Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 2250 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 2250/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού-Εισηγητή και Παναγιώτη Ρουμπή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-πολιτικώς ενάγοντος Χ, που δεν παρέστη στο συμβούλιο, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ.389/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με κατηγορούμενους τους: 1. Ψ1 και 2. Ψ2.
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων-πολιτικώς ενάγων ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Απριλίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 575/2009.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Παναγιώτης Νικολούδης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 179/15-5-2009, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Εισάγω την με αριθμ. 63/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του με αριθμ. 389/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε κατ'ουσία η με αριθμ. 365/29-7-2009 έφεση του αναιρεσείοντα κατά του με αριθμ. 1950/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών το οποίο αποφαινόταν ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία κατά των Ψ1 και Ψ2 για κακουργηματική απάτη και εκθέτω τα παρακάτω. Από τις διατάξεις των άρθρων 463 και476§1ΚΠΔ κατά τις οποίες κατά μεν την πρώτη " Ένδικο μέσο μπορεί να ασκήσει μόνο εκείνος που ο νόμος του δίνει ρητά αυτό το δικαίωμα........" κατά δε την δεύτερη " Όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα ή .......το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο(ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά , ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανιστούν , κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης του βουλεύματος που έχει προσβληθεί., και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο....." Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι αναίρεση μπορεί ν ασκήσει μόνο εκείνος στον οποίο ο νόμος δίνει τέτοιο δικαίωμα και αν ασκηθεί αναίρεση από μη δικαιούμενο στην άσκηση της το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο σε συμβούλιο κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και επιβάλλει τα έξοδα στον ασκήσαντα το απαράδεκτο ένδικο μέσο . Τέτοια περίπτωση είναι και ή από μέρους του πολιτικώς ενάγοντα άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης κατά βουλεύματος το οποίο απορρίπτει κατ'ουσία την ασκηθείσα έφεση του πολιτικώς ενάγοντα για τον οποίον από διατάξεις των άρθρων 482 και 483 ΚΠΔ δεν προβλέπεται άσκηση αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων πολιτικώς ενάγων άσκησε την με αριθμ. 63/1-4-2009 αναίρεση κατά του με αριθ. 389/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών το οποίο απέρριψε την με αριθμ. 365/29-7-2009 έφεση του κατά του με αριθμ. 1950/ 2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλμ/κών Αθηνών με την οποία αποφαινόταν ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία κατά των Ψ1 και Ψ2 για κακουργηματική απάτη Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 482 και 483 του ΚΠΔ στις οποίες αναφέρονται οι δικαιούμενοι σε άσκηση αναίρεσης κατά βουλεύματος δεν συμπεριλαμβάνεται και ο πολιτικώς ενάγων σαν δικαιούμενος σε άσκηση του ενδίκου αυτού μέσου και ως εκ τούτου η αίτηση αναίρεσης του παραπάνω πρέπει να απορριφθεί σαν απαράδεκτη εκ του λόγου αυτού και να επιβληθούν σ' αυτόν τα δικαστικά έξοδα .
Δια ταύτα Προτείνω όπως Α. Να κηρυχθεί απαράδεκτη η με αριθμ. 63/2009 αίτηση αναίρεσης του Χ κατά του 389/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίο απορρίφθηκε η με αριθμ. 365/2009 έφεση του κατά του με αριθμ. 1950/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών σαν απαράδεκτη Β. Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της άσκησης της αναίρεσης στην παραπάνω.
Αθήνα την 15-5-2009
Ο Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε, και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος του αναιρεσείοντος,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 476 παρ.1 ΚΠΔ "όταν το ένδικο μέσο ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν είχε το δικαίωμα ή εναντίον απόφασης ή βουλεύματος για τα οποία δεν προβλέπεται ή όταν ασκήθηκε εκπρόθεσμα ή χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις που ορίζονται από το νόμο για την άσκησή του, καθώς και όταν έγινε νόμιμα παραίτηση από το ένδικο μέσο, ή σε κάθε άλλη περίπτωση που ο νόμος ρητά προβλέπει ότι το ένδικο μέσο είναι απαράδεκτο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο (ως συμβούλιο) που είναι αρμόδιο να κρίνει σχετικά, ύστερα από πρόταση του Εισαγγελέα και αφού ακούσει τους διαδίκους που εμφανισθούν, κηρύσσει το ένδικο μέσο απαράδεκτο και διατάσσει την εκτέλεση της απόφασης ή του βουλεύματος που έχει προσβληθεί και την καταδίκη στα έξοδα εκείνου που άσκησε το ένδικο μέσο". Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 482 παρ.1 ΚΠΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 41 παρ.1 του ν. 3160/2003, προκύπτει ότι ο πολιτικώς ενάγων δεν δικαιούται πλέον να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων. Επομένως η με αριθμό 63/1-4-2009 αίτηση αναίρεσης του πολιτικώς ενάγοντος Χ κατά του 389/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεσή του κατά του 1950/2008 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο αποφάνθηκε ότι δεν έπρεπε να γίνει κατηγορία κατά των Ψ1 και Ψ2 για κακουργηματική απάτη, ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά βουλευμάτων, γι'αυτό και θα πρέπει, εφόσον ειδοποιήθηκε η αντίκλητος και πληρεξουσία δικηγόρος του Ευτυχία Σαρακατσάνη για να προσέλθει στο συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις της (άρθρο 476 παρ.1 εδάφ.β' ΚΠΔ), να κηρυχθεί απαράδεκτη η ασκηθείσα αναίρεση και καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 476 παρ.1-2, 583 παρ.1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη την με αριθμό 63/1-4-2009 αίτηση του Χ, για αναίρεση του 389/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2009. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή