Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1895 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Καθυστέρηση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών, Αναβολής αίτημα.




Περίληψη:
Μη καταβολή ασφαλιστικών και εργοδοτικών εισφορών. Αιτιολογημένη απόρριψη του αιτήματος αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις. Εκείνος που ζητεί αναβολή για να προσκομίσει απόφαση του ΙΚΑ περί ρυθμίσεως της οφειλής του πρέπει να αποδεικνύει συγχρόνως ότι είχε καταβάλει εμπρόθεσμα προς το ΙΚΑ τις τρέχουσες από 1.4.2007 και εφεξής ασφαλιστικές εισφορές. Αιτιολογείται η απόφαση και ως προς την κρίση περί της ενοχής, Απορρίπτεται η αίτηση.




ΑΡΙΘΜΟΣ 1895/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ηρειώτη, περί αναιρέσεως της ΒΤ3974/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Πειραιά.

Το Τριμελές Πλημ/κείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Νοεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 2038/2007.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 1 του αν. ν. 86/1967 τιμωρείται με τις εκεί αναφερόμενες ποινές, όποιος υπέχει νόμιμη υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών που βαρύνουν τον ίδιο (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς τους υπαγόμενους στο Υπουργείο Εργασίας κάθε φύσεως Οργανισμούς Κοινωνικής Πολιτικής και Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή Ειδικούς Λογαριασμούς και δεν τις καταβάλλει στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, τιμωρείται για υπεξαίρεση, με τις ποινές, που αναφέρονται στην εν λόγω διάταξη όποιος παρακρατεί ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων σ' αυτούς (εργατικές) με σκοπό αποδόσεως τους στους Οργανισμούς της παρ. 1 και δεν καταβάλλει ή δεν αποδίδει αυτές στους Οργανισμούς αυτούς εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητές. Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 26 παρ. 1, 5 του Α.Ν. 1846/1951, όπως έχει τροποποιηθεί, προκύπτει ότι για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, επί παρεχόντων εξαρτημένη εργασία ευθύνεται ο εργοδότης, ο οποίος υποχρεούται, κατά την πληρωμή των μισθών, να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών, που βαρύνουν τους ασφαλισμένους. Ως εργοδότης, κατά τις ως άνω διατάξεις και το άρθρο 8 παρ. 5 του ίδιου Α.Ν. 1846/1951, νοείται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων προσφέρουν την εργασία τους τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα. Κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφαλίσεως Ι.Κ.Α., ως χρόνος καταβολής των εισφορών, ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή υπηρεσία, ενώ, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του Α.Ν. 1846/1951, ο υπόχρεος πρέπει να καταβάλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από το χρόνο που έχει ορισθεί. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 τού Νόμου 3551/2007 ("Αναστολή είσπραξης οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών" - ΦΕΚ 76 τ, Α') "στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου εμπίπτει κάθε επιχείρηση που δραστηριοποιείται στους τομείς ναυπήγησης, μετατροπής, επισκευής και συντήρησης πλοίων", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 9 του αυτού ως άνω νόμου 3551/2007 "η καταβολή τών πάσης φύσεως ασφαλιστικών εισφορών που οφείλονται μέχρι την 31 Μαρτίου 2007 στο ΙΚΑ- ΕΤ.Α.Μ. και στους λοιπούς ασφαλιστικούς φορείς αρμοδιότητας του Υπουργείου Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας από τις επιχειρήσεις του άρθρου 1 τού παρόντος νόμου, αναστέλλεται και χορηγείται στις επιχειρήσεις αυτές από το ΙΚΑ - ΕΤ.Α.Μ. αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας, κατά παρέκκλιση των σχετικών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, μόνο για το σκοπό τής εγγραφής τους στο Ειδικό Μητρώο τού άρθρου 4. επίσης αναστέλλεται η λήξη αναγκαστικών μέτρων. Η αναστολή, κατά τα προηγούμενα εδάφια, ισχύει μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2008, υπό τον όρο ότι οι επιχειρήσεις καταβάλλουν εμπρόθεσμα στο ΙΚΑ ΕΤ.Α.Μ. και στους ανωτέρω ασφαλιστικούς φορείς τις τρέχουσες από 1ης Απριλίου 2007, μηνιαίες ασφαλιστικές εισφορές". Τέλος, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αυτά προέκυψαν και οι σκέψεις, με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Κατ' ακολουθίαν αυτών, για την πληρότητα της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση του άρθρου 1 του αν. ν. 86/1967 αποφάσεως (καθυστέρηση καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών στο ΙΚΑ) πρέπει να περιέχονται σ' αυτήν, τα κρίσιμα περιστατικά για τη θεμελίωση των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, που είναι η απασχόληση κατά συγκεκριμένο χρόνο με σχέση εξαρτημένης εργασίας ασφαλισμένου στους ως άνω Οργανισμούς προσωπικού, από τον οποίο (χρόνο απασχολήσεως) προκύπτει και ο χρόνος τελέσεως της πράξεως και τα χρηματικά ποσά, τα οποία, με βάση τις τακτικές αποδοχές του προσωπικού, όφειλε ο κατηγορούμενος εργοδότης να καταβάλει στον Ασφαλιστικό Οργανισμό ως εργοδοτικές ή εργατικές εισφορές και δεν κατέβαλε ή παρακράτησε (Ολ.Α.Π. 1/1996) καθώς και η αναφορά, αν πρόκειται για προσωπική (ατομική) ή εταιρική επιχείρηση και ποια η νομική μορφή της τελευταίας και η θέση του κατηγορουμένου σ1 αυτήν, ώστε να ανακύπτει η ιδιότητα του φερόμενου ως υπόχρεου για παρακράτηση ή απόδοση των εισφορών. Αν δεν υπάρχει αναφορά τέτοιων περιστατικών, η αιτιολογία είναι ελλιπής και ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με την ΒΤ 397/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, καταδικάσθηκε για παράβαση του Αν. Ν. 86/1967 σε συνολική ποινή φυλακίσεως είκοσι δύο (22) μηνών και σε συνολική χρηματική ποινή δώδεκα χιλιάδων ευρώ (12.000 €). Ενώπιον του ως άνω Δικαστηρίου ο αναιρεσείων εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, η οποία ζήτησε την αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, λέγοντας, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς γενομένη επισκόπηση των πρακτικών τής δίκης ότι "στις 30.5.2007 έκανε αίτηση ο κατηγορούμενος για ρύθμιση. Όμως, από το Ι ΚΑ λόγω φόρτου εργασίας καθυστερούν και εκκρεμεί ο έλεγχος. Για το λόγο αυτό ζητάμε την αναβολή της δίκης για να προσκομιστεί απόφαση ρύθμισης". Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με την εξής αιτιολογία: "Το αίτημα για αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις προκειμένου ο κατηγορούμενος να προσκομίσει απόφαση του Ι ΚΑ περί ρυθμίσεως της οφειλής πρέπει να απορριφθεί, διότι από το χρόνο τέλεσης της πράξης (11/2000 έως 7/2001) ο κατηγορούμενος όφειλε και μπορούσε να προβεί στις ενέργειες για τη ρύθμιση της οφειλής του, πράγμα που δεν έπραξε ακόμα και μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης (17.5.2005).
Συνεπώς, το αίτημα τείνει στην παρέλκυση της δίκης και με δεδομένο τον κίνδυνο της παραγραφής της πράξης, πρέπει ν' απορριφθεί". Η ως άνω παρεμπίπτουσα απόφαση έχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι εκθέτει με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δέχθηκε το δικαστήριο και τα οποία το οδήγησαν στην απόρριψη του αιτήματος αναβολής και ειδικότερα τη δυνατότητα του κατηγορουμένου να ρυθμίσει εγκαίρως το χρέος του. Περαιτέρω θα έπρεπε ο αναιρεσείων, του οποίου η επιχείρηση, έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας ηλεκτρολογικές εργασίες πλοίων, και ως εκ τούτου εμπίπτει στο άρθρο 1 του ως άνω Ν. 3551/2007, κατά την υποβολή του αιτήματος αναβολής, κατ' εφαρμογή της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 9 του ως άνω Νόμου, να αποδείξει συγχρόνως ότι είχε καταβάλει εμπροθέσμως τις τρέχουσες από 1 Απριλίου 2007 και εφεξής ασφαλιστικές εισφορές, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δεύτερος (υπό στοιχεία στο δικόγραφο Α2) λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθ' ό δε μέρος αναφέρεται σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων (εγγράφων και της καταθέσεως της μάρτυρος ...), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
ΕΠΕΙΔΗ, ακολούθως, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως του, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, δεχόμενο μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αναφερόμενων στο σκεπτικό, κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "...Στη ... στις 14.2.03, ως εργοδότης επιχείρησης, με αντικείμενο ηλεκτρολογικές εργασίες πλοίων και ενώ είχε απασχολήσει κατά τη χρονική περίοδο από 11/2000 έως 7/2001, προσωπικό σε σχέση εξαρτημένης εργασίας, δεν κατέβαλλε προς το ΙΚΑ τις οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές, ήτοι αυτές που αφορούν τον ίδιο (εργοδοτικές), ποσού 81.425,97 ευρώ και αυτές που αφορούν τους εργαζομένους (εργατικές), ποσού 40.712,84 ευρώ, τα οποίας εξακολουθεί μέχρι σήμερα να οφείλει, αφού ο ανωτέρω δεν έχει προβεί ούτε σε καμία καταβολή, ούτε και σε ρύθμιση, όπως κατέθεσε η υπάλληλος του ΙΚΑ ... . Πρέπει συνεπώς, ο ανωτέρω να κηρυχθεί ένοχος". Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτούμενη από τις παραπάνω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 τού Συντάγματος και 139 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου τής ουσίας, αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αδικημάτων, για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις τού άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Α.Ν.86/1967, σε συνδυασμό με το άρθρο 375 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ' του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας πρώτος (υπό στοιχεία Α1 στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως) λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά από αυτά και ενόψει τού ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Απορρίπτει την από 9 Νοεμβρίου 2007 αίτηση του .... για αναίρεση της ΒΤ 3974/22.6.2007 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι ευρώ (220 €).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή