Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 780 / 2018    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αναιρέσεως απόρριψη, Αναιρέσεως λόγοι, Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, Έξοδα.




Περίληψη:
Παραβίαση διατροφής. Λόγοι: 1) Απόλυτη ακυρότητα από μη νομότυπη παράσταση πολιτικής αγωγής. 2) Έλλειψη αιτιολογίας και νόμιμης βάσης. Και 3) Απόρριψη αιτήματος αναβολής χωρίς αιτιολογία. Αβάσιμοι όλοι οι λόγοι. Απορρίπτει αναίρεση. Επιβάλλει τα έξοδα.





Αριθμός 780/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή, Γεώργιο Παπαηλιάδη και Μαρία Γκανιάτσου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Μαρτίου 2017, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Κωνσταντινόπουλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ. Ι. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Παπαδάκο, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 30662/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την Α. Κ., κάτοικο ..., που δεν παρέστη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Οκτωβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../15.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., απόλυτη ακυρότητα, η οποία δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ του ιδίου Κώδικα, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, η οποία υπάρχει όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι όροι της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως για την άσκηση της πολιτικής αγωγής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 63 και 64 του Κ.Ποιν.Δ., ή όταν παραβιάσθηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο ασκήσεως και υποβολής της κατά το άρθρο 68 του Κ.Ποιν.Δ.. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 63 εδ. α’ του ιδίου Κώδικα, η πολιτική αγωγή, με την οποία επιδιώκεται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να ασκηθεί στο ποινικό δικαστήριο από τα πρόσωπα που έχουν το δικαίωμα αυτό, σύμφωνα με τα άρθρα 914 και 932 του Α.Κ., κατά δε το άρθρο 68 παρ. 2 του Κ.Ποιν.Δ., εκείνος που κατά τον Αστικό Κώδικα δικαιούται να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, μπορεί να υποβάλει την απαίτησή του στο ποινικό δικαστήριο, ωσότου αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία, χωρίς έγγραφη προδικασία. Δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνον ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί. Η σχετική δήλωση παραστάσεως πρέπει, κατά το άρθρο 84 του Κ.Ποιν.Δ., να περιέχει, με ποινή το απαράδεκτο, συνοπτική έκθεση της υποθέσεως, για την οποία παρίσταται κάποιος ως πολιτικώς ενάγων και τους λόγους στους οποίους στηρίζεται το δικαίωμα της παραστάσεως, δηλαδή, αν πρόκειται για υλική ζημία ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία. Η δήλωση δε παραστάσεως πολιτικής αγωγής, όταν επαναλαμβάνεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είναι αναγκαίο να περιέχει και όλα τα πιο πάνω στοιχεία, αφού κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό. Εξάλλου, από την αξιόποινη πράξη της παραβιάσεως της υποχρεώσεως για διατροφή του άρθρου 358 του Π.Κ., υφίσταται άμεσα ηθική βλάβη εκείνος μόνο κατά του οποίου στρέφεται η πράξη αυτή, δηλαδή μόνον εκείνος υπέρ του οποίου επιδικάστηκε η διατροφή και την στερήθηκε. Τέλος, οποιαδήποτε άλλη πλημμέλεια ή έλλειψη που αναφέρεται στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της παραστάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου των πρακτικών της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας δίκης, κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, ασκήθηκε ποινική δίωξη και κατηγορήθηκε για το πλημμέλημα της παραβιάσεως υποχρεώσεως για διατροφή (άρθρο 358 Π.Κ.) σε βάρος των ανηλίκων τέκνων του Π. και Π.. Στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθ. 80012/2014 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και τα ενσωματωμένα σ’ αυτήν πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, εμφανίστηκε η Κ. Α. του Π., μητέρα των ως άνω ανηλίκων τέκνων του κατηγορουμένου, δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα κατά του κατηγορουμένου και ζήτησε, ως ασκούσα την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων της Π. και Π. Χ., να υποχρεωθεί ο κατηγορούμενος να της καταβάλει 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί λόγω του αδικήματος. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως από την αριθ. 80012/2014 απόφασή του προκύπτει, δέχθηκε την ως άνω παράσταση της πολιτικής αγωγής και επιδίκασε στην πολιτικώς ενάγουσα για την πιο πάνω αιτία το ποσό των 44 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική που έχει υποστεί από το αδίκημα. Στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εμφανίστηκε η ίδια ως άνω Κ. Α., δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα και ζήτησε να υποχρεωθεί ο κατηγορούμενος να της καταβάλει 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί λόγω του αδικήματος. Η παραπάνω δήλωση της πολιτικώς ενάγουσας στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, χωρίς μάλιστα προβολή καμίας αντιρρήσεως εκ μέρους του κατηγορουμένου, είναι ορισμένη και νόμιμη και δε χρειαζόταν περαιτέρω ιδιαίτερη εξειδίκευση ότι αυτή παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα ως έχουσα την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων της Π. και Π. Χ., που στερήθηκαν την διατροφή που είχε υποχρέωση να τους καταβάλει και δεν τους κατέβαλε ο κατηγορούμενος πατέρας τους, αφού η δήλωση παραστάσεως της πολιτικής αγωγής κρίνεται στο πλαίσιο που διατυπώθηκε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και κατά το μέτρο που έγινε δεκτή από αυτό, επιδικάστηκε, όπως και ζητήθηκε, λόγω αδικοπραξίας και δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο αυτής, να εκτίθενται άλλα επί πλέον στοιχεία και περιστατικά, αφού εκτίθεται ότι η πολιτικώς ενάγουσα παρέστη με την ιδιότητά της ως ασκούσα την επιμέλεια των ανήλικων τέκνων της ιδίας και του κατηγορουμένου και για την ηθική βλάβη που υπέστησαν αυτά από την παραβίαση της υποχρεώσεως του πατέρα τους προς διατροφή τους. Επομένως, αφού προκύπτει από τη δήλωση παραστάσεως της ως άνω πολιτικώς ενάγουσας και μητέρας των ανήλικων τέκνων του κατηγορουμένου στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι αυτή παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα όχι ατομικά για λογαριασμό της, αλλά για τα ανήλικα τέκνα της ιδίας και του κατηγορουμένου, ως έχουσα και ασκούσα την επιμέλειά τους (πρβλ. άρθ. 1516 παρ. 2 Α.Κ. και 64 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. ), ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1στοιχ. Α’ του Κ.Ποιν.Δ., για απόλυτη ακυρότητα λόγω μη νόμιμης παραστάσεως της πολιτικής αγωγής, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 358 του Π.Κ., "όποιος κακόβουλα παραβιάζει την υποχρέωση διατροφής, που του την έχει επιβάλει ο νόμος και έχει αναγνωρίσει, έστω και προσωρινά, το δικαστήριο, με τρόπο τέτοιο, ώστε ο δικαιούχος να υποστεί στερήσεις ή να αναγκαστεί να δεχθεί βοήθεια άλλων, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της παραβίασης της υποχρεώσεως για διατροφή απαιτείται δεδηλωμένη παράλειψη του φερόμενου ως υπόχρεου προς διατροφή, προβλεπόμενη από το νόμο και αναγνωρισμένη με δικαστική απόφαση, έστω και προσωρινώς που διατηρεί την ισχύ της και οφειλόμενη σε κακοβουλία, δηλαδή στην ενδιάθετη βούληση μη συμμορφώσεως του δράστη προς την υποχρέωση, από κακεντρέχεια ή κακή θέληση, παρότι είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει το χρηματικό ποσό που επιδικάσθηκε για την κάλυψη των αναγκών επιβιώσεως του δικαιούμενου προσώπου για το προσδιορισμένο χρονικό διάστημα. Στο δόλο του δράστη περιλαμβάνεται και η γνώση της περί διατροφής υποχρεώσεως βάσει δικαστικής αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται και τυπική επίδοση σε αυτόν της αποφάσεως με δικαστικό επιμελητή και γνώση ότι ο δικαιούχος θα περιέλθει σε στερήσεις ή θα αναγκασθεί να δεχθεί τη βοήθεια άλλων για τη διατροφή του. Η οικονομική δυνατότητα του υπόχρεου κρίνεται εν αναφορά προς την οικονομική κατάσταση και την επαγγελματική δραστηριότητά του. Η απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου δεσμεύει το ποινικό δικαστήριο περί της υπάρξεως υποχρεώσεως διατροφής, πλην όμως τούτο ερευνά το κύρος και την ισχύ της αποφάσεως κατά το άρθρο 60 παρ.1 του Κ.Ποιν.Δ., σε συνάρτηση με το χρόνο της παραβιάσεως της υποχρεώσεως διατροφής, όχι όμως και την ορθότητα της. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε χωριστά από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Όμως, δεν αποτελούν λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Ποιν.Δ.. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε τέτοια διάταξη έννοια διαφορετική από εκείνη που έχει πράγματι αυτή, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε, καθώς και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεως, αναγόμενο στα στοιχεία και την ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 30662/2015 απόφαση, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε σε δεύτερο βαθμό για από κακοβουλία παραβίαση της υποχρεώσεως διατροφής των ανήλικων τέκνων του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που την εξέδωσε, δέχθηκε στο αιτιολογικό (σκεπτικό) του, ως προς την ουσία της υποθέσεως, επί λέξει, τα εξής: "Από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε, ότι ο κατηγορούμενος έχει τελέσει την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος διότι αποδείχθηκε ότι αυτός, στην ..., κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως και Νοέμβριο του έτους 2013, αν και δυνάμει της υπ’ αριθ. 592/21-1-2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), ήταν υποχρεωμένος να καταβάλλει στην πρώην σύζυγό του, Κ. Α., για λογαριασμό των δύο ανήλικων τέκνων τους, των οποίων εκείνη έχει την επιμέλεια, το συνολικό χρηματικό ποσό των 2.520 ευρώ μηνιαίως, εντός του πρώτου τριημέρου εκάστου μηνός μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης, εντούτοις δεν κατέβαλε αρχικώς το συνολικό ποσό των 27.720 ευρώ, που αφορά το χρονικό διάστημα από το μήνα Ιανουάριο έως και το μήνα Νοέμβριο του έτους 2013, μέχρι, δε, σήμερα και δεδομένου ότι η υποχρέωση διατροφής του συνεχίζεται, έχει προβεί σε επιμέρους καταβολές ποσών, οι οποίες, επιμεριζόμενες στα αρχαιότερα χρέη κατά χρονολογική σειρά, αφορούν και το αμέσως ανωτέρω χρονικό διάστημα για το οποίο η σχετική υποχρέωση διατροφής ανέρχεται, πλέον, χωρίς να απαιτείται ακριβής προσδιορισμός της υφιστάμενης οφειλής, σε ποσό ανώτερο αυτού των 5.000 ευρώ και κατώτερο αυτού των 16.000 ευρώ. Επομένως, ο ισχυρισμός περί εξόφλησης της σχετικής οφειλής πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Ειδικότερα το οφειλόμενο ποσό διατροφής από τον Ιούλιο του έτους 2011 μέχρι το Νοέμβριο του έτους 2013 ανήρχετο στο ποσό των 58.584 ευρώ. Έναντι αυτού έχει καταβληθεί ποσό 54.140 ευρώ, πλην όμως μέρος του ποσού των άνω καταβολών έχει υπολογισθεί διπλά για κάποιους μήνες εντός του άνω χρονικού διαστήματος και για το λόγο αυτό η υπολειπόμενη οφειλή αποδεικνύεται ότι ανέρχεται σε ποσό από 5.000 ευρώ έως 16.000 ευρώ. Σημειώνεται, δε, σε κάθε περίπτωση, ότι ο ισχυρισμός περί εξοφλήσεως δεν αναιρεί εν προκειμένω την αντικειμενική υπόσταση του εν λόγω ποινικού αδικήματος, αφού το γεγονός αυτό εκτιμάται ελεύθερα από το Δικαστήριο προς συναγωγή συμπεράσματος ως προς το δόλο, στην προκείμενη, δε, περίπτωση αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος από πρόθεση και από κακοβουλία δεν κατέβαλε επί αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα την οφειλόμενη διατροφή, δεδομένου ότι αυτός διέθετε ανέκαθεν επαρκή προς τούτο περιουσία, είναι συλλέκτης έργων τέχνης, βρίσκεται σε συνεχή ταξίδια στο εξωτερικό και αποδείχθηκε ότι είχε ανέκαθεν τη δυνατότητα να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις του διατροφής. Σημειώνεται ότι η κύρια αγωγή διατροφής κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών εντός της νόμιμης προθεσμίας (19-2-2013). Περαιτέρω οι καταβολές που έχουν μέχρι σήμερα γίνει θα ληφθούν υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής. Κατόπιν τούτων πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξης για την οποία κατηγορείται, κατά τα οριζόμενα αναλυτικά στο διατακτικό ... ." Στη συνέχεια, το ανωτέρω Δικαστήριο της ουσίας, αφού απέρριψε το αίτημα αναβολής, κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξεως της παραβιάσεως υποχρεώσεως διατροφής και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως έξι (6) μηνών, της οποίας ανέστειλε την εκτέλεση επί τριετία, με το ακόλουθο, επί λέξει, διατακτικό: "
Κηρύσσει αυτόν ένοχο του ότι :Στη Ν. Ερυθραία, κατά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο έως και Νοέμβριο του έτους 2013, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, κακόβουλα παραβίασε την από το νόμο επιβεβλημένη και το Δικαστή αναγνωρισμένη υποχρέωσή του για διατροφή, με τρόπο τέτοιο, ώστε οι δικαιούμενοι αυτής να περιέλθουν σε στερήσεις και να αναγκασθούν να δεχθούν τη βοήθεια άλλων. Συγκεκριμένα, αν και δυνάμει της υπ’ αριθμ. 592/21.01.2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), ήταν υποχρεωμένος να καταβάλλει στην πρώην σύζυγό του, Κ. Α., για λογαριασμό των δύο ανηλίκων τέκνων τους, των οποίων εκείνη έχει την επιμέλεια, το συνολικό χρηματικό ποσό των 2.520 ευρώ μηνιαίως, εντός του πρώτου τριημέρου εκάστου μηνός μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης, εντούτοις δεν κατέβαλε το συνολικό ποσό των 27.720 ευρώ, που αφορά το χρονικό διάστημα από Ιανουάριο έως Νοέμβριο του έτους 2013. Σημειώνεται ότι η κύρια αγωγή διατροφής κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών εντός της νόμιμης προθεσμίας, ήτοι στις 19.02.2013". Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω πλημμελήματος της κατ’ εξακολούθηση παραβιάσεως της υποχρεώσεως διατροφής, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, παρατίθενται δε σ’ αυτή και όλα τα στοιχεία που απαρτίζουν την ποινική υπόσταση του ως άνω πλημμελήματος, οι αποδείξεις που το θεμελιώνουν και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α’ , 27 παρ. 1, 98 και 358 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες. Ειδικότερα, από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε στις αιτιολογίες του ότι οι δικαιούχοι της διατροφής, εξαιτίας της κακόβουλης από μέρους του αναιρεσείοντος παραβιάσεως της υποχρεώσεως προς διατροφή τους, υπέστησαν στερήσεις και αναγκάστηκαν να δεχθούν την βοήθεια άλλων. Επίσης από το προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στο οποίο αναφέρεται "Από την αποδεικτική διαδικασία και τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο, καθώς και από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο και την εν γένει συζήτηση της υποθέσεως, προέκυψε και το Δικαστήριο πείστηκε ...", προκύπτει με βεβαιότητα ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του για την κρίση του όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σ’ αυτό και κυρίως όλα τα έγγραφα που αναγνώστηκαν. Ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως προς το ποσό των 27.720 ευρώ που είχε υποχρέωση να καταβάλει ως επιδικασθείσα με δικαστική απόφαση προσωρινή διατροφή στα ανήλικα τέκνα του κατά το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως και το Νοέμβριο του έτους 2013, αφού, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, απλώς γίνεται δεκτό ότι μετά την παραβίαση της υποχρεώσεώς του προς διατροφή των τέκνων του κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, αυτός κατέβαλε ένα μέρος της διατροφής που όφειλε να τους είχε καταβάλει. Περαιτέρω, στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα ότι ο αναιρεσείων από κακοβουλία παραβίασε την υποχρέωσή του προς διατροφή των τέκνων του, αφού δέχεται στο σκεπτικό της ότι αυτός, ενώ είχε την περιουσία και την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει τη διατροφή που επιδικάστηκε στα τέκνα του, εντούτοις από πρόθεση και κακοβουλία δεν την κατέβαλε κατά το ως άνω χρονικό διάστημα. Επομένως, ενόψει τούτων, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και περί εσφαλμένης ερμηνείας και εσφαλμένης εφαρμογής, ευθείας και εκ πλαγίου, των προαναφερθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 26 παρ. 1 εδ. α’ , 27 παρ. 1, 98 και 358 του Π.Κ., οι οποίοι προβάλλονται με την κρινόμενη αναίρεση, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες αιτιάται ότι το εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκτίμησε ορθά τα αποδεικτικά στοιχεία και κατέληξε σε εσφαλμένη κρίση ως προς τις κατά τα ανωτέρω παραδοχές του, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, αφού με αυτές, υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και επιχειρείται η επανεκτίμηση αυτών. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 352, 353 και 139 του Κ.Ποιν.Δ., όπως η τελευταία ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 2 παρ. 5 του Ν. 2408/1996, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις με σκοπό να προσαχθούν νέες αποδείξεις. Η παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται μεν στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, οφείλει όμως αυτό να απαντήσει στο υποβαλλόμενο αίτημα αναβολής και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν απαντήσει στο αίτημα αναβολής ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως για έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ιδίου Κώδικα, η οποία επιφέρει σχετική ακυρότητα της διαδικασίας, και αν απορρίψει το εν λόγω αίτημα χωρίς την απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως. Όμως, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει ειδικά την σιωπηρή ή την ρητή απόρριψη του ως άνω αιτήματος, όταν η προβολή από τον κατηγορούμενο ενός τέτοιου αιτήματος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις δεν διατυπώνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα περιστατικά που δικαιολογούν την αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ζήτησε, επί λέξει, "την αναβολή της υποθέσεως διότι ο μάρτυς υπερασπίσεως βρίσκεται στην Ιταλία". Το αίτημα αυτό, έτσι όπως διατυπώθηκε και υποβλήθηκε, δηλαδή χωρίς τα πλήρη στοιχεία του μάρτυρος και τη διεύθυνση κατοικίας ή διαμονής του και χωρίς να αναφέρονται σ’ αυτό περιστατικά για τα οποία θα κατέθετε ο μάρτυρας που να δικαιολογούν την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, ήταν αόριστο και ως εκ τούτου, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σ’ αυτό, ούτε να αιτιολογήσει την απόρριψή του. Παραταύτα, το εκδόσαν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο, απέρριψε το ως άνω αόριστο αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις με την εξής, επί λέξει, αιτιολογία: "... τέλος το υποβληθέν αίτημα αναβολής επειδή απουσιάζει μάρτυρας πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο, δεδομένου ότι η κατ’ έφεση δικάσιμος ήταν από καιρό γνωστή και η απουσία του μάρτυρα θα μπορούσε να αποφευχθεί. Σημειώνεται ότι το ίδιο αίτημα αναβολής για κρείσσονες είχε υποβληθεί και κατά την προηγούμενη δικάσιμο 12-3-2015 χωρίς όμως ύπαρξη αποτελέσματος". Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας που απέρριψε το ανωτέρω αόριστο αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις με την ως άνω αιτιολογία και προχώρησε στην έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ενόψει του ότι δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και να αιτιολογήσει την απόρριψή του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ σχετικός λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19 Οκτωβρίου 2015 αίτηση του Ι. Χ. του Ν. και Π., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως της 30662/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 20 Οκτωβρίου 2015.
Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2017.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 9 Μαΐου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ