Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1372 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Αγωγή διεκδικητική, Αποδεικτικά μέσα, Αποζημίωση, Έλλειψη νόμιμης βάσης.




Περίληψη:
Διεκδικητική αγωγή για αναγνώριση κυριότητας και καταβολής της αξίας του πράγματος λόγω αδυναμίας αποδόσεως ένεκα της καταλείψεως του από ανεγερθείσα οικοδομή. ’ρθρα 1094, 1098 εδ α, 1099 ΑΚ. Η οικεία περί αποζημιώσεως αξίωση υπόκειται σε 20ετή παραγραφή, ενώ η από το 1099 αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για την περίπτωση που συντρέχει περίπτωση αδικοπραξίας στην παραγραφή του 937 ΑΚ. Ένσταση ιδίας κυριότητας από παράγωγο (γονική παροχή) και πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία). ’ρθρο 559 αρ. 11. Η απόδοση σε κάποιο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερης αξίας από ότι σε κάποιο άλλο ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα. Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο επικαλούμενο έγγραφο, αλλά το συνεκτίμησε με άλλα αποδεικτικά μέσα. Ο αναιρετικός λόγος του αρ. 8 εδ. β’ άρθρου 559 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται αν ο λόγος εφέσεως ερευνήθηκε και απορρίφθηκε. Η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης ανήκει στην ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας εκτός από την περίπτωση του άρθρου 368 παρ 2 ΚΠολΔ που το δικαστήριο υποχρεούται να διατάξει πραγματογνωμοσύνη αν το ζήτησε ο διάδικος και το δικαστήριο κρίνει ότι για το ζήτημα απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης και τέχνης.




Αριθμός 1372/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Γ. του Ι. και 2) Ζ. συζ. Ι. Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Μανανά.
Της αναιρεσίβλητης: Ζ. (Ζ.) χήρας Θ. Τ., το γένος Ζ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ουρανία Παπαγεωργίου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/1/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1935/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 2784/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/9/2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 19/2/2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή τον κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, κατά δε το άρθρο 1097 ΑΚ του ίδιου κώδικα, ο νομέας από την επίδοση της αγωγής ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου αν από υπαιτιότητά του το πράγμα χειροτέρεψε ή καταστράφηκε η δεν μπορεί να αποδοθεί για κάποιο άλλο λόγο, κατά δε το άρθρο 1098 εδ.α ΑΚ, αν ο νομέας ήταν κακόπιστος κατά το χρόνο που κατέλαβε το πράγμα ή αν έμαθε αργότερα ότι δεν έχει δικαίωμα νομής, υπέχει από τότε, ως προς το πράγμα και τα ωφελήματα του πράγματος, την ίδια ευθύνη που έχει και για το χρόνο μετά την επίδοση της αγωγής και κατά το άρθρο 1099 του ιδίου κώδικα αν ο νομέας απέκτησε τη νομή του πράγματος με παράνομη πράξη, ευθύνεται σε αποζημίωση του κυρίου κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητας αυτού και την απόδοση του πράγματος και μόνο αν συντρέχουν οι όροι του 1097 ΑΚ, μεταξύ των οποίων είναι και η αδυναμία προς απόδοση του πράγματος, αποζημίωση ίση με την αξία αυτού (πράγματος) . Η παραγραφή της αξίωσης για αποζημίωση λόγω αδυναμίας για απόδοση του πράγματος, αρχίζει από τότε που γεννιέται η αξίωση αυτή, δηλαδή από τότε που βεβαιώνεται από την απόφαση ότι δεν είναι δυνατή η αυτούσια απόδοση του διεκδικουμένου πράγματος. Οι αξιώσεις από τα άρθρα 1096-1100 ΑΚ υπόκεινται στη συνηθισμένη εικοσαετή παραγραφή της διάταξη του άρθρου 249 ΑΚ και μόνο κατ’ εξαίρεση η από το άρθρο 1099 ΑΚ αξίωση από αδικοπραξία υπόκειται στην πενταετή παραγραφή της διάταξης του άρθρου 937 ΑΚ. Εξάλλου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου, απαιτείται συμφωνία μεταξύ κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ’ αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση το να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβαση της εξ ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1051 ΑΚ του ίδιου κώδικα, συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα του νομέα να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. ’σκηση νομής αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητα, οι υλικές και εμφανείς πάνω σ’ αυτά πράξεις, με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του. Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως. Τα επιχειρήματα δηλαδή αυτά, δεν συνιστούν παραδοχές της αποφάσεως, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του, με επίκληση, νομίμως προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το .../5-11-88 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αχαρνών Δημητρίου Γιαννάκη, το οποίο έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών, στον τόμο ... και με αριθμό 88, σε συνδυασμό και προς την .../15-3-1968 εξοφλητική απόδειξη του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα ως άνω βιβλία μεταγραφών, στον τόμο ... και με αριθμό 85, η ενάγουσα αγόρασε από την Φ. χήρα Γ. Κ. ένα αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στη θέση 11η στάση Λεωφόρου Μενιδίου-Αθηνών, της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Αχαρνών, έκτασης 112,50 τμ, που συνορεύει, σύμφωνα με τον παραπάνω τίτλο, ανατολικά με οδό πρώην ... και ήδη αγνώστου ιδιοκτήτη, σε πλευρά εννέα [9] μέτρων, δυτικά με ιδιοκτησία Κ., σε πλευρά εννέα [9] μέτρων, βόρεια με ιδιωτική οδό, που αφέθηκε από την δικαιοπάροχο της ενάγουσας Φ. χήρα Γ. Κ., για την εξυπηρέτηση του κτήματος, σε πλευρά δώδεκα και ήμισυ [12,50] μέτρων και νότια με ιδιοκτησία Ι. Κ., σε πλευρά δώδεκα και ήμισυ [12,50] μέτρων. Το εν λόγω ακίνητο εμφαίνεται στο από Ιουνίου του έτους 2009, συνημμένο στην ένδικη αγωγή, τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν. Κ., με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α και συνορεύει ανατολικά σε πλευρά Β-Γ, μήκους εννέα [9] μέτρων με το όμορο οικόπεδο ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης, Ζ. Γ.-Τ., δυτικά σε πλευρά Α-Δ, μήκους εννέα [9] μέτρων, με ιδιοκτησία αγνώστου, βόρεια σε πλευρά Α-Β, μήκους δώδεκα και ήμισυ [12,50] μέτρων, με ιδιωτική οδό, πλάτους τριών [3] μέτρων και νότια σε πλευρά Δ-Γ, μήκους δώδεκα και ήμισυ [12,50] μέτρων, με ιδιοκτησία αγνώστου. Στην δικαιοπάροχο της ενάγουσας είχε περιέλθει το παραπάνω ακίνητο, σε μείζονα έκταση, από κληρονομιά της αποβιώσασας, χωρίς διαθήκη, το έτος 1942, μητέρα της Ι. συζύγου Χ. Π., η οποία υπεισήλθε και αναμείχθηκε στην κληρονομιά από τον παραπάνω χρόνο, με πρόθεση κληρονόμου, νεμόμενη αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως, με διάνοια κυρίας και καλή πίστη, μέχρι τις 23-2-1945 και, έκτοτε, με διάνοια κυρίου, μέχρι το χρόνο της μεταβίβασης του στην ενάγουσα. Από το έτος 1964, οπότε η τελευταία κατέστη κυρία του παραπάνω ακινήτου, νεμόταν αυτό συνεχώς και αδιαλείπτως, με διάνοια κυρίου, σε συνάφεια με τον παραπάνω τίτλο της, ασκώντας πράξεις νομής που προσιδιάζουν στον κύριο αυτού. Ειδικότερα είχε περιφράξει το επίδικο ακίνητο με συρματόπλεγμα και τοποθετήσει στην είσοδό του σιδερένια πόρτα, την οποία διατηρούσε πάντα κλειδωμένη, επέβλεπε και επιτηρούσε αυτό, στο οποίο μάλιστα είχε φυτεύσει και δένδρα, και το δήλωνε στο έντυπο του Ε9, που υπέβαλλε στην αρμόδια ΔΟΥ.
Συνεπώς, η ενάγουσα είχε καταστεί κυρία του παραπάνω ακινήτου, εκτός από τον παράγωγο και με πρωτότυπο τρόπο [τακτική και έκτακτη χρησικτησία], νεμόμενη αυτό για χρονικό διάστημα πέραν της δεκαετίας αλλά και της εικοσαετίας, το δικαίωμα της δε ουδέποτε είχε αμφισβητηθεί από οποιονδήποτε. Στις 7-10-2008, ο γιός της ενάγουσας, Ζ. Τ., ενεργώντας κατ’ εντολή και για λογαριασμό της, μετέβη στο κτηματολογικό γραφείο του Δήμου Αχαρνών, προκειμένου να υποβάλει δήλωση ιδιοκτησίας του Ν. 2308/1995 σχετικά με το επίδικο ακίνητο, μέσα στην προθεσμία που είχε ορισθεί από το υπουργείο εξωτερικών για τους ιδιοκτήτες ακινήτων στις υπό κτηματογράφηση περιοχές της Χώρας, στα πλαίσια δημιουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου, και στη συνέχεια επισκέφθηκε το οικόπεδο της μητέρας του, όπου έκπληκτος διεπίστωσε ότι αυτό είχε καταπατηθεί, και συγκεκριμένα ότι η συρμάτινη περίφραξη είχε αποξηλωθεί και μέσα στο χώρο του βρισκόταν, υπό ανέγερση, στο στάδιο του μπετόν, τριώροφη οικοδομή. Αμέσως ενημέρωσε την ενάγουσα και, από την έρευνα που αυτή διενήργησε στην αρμόδια Διεύθυνση Πολεοδομίας και στις σχετικές υπηρεσίες του Δήμου Αχαρνών, διεπίστωσε ότι "καταπατητής" αυτός δηλαδή, που ανήγειρε στ’ όνομα του την τριώροφη οικοδομή μέσα στο ακίνητό της, ήταν ο πρώτος εναγόμενος Π. Γ., ο οποίος κατοικεί με την οικογένεια του σε ισόγεια οικία, που βρίσκεται σε όμορο οικόπεδο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης - μητέρας του Ζ. συζύγου Χ. Γ., με το οποίο συνορεύει ανατολικά, σε πλευρά Β-Γ, το επίδικο, σύμφωνα με το από Ιουνίου 2009, συνημμένο στην αγωγή, τοπογραφικό διάγραμμα. Μετά τις έντονες διαμαρτυρίες της ενάγουσας για την αυθαίρετη κατάληψη του ακινήτου της και την προκληθείσα σ’ αυτό ζημία, περί τα τέλη Οκτωβρίου του 2008, πραγματοποιήθηκε συνάντηση των διαδίκων με τους νομικούς παραστάτες τους, στο δικηγορικό γραφείο του Π. Σ., προκειμένου να βρεθεί μια δίκαιη λύση, κατά δε τη συνάντηση ο πρώτος εναγόμενος ομολόγησε την αυθαίρετη απ’ αυτόν κατάληψη του οικοπέδου της ενάγουσας και την παράνομη ανέγερση της οικοδομής σ’ αυτό, υποσχόμενος την άρση και αποκατάσταση της ζημίας της, πλην όμως στη συνέχεια αδιαφόρησε παντελώς και, αφού παρήλθε ικανό χρονικό διάστημα, μέσα στο οποίο όφειλε ο τελευταίος να επικοινωνήσει με την ενάγουσα και το νομικό παραστάτη της, γνωρίζοντας τις προθέσεις του, η τελευταία του κοινοποίησε, στις 30-12-2008, την από 15-12-2008 εξώδικη-δήλωση-όχληση-διαμαρτυρία και πρόσκληση, με την οποία διαμαρτυρόταν για την αυθαίρετη κατάληψη του ακινήτου της και τον κάλεσε να προβεί άμεσα στην κατεδάφιση της οικοδομής της και στην απόδοση του οικοπέδου της, αλλιώς στην πλήρη αποκατάσταση κάθε ζημιάς από την παράνομη, αυθαίρετη και υπαίτια κατάληψη και καταπάτηση του ακινήτου της, δηλώνοντας του ότι θα προβεί σε κάθε νόμιμη ενέργεια για την προστασία και ικανοποίηση του δικαιώματος της. Στο παραπάνω εξώδικο ουδεμία απάντηση έλαβε από τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος εξακολουθεί μέχρι σήμερα να κωφεύει στα δίκαια αιτήματά της για την απόδοση του ακινήτου της και την αποκατάσταση της προκληθείσας σε αυτό ζημίας, συνεχίζοντας την αποπεράτωση της παράνομης οικοδομής μέσα σε αυτό. Σε αντίκρουση της αγωγής, ο πρώτος εναγόμενος ισχυρίζεται ότι έχει καταστεί κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, και συγκεκριμένα ότι το μεταβίβασε σε αυτόν, κατά πλήρη κυριότητα, λόγω γονικής παροχής, η δεύτερη εναγομένη-μητέρα του, με το .../20-6-2006 συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αχαρνών Ελένης Τζεμπετζή, σε συνδυασμό με την .../2006 πράξη διόρθωσης και συμπλήρωσης της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, στην οποία [δικαιοπάροχό του], είχε περιέλθει από κληρονομιά του αποβιώσαντος, το έτος 1973, πατέρα της και παππού του, Δ. Τ., την οποία αυτή αποδέχθηκε νόμιμα με την .../2004 πράξη αποδοχής κληρονομιάς, σε συνδυασμό με το .../1-8-2005 συμβόλαιο αγοραπωλησίας προσκυρούμενου τμήματος γειτονικής ιδιοκτησίας, λόγω ρυμοτομίας, της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Βρεττού, που μεταγράφηκαν νόμιμα, καθώς και ότι στον απώτερο δικαιοπάροχο του είχε περιέλθει το επίδικο από το έτος 1940 με άτυπη δωρεά της μητέρας του Ζ. χήρας Ι. Τ.. Ότι τόσο ο απώτερος, όσο και η άμεση δικαιοπάροχος του και συνεναγομένη του Ζ. σύζυγος Ι. Γ. και στη συνέχεια ο ίδιος, νέμονταν το επίδικο, ως τμήμα της μεγαλύτερης έκτασης των 350,47τ.μ., συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι το τέλος του έτους 2008, που για πρώτη φορά η ενάγουσα αμφισβήτησε την κυριότητα σε τμήμα αυτού. εμβαδού 112,50 τ.μ. και έτσι έχει καταστεί κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρουμένου και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων του. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί ένσταση ιδίας κυριότητας του πρώτου εναγομένου και δεν αποδείχθηκε από κανένα στοιχείο. Ειδικότερα, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι τόσο ο Δ. Τ. από το έτος 1940 μέχρι το χρόνο του θανάτου του [25-9-1973], όσο και η θυγατέρα του - δεύτερη εναγομένη, άσκησαν ποτέ πράξεις νομής στο επίδικο Μάρτυρα για το θέμα αυτό δεν εξέτασαν οι εναγόμενοι στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και το μόνο αποδεικτικό στοιχείο που προσκόμισαν είναι η από Ιανουαρίου του έτους 2010 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας της αγρονόμου - τοπογράφου - μηχανικού Α. Κ., που συντάχθηκε με εντολή του πρώτου εναγομένου και στην οποία ρητώς αναφέρεται ότι η θέση των ακινήτων της ενάγουσας και της δεύτερης εναγομένης υποδείχθηκε από αυτόν [εντολέα] πάνω στην αεροφωτογραφία έτους λήψης 1999 και με βάση το από Σεπτεμβρίου του 2006 τοπογραφικό διάγραμμα της αρχιτέκτονα μηχανικού Σ. Δ., συνταχθέν επίσης με επιμέλεια των εναγομένων, στην οποία (έκθεση) χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι, σε αεροφωτογραφία του έτους 1962, μεταξύ των όμορων ακινήτων του πρώτου εναγομένου, που απεικονίζεται με τα στοιχεία Η-Θ-Δ-Ε και της δεύτερης εναγομένης, το οποίο απεικονίζεται με τα στοιχεία Θ-Ι-Γ-Δ, στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα, υπάρχει συρματοπερίφραξη επί της κοινής πλευράς τους Θ-Δ, καθώς και ότι ίχνη καλλιέργειας ή δένδρα δεν διακρίνονται στο ακίνητο του πρώτου εναγομένου. Τα δένδρα που απεικονίζονται στις αεροφωτογραφίες των ετών 1988 και 1990 φύονται στο επίδικο και φυτεύθηκαν από την ενάγουσα, σύμφωνα με τη σαφή κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης. Η ύπαρξη, όμως, της συρμάτινης περίφραξης μεταξύ των δύο ακινήτων, κατά το χρόνο σύνταξης [έτος 1962], της παραπάνω αεροφωτογραφίας και η αντικατάσταση αυτής ακολούθως από τη δεύτερη εναγομένη, με μαντρότοιχο, ανεγερθέντα στο κοινό όριο των δύο ιδιοκτησιών, σύμφωνα με τις προσκομιζόμενες αεροφωτογραφίες των ετών 1988, 1990, 1999 και 2002, ανατρέπει τον ισχυρισμό του πρώτου εναγομένου ότι τα παραπάνω ακίνητα, ως ένα ενιαίο, ανήκαν στον παππού του Δ. Τ., ο οποίος το νεμόταν ήδη από το έτος 1944 και είχε καταστεί κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο παππούς της δεύτερης εναγομένης Δ. Τ. απέκτησε με αγορά [και όχι με άτυπη δωρεά το έτος 1940, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι], με το .../1961 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Αθανασίου Ανδρίτσου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών, στον τόμο ... και με αριθμό 14, ένα αγροτεμάχιο έκτασης 291,40 τ.μ, ή 518,10 τεκτονικούς πήχεις, στο οποίο (συμβόλαιο), ρητώς αναφέρεται ότι το ακίνητο αυτό συνορεύει δυτικώς με την ιδιοκτησία της Φ. χήρας Γ. Κ. [δικαιοπαρόχου της ενάγουσας]. Το έτος 1969, ο Δ. Τ., με το .../1969 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αχαρνών Βασιλείου Αποστολάκη, που έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αχαρνών, στον τόμο ... με αριθμό 422, μεταβίβασε το διαιρετό προς ανατολάς τμήμα του παραπάνω ακινήτου, εμβαδού 250 πήχεων, στη σύζυγο του Α. Τ., ενώ, το προς δυσμάς διαιρετό τμήμα, εμβαδού επίσης 250 πήχεων, παρέμεινε στην κυριότητα του. Στο μεταξύ το έτος 1972, ο Δ. Τ. συνέταξε ιδιόγραφη διαθήκη, με την οποία άφησε στην κόρη του Ζ. Τ., δηλαδή στη δεύτερη εναγομένη, το ως άνω εναπομείναν ακίνητο του, εμβαδού 250 πήχεων και, τον ίδιο χρόνο, οι Δημήτριος και Α. Τ., γονείς της δεύτερης εναγομένης, με το .../28-4-1972 προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Αχαρνών Βασιλείου Αποστολάκη, συνέστησαν προίκα υπέρ της τελευταίας [ως ψιλής κυρίας], με προικολήπτη το γαμπρό τους Ι. Κ., με την οποία μεταβίβασαν, ο καθένας απ’ αυτούς, το διαιρετό του τμήμα, εμβαδού 250 πήχεων καθενός και συνολικού 518 πήχεων, ενώ, μετά τη λύση του γάμου της προικολήπτριας - δεύτερης εναγομένης με τον Ι. Κ., η ως άνω προίκα επέστρεψε σ’ αυτήν, η οποία κατέστη πλέον κυρία του παραπάνω ακινήτου.
Συνεπώς, το έτος 2004, η δεύτερη εναγομένη δεν κληρονόμησε κάποιο ακίνητο από τον πατέρα της. Το ακίνητο που αυτή ισχυρίζεται ότι κληρονόμησε και για οποίο έκανε αποδοχή κληρονομιάς είναι αυτό που ήδη έχει στην κυριότητα της από την προίκα. Πρέπει να τονισθεί ότι τόσο στο .../1969 συμβόλαιο πώλησης, όσο και στο .../28-4-1972 προικοσύμφωνο, αναφέρεται ότι το ως άνω ακίνητο [ως όλον], δυτικά συνορεύει με την ιδιοκτησία της Φ. χήρας Γ. Κ. [δικαιοπαρόχου της ενάγουσας], ενώ, αν πράγματι, κύριος αυτού ήταν ο Δ. Τ., όπως διατείνονται οι εναγόμενοι, θα έπρεπε στα ως άνω συμβόλαια να αναφέρεται ότι το προικώο ακίνητο της δεύτερης εναγομένης συνορεύει με ιδιοκτησία του ιδίου [Δ. Τ.]. Εξάλλου, με βάση την 2/2000 πράξη προσκύρωσης και αναλογισμού, η δεύτερη εναγομένη έλαβε 85,40 τ.μ, με αγορά από τον όμορο ιδιοκτήτη Ι. B., δυνάμει του .../2004 συμβολαίου. Με τα δεδομένα αυτά αποδεικνύεται, ότι οι επικαλούμενοι από τους εναγομένους τίτλοι ιδιοκτησίας δεν απεικονίζουν την πραγματική κατάσταση, αλλά κατασκευάστηκαν από αυτούς προκειμένου να πετύχουν την έκδοση της άδειας οικοδομής και την αναθεώρηση της, αφού πρώτα, εκμεταλλευόμενοι την επί μακρόν απουσία της ενάγουσας από το επίδικο, καθαίρεσαν την περίφραξη του και άρχισαν να οικοδομούν μέσα σε αυτό, χωρίς να έχουν λάβει νόμιμη άδεια, πιστεύοντας ότι δεν θα γίνουν αντιληπτοί. Τούτο προκύπτει από το με αριθμό πρωτοκόλλου 425/16-1-2007 έγγραφο του Τμήματος Ελέγχου Κατασκευών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Βορείου Τομέα της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, στο οποίο βεβαιώνεται ότι η δεύτερη εναγομένη, μητέρα του πρώτου, ξεκίνησε την αυθαίρετη κατασκευή στο οικόπεδο της ενάγουσας, καταληφθείσα από τους υπαλλήλους της αρμόδιας Πολεοδομίας, από την οποία και διατάχθηκε η άμεση διακοπή των οικοδομικών εργασιών, σύμφωνα με την συνταχθείσα 2056/2005 έκθεση αυτοψίας. Στη συνέχεια, οι εναγόμενοι, αφού προσκόμισαν στην Πολεοδομία το .../20-6-2006 συμβόλαιο γονικής παροχής, σύμφωνα με το οποίο η δεύτερη φερόταν να έχει μεταβιβάσει στον πρώτο - γυιό της, λόγω γονικής παροχής, το επίδικο, ως τμήμα μεγαλύτερου, ανύπαρκτου όμως ακινήτου, πέτυχαν την έκδοση της .../2006 οικοδομικής άδειας, στο όνομα του πρώτου απ’ αυτούς, με επιβλέπουσα μηχανικό την αρχιτέκτονα Σ. Δ., η οποία (άδεια) στη συνέχεια αναθεωρήθηκε με την .../2007 άδεια οικοδομής της ίδιας υπηρεσίας, και συνέχισε την ανέγερση στο επίδικο της τριώροφης οικοδομής με υπόγειο και δώμα, την κατασκευή της οποίας πληροφορήθηκε η ενάγουσα, όπως προαναφέρθηκε, τον Οκτώβριο του έτους 2008. Για την περιγραφόμενη παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων, η ενάγουσα υπέβαλε εναντίον τους, την με Α.Β.Μ. Δ 2011/2734 μήνυση, με βάση την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος τους για το αδίκημα της υφαρπαγής ψευδούς βεβαίωσης κατ’ εξακολούθηση και, με την 112382/2012 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, καταδικάστηκαν αυτοί σε φυλάκιση οκτώ [8] μηνών ο καθένας. Μετά την, κατά τα άνω, παράνομη αλλά και υπαίτια εκ μέρους του πρώτου εναγομένου αποβολή της από τη νομή του επίδικου ακινήτου, μέσα στο οποίο υπάρχει οικοδομή, που καταλαμβάνει ολόκληρη σχεδόν την επιφάνεια του, με συνέπεια να έχει αυτό, από οικονομική άποψη, καταστραφεί, η ενάγουσα δικαιούται αποζημίωση ανερχόμενη στην εμπορική αξία του ακινήτου της κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι πρόκειται για οικόπεδο που δεν είναι άρτιο και οικοδομήσιμο και η αντικειμενική του αξία ανέρχεται στο ποσό των 33.075 ευρώ, η εμπορική του προσδιορίζεται με βάση τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά στοιχεία, στο ποσό των 45.000 ευρώ [400 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο], το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα ο πρώτος εναγόμενος με το νόμιμο τόκο όχι από την επίδοση της από 15-12-2008 εξώδικης δήλωσης σε αυτόν, καθώς δεν ζητείται με αυτήν συγκεκριμένο ποσό για την ανωτέρω αιτία, αλλά από την επίδοση της προηγούμενης από 24-9-2009 και με αριθμό κατάθεσης 8445/2009 αγωγής της ενάγουσας κατά του πρώτου εναγομένου ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με όμοιο περιεχόμενο και αίτημα, από το δικόγραφο της οποίας η ενάγουσα παραιτήθηκε με την κρινόμενη αγωγή [ΑΠ 1266/2010 Δνη 2011.979, ΑΠ 1126/2010 δημ. ΝΟΜΟΣ]. Τέλος, εξαιτίας της παραπάνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των εναγομένων, που είχε ως αποτέλεσμα την αχρήστευση του επιδίκου ακινήτου της, η ενάγουσα δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, η οποία, ενόψει του είδους της αδικοπραξίας, της αποκλειστικής υπαιτιότητας κάθε εναγομένου και των λοιπών περιστάσεων, καθώς και της κοινωνικής και περιουσιακής κατάστασης των διαδίκων, πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 5000 Ευρώ, στο οποίο δεν περιλαμβάνεται το ποσό των 44 Ευρώ για το οποίο η ενάγουσα επιφυλάχθηκε να ασκήσει την αξίωσή της στην ποινική δίκη έναντι κάθε εναγομένου. Περαιτέρω ορθώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την προβληθείσα από τους εναγομένους ένσταση παραγραφής της αξίωσης αποζημίωσης της ενάγουσας καθόσον από το χρόνο τέλεσης της αδικοπραξίας, κατάληψης δηλαδή του επιδίκου (έτος 2006) μέχρι τον χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής (έτος 2010) δεν παρήλθε εικοσαετία, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα πρόταση.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι εναγόμενοι ισχυρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος... Τέλος το υποβαλλόμενο από τους εναγομένους αίτημα διενέργειας πραγματογνωμοσύνης είναι απορριπτέο, καθόσον, από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού δεν καταλείφθηκαν στο δικαστήριο κενά ή αμφιβολίες ώστε να είναι αναγκαία η διεξαγωγή πραγμ/νης". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ως κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την από 7.1.2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς της επί του επιδίκου επιφανείας 112,50 τ.μ. και κειμένου στο Δήμο Αχαρνών και της καταβολής σ’ αυτήν ισόποσης με την αξία του αποζημιώσεως, λόγω αδυναμίας αποδόσεώς του από τον καταλαβόντα τη νομή του και ανεγέρσεως σ’ αυτό από τον πρώτο αναιρεσείοντα οικοδομής καθώς και περί αναγνωρίσεως των αναιρεσειόντων προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ένεκα της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους κατά την κατάληψη του ακινήτου. Ακόμη το Εφετείο έκρινε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις υποβληθείσες από τους αναιρεσείοντες ενστάσεις και δη την ένσταση ιδίας κυριότητας του πρώτου από γονική παροχή και από έκτακτη χρησικτησία και την ένσταση παραγραφής και των δύο της αξίωσης αποζημίωσης της αναιρεσείουσας. Ειδικότερα ως προς τις ενστάσεις των αναιρεσειόντων που αποτελούν και το αντικείμενο της αναιρέσεως το Εφετείο έκρινε ότι ο πρώτος αναιρεσείων δεν απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου παραγώγου ήτοι ως τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου επιφανείας 350,47 τ.μ., που του μεταβίβασε η μητέρα του δεύτερη αναιρεσείουσα με γονική παροχή, καθόσον αυτή δεν ήταν κυρία του επιδίκου, αφού ούτε η ίδια από το 1973, ούτε ο δικαιοπάροχος πατέρας της Δ.Τ. από το 1940 είχαν ασκήσει πράξεις νομής στο επίδικο, ούτε διαδοχή στη νομή από τον πρώτο αναιρεσείοντα επήλθε, ο οποίος μέχρι το 2006 που το κατέλαβε παράνομα ανεγείροντας οικοδομή καμιά πράξη νομής δεν είχε διενεργήσει σ’ αυτό και ότι η αξίωση της ενάγουσας για αποζημίωση λόγω της αδυναμίας αποδόσεως του επιδίκου δεν έχει παραγραφεί, αφού από του χρόνου καταλήψεως του επιδίκου (2006) μέχρι του χρόνου ασκήσεως της αγωγής (2010) δεν συμπληρώθηκε ο χρόνος παραγραφής. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ’ αυτήν σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των αναφερομένων στη νομική σκέψη διατάξεων περί παραγώγου και πρωτοτύπου τρόπου απαιτήσεως κυριότητας και περί παραγραφής και αξιώσεων αποζημιώσεως του κυρίου λόγω της αδυναμίας αποδόσεως του ακινήτου του και επομένως ο υποστηρίζων τα αντίθετα και κατά τις αιτιάσεις του από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου, κατά τις οποίες το Εφετείο με ανεπαρκείς αιτιολογίες, που προσέτι είναι εσφαλμένες και αυθαίρετες, δέχθηκε ότι ο ισχυρισμός του πρώτου αναιρεσείοντα - εναγομένου "περί του ότι το επίδικο ακίνητο και το προς ανατολάς όμορο του ανήκαν στον απώτερο δικαιοπάροχό του και παππού του Δ.Τ." ανατρέπεται από το ότι "η συρμάτινη περίφραξη μεταξύ των δύο αυτών ακινήτων, που αποτυπώνεται στην αεροφωτογραφία του 1962, αντικαταστάθηκε με μαντρότοιχο από τη δεύτερη εναγομένη - αναιρεσείουσα, όπως τούτο προκύπτει από τις αποτυπώσεις των αεροφωτογραφιών των ετών 1988, 1990, 1999 και 2002", είναι απαράδεκτες γιατί αφορούν σε παραδοχές της αποφάσεως που περιέχουν πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων και δεν αποτελούν, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε αυτή στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ να επιδέχεται μομφή για ανεπάρκεια. Προσέτι οι αιτιάσεις περί του ότι οι εκτεθείσες παραδοχές είναι "εσφαλμένες και αυθαίρετες" είναι απαράδεκτες, καθόσον αφορούν σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττουν την κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφώς και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις κ.λπ.), ενώ δεν απαιτείται η ειδική μνεία των κατά το άρθρο 444 παρ.3 ΚΠολΔ φωτογραφικών απεικονίσεων και των κατά το άρθρο 390 του ίδιου κώδικα γνωμοδοτήσεων, καθόσον αυτές δεν είναι ξεχωριστό αποδεικτικό μέσο και περιλαμβάνονται στα έγγραφα (Ολ.ΑΠ 8/2005) . Εξάλλου η απόδοση σε κάποιο αποδεικτικό μέσο, από το δικαστήριο, μεγαλύτερης βαρύτητας από ότι σε κάποιο άλλο ισοδύναμο με αυτό, ανήκει στην ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, κρίση του δικαστηρίου. Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμα αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς το ουσία βάσιμο ή μη της περί ιδίας κυριότητας, επί του επιδίκου, ενστάσεως του πρώτου αναιρεσείοντα τα παρακάτω έγγραφα αφού δεν κάνει αναφορά σε καθένα από αυτά και δεν προσδιορίζει την αποδεικτική δύναμη που σε καθένα από αυτά προσέδωσε. Ειδικότερα αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα παρακάτω έγγραφα α) την αεροφωτογραφία λήψεως έτους 1962 με αριθμ.92-161, β) την αεροφωτογραφία λήψεως του 1982, με αριθμό 142329, γ) την αεροφωτογραφία λήψεως έτους 1988 με αριθμό 185753, δ) την αεροφωτογραφία λήψεως έτους 1990, ε) τις φωτογραφίες έτους 1998, στ) τις φωτογραφίες ετών 2005-2006. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) όπου ρητά αναφέρει (φύλλο 3β) ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, όπου γίνεται ρητή αναφορά των επίμαχων αεροφωτογραφιών ως "αναφερομένων" εγγράφων στην από Ιανουαρίου 2010 τεχνική έκθεση της τοπογράφου - μηχανικού Α. Κ. καθώς και των επίμαχων φωτογραφιών (φύλλα 5β και 6α), δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι τα αποδεικτικά αυτά μέσα (έγγραφα) λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν με τις λοιπές αποδείξεις για την στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος και την απόρριψη της προαναφερθείσας ενστάσεως του πρώτου αναιρεσείοντος. Ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα έγγραφα αυτά δεν χρειαζόταν και αρκούσε η γενική μνεία περί εγγράφων, μολονότι, όπως προαναφέρθηκε γίνεται και ειδική αναφορά σε όλα τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό έγγραφα. Η άποψη των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση των επίμαχων αποδεικτικών μέσων, σε συνδυασμό με τις λοιπές αποδείξεις θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλομένης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός (1ος) πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή ο αναιρετικός λόγος της διατάξεως του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα, ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (340 ΚΠολΔ) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (αρθρ. 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (αρθρ. 438 επ., 441, 445) . Για τα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο είναι ισοδύναμα εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ’ άρθρο 340, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά το νόμο και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα, αφού τούτο ανήκει στην ανέλεγκτη, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια κατά την οποία αν το Εφετείο απέδιδε στα επικαλούμενα έγγραφα την αποδεικτική δύναμη που αυτά είχαν, θα κατέληγε σε διαφορετικό πόρισμα ως προς την ένσταση ιδίας κυριότητος επί του επιδίκου του πρώτου αναιρεσείοντος και ειδικότερα θα δεχόταν ως βάσιμη την ένσταση αυτή και δεν θα την απέρριπτε όπως εσφαλμένα έπραξε, είναι δε τα έγγραφα αυτά η από Ιανουαρίου 2010 τεχνική έκθεση φωτοερμηνείας της αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Α. Κ., που αφορά τις αεροφωτογραφίες των ετών 1962, 1982, 1988, 1990, 1999, 2002, 2005 και 2006, καθώς και τις φωτογραφίες των ετών 1998, 2005 και 2006. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί δεν αφορά στην παραβίαση της αποδεικτικής δύναμης των επικαλουμένων εγγράφων, που άλλωστε είναι ισοδύναμη, αλλά στο ότι δεν αποδόθηκε στα έγγραφα αυτά η αποδεικτική δύναμη που οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι αυτά έχουν. Δηλαδή οι επικαλούμενες αιτιάσεις πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την αξιολόγηση εγγράφων με την ίδια αποδεικτική δύναμη, αφού όλα εκτιμώνται ελεύθερα και κανένα από αυτά δεν είναι δημόσιο έγγραφο, με την κατά το άρθρο 441 ΚΠολΔ αυξημένη αποδεικτική δύναμη. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός (2ος) πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα, προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως και με αιτιάσεις από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από Ιανουαρίου 2010 τεχνικής έκθεσης φωτοερμηνείας της αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού Α.Κ., που αφορά στην αεροφωτογραφία του έτους 1962 στην οποία ενώ αναφέρεται ότι κατά τον χρόνο εκείνο (1962) το όμορο του επιδίκου ακίνητο του πρώτου αναιρεσείοντα είναι στο σύνολό του συρματοπεριφραγμένο, η προσβαλλομένη δέχεται ότι υπάρχει περίφραξη μόνο επί της κοινής πλευράς των προπεριγραφέντων ακινήτων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος γιατί όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) το αποδεικτικό πόρισμα ως προς το ουσία αβάσιμο της ένστασης ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου του πρώτου αναιρεσείοντος δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό (390 ΚΠολΔ), αλλά απλώς το δικάσαν Εφετείο, το συνεκτίμησε, χωρίς να το εξαίρει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και συγκεκριμένα τις αεροφωτογραφίες των ετών 1988, 1990, 1999 και 2002 και το υπ’ αριθμ..../1961 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβ/φου Αθηνών Αθανασίου Ανδρίτσου καθώς και τα λοιπά αναφερόμενα συμβόλαια. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός (3ος - 1ο σκέλος) πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.8 εδ.β του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένσταση, αντένστασης ή λόγου εφέσεως, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίο δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει. "Πράγμα" αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής ή με αλυσιτελή ισχυρισμό (Ολ.ΑΠ 2/2008), ενώ αντίστοιχα δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως και κατά τα δύο πρώτα σκέλη του αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 8 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο απέρριψε τον πρώτο λόγο της εφέσεως των αναιρεσειόντων - εκκαλούντων γιατί δεν έλαβε υπόψη τους προς υποστήριξη του λόγου αυτού προταθέντες ισχυρισμούς και τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αυτών αποδεικτικά μέσα, από τα οποία και σε αντίθεση από όσα έγιναν δεκτά προέκυπτε ότι ο πρώτος που από το 1962 είχε περιφράξει το μεγαλύτερο ακίνητο του στο οποίο περιλαμβανόταν και το επίδικο και διενεργούσε σ’ αυτό έκτοτε πράξεις νομής, όπως καλλιέργεια και φύτευση δένδρων και πριν από αυτόν από το 1973 η άμεση δικαιοπάροχός του δεύτερη αναιρεσείουσα και μητέρα του και πριν από αυτήν ο απώτερος δικαιοπάροχός του και παππούς του Δ.Τ. από το 1940, ενώ η αναιρεσίβλητη τουλάχιστον επί 45 χρόνια, πριν από την άσκηση της αγωγής, δεν διενήργησε καμία πράξη νομής επί του επιδίκου και ιδιαίτερα δεν το περιέφραξε με συρματόπλεγμα, ούτε τοποθέτησε σ’ αυτό και στη νότια πλευρά του σιδερένια πόρτα, που ήταν πάντα κλειδωμένη, όπως έγινε δεκτό, γιατί αν τούτο ήταν αληθές, τόσο η περίφραξη, όσο και η πόρτα θα εμφανιζόντουσαν στις αεροφωτογραφίες του 1982, ενώ προσέτι από τις αεροφωτογραφίες του 1999 προκύπτει ότι η συρματοπερίφραξη του επιδίκου δεν ήταν σε άριστη κατάσταση, όπως έγινε δεκτό, αλλά είχε καταστραφεί και υφίστατο μόνο στη βόρεια πλευρά του περιλαμβάνοντος και το επίδικο μεγαλύτερου ακινήτου του πρώτου αναιρεσείοντος. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση κακή εκτίμηση των αποδείξεων και αιτιούται το Εφετείο για το ότι δεν έκανε δεκτό τον επίμαχο λόγο της εφέσεως και όχι γιατί δεν το εξέτασε. Ενόψει τούτων και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη ο λόγος αυτός (4ος κατά τα 2 πρώτα σκέλη του) πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο εκτιμά ελευθέρως την ανάγκη της χρησιμοποιήσεως του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση της διατάξεως του άρθρου 368 παρ.2 ΚΠολΔ, κατά την οποία το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγ/να ή πραγ/νες, αν κάποιος από τους διάδικους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγμ/νης και τούτο (δικαστήριο) κρίνει ότι πρόκειται περί ζητήματος που απαιτεί "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης. Επομένως εάν δεν υπάρχει τέτοια παραδοχή του δικαστηρίου, η ρητή ή σιωπηρή απόρριψη του οικείου αιτήματος του διαδίκου δεν δημιουργεί κάποιον από τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως και κατά το τρίτο σκέλος του αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την διάταξη του αριθμού 8 εδ.β του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο απέρριψε το περιεχόμενο στον τέταρτο λόγο της εφέσεως ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί της ανάγκης διενέργειας τοπογραφικής πραγ/νης, προκειμένου να διαπιστωθεί ότι τμήμα του επιδίκου επιφανείας 90 τ.μ. εμπίπτει στον τίτλο της όμορης ιδιοκτήτριας Σ. Κ.. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος αφενός μεν γιατί αφορά σε λόγο εφέσεως που εξετάστηκε και απορρίφθηκε, αφετέρου δε γιατί αφορά σε περιεχόμενο σε λόγο εφέσεως ισχυρισμό, που ανεξάρτητα από το ότι δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια της ερευνώμενης διάταξης του αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η ρητή ή σιωπηρή απόρριψη του, δεν δημιουργεί, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη λόγο αναίρεσης, η δε προσβαλλομένη απόφαση πλεοναστικά και χωρίς τούτο να είναι απαραίτητο δικαιολογεί την απορριπτική της κρίση, όπως τούτο προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της απόφασης αναφέροντας ότι το οικείο αίτημα πρέπει να απορριφθεί "καθόσον από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού δεν καταλείφθηκαν στο δικαστήριο κενά ή αμφίβολα σημεία ώστε να είναι αναγκαία η διεξαγωγή πραγμ/νης". Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός (4ος - 3ο σκέλος) καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο ταμείο, του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του Ν. 4055/2012. Οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης (αρθρ.176, 180 παρ.1 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.9.2013 αίτηση των Π. Γ. του Ι. και Ζ. συζ. Ι. Γ. κατά της Ζ. (Ζ.) χήρας Θ. Τ., το γένος Ζ. Μ., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2784/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10η Απριλίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 18η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή