Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 172 / 2010    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά.




Περίληψη:
Αγορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών (ηρωίνης). Η αγορά και η κατοχή συντελείται και με τη μεσολάβηση τρίτων προσώπων, που ενεργούν για λογαριασμό των συμβαλλομένων. Για να έχει το Δικαστήριο υποχρέωση να απαντήσει σε αυτοτελή ισχυρισμό για χορήγηση ελαφρυντικού, πρέπει να είναι αυτός πλήρης και ορισμένος, διαφορετικά, δεν έχει υποχρέωση για απάντηση και μάλιστα αιτιολογημένη. Περιεχόμενο εγγράφου σε άλλο έγγραφο, θεωρείται ότι και αυτό αναγνώσθηκε. Απορρίπτει λόγους αναιρέσεως για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.




Αριθμός 172/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Παπαηλιού, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο- Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Γεώργιο Μπατζαλέξη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσα - κατηγορουμένης Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελένη Ρίζου, περί αναιρέσεως της 2854/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Ιουνίου 2008 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1428/2008.
Αφού άκουσε
Την πληρεξουσία δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Επίσης, για την ύπαρξή της άνω αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και οι ισχυρισμοί για αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορουμένου ελαφρυντικών περιστάσεων, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 2854/2004 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, η αναιρεσείουσα κηρύχθηκε ένοχος, αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών και της επιβλήθηκε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. 'Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δικάσαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατ'λέξη τα εξής: "Οι αστυνομικές αρχές, είχαν πληροφορίες από άτομο, που για λόγους προστασίας του δεν γνωστοποιούν το όνομά του, το οποίο θέλησε μετά από τη σύλληψή του από τα Αστυνομικά όργανα να συνεργασθεί μαζί τους, και έτσι τους έδωσε της πληροφορίας, ότι από την Τουρκία θα εισαχθεί στην Ελληνική Επικράτεια μεγάλη ποσότητα ηρωΐνης, καθόσον το άτομο αυτό είχε δεχθεί τηλεφωνική πρόταση, από τον τούρκο έμπορο ναρκωτικών ΑΑ για να παραλάβει ποσότητα ηρωΐνης από πρόσωπο, που αυτός θα του υποδείκνυε τηλεφωνικώς στην Ελλάδα και την οποία ποσότητα, το εν λόγω, συνεργαζόμενο με την Αστυνομία άτομο, θα διέθετε στην συνέχεια σε διαφόρους, αγνώστους σ'αυτό παραλήπτες. 'Ετσι μέσω του ατόμου αυτού Αστυνομικοί, αφού πληροφορήθηκε την ημέρα εισαγωγής της ποσότητας ηρωΐνης στην Ελλάδα, άρχισαν την παρακολούθηση και με την βοήθεια του παραπάνω συνεργάτη τους συνέλαβε στις 10-11-2001 τον κατηγορούμενο με την παρούσα κατηγορούσης στον πρώτο βαθμό ΒΒ, o οποίος στις 9-11-2001 οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας DAEWOO LANOS χρώματος μπορντώ, μετά από συνεννόηση με τον προαναφερόμενο τούρκο έμπορο ναρκωτικών (ο οποίος τον είχε πάρει προηγουμένως τηλέφωνο να μεταβεί στην Τουρκία για να πάρει την πιο πάνω ποσότητα επτά (7) κιλών ηρωΐνης και να την εισαγάγει στην Ελλάδα αντί αμοιβής 2.000.000 δραχμών, μετέβη στην πόλη ... (Τουρκίας) όπου παρέλαβε την άνω ποσότητα ηρωΐνης συσκευασμένη σε δέκα τέσσερις (14) ισομερείς συσκευασίες και την τοποθέτησε επιμελώς εντός του εφεδρικού τροχού του αυτοκινήτου του (ρεζέρβα) και την ίδια ημέρα (9-11-2001) την εισήγαγε από την Τουρκία στην Ελλάδα, μέσω του τελωνειακού ..., και την μετέφερε αρχικά στα ... και από εκεί τις πρωΐνές ώρες της 10-11-2001 στην περιοχή της ..., προκειμένου να την παραδώσει σε παραλήπτες που θα του υποδείκνυε ο ΑΑ, ο οποίος και θα του καθοδηγούσε, μέχρι την παράδοσή της εν λόγω ποσότητος. 'Ετσι ο άνω ΒΒ, όταν έφθασε στο 310ο χιλιόμετρο της Νέας Εθνικής οδού ...-..., που απέχει 40 χιλιόμετρα από τη ..., στάθμευσε σε χώρο στάθμευσης προκειμένου να παραδώσει την εν λόγω, ποσότητα. 'Ετσι, όταν συναντήθηκαν ο συνεργάτης της Αστυνομίας και ο άνω ΒΒ, ο τελευταίος του είπε και αντάλλαξαν τους εφεδρικούς τροχούς των αυτοκινήτων, που ο καθένας οδηγούσε και τα οποία (αυτοκίνητα) καθ' υπόδειξη του ΑΑ ήταν της αυτής μάρκας ήτοι DAEWOO LANOS, τη στιγμή δε κατά την οποίαν, η πιο πάνω ποσότητα παραδιδόταν του μαζί με τον τροχό, στον συνεργάτη της Αστυνομίας, τα αστυνομικά όργανα που παρακολουθούσαν επενέβησαν και συνέλαβαν τον άνω ΒΒ. Στη συνέχεια, περί ώραν 17.40 της αυτής ημέρας, ο ανωτέρω άγνωστος συνεργάτης της Αστυνομίας δέχθηκε από τον ΑΑ, γνωστόν με το ψευδώνυμο "ΑΑ-1" ότι σε λίγη ώρα θα τηλεφωνούσε κάποια γυναίκα με την οποία θα έπρεπε να συναντηθεί για να της παραδώσει 1,5 κιλό ηρωΐνη, χωρίς να καταβάλει τίμημα το οποίο είχε ήδη αποστείλει στην Τουρκία με τον άνω ΑΑ. Αμέσως μετά τηλεφώνησε στον άνω συνεργάτη της Αστυνομίας η νυν κατηγορουμένη, η οποία ότι είχε συνεννοηθεί με τον "ΑΑ-1" για να παραλάβει 1 1/2 κιλό ηρωΐνη και κανόνισαν να συναντηθούν στις 18.30 της ίδιας ημέρας στην διασταύρωση ... και ..., έξω από την εκκλησία της Αγίας ... Η συνάντηση έγινε πράγματι στο καθορισμένο σημείο και εκεί η "γυναίκα" η οποία ήταν η νυν κατηγορουμένη Χ, η οποία ήταν γνωστή στους Αστυνομικούς εμπόρους ναρκωτικών, παρέλαβε από τον άνω συνεργάτη της Αστυνομίας, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό του ΑΑ, την άνω ποσότητα του 1,5 κιλού ηρωΐνης αντί του καταβληθέντος ήδη τιμήματος το ύψος του οποίου δεν προσδιορίσθηκε. Αμέσως, μετά την αγοραπωλησία Αστυνομικού που παρακολουθούσαν το όλο επεισόδιο συνέλαβαν την κατηγορουμένη, στην κατοχή της οποίας βρέθηκε και κατασχέθηκε η άνω ποσότητα ηρωΐνη. Στην τσάντα της βρέθηκε ένα φύλλο σημειωματαρίου στο οποίο αναγραφόταν το όνομα "ΑΑ-1" και ο αριθμός τηλεφώνου ... ήτοι ο αριθμός του άνω ΑΑ. Στη συνέχεια επακολούθησε νομότυπη έρευνα στην οικία της κατηγορίας, όπου βρέθηκε και κατασχέθηκε το χρηματικό ποσό των 400.000 δρχ., 2.000.000 δραχμών, κατηγορουμένη ήταν απολύτως αρνητική και για το λόγο αυτό οι Αστυνομικοί δε της επέτρεψαν να απαντήσει στο κινητό της σε τηλεφώνημα του άνω ΑΑ ότι όλα πήγαν ομαλά. Κατόπιν τούτου ο ΑΑ ανήσυχος τηλεφώνησε στον άνω "συνεργάτη" της Αστυνομικής ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι όλα εξελίχθηκαν καλά. Ο ΑΑ του είπε να κρατήσει την υπόλοιπη ηρωΐνη πλην αυτής που παραδόθηκε στην νυν κατηγορουμένη και στον άλλο συλληφθέντα αμέσως μετά από αυτήν, αγοραστή 1 1/2 επίσης κιλού ηρωΐνης συγκατηγορούμενό της στον πρώτο βαθμό ΓΓ, και θα τον ειδοποιούσε αργότερα ενδεχομένως και την επομένη ημέρα για συναντήσεις με άλλους παραλήπτες, αφού προηγουμένως βεβαιωνόταν ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα. Την άνω ποσότητα του 1 1/2 κιλού ηρωΐνη αγόρασε η νυν κατηγορουμένη από τον άνω ΑΑ αντί τιμήματος το ύψος του οποίου δεν προσδιορίσθηκε και που είχε ήδη προκαταβληθεί από την κατηγορουμένη, όπως ρητά ανέφερε ο άνω ΑΑ στον συνεργάτη της Αστυνομίας που ενεργούσε για λογαριασμό του, κατείχε δε αυτήν, υπό την έννοια ότι εξουσίαζε φυσικά, εις τρόπον ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να διαπιστώνεται ύπαρξη της και να διαθέτει αυτήν κατά βούληση σε τρίτους, τέλεσε δε τις άνω πράξεις χωρίς να είναι τοξικομανής και προόριζε την άνω σημαντική ποσότητα, αποκλειστικά για εμπορία. Πρέπει να σημειωθεί ότι για την πληρότητα της απολογίας της καταδικαστικής απόφασης για την αγορά της ηρωϊνης δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται το ύψος του καταβληθέντος τιμήματος (βλ. ΑΠ 919/2000 Ποιν.Δικ. 2000 σελ. 1173 και Ποιν.Χρον. ΝΑ σελ. 215 ΑΠ 362/1997 Ποιν Χρον. ΜΗ σελ. 56, ΑΠ 247/1998 Ποιν.Χρον. ΜΗ σελ. 889). Ως προς την αγορά ναρκωτικών από την κατηγορουμένη και τους σχετικούς αυτοτελείς ισχυρισμούς αυτής, πρέπει να λεχθούν τα εξής: η κατάρτηση της σύμβασης αγοράς ναρκωτικών μπορεί να γίνει όπως και εν προκειμένω τηλεφωνικώς μεταξύ του άνω ΑΑ, γνωστού με το ψευδώνυμο "ΑΑ-1" και της κατηγορουμένης, η δε παράδοση και αντιστοίχως παραλαβή της ναρκωτικής ουσίας δεν απαιτείται να γίνει ιδιοχείρως από τους συμβαλλομένους αλλά μπορεί να συντελεσθεί και με την διαμεσολάβηση τρίτων προσώπων που συνεργούν για λογαριασμό εκείνων, όπως εν προκειμένω του άνω "συνεργάτου" της Αστυνομίας που ενεργούσε για λογαριασμό του άνω πωλητού ΑΑ και υπό την ιδιότητά του αυτήν παρέδωσε την άνω ποσότητα ηρωΐνης στην κατηγορουμένη (βλ. ΑΠ 556/1994 ΠοινΧρ. ΜΔ' σελ. 641).
Συνεπώς, ο τουναντία υποστηρίζων σχετικός αυτοτελής ισχυρισμός της κατηγορουμένης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περί πάντων των ανωτέρω σαφής πειστική μετά λόγου γνώσεως και εξ ιδίας αντιλήψεως είναι η κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού περί της αξιοπιστίας του οποίόυ δεν ενέκυψε καμία αμφιβολία και τα οποία από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αναιρούνται αλλά ούτε και κλονίζονται.
Συνεπώς συγκροτείται πλήρως εν προκειμένω η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση αμφοτέρων των εγκλημάτων αγοράς τε και κατοχής ναρκωτικής ουσίας εκ υποθέσεως από μη τοξικομανή, για εμπορία και για το λόγο αυτό πρέπει να κηρυχθεί ένοχη η κατηγορουμένη αμφοτέρων των πράξεων αυτών, όπως στο διατακτικό. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι συντρέχει στο πρόσωπο της κατηγορουμένης η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 α ΠΚ ήτοι του προτέρου εντίμου βίου, το οποίο και πρέπει να της αναγνωρισθεί, αλλά όχι και αυτό της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς και το σχετικό αίτημα αυτής πρέπει να απορριφθεί. Τέλος εν όψει του ότι αντικείμενο αμφοτέρων των πράξεων είναι η αυτή ποσότητα ναρκωτικών ουσιών, πρέπει να επιβληθεί στην κατηγορουμένη μία ποινή. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο την κατηγορουμένη και ήδη αναιρεσείουσα των πράξεων της αγοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών κήρυξε ένοχο και ειδικότερα, του ότι: "κατά τους αναφερόμενους τόπους και χρόνους με περισσότερες τέλεσε περισσότερα εγκλήματα, τα οποία προβλέπονται και τιμωρούνται από τον ποινικό κώδικα και τους ειδικούς ποινικούς νόμους με στερητικές της ελευθερίας ποινές. Ειδικότερα κατηγορείται ότι: Α) Στις 10-11-2001 και ώρα 18.30' στη διασταύρωση των οδών ... και ... στα ... αγόρασε από τον ΑΑ, χωρίς να είναι εξαρτημένη από τα ναρκωτικά, ποσότητα ηρωίνης βάρους 1,5 κιλών, την οποία της δώσε αυτός μέσω αντιπροσώπου του και συνεργάτη της αστυνομίας, αντί αγνώστου στην ανάκριση τιμήματος πωλήσεως, το οποίο είχε προηγουμένως καταθέσει σε άγνωστο τραπεζικό λογαριασμό του ΑΑ στην Τουρκία. Β) Στον παραπάνω τόπο και χρόνο κατελήφθη να κατέχει την πιο πάνω ποσότητα ηρωίνης βάρους 1,5 κιλού με σκοπό την πώλησή της σε τρίτους. Τις παραπάνω πράξεις τέλεσε χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης των ναρκωτικών.
Το Δικαστήριο δέχεται ότι η κατηγορουμένη μέχρι το χρόνο που διέπραξε το αδίκημα, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε η αναιρεσείουσα, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.α', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 84 παρ.2α' και 94 παρ.1 ΠΚ, καθώς και τα άρθρα 1 παρ.1 και 20 περ.β' ιξ του Ν. 3459/2006, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 2854/2007 του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένης), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, κατηγορίας, ... και υπερασπίσεως, ... Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν, οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα, ότι: 1) Το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη έγγραφο το οποίο δεν αναγνώστηκε, ώστε ως κατηγορουμένη να δυνηθεί να προβεί στην εκτίμησή του και να προβεί στις δέουσες δηλώσεις και συγκεκριμένα, έλαβε υπόψη και εκτίμησε το φύλλο σημειωματαρίου στο οποίο αναγράφονταν το όνομα "ΑΑ-1" και αριθμός τηλεφώνου του ΑΑ. 'Όμως, από το περιεχόμενο της από 10-11-2001 εκθέσεως σωματικής έρευνας και κατασχέσεως, η οποία αναγνώσθηκε, προκύπτει με σαφήνεια ότι κατασχέθηκε και το πιο πάνω έγγραφο (σημειωματάριο), το περιεχόμενο δε αυτού αναφέρεται στην έκθεση αυτή και έτσι, δια της αναγνώσεώς της, αναγνώσθηκε και το περιεχόμενο του σημειωματαρίου. 2) Ενώ υπέβαλε στο δικάσαν Δικαστήριο εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά τον αυτοτελή ισχυρισμό να της αναγνωριστεί και το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2 περ.ε' ΠΚ (της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς) το άνω Δικαστήριο τον απέρριψε με αιτιολογία ελλειπή. 'Όπως δε προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη δια της συνηγόρου της, υπέβαλε τον ισχυρισμό της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη της, επικαλούμενη κατά λέξη τα εξής: "Επίσης, την 1η Σεπτεμβρίου 2003 εξεδόθη η υπ' αριθμ. 1291/2003 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών (Αναστολών), η οποία διέταξε την αναστολή εκτέλεσης της επιβληθείσης με την εκκαλουμένη ποινής. Έκτοτε είμαι ελεύθερη και διάγω έντιμο ατομικό, οικογενειακό και κοινωνικό βίο, χωρίς να απασχολήσω τις Αρχές για οποιαδήποτε αιτία. Ζω με τους δύο εγγονούς μου ... και ... και προσπαθώ να επιβιώσω μετά τον τραγικό θάνατο του γυιού μου ... σε τροχαίο ατύχημα. Αντιμετωπίζω τεράστια προβλήματα υγείας και τον περισσότερο χρόνο νοσηλεύομαι σε Δημόσια Νοσοκομεία, όπως προκύπτει από τα αναγνωσθέντα πιστοποιητικά. Αιτούμαι την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε, ότι επί μακρόν μετά την πράξη συμπεριφέρθηκα καλώς". Όμως, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή, ο ισχυρισμός αυτός δεν προβλήθηκε παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, αφού δεν εκτίθενται περιστατικά καλής μετά την πράξη της συμπεριφοράς, παρά μόνο γενικόλογοι χαρακτηρισμοί της για τις σχέσεις της με συγγενικά της πρόσωπα. Επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό. 3) Το αδίκημα που διέπραξε ήταν της απόπειρας αγοράς ναρκωτικών ουσιών και γι'αυτό και μόνο έπρεπε να καταδικαστεί, αφού η ποσότητα των επτά (7) χ/μων ναρκωτικών ουσιών βρισκόταν στην κατοχή της Αστυνομίας, από τα χέρια της οποίας δεν μπορούσε να της παραδοθεί. Όμως, η παράδοση και αντίστοιχα η παραλαβή των ναρκωτικών ουσιών, δεν απαιτείται να γίνει ιδιοχείρως από τους συμβαλλομένους, αλλά μπορεί να συντελεσθεί και με τη διαμεσολάβηση τρίτων προσώπων, που ενεργούν για λογαριασμό εκείνων, όπως στην προκείμενη περίπτωση. Εξάλλου, για την πληρότητα αιτιολογίας της καταδικαστικής αποφάσεως για την αγορά της άνω ναρκωτικής ουσίας, δεν είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται το ύψος του καταβληθέντος τιμήματος. Και 4) αφού κατά τις πρωϊνές ώρες της 10-11-2001 η άνω ποσότητα ναρκωτικών βρισκόταν στα χέρια των οργάνων του Δημοσίου (αστυνομικών), δεν μπορούσε να κριθεί ότι αυτή (αναιρεσείουσα) έχει τελέσει την κακουργηματική πράξη της κατοχής των ουσιών αυτών. Όμως, για τον ίδιο λόγο, όπως παραπάνω έχει λεχθεί, η παράδοση και η παραλαβή των άνω ουσιών είχε συντελεσθεί με τη μεσολάβηση των αναφερομένων στο σκεπτικό προσώπων και η κατηγορουμένη κατείχε την ποσότητα ναρκωτικών, που αναφέρεται στην απόφαση.
Επομένως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών. Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17 Ιουνίου 2008 (υπ'αριθμ. πρωτ. 5321 ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου/2008) αίτηση της Χ για αναίρεση της με αριθμό 2854/2007 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ