Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1711 / 2008    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία, Αυτοπρόσωπη εμφάνιση, Υπεξαίρεση.




Περίληψη:
Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή αναιρεσειόντων για κακουργηματική υπεξαίρεση κατά συναυτουργία. Απορρίπτει αίτημα αυτοπρόσωπης εμφάνισης.





Αριθμός 1711/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ



Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ


Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Ηρακλή Κωνσταντινίδη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ελευθέριο Νικολόπουλο και Αναστάσιο Λιανό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη,
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 18 Απριλίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1)x1 και 2) x2, περί αναιρέσεως του με αριθμό 224/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 3 Σεπτεμβρίου 2007 και 10 Σεπτεμβρίου 2007, αιτήσεις τους, αντίστοιχα, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1643/2007. Έπειτα ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Αντώνιος Μύτης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 157/04.4.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Στέλιου Γκρόζου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ.1 ΚΠΔ, τις υπ'αριθ. 12/3-9-2007 και 15/10-9-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: 1) x1 και 2) x2, αντιστοίχως, δικηγόρων και κατοίκων Λάρισας, κατά του υπ'αριθ. 224/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας, εκθέτω δε τα ακόλουθα: 1.- Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λάρισας με το υπ'αριθ. 378/2005 βούλευμά του αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία εναντίον των ανωτέρω αναιρεσειόντων κατηγορουμένων x1 και x2 για την πράξη της υπεξαιρέσεως κατά συναυτουργία αντικειμένου ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, το οποίο έχουν εμπιστευθεί στους υπαιτίους, λόγω της ιδιότητάς τους ως εντολοδόχων, που φέρονται ότι διέπραξαν στη Λάρισα την 27-3-1997 και 23-5-1997, σε βάρος των πολιτικώς εναγόντων 1) ψ1, 2) ψ2, 3) ψ3, 4) ψ4, 5) ψ5 και 6) ψ6. Κατά του απαλλακτικού αυτού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας οι ανωτέρω πολιτικώς ενάγοντες άσκησαν εφέσεις, οι οποίες με το υπ'αριθ. 62/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας έγιναν δεκτές τυπικά και ουσιαστικά και παραπέμφθηκαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της ως άνω αξιόποινης πράξεως. Κατά του εν λόγω υπ'αριθμ. 62/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας άσκησαν αναίρεση οι αναιρεσείοντες και με την υπ'αριθ. 854/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου (σε Συμβούλιο) αναιρέθηκε το βούλευμα αυτό και παραπέμφθηκε η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως. Στη συνέχεια το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με το υπ'αριθ. 224/2007 βούλευμά του έκανε και πάλι δεκτές τυπικά και ουσιαστικά τις εφέσεις των πολιτικώς εναγόντων κατά του υπ'αριθ. 378/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λάρισας και παρέπεμψε τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της ως άνω αξιόποινης πράξεως. Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφονται πλέον οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι με τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες ασκήθηκαν νομοτύπως, παραδεκτώς και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε νομίμως στον πρώτο αναιρεσείοντα χ1 την 23-7-2007, και στον δεύτερο αναιρεσείοντα χ2 την 30-7-2007, οι δε αιτήσεις αναιρέσεως ασκήθηκαν την 3-9-2007, ημέρα Δευτέρα και 10-9-2007, ημέρα επίσης Δευτέρα, αντιστοίχως. Πρέπει στο σημείο αυτό να τονισθεί ότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 παρ. 4 ΚΠΔ, οι προθεσμίες ασκήσεως ενδίκων μέσων κατά βουλευμάτων και αποφάσεων ανταστέλλονται κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου. Για τις αιτήσεις αυτές συνετάγησαν από τον Γραμματέα του Τμήματος βουλευμάτων του Εφετείου Λάρισας οι υπ'αριθ. 12/3-9-2007 και 15/10-9-2007 εκθέσεις, όπου διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι για τους οποίους ασκήθηκαν και συγκεκριμένα η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως και η απόλυτη ακυρότητα. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και περαιτέρω να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.2.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 και 2 εδ. α'ΠΚ όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντα ή μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κακουργηματικής υπεξαιρέσεως απαιτείται αντικειμενικώς: α) το υλικό αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι κατά τη φυσική αντίληψη κινητό πράγμα, β) να είναι αυτό ολικά ή εν μέρει ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον, εκτός από τον δράστη, γ) η κατοχή του πράγματος αυτού να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στον δράστη, δ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη ή χωρίς την ύπαρξη άλλου νομίμου δικαιολογητικού λόγου, ε) το αντικείμενο της υπεξαιρέσεως να είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και, επί πλέον, να συντρέχει στο πρόσωπο του υπαιτίου κάποια από τις περιοριστικώς στο ανωτέρω άρθρο διαλαμβανόμενες καταστάσεις ή ιδιότητες, όπως εκείνη του εντολοδόχου ή του διαχειριστή ξένης περιουσίας ή, ανεξαρτήτως αυτών, αν η συνολική αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως υπερβαίνει το ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, κατά το άρθρο 5 Ν. 2943/2001, με το οποίο δόθηκε η επίσημη αντιστοιχία, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη θέληση ή αποδοχή του δράστη να ενσωματώσει το ξένο ολικά ή εν μέρει κινητό πράγμα στην περιουσία του, που καταδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια αυτού, με την οποία εκδηλώνεται η πρόθεσή του αυτή. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, υπαίτιος κακουργηματικής υπεξαιρέσεως καθίσταται και ο εντολοδόχος, ο οποίος, κατά τα άρθρα 713 και 719 ΑΚ, έχει την υποχρέωση να διεξαγάγει την υπόθεση, νομικής ή υλικής φύσεως, που του ανατέθηκε από τον εντολέα και αρνείται να αποδόσει στον τελευταίο το ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας κινητό πράγμα, που αυτός του εμπιστεύθηκε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται σε μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές, είτε με κατάθεση σε προσωπικό λογαριασμό. Σχέση έμμισθης εντολής καθιδρύεται και μεταξύ το δικηγόρου και του πελάτη του όταν ο πρώτος, κατά την άσκηση του λειτουργήματός του, αναλαμβάνει να προβεί σε δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για λογαριασμό του εντολέα και να δέχεται καταβολές οφειλόμενες στον τελευταίο. Εξάλλου κατά το άρθρο 92 παρ. 1 και 3 ΝΔ 3024/1954 "εκ της αμοιβής του Δικηγόρου κανονίζονται κατά συμφωνίαν μετά του εντολέως αυτού ή του αντιπροσώπου του, περιλαμβάνουσαν είτε την όλην διεξαγωγήν της δίκης, είτε μέρους, είτε κατ' ιδίαν πράξεις αυτών ή άλλης πάσης φύσεως νομικής εργασίας, εν ουδεμιά όμως περιπτώσει επιτρέπεται η αμοιβή να υπολείπεται των εν άρθρω 98 και επόμενα ελαχίστων ορίων αυτής. Επιτρέπεται συμφωνία, εξαρτώσα την αμοιβήν ή το είδος αυτής εκ της εκβάσεως της δίκης ή του αποτελέσματος της εργασίας ή εξ οιασδήποτε άλλης αιρέσεως, ως και συμφωνία περί αμοιβής δι'εκχωρήσεως ή μεταβιβάσεως μέρους του αντικειμένου της δίκης ή της εργασίας. Η τοιαύτη συμφωνία δεν δύναται να υπερβαίνει τα 20% του αντικειμένου της δίκης" (ΑΠ 922/2007, ΑΠ 1882/2006, ΑΠ 1571/2006, ΑΠ 1364/2006, ΑΠ 94/2006). Για την αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως, που δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, κρίνει κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας, καθόσον ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου ως ιδιαιτέρως μεγάλης ή μικρής, είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο έχει βάση τις συνθήκες της αγοράς κατά τον χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, από τις οποίες διαμορφώνεται κάθε φορά η αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν αυτή (αξία) είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής (ΑΠ 1571/2006, ΑΠ 311/2005). Περαιτέρω το έγκλημα της υπεξαιρέσεως θεωρείται τετελεσμένο αφότου ο υπαίτιος επιχείρησε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, με την οποία εκδηλώνεται και εξωτερικεύεται η χωρίς δικαίωμα ιδιοποίηση του ξένου κινητού πράγματος. Τέλος, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 45 ΠΚ συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους, είτε κατά την τέλεσή τους, ώστε καθένας τους θέλει ή αποδέχεται την τέλεσή τους και γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τελέσεως της πράξεως και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτή ενέργεια. Αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της προθέσεως μεταξύ τους για την τέλεση του ίδιου εγκλήματος. Ειδικότερα επί υπεξαιρέσεως υπάρχει συναυτουργία όταν το ιδιοποιούμενο αντικείμενο περιέρχεται στην συγκατοχή των πλειόνων δραστών, οι οποίοι ενεργούν από κοινού, λόγω της μεταξύ τους ιδιαίτερης σχέσεως και των ειδικών στη συγκεκριμένη περίπτωση συνθηκών (ΑΠ 1317/2001), χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση και η μνεία των επί μέρους ενεργειών καθενός από τους συναυτουργούς, αλλά αρκεί η αναφορά στο βούλευμα των πραγματικών περιστατικών, βάσει των οποίων το Συμβούλιο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός (ΑΠ 1174/2007, ΑΠ 980/2007, ΑΠ 1166/2006). 3.- Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν περιέχονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, για το οποίο κρίθηκε παραπεμπτέος να δικασθεί στο αρμόδιο δικαστήριο ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις, από τις οποίες τα περιστατικά αυτά προέκυψαν, καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Αρκεί ο κατ'είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση, χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα, δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Με την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 870/2007, ΑΠ 628/2007, ΑΠ 544/2005). β) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. 'Ετσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, το οποίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (ΑΠ 286/2006, ΑΠ 345/2006). Και γ) Είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις, που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (ΑΠ 1071/2005, ΑΠ 1364/2006). Περαιτέρω εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν ο δικαστής αποδίδει σ'αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται στην περίπτωση, κατά την οποία το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόσθηκε (ευθεία παραβίαση), καθώς και όταν η παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα το οποίο συμβαίνει, όταν στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσεως (ΑΠ 1074/2006). 4.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, που το εξέδωσε, έκρινε, με δικές του αποκλειστικά σκέψεις, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει και προσδιορίζει κατ'είδος, και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των νομίμως εξετασθέντων μαρτύρων, όλα τα έγγραφα και τις απολογίες των κατηγορουμένων, καθώς και εκείνα που εκτίθενται από αυτούς στα απολογητικά τους υπομνήματα και όσα οι διάδικοι υποστήριξαν ενώπιον του Συμβουλίου, προέκυψαν τα ακόλουθα: "Οι κατηγορούμενοι χ2 και χ1 είναι δικηγόροι του Δ.Σ. Λάρισας. Στις .... συνήψαν στη Λάρισα με τους εκκαλούντες έγγραφο εργολαβικό δίκης και έλαβαν από αυτούς την εντολή "να επιδιώξουν δικαστικά, διοικητικά και εξώδικα την είσπραξη κάθε ποσού που θα προκύψει σχετικά με την υπόθεση τροχαίου αυτοκινητιστικού ατυχήματος που συνέβη την 22 Ιουλίου 1993 στη .... και είχε σαν αποτέλεσμα τη θανάτωση του συζύγου της και πατρός των ανηλίκων τέκνων της ψ1 από αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης ως και αποζημιώσεως των από οποιαδήποτε αιτία κατά του Γ1, ως και κατά παντός ετέρου υπευθύνου ενεχομένου εκ του ανωτέρω ατυχήματος, ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου ήθελε κριθεί αρμόδιο κατά τόπο και καθ' ύλη". Με το ίδιο εργολαβικό για την αμοιβή τους ορίσθηκαν τα εξής: "Η αμοιβή η οποία θα καταβληθεί στους δεύτερους των ώδε συμβαλλομένων (δικηγόρους) για όλες τις ενέργειες τους μέχρι την τελεσίδικη αναγνώριση και καταβολή των αξιώσεων της πρώτης.....συμφωνείται ποσοστό 20% και για τους δύο αφετέρου ώδε συμβαλλομένους επί παντός ποσού το οποίο θα εισπραχθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Ρητά συμφωνείται επίσης μεταξύ των συμβαλλομένων ότι οι τυχόν δικαστικές δαπάνες που θα επιδικασθούν ανήκουν στους δεύτερους δικηγόρους χωρίς καμία αξίωση της πρώτης στα ποσά αυτά, ως επίσης και οι αναλογούντες σε οποιοδήποτε επιδικασθησόμενο ποσό τόκοι. Το συμφωνηθέν ποσό που θα προκύψει από το παραπάνω ποσό, τις δαπάνες και τους τόκους η πρώτη το εκχωρεί από σήμερα στους δεύτερους και έτσι οι δεύτεροι μπορούν να το εισπράξουν απ' ευθείας από τους υπόχρεους για την καταβολήν". Επειδή η πρώτη εκκαλούσα που συμβλήθηκε τόσο για λογαριασμό της, όσο και για λογαριασμό των λοιπών εκκαλούντων (οι Ψ2, Ψ3, Ψ4 και Ψ5 είναι ανήλικα τέκνα της και ο Ψ6 είναι πατέρας της) αγνοούσε την ελληνική γλώσσα, κλήθηκε να ερμηνεύσει τα συμφωνηθέντα στη γλώσσα της (ρουμανική) ως διερμηνέας ο Δημήτριος Παναγούνης του Αριστοτέλη, ο οποίος βεβαιώνει το γεγονός αυτό στο τέλος του εργολαβικού. Έτσι λοιπόν, σε εκτέλεση της εντολής αυτής οι κατηγορούμενοι εντολοδόχοι κατέθεσαν ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Λάρισας αγωγή αποζημιώσεως κατά του υπαίτιου οδηγού και του Επικουρικού Κεφαλαίου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 679/1996 οριστική απόφαση. Με την απόφαση αυτή επιδικάστηκε υπέρ των εναγόντων χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και συγκεκριμένα 5.150.000 δρχ. για την πρώτη, 5.000.000 δρχ. για καθένα από τα 4 ανήλικα τέκνα της και 2.000.000 δρχ. για τον πατέρα της. Συνολικά 27.150.000 δρχ. με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για 5.000.000 δρχ., ποσό το οποίο εισέπραξε στις 24-1-1997 ο κατηγορούμενος Χ2 από το Επικουρικό Κεφάλαιο. Απ' αυτό κατέβαλε στην πρώτη εκκαλούσα 2.000.000 δρχ., ενώ το υπόλοιπο ποσό των 3.000.000 δρχ. το παρακράτησε γι' αυτόν και το συγκατηγορούμενό του Χ2 έναντι της αμοιβής τους. Στις 20-5-1997 ο κατηγορούμενος Χ2 ζήτησε από την πρώτη εκκαλούσα και αυτή του χορήγησε το υπ' αριθμ. ..... πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Μητρέλη με την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να προέλθει σε συμβιβασμό με το Επικουρικό Κεφάλαιο και να εισπράξει το ποσό που θα συμφωνηθεί συμβιβαστικά. Έτσι οι κατηγορούμενοι, αφού συνεννοήθηκαν με την πρώτη εκκαλούσα και έλαβαν τη συναίνεση της, ήλθαν σε εξώδικο συμβιβασμό με το Επικουρικό Κεφάλαιο. Κατά τις διαπραγματεύσεις και την υπογραφή του συμφωνητικού του συμβιβασμού (20-5-1997) παρευρίσκονταν η πρώτη εκκαλούσα συνοδευόμενη από φιλικό της πρόσωπο (τον Ε1 ο οποίος ενεργούσε και ως διερμηνέας της), λαμβάνοντας έτσι πλήρη γνώση των συμφωνηθέντων όρων. Ο συμβιβασμός που επιτεύχθηκε, καταργώντας τη δίκη, ήταν στο ύψος των ποσών που επιδικάσθηκαν πρωτόδικα. Σε εκτέλεση του συμβιβασμού το Επικουρικό Κεφάλαιο κατέβαλε στον πρώτο κατηγορούμενο Χ2 για λογαριασμό των εκκαλούντων (πέραν του ήδη καταβληθέντος την 24-1-1997 προσωρινά εκτελεστού ποσού 5.000.000 δρχ.) και το ποσό των 27.512.500 δρχ. με την έκδοση της υπ' αριθμ. ...... τραπεζικής επιταγής της ΕΤΕ, την οποία ο ίδιος εισέπραξε. Από το ποσό αυτό 4.312.500 δρχ. αντιστοιχούσαν στους τόκους υπερημερίας και 1.050.000 δρχ. στη δικαστική δαπάνη. Το υπόλοιπο (22.150.000 δρχ.) αντιστοιχούσε στο κεφάλαιο, έναντι του οποίου είχαν καταβληθεί, όπως προαναφέρθηκε, άλλα 5.000.000 δρχ. Μετά την είσπραξη της επιταγής στις 23-5-1997 έγινε συνάντηση της πρώτης εκκαλούσας με τον κατηγορούμενο Χ2 στο γραφείο του. Εκεί η πρώτη εκκαλούσα, ενεργώντας και για λογαριασμό των λοιπών, εισέπραξε το ποσό των 15.750.000 δρχ., από το οποίο 12.000.000 δρχ. είχαν κατατεθεί την ίδια ημέρα από τονΧ2 στον υπ' αριθμ. .... τραπεζικό λογαριασμό της στην Τράπεζα Εργασίας και 3.750.000 δρχ. έλαβε σε μετρητά (βλ. την από ....απόδειξη πληρωμής, την οποία προσυπογράφουν, εκτός από τους συμβαλλομένους, και οι μάρτυρες Ε1 και Ε2, φίλοι της πρώτης εκκαλούσας που τη συνόδευαν στο δικηγορικό γραφείο για να της μεταφράζουν στη γλώσσα της τα διαμειβόμενα). Επομένως, οι κατηγορούμενοι από το συνολικό ποσό των 32.512.000 δρχ. που εισέπραξαν από το Επικουρικό κεφάλαιο για λογαριασμό των εκκαλούντων (5.000.000 δρχ. για το προσωρινά εκτελεστό και 27.512.000 δρχ. με την επιταγή) δικαιούνταν, σύμφωνα με το προαναφερόμενο εργολαβικό δίκης, να λάβουν: α. Ποσοστό 20% επί του κεφαλαίου (27.150.000 δρχ.), δηλαδή 5.430.000 δρχ. β. Τους τόκους υπερημερίας 4.312.000 δρχ. Και γ. την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη 1.050.000 δρχ. Συνολικά 10.792.500 δρχ. Αντίστοιχα έπρεπε να αποδώσουν στους εντολείς τους εκκαλούντες το υπόλοιπο ποσό, δηλαδή 21.719.500 δρχ. (32.512.000-10.792.500 = 21.719.500 δρχ.). Αυτοί όμως τους κατέβαλαν ποσό μικρότερο και συγκεκριμένα 17.750.000 δρχ. (2.000.000 + 15.750.000 = 17.750.000 δρχ.). Είναι λοιπόν φανερό ότι παρακράτησαν χωρίς νόμιμη αιτία και επομένως ιδιοποιήθηκαν παράνομα το ποσό των 3.969.500 δρχ. (21.719.500 - 17.750.000 = 3.969.500 δρχ.) Οι κατηγορούμενοι, προσπαθώντας να δικαιολογήσουν την παράνομη ιδιοποίηση του επί πλέον ποσού των 3.969.500 δρχ., ισχυρίζονται ότι το παρακράτησαν με τη σύμφωνη γνώμη της πρώτης εκκαλούσας ως αμοιβή τους για τον χειρισμό του ποινικού μέρους της υποθέσεως διότι είχαν συμφωνήσει δήθεν προφορικά με τους εντολείς του επιπρόσθετη αμοιβή για να υποστηρίξουν την παράσταση τους ως πολιτικοί ενάγοντες στο ποινικό δικαστήριο κατά του υπαίτιου οδηγού. Πράγματι παρέστησαν στις 12.6.1996 ενώπιον του τριμελούς πλημμελειοδικείου Λάρισας και οι δύο κατηγορούμενοι ως συνήγοροι πολιτικής αγωγής της πρώτης εκκαλούσας. Επίσης στις 10.3.1998 ενώπιον του τριμελούς εφετείου Λάρισας, όπου η καταδικαστική πρωτόδικη απόφαση ήχθη με έφεση του κατηγορουμένου, παρέστη για τον ίδιο σκοπό μόνον ο πρώτος κατηγορούμενος. Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός, με τον οποίο επιχειρούν να δικαιολογήσουν την παρακράτηση του ανωτέρου ποσού, ελέγχεται ως αβάσιμος για τους εξής λόγους: Α) Οι ίδιοι ρητά συμφώνησαν στο εργολαβικό δίκης, το οποίο αυτοί συνέταξαν, ότι η (υπερβαίνουσα μάλιστα τα νόμιμα όρια) αμοιβή τους αναφέρεται σε "όλες τις ενέργειες τους", άρα και στο ποινικό μέρος της υπόθεσης. Στο εργολαβικό, το οποίο είναι ιδιαίτερα λεπτομερές και σαφές, προέβλεψαν με σαφήνεια τα πάντα. Β) Αν πράγματι είχαν συμφωνήσει ιδιαίτερη αμοιβή για το ποινικό μέρος της υποθέσεως (πράγμα δεν συνηθίζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις), θα έπρεπε να περιλάβουν αναφορά περί αυτού στο εργολαβικό και να μη αρκεσθούν σε μία "προφορική συμφωνία". Ας σημειωθεί ότι τέτοια συμφωνία δεν επαληθεύθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Γ) Αν υπήρχε τέτοια προφορική συμφωνία και είχε παραλειφθεί από το εργολαβικό, έπρεπε να αναφερθεί τουλάχιστον στο από 23.5.1997 τετρασέλιδο συμφωνητικό, με το οποίο αφενός αποδόθηκαν, μετά το συμβιβασμό, τα εισπραχθέντα από το Επικουρικό κεφάλαιο στην πρώτη εκκαλούσα και αφετέρου έγινε η παρακράτηση της αμοιβής από τους δικηγόρους. Στο συμφωνητικό αυτό τεχνηέντως παραλείπεται οποιαδήποτε αναφορά για το ένδικο ποσό των 3.969.500 δρχ. και δεν περιλαμβάνεται από τους συντάκτες του (κατηγορουμένους) ούτε μεταξύ των ποσών που αποδίδονται στην πρώτη εκκαλούσα ούτε στα ποσά που αυτοί παρακρατούν ως αμοιβή. Εξάλλου και ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι το συνολικό ποσό που τους υπεξαιρέθηκε είναι μεγαλύτερο και ανέρχεται σε 12.000.000 δρχ. δεν είναι βάσιμος. Είναι αλήθεια ότι με το προαναφερόμενο εργολαβικό συμφωνήθηκε αμοιβή μεγαλύτερη από το ανώτατο νόμιμο ποσοστό 20% που προβλέπεται από το άρθρο 92 παρ. 3 Κώδικα Δικηγόρων, δεδομένου ότι, εκτός από το ποσοστό αυτό, συμφωνήθηκε ότι οι εντολοδόχοι δικηγόροι θα λάβουν επί πλέον όλους τους τόκους υπερημερίας και τα δικαστικά έξοδα που θα επιδικαστούν έτσι ώστε η αμοιβή του τελικά να ανέρχεται στο 33,20% του συνόλου των εισπραχθέντων. Ως προς το υπερβάλλον το εργολαβικό είναι άκυρο και γεννά υποχρέωση των κατηγορουμένων για απόδοση των επί πλέον ληφθέντων κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η παρακράτηση όμως του επί πλέον αυτού ποσού (5.362.000 δρχ.), παρά την ανωτέρω ακυρότητα, δε συνιστά εν προκειμένω υπεξαίρεση διότι ναι μεν για την αμοιβή του ο δικηγόρος έχει κατά κανόνα μόνο ενοχική απαίτηση κατά του εντολέα του, πλην όμως δικαιούται να παρακρατήσει το συμφωνημένο ποσοστό της αμοιβής του από το ποσό που εισέπραξε για λογαριασμό του εντολέα του ως προϊόν της δίκης εφόσον υφίσταται άλλη σχέση, βάσει της οποίας θα είχε τέτοιο δικαίωμα (λ.χ. εκχώρηση). Ειδικότερα, στα πλαίσια της μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου συμφωνίας για διεξαγωγή της δίκης εργολαβικά, είναι δυνατόν να συμφωνηθεί ότι ο εντολέας εκχωρεί στον εντολοδόχο δικηγόρο, προς είσπραξη της συμφωνηθείσης αμοιβής του, ποσοστό της απαίτησης του κατά του αντιδίκου του. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για καταπιστευτική εκχώρηση που αποσκοπεί στην εξασφάλιση του δικηγόρου προς είσπραξη της αμοιβής του αμέσως από το προϊόν της δίκης μετά τη τελεσιδικία, χωρίς η εκχωρηθείσα απαίτηση να διέλθει από την περιουσία του εκχωρητή (ΑΠ 418/2003 Ελλ.Δνη 44 (2003) σελ. 1597). Στην προκείμενη περίπτωση στο προαναφερόμενο εργολαβικό είχε προβλεφθεί τέτοια εκχώρηση διότι ρητά αναφέρεται ότι "το συμφωνηθέν ποσό που θα*1 προκύψει από το παραπάνω ποσό, τις δαπάνες και τους τόκους η πρώτη το εκχωρεί από σήμερα στους δεύτερους και έτσι οι δεύτεροι μπορούν να το εισπράξουν απ' ευθείας από τους υπόχρεους για την καταβολήν". Σε κάθε περίπτωση η παρακράτηση του όλου του ποσού από τους κατηγορούμενους (μέχρι το νόμιμο όριο και το υπερβάλλον) έγινε με τη ^ συγκατάθεση της πρώτης εκκαλούσας που ενεργούσε και για τους λοιπούς, η δε συγκατάθεση αυτή, έστω και αν εξ αιτίας της υπέστη η ίδια και οι λοιποί οικείοι της ζημία, αναιρεί την έννοια του παρανόμου της ιδιοποιήσεως. Είναι διαφορετικό το ζήτημα των αστικών αξιώσεων της κατά των κατηγορουμένων για το άκυρο μέρος της εργολαβίας.
Συνεπώς οι κατηγορούμενοι, από κοινού ενεργώντας, τέλεσαν σε βάρος των εκκαλούντων εντολέων τους υπεξαίρεση συνολικά ποσού 3.969.500 δρχ. Η ιδιοποίηση τελέσθηκε στις 23.5.1997 που έγινε η τελική εκκαθάριση των μεταξύ τους λογαριασμών. Και είναι αλήθεια ότι στις 27.3.1997 είχαν κρατήσει έναντι της αμοιβής τους από το προσωρινά εκτελεστό ποσό που εισέπραξαν, αλλά η παρακράτηση του ποσού αυτού (που σε κάθε περίπτωση έγινε με τη συναίνεση των εντολέων τους) δεν ήταν παράνομη αφού η αμοιβή τους που ακόμη δεν είχε συνολικά προσδιορισθεί ήταν σαφώς μεγαλύτερη από το ποσό που τότε παρακράτησαν.
Συνεπώς δεν πρόκειται για δύο πράξεις υπεξαιρέσεως (η μία στις 27.3.197 και η άλλη στις 23.5.1997), όπως κατηγορήθηκαν. Εξάλλου, παθόντες είναι όλοι οι εκκαλούντες εντολείς και από καθένα υπεξαιρέθηκε (ανάλογο με το κεφάλαιο που του επιδικάσθηκε) μέρος του συνολικά υπεξαιρεθέντος ποσού, το οποίο (μέρος) ανέρχεται, ενόψει του αρχικού ύψους του κεφαλαίου που επιδικάσθηκε στον καθένα, σε 792.617 δρχ. για την πρώτη εκκαλούσα, 730.806 δρχ. για καθένα από τα τέκνα της (2° έως 5° εκκαλούντες) και 292.155 δρχ. για τον πατέρα της (6° εκκαλούντα). Ωστόσο, αν και οι παθόντες είναι περισσότερα από ένα πρόσωπα, δεν πρόκειται για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, πράγμα κρίσιμο για τη διαχρονική εφαρμογή του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 98 με το άρθρο 14 παρ. 1 εδ. 1 του ν. 2721/1999- βλ. ενδεικτικά ΑΠ 113/2005 ΝοΒ 53 (2005) σελ. 1481), αλλά για μία πράξη υπεξαιρέσεως ποσού 3.969.500 δρχ. με περισσότερους από ένα παθόντες, δεδομένου ότι το εξακολουθητικό έγκλημα απαρτίζεται από περισσότερες χρονικώς χωρισμένες μεταξύ τους αξιόποινες πράξεις που τελούνται από το ίδιο πρόσωπο.
Εν προκειμένω, η ιδιοποίηση του συνολικού ποσού των 3.969.500 δρχ. έγινε από τους κατηγορουμένους με μία μόνο πράξη στις 23.5.1997 και δεν ασκεί καμία επιρροή το γεγονός ότι τα μερικότερα ποσά που απαρτίζουν το συνολικά υπεξαιρεθέν ανήκουν σε περισσότερους από ένα πρόσωπα, διότι για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως αρκεί η από το δράστη ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος που είχε περιέλθει στην κατοχή του, η δε εξειδίκευση του κυρίου του πράγματος δεν είναι αναγκαίο στοιχείο του εγκλήματος (ΑΠ.Ολομ 1093/1991 ΕλλΔνη 32 (1991) σελ. 1169).
Συνεπώς για να κριθεί αν το ποσό που υπεξαίρεσαν είναι "ιδιαίτερα μεγάλης αξίας" το συμβούλιο θα αποβλέψει στο συνολικά υπεξαιρεθέν ποσό των 3.969.500 δρχ. και όχι στα επί μέρους ποσά που ζημίωσε κάθε παθών. Γίνεται δε δεκτό ότι για το ζήτημα αν το αντικείμενο μίας υπεξαιρέσεως είναι "ιδιαίτερα μεγάλης αξίας" κρίνει το δικαστήριο ή το συμβούλιο ανέλεγκτα ανάλογα με την αξία που έχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση το υπεξαιρεθέν αντικείμενο και δεν προσδιορίζεται από το νόμο κάποιο συγκεκριμένο ποσό ως μέτρο για το χαρακτηρισμό της αξίας ως ιδιαίτερα μεγάλης (ΑΠ 1846/1997 ΠοινΧρ ΜΗ'(1998) σελ. 619), ενώ για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο ποσοτικός σε χρήμα προσδιορισμός της αξίας (ΣυμβΑΠ 1666/1998 ΠοινΧρ ΜΘ'(1999) σελ. 354). Στην προκείμενη περίπτωση με κριτήρια α) το χρόνο τελέσεως της πράξεως (1997), β) το σύνολο της απαιτήσεως των εντολέων, γ) το ύψος της αμοιβής που έλαβαν οι κατηγορούμενοι με βάση το εργολαβικό δίκης και δ) την (κακή) οικονομική κατάσταση των παθόντων εκκαλούντων το συμβούλιο κρίνει ότι το ¦ προαναφερόμενο ποσό των 3.969.500 δρχ. συνιστά αξία ιδιαίτερα μεγάλη κατά την έννοια του άρθρου 375 ΠΚ. Επομένως, εφόσον το ποσό αυτό οι παθόντες το είχαν εμπιστευθεί στους κατηγορουμένους λόγω της ιδιότητας τους ως εντολοδόχους, κατά τα προαναφερόμενα, στοιχειοθετείται σε βάρος τους το αδίκημα της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος όχι όμως κατ' εξακολούθηση όπως ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη, αλλά (κατ' ορθή μεταβολή της κατηγορίας) με μία μόνο πράξη, όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Υπάρχουν λοιπόν επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν κατηγορία εναντίον τους για την ανωτέρω πράξη.
Συνεπώς, οι κατηγορούμενοι έπρεπε σύμφωνα με τα άρθρα 309, 313, 317, 318 ΚΠοινΔ να παραπεμφθούν για να δικασθούν για την πράξη αυτή που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 26, 27, 45, 51, 52, 53,, 57, 59, 60, 61, 63, 79, 80, 81, 375 παρ. 1, 2α ΠΚ ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Λάρισας που είναι υλικά και τοπικά αρμόδιο λόγω της κατοικίας των κατηγορουμένων, αλλά και του τόπου τελέσεως του αδικήματος (άρθρα 111, 119, 122 ΚΠοινΔ).
Συνεπώς, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λάρισας, το οποίο με το εκκαλούμενο βούλευμα έκρινε αντίθετα και αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων γιατί η παρακράτηση του ανωτέρω ποσού έγινε για την ικανοποίηση της απαιτήσεως τους για συμφωνημένη ιδιαίτερη αμοιβή για την παράστασή τους στα ποινικά δικαστήρια, έσφαλε και δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις. Γι' αυτό η υπό κρίση έφεση με την οποία οι εκκαλούντες υποστηρίζουν ότι το συνολικά υπεξαιρεθέν σε βάρος τους ποσό ανέρχεται σε 12.000.000 δρχ., πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη. Περαιτέρω, πρέπει να εξαφανισθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να παραπεμφθούν οι κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Λάρισας, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της παραπάνω αξιόποινης πράξεως που συνίσταται στο ότι στη Λάρισα την 23-5-1997 ενεργώντας από κοινού ως πληρεξούσιοι δικηγόροι των εγκαλούντων Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4, Ψ5 και Ψ6, ενώ δυνάμει της υπ'αριθ. 679/1996 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας εισέπραξαν για λογαριασμό τους από το Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων", ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θανάσιμο τραυματισμό σε τροχαίο ατύχημα, στις 22-7-1993, του Ψ, συζύγου της πρώτης, πατέρα των δευτέρου, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης και γαμπρού του έκτου από αυτούς, το συνολικό ποσό των 32.510.000 δραχμών και ειδικότερα στις 24-1-1997 το ποσό των 5.000.000 δραχμών, για προσωρινά εκτελεστό κεφάλαιο και στις 10-5-1997 τα ποσά των 22.150.000 δραχμών για επιδικασθέν κεφάλαιο, 4.312.500 δραχμών για τόκους και 1.050.000 δραχμών για δικαστική δαπάνη, απέδωσαν μέρος αυτού (εισπραχθέντος ποσού) στην Ψ1, η οποία ενεργούσε για λογαριασμό και των λοιπών εκκαλούντων και συγκεκριμένα στις 27-3-1997 το ποσό των 2.000.000 δραχμών και στις 23-5-1997 το ποσό των 15.750.000 δραχμών, ιδιοποιούμενοι στις 23-5-1997 παρανόμως το ποσό των 3.969.500 δραχμών σε βάρος των παθόντων και δη 792.617 δραχμών σε βάρος της πρώτης εκκαλούσας, 730.806 δραχμών σε βάρος καθενός από τους 2ο έως 5ο εκκαλούντες και 292.155 δραχμών σε βάρος του 6ου εκκαλούντα. Το ποσό αυτό (3.969.500 δραχμών), τους το είχαν εμπιστευθεί οι παθόντες λόγω της ιδιότητάς τους ως εντολοδόχων και είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας.
Από τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας με αυτά που δέχθηκε διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διενεργηθείσα ανάκριση και τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι κρίθηκαν παραπεμπτέοι, τα αποδεικτικά μέσα, κατ'είδος, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26,27, 45 και 375 παρ. 1 και 2 ΠΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αρκούσαν για την πληρότητα της αιτιολογίας οι παραδοχές του προσβαλλομένου βουλεύματος ότι το ιδιοποιηθέν χρηματικό ποσό περιήλθε στην συγκατοχή των αναιρεσειόντων, οι οποίοι ενεργούσαν από κοινού λόγω της μεταξύ τους υφισταμένης ιδιαίτερης σχέσεως, καθώς και των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Δεν ήταν δε απαραίτητη η εξειδίκευση και η μνεία των επί μέρους ενεργειών καθενός από τους αναιρεσείοντες συναυτουργούς, αλλά αρκούσε η αναφορά στο προσβαλλόμενο βούλευμα των αναφερομένων σ'αυτό πραγματικών περιστατικών, βάσει των οποίων το Συμβούλιο δέχθηκε ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) συμμετείχαν στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργοί. Περαιτέρω δεν ήταν απαραίτητο να αιτιολογηθεί ειδικά η κρίση του Συμβουλίου για την αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως ως ιδιαίτερα μεγάλης, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά αρκεί ο ποσοτικός (σε χρήματα) προσδιορισμός της αξίας, ο οποίος περιέχεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα με ειδικές σκέψεις κατέληξε στην παραδοχή ότι η εκ μέρους των αναιρεσειόντων παράνομη ιδιοποίηση του χρηματικού ποσού των 3.969.500 δραχμών έγινε στις 23-5-1997 με μία μόνο πράξη και δεν ασκεί καμία επιρροή το γεγονός ότι συγκύριοι του ανωτέρω υπεξαιρεθέντος ποσού και συνεπώς παθόντες από την πράξη είναι περισσότερα πρόσωπα, αφού η εξειδίκευση του κυρίου του πράγματος ή του αριθμού των δραστών δεν είναι αναγκαίο στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως. Επομένως οι συναφείς περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής διατάξεως λόγοι αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
5.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον 'Αρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Τέτοια περίπτωση αποτελεί και η μη εξήγηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου από τον ανακριτή ενώπιον του οποίου καλείται να απολογηθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 103 του ίδιου Κώδικα αμέσως μετά βεβαίωση της ταυτότητας του κατηγορουμένου, ο ανακριτής του εξηγεί με σαφήνεια όλα τα δικαιώματά του που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 101 και 102 του εν λόγω Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των από 12-4-2005 δύο εκθέσεων απολογιών κατηγορουμένου, ο Ανακριτής Α' Τμήματος Πλημμελειοδικών Λάρισας, ενώπιον του οποίου κλήθηκαν να απολογηθούν για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, αμέσως μετά τη βεβαίωση της ταυτότητάς τους, καταχώρησε περικοπή σε κάθε μία από τις εκθέσεις αυτές με το εξής περιεχόμενο: "Στο σημείο αυτό γνωρίσαμε στον εξεταζόμενο ότι είναι κατηγορούμενος για υπεξαίρεση από κοινού και κατ'εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στους υπαιτίους λόγω της ιδιότητάς τους ως εντολοδόχων και εξηγήσαμε σαφώς σ'αυτόν τα κατ'άρθρα 101-103 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σύμφωνα με τα οποία συγχωρείται σ'αυτόν ή τον συνήγορό του να λάβει γνώση για όλα τα έγγραφα περί την ανάκριση και ότι μετά από γραπτή αίτησή του και με δική του δαπάνη του χορηγούνται αντίγραφα των εγγράφων αυτών και ότι δικαιούται, με έγγραφη αίτησή του που θα υποβάλλει με απόδειξη, να ζητήσει προθεσμία 48 ωρών, πριν από την παρέλευση της οποίας δεν είναι υποχρεωμένος να απολογηθεί, καθώς επίσης να ζητήσει και νέα προθεσμία κλπ". Μετά το τέλος της περικοπής αυτής ακολούθησαν υπογραφές του Ανακριτή του αρμοδίου Γραμματέα και των αναιρεσειόντων. Περαιτέρω από τις ίδιες ως άνω εκθέσεις απολογίας προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες ζήτησαν προθεσμία οκτώ ημερών, προκειμένου να προετοιμάσουν την υπεράσπισή τους και στη συνέχεια να απολογηθούν, ο δε Ανακριτής τους χορήγησε την αιτηθείσα προθεσμία, μετά την παρέλευση της οποίας προσήλθαν και δήλωσαν ότι θέλουν να απολογηθούν αμέσως, παρέστησαν δε αυτοπροσώπως, χωρίς δηλαδή την παρουσία άλλου δικηγόρου, αφού και οι ίδιοι είναι δικηγόροι του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας. Από τα ανωτέρω καθαρά προκύπτει ότι στους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους εξηγήθηκαν από τον οικείο Ανακριτή όλα τα κατά τα άρθρα 101 και 102 ΚΠΔ δικαιώματά τους και έτσι δεν στερήθηκαν αυτοί των δικαιωμάτων που αφορούν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση, την υπεράσπιση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από το νόμο. Βέβαια στα δικαιώματα του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και εκείνο της σιωπής και της μη αυτοενοχοποιήσεως, ως ειδικότερης εκφράσεως του δικαιώματός του για δίκαιη δίκη. Όμως το δικαίωμά του αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και προστατεύεται από τη διάταξη του άρθρου 273 παρ. 2 Κ.Π.Δ. Επομένως, αφού το δικαίωμα αυτό δεν αναφέρεται στις διατάξεις των άρθρων 101 και 102 Κ.Π.Δ., δεν υφίστατο υποχρέωση του ανακριτή, από το άρθρο 103 ή από κάποια άλλη διάταξη του εν λόγω κώδικα, να εξηγηθεί ειδικώς στους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους. 'Αλλωστε οι αναιρεσείοντες ήταν δικηγόροι, δηλαδή γνώστες των οικείων διατάξεων του Κ.Π.Δ. και δεν ήταν ανάγκη να τους εξηγήσει ο ανακριτής τα δικαιώματά τους ως κατηγορουμένων, ενώ το πέρας της κυρίας ανακρίσεως γνωστοποιήθηκε ειδικώς σ'αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 308 Κ.Π.Δ. και συνεπώς είχαν την ευχέρεια να ασκήσουν όλα τα δικαιώματα που τους παρέχονται από τις οικείες διατάξεις του ΚΠΔ. Επομένως ο συναφής λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 6.- Από τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 3, 171 παρ. 1 εδ. α', 485 παρ. 1 και 523 Κ.Π.Δ. προκύπτει ότι δεν υπάρχει κακή σύνθεση του μετ'αναίρεση και παραπομπή δικάζοντος δικαστικού συμβουλίου όταν συμμετέχει σ'αυτό, υποβάλλων σχετική πρόταση, ο Εισαγγελέας που είχε υποβάλει τη πρόταση στο δικαστικό συμβούλιο, το οποίο είχε εκδόσει το αναιρεθέν βούλευμα (ΑΠ 364/2007). Επομένως ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. α' Κ.Π.Δ. συναφής λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της κακής συνθέσεως του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας που εξέδωσε το προσβαλλόμενο υπ'αριθμ. 224/2007 βούλευμα, λόγω του ότι συμμετείχε σ'αυτό ο Αντεισαγγελέας Εφετών Λάρισας Ευάγγελος Ζαχαρής, ο οποίος υπέβαλε την πρόταση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών που είχε εκδόσει το αναιρεθέν 62/2006 βούλευμα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 7.- Το αίτημα του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου Χ1, που υποβλήθηκε με την από 14-3-2008 αίτησή του για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, δεδομένου ότι αυτός με την κρινόμενη πολυσέλιδη αίτηση αναιρέσεως ανέπτυξε επαρκώς και διεξοδικώς τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματά του, ώστε η αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας να κρίνεται εντελώς άσκοπη και περιττή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Προτείνω: Α) Να απορριφθούν οι υπ'αριθ. 12/3-9-2007 και 15/10-9-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων: 1) Χ1 και 2) Χ2, αντιστοίχως, δικηγόρων και κατοίκων Λάρισας, κατά του υπ'αριθμ. 224/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών. Β) Να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου Χ1 για αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Συμβουλίου σας. Και Γ) Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα στον καθένα από τους αναιρεσείοντες. Αθήνα 3 Δεκεμβρίου 2007.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Στέλιος Κ. Γκρόζος".
Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Επειδή, οι υπ' αριθμ. 12/3-9-2007 και 15/10-9-2007 αιτήσεις αναιρέσεως των κατηγορουμένων 1) Χ1 και 2) Χ2 .αντιστοίχως, κατά του 224/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας Αθηνών, το οποίο παρέπεμψε αυτούς στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας για να δικαστούν για κακουργηματική υπεξαίρεση κατά συναυτουργία, έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως και από πρόσωπα που δικαιούνται προς τούτο και κατά βουλεύματος υποκειμένου σε αναίρεση, γι'αυτό και πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές .
Κατά το άρθρο 309 παρ.2 ΚΠοινΔ που εφαρμόζεται και στον ’ρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 485 του ίδιου Κώδικα, το δικαστικό συμβούλιο, με αίτηση ενός από τους διαδίκους, διατάσσει υποχρεωτικά την ενώπιον αυτού εμφάνιση του αιτούντος για να παράσχει κάθε διευκρίνιση. Τότε μόνο είναι δυνατόν να απορρίψει την αίτηση για εμφάνιση, όταν συντρέχουν ορισμένοι λόγοι που αναφέρονται ειδικά στο βούλευμα. Στην προκείμενη περίπτωση, το αίτημα του πρώτου αναιρεσείοντος να παρασταθεί ενώπιον του Συμβουλίου του Αρείου Πάγου για να εκθέσει τις απόψεις του και να παράσχει διευκρινήσεις, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, γιατί με το δικόγραφο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων διεξοδικά προβάλλει και αναλύει τους λόγους αναιρέσεως του βουλεύματος, ώστε να παρέλκει η αυτοπρόσωπη εμφάνιση του στο Συμβούλιο για περαιτέρω διευκρίνιση αυτών.
Κατά το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 του Π.Κ. "όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Αν δε πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της υπεξαίρεσης σε βαθμό κακουργήματος απαιτείται: α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι, ολικά η μερικά, ξένο, με την έννοια ότι η κυριότητα του ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη, β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από το δράστη, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη του ή χωρίς να υφίσταται άλλο νόμιμο δικαίωμα του δράστη, δ) συνδρομή μιας τουλάχιστον περίπτωσης από τις αναφερόμενες περιοριστικά στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 375 του Π.Κ., μεταξύ των οποίων και εκείνης που ο ιδιοκτήτης έχει εμπιστευθεί το πράγμα στο δράστη λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου και ε) το πράγμα κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης να έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία. Ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου, ως μεγάλης ή μικρής αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το οποίο έχει βάση τις συνθήκες της αγοράς κατά το χρόνο τελέσεως του εγκλήματος, από τις οποίες διαμορφώνεται κάθε φορά η αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν αυτή είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής. Υποκειμενικά απαιτείται δόλια προαίρεση του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιανδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της βούλησης του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία. Από τη διάταξη δε του άρθρου 719 του Α.Κ. προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής και γι' αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης του άρθρου 375 του Π.Κ. Σχέση έμμισθης εντολής καθιδρύεται και μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του όταν ο πρώτος, κατά την άσκηση του λειτουργήματος του, αναλαμβάνει να προβεί σε δικαστικές και εξώδικες ενέργειες για λογαριασμό του εντολέα του και να δέχεται καταβολές οφειλόμενες στον τελευταίο. Τέλος κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 45 του ΠΚ, συναυτουργία είναι η άμεση ή διαδοχική σύμπραξη περισσοτέρων από ένα προσώπων στην τέλεση κάποιου εγκλήματος, το οποίο διαπράττουν με κοινό δόλο τους, δηλαδή με συναπόφασή τους, την οποία έλαβαν είτε πριν από την πράξη τους, είτε κατά την τέλεση τους, ώστε καθένας θέλει ή αποδέχεται την τέλεση τους και γνωρίζει ότι και ο άλλος από αυτούς ενεργεί με δόλο τελέσεως της πράξεως και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει τη δράση του με τη δράση των άλλων. Είναι δε αδιάφορο αν η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος τελείται από όλους κατά τον αυτό τρόπο και με την αυτήν ενέργεια, αρκεί ότι όλοι τελούν εν γνώσει της πρόθεσης μεταξύ τους για την τέλεση του αυτού εγκλήματος. Ειδικότερα επί υπεξαιρέσεως υπάρχει συναυτουργία όταν το ιδιοποιούμενο αντικείμενο περιέρχεται στην συγκατοχή των πλειόνων δραστών, οι οποίοι ενεργούν από κοινού, λόγω της μεταξύ των ιδιαίτερης σχέσεως και των ειδικών στη συγκεκριμένη περίπτωση συνθηκών, χωρίς να είναι αναγκαία η εξειδίκευση και η μνεία των επί μέρους ενεργειών καθενός από τους συναυτουργούς, αλλά αρκεί η αναφορά στο βούλευμα των πραγματικών περιστατικών, βάσει των οποίων το Συμβούλιο δέχθηκε ότι ο δράστης συμμετέσχε στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργός.
Περαιτέρω η απαιτουμένη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης του παραπεμπτικού βουλεύματος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ, υπάρχει όταν περιέχονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το έγκλημα για το οποίο ασκήθηκε εναντίον του ποινική δίωξη, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί βάσει των οποίων το δικαστικό συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις ικανές να στηρίξουν την κατηγορία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά, κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τί προέκυψε από καθένα απ' αυτά ούτε και να γίνεται αξιολογική συσχέτιση μεταξύ τους. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστικό Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα για το σχηματισμό της δικαστικής του πεποίθησης και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. Εξάλλου, η έλλειψη αξιολόγησης των αποδείξεων και η εσφαλμένη εκτίμηση αυτών δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά βουλευμάτων από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ. 1 του ΚΠΔ, αφού περί αυτών κρίνει κυριαρχικά το δικαστικό συμβούλιο, κάθε δε αιτίαση, διαλαμβανόμενη σε αίτηση αναίρεσης κατά βουλεύματος, σχετική με την από το τελευταίο εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτη, διότι ο ’ρειος Πάγος ελέγχει μόνο τη νομική ορθότητα του βουλεύματος, όχι δε και την ουσιαστική, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, κρίση αυτού. Τέλος, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' του ΚΠΔ, λόγος για να αναιρεθεί το βούλευμα είναι και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που εφαρμόστηκε στο βούλευμα. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το συμβούλιο αποδίδει στο νόμο έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πραγματικά, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή της, όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα του βουλεύματος, που περιλαμβάνεται στο διατακτικό ή στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, με το προσβαλλόμενο βούλευμα του με δικές τους σκέψεις δέχθηκε ανελέγκτως κατά πιστή μεταφορά ότι "Οι κατηγορούμενοι Χ2 και Χ1 είναι δικηγόροι του Δ.Σ. Λάρισας. Στις ...... συνήψαν στη Λάρισα με τους εκκαλούντες έγγραφο εργολαβικό δίκης και έλαβαν από αυτούς την εντολή "να επιδιώξουν δικαστικά, διοικητικά και εξώδικα την είσπραξη κάθε ποσού που θα προκύψει σχετικά με την υπόθεση τροχαίου αυτοκινητιστικού ατυχήματος που συνέβη την 22 Ιουλίου 1993 στη Λάρισα και είχε σαν αποτέλεσμα τη θανάτωση του συζύγου της και πατρός των ανηλίκων τέκνων της Ψ1 από αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης ως και αποζημιώσεως των από οποιαδήποτε αιτία κατά του Γ1, ως και κατά παντός ετέρου υπευθύνου ενεχομένου εκ του ανωτέρω ατυχήματος, ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου ήθελε κριθεί αρμόδιο κατά τόπο και καθ' ύλη". Με το ίδιο εργολαβικό για την αμοιβή τους ορίσθηκαν τα εξής: "Η αμοιβή η οποία θα καταβληθεί στους δεύτερους των ώδε συμβαλλομένων (δικηγόρους) για όλες τις ενέργειες τους μέχρι την τελεσίδικη αναγνώριση και καταβολή των αξιώσεων της πρώτης
συμφωνείται ποσοστό 20% και για τους δύο αφετέρου ώδε συμβαλλομένους επί παντός ποσού το οποίο θα εισπραχθεί με οποιοδήποτε τρόπο. Ρητά συμφωνείται επίσης μεταξύ των συμβαλλομένων ότι οι τυχόν δικαστικές δαπάνες που θα επιδικασθούν ανήκουν στους δεύτερους δικηγόρους χωρίς καμία αξίωση της πρώτης στα ποσά αυτά, ως επίσης και οι αναλογούντες σε οποιοδήποτε επιδικασθησόμενο ποσό τόκοι. Το συμφωνηθέν ποσό που θα προκύψει από το παραπάνω ποσό, τις δαπάνες και τους τόκους η πρώτη το εκχωρεί από σήμερα στους δεύτερους και έτσι οι δεύτεροι μπορούν να το εισπράξουν απ' ευθείας από τους υπόχρεους για την καταβολήν". Επειδή η πρώτη εκκαλούσα που συμβλήθηκε τόσο για λογαριασμό της, όσο και για λογαριασμό των λοιπών εκκαλούντων (οι Ψ2, Ψ3,Ψ4 και Ψ5είναι ανήλικα τέκνα της και ο Ψ6 είναι πατέρας της) αγνοούσε την ελληνική γλώσσα, κλήθηκε να ερμηνεύσει τα συμφωνηθέντα στη γλώσσα της (ρουμανική) ως διερμηνέας ο Δημήτριος Παναγούνης του Αριστοτέλη, ο οποίος βεβαιώνει το γεγονός αυτό στο τέλος του εργολαβικού. Έτσι λοιπόν, σε εκτέλεση της εντολής αυτής οι κατηγορούμενοι εντολοδόχοι κατέθεσαν ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Λάρισας αγωγή αποζημιώσεως κατά του υπαίτιου οδηγού και του Επικουρικού Κεφαλαίου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 679/1996 οριστική απόφαση. Με την απόφαση αυτή επιδικάστηκε υπέρ των εναγόντων χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και συγκεκριμένα 5.150.000 δρχ. για την πρώτη, 5.000.000 δρχ. για καθένα από τα 4 ανήλικα τέκνα της και 2.000.000 δρχ. για τον πατέρα της. Συνολικά 27.150.000 δρχ. με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Η απόφαση κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή για 5.000.000 δρχ., ποσό το οποίο εισέπραξε στις 24-1-1997 ο κατηγορούμενος Χ2 από το Επικουρικό Κεφάλαιο. Απ' αυτό κατέβαλε στην πρώτη εκκαλούσα 2.000.000 δρχ., ενώ το υπόλοιπο ποσό των 3.000.000 δρχ. το παρακράτησε γι' αυτόν και το συγκατηγορούμενό του Χ1 έναντι της αμοιβής τους. Στις 20-5-1997 ο κατηγορούμενος Χ2 ζήτησε από την πρώτη εκκαλούσα και αυτή του χορήγησε το υπ' αριθμ........ πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Μητρέλη με την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να προέλθει σε συμβιβασμό με το Επικουρικό Κεφάλαιο και να εισπράξει το ποσό που θα συμφωνηθεί συμβιβαστικά. Έτσι οι κατηγορούμενοι, αφού συνεννοήθηκαν με την πρώτη εκκαλούσα και έλαβαν τη συναίνεση της, ήλθαν σε εξώδικο συμβιβασμό με το Επικουρικό Κεφάλαιο. Κατά τις διαπραγματεύσεις και την υπογραφή του συμφωνητικού του συμβιβασμού (20-5-1997) παρευρίσκονταν η πρώτη εκκαλούσα συνοδευόμενη από φιλικό της πρόσωπο (τον Ε1, ο οποίος ενεργούσε και ως διερμηνέας της), λαμβάνοντας έτσι πλήρη γνώση των συμφωνηθέντων όρων. Ο συμβιβασμός που επιτεύχθηκε, καταργώντας τη δίκη, ήταν στο ύψος των ποσών που επιδικάσθηκαν πρωτόδικα. Σε εκτέλεση του συμβιβασμού το Επικουρικό Κεφάλαιο κατέβαλε στον πρώτο κατηγορούμενο Χ2 για λογαριασμό των εκκαλούντων (πέραν του ήδη καταβληθέντος την 24-1-1997 προσωρινά εκτελεστού ποσού 5.000.000 δρχ.) και το ποσό των 27.512.500 δρχ. με την έκδοση της υπ' αριθμ. ...... τραπεζικής επιταγής της ΕΤΕ, την οποία ο ίδιος εισέπραξε. Από το ποσό αυτό 4.312.500 δρχ. αντιστοιχούσαν στους τόκους υπερημερίας και 1.050.000 δρχ. στη δικαστική δαπάνη. Το υπόλοιπο (22.150.000 δρχ.) αντιστοιχούσε στο κεφάλαιο, έναντι του οποίου είχαν καταβληθεί, όπως προαναφέρθηκε, άλλα 5.000.000 δρχ. Μετά την είσπραξη της επιταγής στις 23-5-1997 έγινε συνάντηση της πρώτης εκκαλούσας με τον κατηγορούμενο Χ2 στο γραφείο του. Εκεί η πρώτη εκκαλούσα, ενεργώντας και για λογαριασμό των λοιπών, εισέπραξε το ποσό των 15.750.000 δρχ., από το οποίο 12.000.000 δρχ. είχαν κατατεθεί την ίδια ημέρα από τον Χ2 στον υπ' αριθμ. ...... τραπεζικό λογαριασμό της στην Τράπεζα Εργασίας και 3.750.000 δρχ. έλαβε σε μετρητά (βλ. την από...... απόδειξη πληρωμής, την οποία προσυπογράφουν, εκτός από τους συμβαλλομένους, και οι μάρτυρες Ε1 και Ε2, φίλοι της πρώτης εκκαλούσας που τη συνόδευαν στο δικηγορικό γραφείο για να της μεταφράζουν στη γλώσσα της τα διαμειβόμενα). Επομένως, οι κατηγορούμενοι από το συνολικό ποσό των 32.512.000 δρχ. που εισέπραξαν από το Επικουρικό κεφάλαιο για λογαριασμό των εκκαλούντων (5.000.000 δρχ. για το προσωρινά εκτελεστό και 27.512.000 δρχ. με την επιταγή) δικαιούνταν, σύμφωνα με το προαναφερόμενο εργολαβικό δίκης, να λάβουν: α. Ποσοστό 20% επί του κεφαλαίου (27.150.000 δρχ.), δηλαδή 5.430.000 δρχ. β. Τους τόκους υπερημερίας 4.312.000 δρχ. Και γ. την επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη 1.050.000 δρχ. Συνολικά 10.792.500 δρχ. Αντίστοιχα έπρεπε να αποδώσουν στους εντολείς τους εκκαλούντες το υπόλοιπο ποσό, δηλαδή 21.719.500 δρχ. (32.512.000-10.792.500 = 21.719.500 δρχ.). Αυτοί όμως τους κατέβαλαν ποσό μικρότερο και συγκεκριμένα 17.750.000 δρχ. (2.000.000 + 15.750.000 = 17.750.000 δρχ.). Είναι λοιπόν φανερό ότι παρακράτησαν χωρίς νόμιμη αιτία και επομένως ιδιοποιήθηκαν παράνομα το ποσό των 3.969.500 δρχ. (21.719.500 - 17.750.000 = 3.969.500 δρχ.) Οι κατηγορούμενοι, προσπαθώντας να δικαιολογήσουν την παράνομη ιδιοποίηση του επί πλέον ποσού των 3.969.500 δρχ., ισχυρίζονται ότι το παρακράτησαν με τη σύμφωνη γνώμη της πρώτης εκκαλούσας ως αμοιβή τους για τον χειρισμό του ποινικού μέρους της υποθέσεως διότι είχαν συμφωνήσει δήθεν προφορικά με τους εντολείς του επιπρόσθετη αμοιβή για να υποστηρίξουν την παράσταση τους ως πολιτικοί ενάγοντες στο ποινικό δικαστήριο κατά του υπαίτιου οδηγού. Πράγματι παρέστησαν στις 12.6.1996 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Λάρισας και οι δύο κατηγορούμενοι ως συνήγοροι πολιτικής αγωγής της πρώτης εκκαλούσας. Επίσης στις 10.3.1998 ενώπιον του τριμελούς εφετείου Λάρισας, όπου η καταδικαστική πρωτόδικη απόφαση ήχθη με έφεση του κατηγορουμένου, παρέστη για τον ίδιο σκοπό μόνον ο πρώτος κατηγορούμενος. Ο ισχυρισμός τους όμως αυτός, με τον οποίο επιχειρούν να δικαιολογήσουν την παρακράτηση του ανωτέρου ποσού, ελέγχεται ως αβάσιμος για τους εξής λόγους: Α) Οι ίδιοι ρητά συμφώνησαν στο εργολαβικό δίκης, το οποίο αυτοί συνέταξαν, ότι η (υπερβαίνουσα μάλιστα τα νόμιμα όρια) αμοιβή τους αναφέρεται σε "όλες τις ενέργειες τους", άρα και στο ποινικό μέρος της υπόθεσης. Στο εργολαβικό, το οποίο είναι ιδιαίτερα λεπτομερές και σαφές, προέβλεψαν με σαφήνεια τα πάντα. Β) Αν πράγματι είχαν συμφωνήσει ιδιαίτερη αμοιβή για το ποινικό μέρος της υποθέσεως (πράγμα δεν συνηθίζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις), θα έπρεπε να περιλάβουν αναφορά περί αυτού στο εργολαβικό και να μη αρκεσθούν σε μία "προφορική συμφωνία". Ας σημειωθεί ότι τέτοια συμφωνία δεν επαληθεύθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Γ) Αν υπήρχε τέτοια προφορική συμφωνία και είχε παραλειφθείαπό το εργολαβικό, έπρεπε να αναφερθεί τουλάχιστον στοαπό ..... τετρασέλιδο συμφωνητικό, με το οποίοαφενός αποδόθηκαν, μετά το συμβιβασμό, τα εισπραχθέντααπό το Επικουρικό κεφάλαιο στην πρώτη εκκαλούσα καιαφετέρου έγινε η παρακράτηση της αμοιβής από τουςδικηγόρους. Στο συμφωνητικό αυτό τεχνηέντωςπαραλείπεται οποιαδήποτε αναφορά για το ένδικο ποσό των3.969.500 δρχ. και δεν περιλαμβάνεται από τους συντάκτεςτου (κατηγορουμένους) ούτε μεταξύ των ποσών πουαποδίδονται στην πρώτη εκκαλούσα ούτε στα ποσά πουαυτοί παρακρατούν ως αμοιβή. Εξάλλου και ο ισχυρισμόςτων εκκαλούντων ότι το συνολικό ποσό που τουςυπεξαιρέθηκε είναι μεγαλύτερο και ανέρχεται σε 12.000.000δρχ. δεν είναι βάσιμος. Είναι αλήθεια ότι με τοπροαναφερόμενο εργολαβικό
συμφωνήθηκε αμοιβή μεγαλύτερη από το ανώτατο νόμιμο ποσοστό 20% που προβλέπεται από το άρθρο 92 παρ. 3 Κώδικα Δικηγόρων, δεδομένου ότι, εκτός από το ποσοστό αυτό, συμφωνήθηκε ότι οι εντολοδόχοι δικηγόροι θα λάβουν επί πλέον όλους τους τόκους υπερημερίας και τα δικαστικά έξοδα που θα επιδικαστούν έτσι ώστε η αμοιβή του τελικά να ανέρχεται στο 33,20% του συνόλου των εισπραχθέντων. Ως προς το υπερβάλλον το εργολαβικό είναι άκυρο και γεννά υποχρέωση των κατηγορουμένων για απόδοση των επί πλέον ληφθέντων κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η παρακράτηση όμως του επί πλέον αυτού ποσού (5.362.000 δρχ.), παρά την ανωτέρω ακυρότητα, δε συνιστά εν προκειμένω υπεξαίρεση διότι ναι μεν για την αμοιβή του ο δικηγόρος έχει κατά κανόνα μόνο ενοχική απαίτηση κατά του εντολέα του, πλην όμως δικαιούται να παρακρατήσει το συμφωνημένο ποσοστό της αμοιβής του από το ποσό που εισέπραξε για λογαριασμό του εντολέα του ως προϊόν της δίκης εφόσον υφίσταται άλλη σχέση, βάσει της οποίας θα είχε τέτοιο δικαίωμα (λ.χ. εκχώρηση). Ειδικότερα, στα πλαίσια της μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου συμφωνίας για διεξαγωγή της δίκης εργολαβικά, είναι δυνατόν να συμφωνηθεί ότι ο εντολέας εκχωρεί στον εντολοδόχο δικηγόρο, προς είσπραξη της συμφωνηθείσης αμοιβής του, ποσοστό της απαίτησης του κατά του αντιδίκου του. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για καταπιστευτική εκχώρηση που αποσκοπεί στην εξασφάλιση του δικηγόρου προς είσπραξη της αμοιβής του αμέσως από το προϊόν της δίκης μετά τη τελεσιδικία, χωρίς η εκχωρηθείσα απαίτηση να διέλθει από την περιουσία του εκχωρητή (ΑΠ 418/2003 Ελλ.Δνη 44 (2003) σελ. 1597). Στην προκείμενη περίπτωση στο προαναφερόμενο εργολαβικό είχε προβλεφθεί τέτοια εκχώρηση διότι ρητά αναφέρεται ότι "το συμφωνηθέν ποσό που θα*1 προκύψει από το παραπάνω ποσό, τις δαπάνες και τους τόκους η πρώτη το εκχωρεί από σήμερα στους δεύτερους και έτσι οι δεύτεροι μπορούν να το εισπράξουν απ' ευθείας από τους υπόχρεους για την καταβολήν". Σε κάθε περίπτωση η παρακράτηση του όλου του ποσού από τους κατηγορούμενους (μέχρι το νόμιμο όριο και το υπερβάλλον) έγινε με τη συγκατάθεση της πρώτης εκκαλούσας που ενεργούσε και για τους λοιπούς, η δε συγκατάθεση αυτή, έστω και αν εξ αιτίας της υπέστη η ίδια και οι λοιποί οικείοι της ζημία, αναιρεί την έννοια του παρανόμου της ιδιοποιήσεως. Είναι διαφορετικό το ζήτημα των αστικών αξιώσεων της κατά των κατηγορουμένων για το άκυρο μέρος της εργολαβίας.
Συνεπώς οι κατηγορούμενοι, από κοινού ενεργώντας, τέλεσαν σε βάρος των εκκαλούντων εντολέων τους υπεξαίρεση συνολικά ποσού 3.969.500 δρχ. Η ιδιοποίηση τελέσθηκε στις 23.5.1997 που έγινε η τελική εκκαθάριση των μεταξύ τους λογαριασμών. Και είναι αλήθεια ότι στις 27.3.1997 είχαν κρατήσει έναντι της αμοιβής τους από το προσωρινά εκτελεστό ποσό που εισέπραξαν, αλλά η παρακράτηση του ποσού αυτού (που σε κάθε περίπτωση έγινε με τη συναίνεση των εντολέων τους) δεν ήταν παράνομη αφού η αμοιβή τους που ακόμη δεν είχε συνολικά προσδιορισθεί ήταν σαφώς μεγαλύτερη από το ποσό που τότε παρακράτησαν.
Συνεπώς δεν πρόκειται για δύο πράξεις υπεξαιρέσεως(η μία στις 27.3.197 και η άλλη στις 23.5.1997), όπως κατηγορήθηκαν. Εξάλλου, παθόντες είναι όλοι οι εκκαλούντες εντολείς και από καθένα υπεξαιρέθηκε (ανάλογο με το κεφάλαιο που του επιδικάσθηκε) μέρος του συνολικά υπεξαιρεθέντος ποσού, το οποίο (μέρος) ανέρχεται, ενόψει του αρχικού ύψους του κεφαλαίου που επιδικάσθηκε στον καθένα, σε 792.617 δρχ. για την πρώτη εκκαλούσα, 730.806 δρχ. για καθένα από τα τέκνα της (2° έως 5° εκκαλούντες) και 292.155 δρχ. για τον πατέρα της (6° εκκαλούντα). Ωστόσο, αν και οι παθόντες είναι περισσότερα από ένα πρόσωπα, δεν πρόκειται για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, πράγμα κρίσιμο για τη διαχρονική εφαρμογή του άρθρου 98 παρ. 2 ΠΚ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 98 με το άρθρο 14 παρ1 εδ. 1 του ν. 2721/1999- βλ. ενδεικτικά ΑΠ 113/2005 ΝοΒ 53 (2005) σελ. 1481), αλλά για μία πράξη υπεξαιρέσεως ποσού 3.969.500 δρχ. με περισσότερους από ένα παθόντες, δεδομένου ότι το εξακολουθητικό έγκλημα απαρτίζεται από περισσότερες χρονικώς χωρισμένες μεταξύ τους αξιόποινες πράξεις που τελούνται από το ίδιο πρόσωπο.
Εν προκειμένω, η ιδιοποίηση του συνολικού ποσού των 3.969.500 δρχ. έγινε από τους κατηγορουμένους με μία μόνο πράξη στις 23.5.1997 και δεν ασκεί καμία επιρροή το γεγονός ότι τα μερικότερα ποσά που απαρτίζουν το συνολικά υπεξαιρεθέν ανήκουν σε περισσότερους από ένα πρόσωπα, διότι για την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως αρκεί η από το δράστη ιδιοποίηση ξένου κινητού πράγματος που είχε περιέλθει στην κατοχή του, η δε εξειδίκευση του κυρίου του πράγματος δεν είναι αναγκαίο στοιχείο του εγκλήματος (ΑΠ Ολομ 1093/1991 ΕλλΔνη 32 (1991) σελ. 1169).
Συνεπώς για να κριθεί αν το ποσό που υπεξαίρεσαν είναι "ιδιαίτερα μεγάλης αξίας" το συμβούλιο θα αποβλέψει στο συνολικά υπεξαιρεθέν ποσό των 3.969.500 δρχ. και όχι στα επί μέρους ποσά που ζημίωσε κάθε παθών. Γίνεται δε δεκτό ότι για το ζήτημα αν το αντικείμενο μίας υπεξαιρέσεως είναι "ιδιαίτερα μεγάλης αξίας" κρίνει το δικαστήριο ή το συμβούλιο ανέλεγκτα ανάλογα με την αξία που έχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση το υπεξαιρεθέν αντικείμενο και δεν προσδιορίζεται από το νόμο κάποιο συγκεκριμένο ποσό ως μέτρο για το χαρακτηρισμό της αξίας ως ιδιαίτερα μεγάλης (ΑΠ 1846/1997 ΠοινΧρ ΜΗ'(1998) σελ. 619), ενώ για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο ποσοτικός σε χρήμα προσδιορισμός της αξίας (ΣυμβΑΠ 1666/1998 ΠοινΧρ ΜΘ'(1999) σελ. 354).
Στην προκείμενη περίπτωση με κριτήρια α) το χρόνο τελέσεως της πράξεως (1997), β) το σύνολο της απαιτήσεως των εντολέων, γ) το ύψος της αμοιβής που έλαβαν οι κατηγορούμενοι με βάση το εργολαβικό δίκης και δ) την (κακή) οικονομική κατάσταση των παθόντων εκκαλούντων το συμβούλιο κρίνει ότι το | προαναφερόμενο ποσό των 3.969.500 δρχ. συνιστά αξία ιδιαίτερα μεγάλη κατά την έννοια του άρθρου 375 ΠΚ. Επομένως, εφόσον το ποσό αυτό οι παθόντες το είχαν εμπιστευθεί στους κατηγορουμένους λόγω της ιδιότητας τους ως εντολοδόχους, κατά τα προαναφερόμενα, στοιχειοθετείται σε βάρος τους το αδίκημα της υπεξαιρέσεως σε βαθμό κακουργήματος όχι όμως κατ' εξακολούθηση όπως ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη, αλλά (κατ' ορθή μεταβολή της κατηγορίας) με μία μόνο πράξη, όπως αναφέρεται στο διατακτικό. Υπάρχουν λοιπόν επαρκείς ενδείξεις που στηρίζουν κατηγορία εναντίον τους για την ανωτέρω πράξη.
Συνεπώς, οι κατηγορούμενοι έπρεπε σύμφωνα με τα άρθρα 309, 313, 317, 318 ΚΠοινΔ να παραπεμφθούν για να δικασθούν για την πράξη αυτή που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 26, 27, 45, 51, 52, 53,, 57, 59, 60, 61, 63, 79, 80, 81, 375 παρ. 1, 2α ΠΚ ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Λάρισας που είναι υλικά και τοπικά αρμόδιο λόγω της κατοικίας των κατηγορουμένων, αλλά και του τόπου τελέσεως του αδικήματος (άρθρα 111, 119, 122 ΚΠοινΔ).
Συνεπώς, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Λάρισας, το οποίο με το εκκαλούμενο βούλευμα έκρινε αντίθετα και αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων γιατί η παρακράτηση του ανωτέρω ποσού έγινε για την ικανοποίηση της απαιτήσεως τους για συμφωνημένη ιδιαίτερη αμοιβή για την παράσταση τους στα ποινικά δικαστήρια, έσφαλε και δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις. Γι' αυτό η υπό κρίση έφεση με την οποία οι εκκαλούντες υποστηρίζουν ότι το συνολικά υπεξαιρεθέν σε βάρος τους ποσό ανέρχεται σε 12.000.000 δρχ., πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη. Περαιτέρω, πρέπει να εξαφανισθεί το εκκαλούμενο βούλευμα και να παραπεμφθούν οι κατηγορούμενοι στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (κακουργημάτων) Λάρισας, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
Με βάση όλα αυτά, τα οποία προέκυψαν από τα υπάρχοντα στη δικογραφία αποδεικτικά στοιχεία το Συμβούλιο Εφετών Λάρισας, έκρινε ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας προκειμένου να δικασθούν ως υπαίτιοι της παραπάνω αξιόποινης πράξεως που συνίσταται στο ότι στη Λάρισα την 23-5-1997 ενεργώντας από κοινού ως πληρεξούσιοι δικηγόροι των εγκαλούντων Ψ1, Ψ2, Ψ3, Ψ4, Ψ5 και Ψ6, ενώ δυνάμει της υπ'αριθ. 679/1996 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας εισέπραξαν για λογαριασμό τους από το Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Επικουρικό Κεφάλαιο Ασφάλισης Ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων", ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης για το θανάσιμο τραυματισμό σε τροχαίο ατύχημα, στις 22-7-1993, του Ψ, συζύγου της πρώτης, πατέρα των δευτέρου, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης και γαμπρού του έκτου από αυτούς, το συνολικό ποσό των 32.510.000 δραχμών και ειδικότερα στις 24-1-1997 το ποσό των 5.000.000 δραχμών, για προσωρινά εκτελεστό κεφάλαιο και στις 10-5-1997 τα ποσά των 22.150.000 δραχμών για επιδικασθέν κεφάλαιο, 4.312.500 δραχμών για τόκους και 1.050.000 δραχμών για δικαστική δαπάνη, απέδωσαν μέρος αυτού (εισπραχθέντος ποσού) στην Ψ1, η οποία ενεργούσε για λογαριασμό και των λοιπών εκκαλούντων και συγκεκριμένα στις 27-3-1997 το ποσό των 2.000.000 δραχμών και στις 23-5-1997 το ποσό των 15.750.000 δραχμών, ιδιοποιούμενοι στις 23-5-1997 παρανόμως το ποσό των 3.969.500 δραχμών σε βάρος των παθόντων και δη 792.617 δραχμών σε βάρος της πρώτης εκκαλούσας, 730.806 δραχμών σε βάρος καθενός από τους 2° έως 5° εκκαλούντες και 292.155 δραχμών σε βάρος του 6ου εκκαλούντα. Το ποσό αυτό (3.969.500 δραχμών), τους το είχαν εμπιστευθεί οι παθόντες λόγω της ιδιότητας τους ως εντολοδόχων και είναι ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας.". Με τις παραδοχές του αυτές, το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση που διενεργήθηκε και από τα οποία συνήγαγε τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του παραπάνω εγκλήματος, για το οποίο οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι κρίθηκαν παραπεμπτέοι, τα αποδεικτικά μέσα , κατ' είδος από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις οικείες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26,27,45, και 375 παρ.1 και 2 Π.Κ. τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αρκούν για την πληρότητα της αιτιολογίας οι παραδοχές του προσβαλλόμενου βουλεύματος ότι το ιδιοποιηθέν χρηματικό ποσό περιήλθε στην συγκατοχή των αναιρεσειόντων, οι οποίοι ενεργούσαν από κοινού λόγω της μεταξύ τους υφισταμένης ιδιαίτερης σχέσεως, καθώς και των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Δεν ήταν δε απαραίτητη η εξειδίκευση και η μνεία των επί μέρους ενεργειών καθενός από τους αναιρεσείοντες συναυτουργούς, αλλά αρκούσε η αναφορά στο προσβαλλόμενο βούλευμα των αναφερομένων σ' αυτό πραγματικών περιστατικών, βάσει των οποίων το Συμβούλιο δέχθηκε ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) συμμετείχαν στην τέλεση του εγκλήματος ως συναυτουργοί. Περαιτέρω δεν ήταν απαραίτητο να αιτιολογηθεί ειδικά η κρίση του Συμβουλίου για την αξία του αντικειμένου της υπεξαιρέσεως ως ιδιαίτερα μεγάλης, που είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, αλλά αρκεί ο ποσοτικός (σε χρήματα) προσδιορισμός της αξίας, ο οποίος περιέχεται στο προσβαλλόμενο βούλευμα. Τέλος το προσβαλλόμενο βούλευμα με ειδικές σκέψεις κατέληξε στην παραδοχή ότι η εκ μέρους των αναιρεσειόντων παράνομη ιδιοποίηση του χρηματικού ποσού των 3.969.500 δραχμών έγινε στις 23-5-1997 με μία μόνο πράξη και δεν ασκεί καμία επιρροή το γεγονός ότι συγκύριοι του ανωτέρω υπεξαιρεθέντος ποσού και συνεπώς παθόντες από την πράξη είναι περισσότερα πρόσωπα, αφού η εξειδίκευση του κυρίου του πράγματος ή του αριθμού των δραστών δεν είναι αναγκαίο στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της υπεξαιρέσεως. Επομένως οι συναφείς από το άρθρο 484 παρ 1 β και δ λόγοι περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής διατάξεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 στοιχ. δ' ΚΠΔ απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον ’ρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται,στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Τέτοια περίπτωση αποτελεί και η μη εξήγηση των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου από τον ανακριτή ενώπιον του οποίου καλείται να απολογηθεί. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 103 τουίδιου Κώδικα αμέσως μετά βεβαίωση της ταυτότητας τουκατηγορουμένου, ο ανακριτής του εξηγεί με σαφήνεια όλα τα δικαιώματα του που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 101 και 102 του εν λόγω Κώδικα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, για την έρευνα της βασιμότητας του προβαλλομένου λόγου αναιρέσεως,επισκόπηση των από 12-4-2005 δύο εκθέσεων απολογιών κατηγορουμένου, ο Ανακριτής Α' Τμήματος Πλημμελειοδικών Λάρισας, ενώπιον του οποίου κλήθηκαν να απολογηθούν για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, αμέσως μετά τη βεβαίωση της ταυτότητας τους, καταχώρησε περικοπή σε κάθε μία από τις εκθέσεις αυτές με το εξής περιεχόμενο: "Στο σημείο αυτό γνωρίσαμε στον εξεταζόμενο ότι είναι κατηγορούμενος για υπεξαίρεση από κοινού και κατ'εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στους υπαιτίους λόγω της ιδιότητας τους ως εντολοδόχων και εξηγήσαμε σαφώς σ'αυτόν τα κατ'άρθρα 101-103 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, σύμφωνα με τα οποία συγχωρείται σ'αυτόν ή τον συνήγορο του να λάβει γνώση για όλα τα έγγραφα περί την ανάκριση και ότι μετά από γραπτή αίτηση του και με δική του δαπάνη του χορηγούνται αντίγραφα των εγγράφων αυτών και ότι δικαιούται, με έγγραφη αίτηση του που θα υποβάλλει με απόδειξη, να ζητήσει προθεσμία 48 ωρών, πριν από την παρέλευση της οποίας δεν είναι υποχρεωμένος να απολογηθεί, καθώς επίσης να ζητήσει και νέα προθεσμία κλπ". Μετά το τέλος της περικοπής αυτής ακολούθησαν υπογραφές του Ανακριτή του αρμοδίου Γραμματέα και των αναιρεσειόντων. Περαιτέρω από τις ίδιες ως άνω εκθέσεις απολογίας προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες ζήτησαν προθεσμία οκτώ ημερών, προκειμένου να προετοιμάσουν την υπεράσπιση τους και στη συνέχεια να απολογηθούν, ο δε Ανακριτής τους χορήγησε την αιτηθείσα προθεσμία, μετά την παρέλευση της οποίας προσήλθαν και δήλωσαν ότι θέλουν να απολογηθούν αμέσως, παρέστησαν δε αυτοπροσώπως, χωρίς δηλαδή την παρουσία άλλου δικηγόρου, αφού και οι ίδιοι είναι δικηγόροι του Δικηγορικού Συλλόγου Λάρισας. Από τα ανωτέρω καθαρά προκύπτει ότι στους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους εξηγήθηκαν από τον οικείο Ανακριτή όλα τα κατά τα άρθρα 101 και 102 ΚΠΔ δικαιώματα τους και έτσι δεν στερήθηκαν αυτοί των δικαιωμάτων που αφορούν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση, την υπεράσπιση και την άσκηση των δικαιωμάτων που τους παρέχονται από το νόμο. Βέβαια στα δικαιώματα του κατηγορουμένου περιλαμβάνεται και εκείνο της σιωπής και της μη αυτοενοχοποιήσεως, ως ειδικότερης εκφράσεως του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη. Όμως το δικαίωμα του αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και προστατεύεται από τη διάταξη του άρθρου 273 παρ. 2 Κ.Π.Δ. Επομένως, αφού το δικαίωμα αυτό δεν αναφέρεται στις διατάξεις των άρθρων 101 και 102 Κ.Π.Δ., δεν υφίστατο υποχρέωση του ανακριτή, από το άρθρο 103 ή από κάποια άλλη διάταξη του εν λόγω κώδικα, να εξηγηθεί ειδικώς στους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους. ’λλωστε οι αναιρεσείοντες ήταν δικηγόροι, δηλαδή γνώστες των οικείων διατάξεων του Κ.Π.Δ. και δεν ήταν ανάγκη να τους εξηγήσει ο ανακριτής τα δικαιώματα τους ως κατηγορουμένων, ενώ το πέρας της κυρίας ανακρίσεως γνωστοποιήθηκε ειδικώς σ'αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 308 Κ.Π.Δ. και συνεπώς είχαν την ευχέρεια να ασκήσουν όλα τα δικαιώματα που τους παρέχονται από τις οικείες διατάξεις του ΚΠΔ. Επομένως ο συναφής λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτες, εφόσον ο ’ρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα του προσβαλλόμενου βουλεύματος και δεν συνιστά λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερομένους στη διάταξη του άρθρου 484 Κ.Ποιν.Δ., η εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Από τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 3, 171 παρ. 1 εδ. α', 485 παρ. 1, 519 και 523 ΚΠοινΔ προκύπτει ότι δεν υπάρχει κακή σύνθεση του μετ' αναίρεση και παραπομπή δικάζοντος δικαστικού συμβουλίου όταν συμμετέχει σ' αυτό, υποβάλλων σχετική πρόταση, ο Εισαγγελέας που είχε υποβάλει την πρόταση στο δικαστικό συμβούλιο, το οποίο είχε εκδώσει το αναιρεθέν βούλευμα. Επομένως, ο εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. α' ΚΠοινΔ συναφής λόγος αναιρέσεως της δευτέρας υπό κρίση αιτήσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της κακής συνθέσεως του δικαστικού συμβουλίου Εφετών Λάρισας που εξέδωσε το προσβαλλόμενο 224/2007 βούλευμα, λόγω του ότι συμμετείχε σ' αυτό ο Εισαγγελέας Εφετών Ευάγγελος Ζάχαρης, ο οποίος υπέβαλε την πρόταση στο ίδιο δικαστικό συμβούλιο που είχε εκδώσει το αναιρεθέν 62/2006 βούλευμα, είναι αβάσιμος και, πρέπει, να απορριφθεί. Μετά ταύτα αφού δεν υπάρχει άλλος προς έρευνα λόγος αναιρέσεως οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το περί αυτοπρόσωπου εμφανίσεως ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου σε Συμβούλιο αίτημα του πρώτου αναιρεσείοντος.
Απορρίπτει τις υπ' αριθμ. 12/3-9-2007 και 15/10-9-2007 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 , για αναίρεση του υπ' αριθμ. 224/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Λάρισας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2008.

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2008.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή