίμημα (με αυξημένες τιμές, δυσανάλογες της πραγματικής αξίας τους). Επομένως οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β και δ ΚΠΔ λόγοι αναίρεσης των κρινομένων αιτήσεων με τους οποίους προσάπτονται στο προσβαλλόμενο βούλευμα οι πλημμέλειες της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ποινικών διατάξεων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο ίδιος ως άνω πρώτος λόγος (έλλειψης αιτιολογίας), κατά το μέρος με το οποίο επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και γενικά αποδίδεται σφάλμα στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον με τον τρόπο αυτόν προσβάλλεται η αναιρετική ανέλεγκτη εκτίμηση και αξιολόγησή τους από το δικαστικό συμβούλιο. Μετά από αυτά και επειδή δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης στο σύνολό τους και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την υπ' αριθμ. 119/4-6-2009 αίτηση του Χ2, κατοίκου ..., με την υπ' αριθμ. 138/26.6.2009 αίτηση του Χ1, κατοίκου ..., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 551/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Απορρίπτει αυτές. Και
Καταδικάζει καθένα των ως άνω αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 30 Δεκεμβρίου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιανουαρίου 2010.-
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή