Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1256 / 2012    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Ερημοδικία αναιρεσείοντος.




Περίληψη:
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' ΚΠοινΔ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' ΚΠοινΔ. Εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί αν και κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η αίτηση του απορρίπτεται.




Αριθμός 1256/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Ανδρέα Ξένο και Πάνο Πετρόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασίλειου Πλιώτα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1) Δ. Π. του Ε., κατοίκου ..., για τον οποίο εμφανίστηκε στο ακροατήριο η δικηγόρος Μαρία Δημοπούλου και δήλωσε ότι τον εκπροσωπεί και 2) Θ. Σ. του Ξ., κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κούρκουλο, για αναίρεση της υπ' αριθ. 409/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με πολιτικώς ενάγουσα την Μ. Σ. του Λ., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Διαλυνά.

Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 18 Ιουλίου 2012 και 17 Ιουλίου 2012 δύο χωριστές αιτήσεις αναίρεσης, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 962/2012.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή πρέπει να συνεκδικασθούν λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συναφείας οι κρινόμενες από 18ης Ιουλίου 2012 και από 17ης Ιουλίου 2012 (υπ' αριθ. πρωτοκόλλου 5172/18.7.2012 και 5189/18.7.2012 αντιστοίχως) αιτήσεις-δηλώσεις αναιρέσεως των Δ. Π. και Θ. Σ. αντιστοίχως οι οποίες στρέφονται κατά της υπ' αριθ. 409/2012 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε σε δεύτερο βαθμό.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155 - 161 του ίδιου Κώδικα και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ΚΠοινΔ, εάν ο αναιρεσείων δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Από το συνδυασμό των άρθρων 96, 42 παρ. 2, 474 παρ. 1, 465, 513 παρ. 1 και 3 και 514 του ΚΠοινΔ προκύπτει ότι ο διάδικος μπορεί να αντιπροσωπεύεται ή να συμπαρίσταται στην ενώπιον του Αρείου Πάγου συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως με συνήγορο, ο οποίος μπορεί να διοριστεί και με απλή έγγραφη δήλωση του διαδίκου, του οποίου η υπογραφή βεβαιώνεται και από δικηγόρο. Ο κατά τα άνω διορισμός παρέχει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί το διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνο από τις πράξεις αυτές. Αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων δεν παρασταθεί με συνήγορο ή δεν εκπροσωπηθεί από συνήγορο νομίμως εξουσιοδοτημένο προς τούτο, θεωρείται μη εμφανιζόμενος και η αίτησή του απορρίπτεται, εφόσον βεβαίως αυτός κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το με χρονολογία 4 Σεπτεμβρίου 2012 αποδεικτικό επιδόσεως του επιμελητού δικαστηρίων ... της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Κατερίνης, ο αναιρεσείων Δ. Π. κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, νομίμως και εμπροθέσμως, με επίδοση στη σύνοικο σύζυγό του, για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως αυτής. Κατά τη συζήτηση αυτή ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε, αλλά εκπροσωπήθηκε από τη δικηγόρο Μαρία Δημοπούλου, η οποία, όμως, δεν είχε διοριστεί με πληρεξούσιο για να εκπροσωπήσει τον αναιρεσείοντα κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, ούτε προσκόμισε μέχρι τη διάσκεψη της υποθέσεως σχετικό πληρεξούσιο, αν και ειδοποιήθηκε προς τούτο από τον Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου. Επομένως ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και γι'αυτό, η υπό κρίση από 18ης Ιουλίου 2012 (υπ' αριθ. πρωτοκόλλου 5172/18.7.2011) αίτηση αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, στα δικαστικά έξοδα.
ΙV. Από τα άρθρα 329, 331, 333 παρ. 2, 358, 364 και 369 Κ.Ποιν.Δ. προκύπτει ότι η συνεκτίμηση από το δικαστήριο, ως αποδεικτικό μέσο, εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, η οποία ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' Κ.Ποιν.Δ λόγο αναιρέσεως, διότι έτσι αποστερείται ο κατηγορούμενος του δικαιώματος να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Περαιτέρω, στα πρακτικά της δίκης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει όμως να αναφέρονται τα στοιχεία που το εξατομικεύουν, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί αν το συγκεκριμένο έγγραφο πράγματι αναγνώσθηκε, διότι διαφορετικά παραβιάζονται οι ανωτέρω διατάξεις. Η ακυρότητα αυτή δεν επέρχεται αν το περιεχόμενο του εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε στο ακροατήριο προκύπτει από άλλα έγγραφα που αναγνώσθηκαν ή από άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, απολογία κατηγορουμένου κλπ) ή το παραπάνω έγγραφο που δεν αναγνώσθηκε αναφέρεται απλώς ιστορικά στο αιτιολογικό της αποφάσεως, χωρίς να έχει ληφθεί αμέσως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, σε σχέση με τη συνδρομή περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο. Δεν είναι, όμως, αναγκαίο να αναγνωσθούν στο ακροατήριο τα έγγραφα που αποτελούν τη βάση ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και γενικώς τα διαδικαστικά έγγραφα που υπάρχουν στη δικογραφία, τα οποία δεν είναι έγγραφα της αποδεικτικής διαδικασίας και λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο.
V. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτών Θ. Σ. επικαλείται ως νόμιμο λόγο αναιρέσεως, την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο γιατί το δικαστήριο έλαβε υπόψη στην καταδικαστική του κρίση, μη αναγνωσθέντα έγγραφα και συγκεκριμένα, 1) το φύλλο νοσηλείας της Ορθοπεδικής Κλινικής του Νοσοκομείου Κατερίνης, αναφερόμενο στην πολιτικώς ενάγουσα, 2) την από 6-12-2004 εξέταση υπερηχογραφήματος DOPPLER στην οποία υποβλήθηκε η ιδία και 3) την από 6-12-2004 βεβαίωση-γνωμάτευση του ιατρού χειρουργού Ν. που διενήργησε την προηγούμενη εξέταση. Από τη γενόμενη δε παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας για τον έλεγχο του παραδεκτού των λόγων της κρινόμενης αναιρέσεως, προκύπτει ότι από τα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, βεβαιώνεται ότι αναγνώστηκε και έγγραφο με αύξοντα αριθμό 18 των αναγνωσθέντων εγγράφων περιγραφόμενο ως "το φύλλο θεραπείας του Νοσοκομείου Κατερίνης", που φέρει τον τίτλο "ΦΥΛΛΟ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ" και στο οποίο καταγράφεται η πορεία νοσηλείας της πολιτικώς ενάγουσας από την εισαγωγή της στο αναφερόμενο Νοσοκομείο μέχρι την 7-12-2004, οπότε διακομίστηκε στο Γ.Ν.Θ "Γ.ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ" της Θεσσαλονίκης. Στο έγγραφο αυτό έχει μάλιστα επισημειωθεί, στην επικεφαλίδα του, ο ανωτέρω αύξων αριθμός, με τον οποίο αυτό αναγνώστηκε, ταυτίζεται δε τούτο απολύτως με το έγγραφο που στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται ως φύλλο νοσηλείας. ’λλο με τα δικά τα στοιχεία και περιεχόμενο έγγραφο δεν έχει επισυναφθεί στη δικογραφία. Περαιτέρω, η από 6-12-2004 ιατρική βεβαίωση- γνωμάτευση του ιατρού Ι. Ν., για τον έλεγχο DOPPLER στον οποίο υποβλήθηκε η πολιτικώς ενάγουσα είναι μία και σ' αυτήν είναι καταγεγραμμένο, από τον ενεργήσαντα τον σχετικό έλεγχο αναφερόμενο ιατρό, το αποτέλεσμα της εξετάσεως και δεν πρόκειται για δύο ξεχωριστά έγγραφα όπως τα εμφανίζει ο ανωτέρω αναιρεσείων. Αμφότερα τα έγγραφα, φύλλο θεραπείας ασθενούς και από 6-12-2004 βεβαίωση-γνωμάτευση του ιατρού χειρουργού Ν. που διενήργησε την εξέταση υπερηχογραφήματος DOPPLER, λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθησαν από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικά μέσα, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό της αποφάσεως. Και ναι μεν δεν αναφέρεται στα πρακτικά της ότι αναγνώσθηκε το δεύτερο απ' αυτά, το περιεχόμενο του όμως προκύπτει από άλλα αποδεικτικά στοιχεία και συγκεκριμένα από το ίδιο φύλλο θεραπείας ασθενούς και από το πόρισμα ενόρκου διοικητικής εξετάσεως που διενήργησε ο Π. Μ., διευθυντής Ιατρικής Υπηρεσίας του ΨΝΠΟ, σχετικά με την ιατρική αντιμετώπιση της πολιτικώς ενάγουσας, έγγραφα που αναγνώστηκαν και στα οποία με κάθε λεπτομέρεια καταγράφονται οι πιστοποιούμενες, στο μη αναγνωσθέν ανωτέρω έγγραφο, διαπιστώσεις του ιατρού Ι. Ν., με βάση την αναφερόμενη εξέταση DOPPLER. Ο κατά τον άνω τρόπο προσδιορισμός στα πρακτικά του υπόψη εγγράφου είναι επαρκής και δεν καταλείπεται αμφιβολία για την ταυτότητα του, ενόψει μάλιστα του ότι άλλο έγγραφο με τον ανωτέρω προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκε, με την ανάγνωση δε αυτού κατέστη γνωστό το περιεχόμενό του στον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε έτσι τη δυνατότητα να υποβάλει τις επ' αυτού παρατηρήσεις και απόψεις του, γεγονός που δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται τούτο στα πρακτικά. Έτσι, δεν παραβιάστηκε η άσκηση του απορρέοντος από το άρθρο 358 του ΚΠοινΔ δικαιώματος του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου να λάβει γνώση του περιεχομένου του εγγράφου αυτού και να προβεί, σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το έγγραφο αυτό. Ακολούθως, δεν προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 δ' του ΚΠοινΔ και δεν ιδρύθηκε ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως, που προβάλλει ο ίδιος. Επομένως, ο μοναδικός, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγος αναιρέσεως της κρινομένης αιτήσεως, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, σε αμφοτέρους δε τους αναιρεσείοντες και τα δικαστικά έξοδα της παρασταθείσας πολιτικώς ενάγουσας (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠοινΔ και 183, 176 του ΚΠολΔ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις από 18ης Ιουλίου 2012 και από 17ης Ιουλίου 2012 (υπ' αριθ. πρωτοκόλλου 5172/18.7.2012 και 5189/18.7.2012 αντιστοίχως) αιτήσεις - δηλώσεις αναιρέσεως των Δ. Π. και Θ. Σ., αντιστοίχως, κατά της υπ' αριθ. 409/2012 αποφάσεως του Β' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα και στα δικαστικά έξοδα της πολιτικώς ενάγουσας από πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Οκτωβρίου 2012.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή