Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1380 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Πράγματα κοινόχρηστα.




Περίληψη:
Στα κοινής χρήσεως πράγματα ανήκουν και οι λιμνοθάλασσες. Νομικό καθεστώς, ειδικότερα της λιμνοθάλασσας Χαλικιόπουλου Κέρκυρας. Αβάσιμοι οι λόγοι από του αρ. 1 και 19, 10 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. [Επικυρώνει ΕφΚερκ 221/2007].





Αριθμός 1380/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Σ. Τ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Λάλα.
Του αναιρεσιβλήτου - καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Κοινοποιούμενης της αίτησης προς: 1)Δήμο Κέρκυρας, που εδρεύει στην Κέρκυρα και εκπροσωπείται νόμιμα από το Δήμαρχό του, ως διάδοχο του πρώην Δήμου Αχιλλείων Κέρκυρας, και 2)Περιφερειακή Ένωση Δήμων Ιονίων Νήσων, που εδρεύει στην Κέρκυρα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διάδοχο της Τοπικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Κέρκυρας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Βγόντζα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις: 1)από 5/9/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, 2)από 14/5/2003 πρόσθετη παρέμβαση της "Τοπικής Ένωσης Δήμων και Κοινοτήτων Νομού Κέρκυρας", 3) από 14/5/2003 πρόσθετη παρέμβαση του "Δήμου Αχιλλείων νομού Κερκύρας" και 4)την από 15/5/2003 πρόσθετη παρέμβαση της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κέρκυρας, οι οποίες κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 67/2004 του ιδίου Δικαστηρίου και 221/2007 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/7/2008 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1128/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υπόθεση επαναφέρει ο καλών με την από 7/11/2013 κλήση του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 24/1/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 7/7/2008 αίτησης για αναίρεση της 221/2007 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του ΑΚ κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους. Εξάλλου, στη νήσο της Κέρκυρας, μετά την κατάληψή της το έτος 1386 από την Ενετική Δημοκρατία, εφαρμόστηκε η ενετική αστική νομοθεσία, η οποία αποτελείτο από θέσμια ("Statuta"), τα οποία, έχοντας ως περιεχόμενο τοπικά έθιμα και κανόνες του ρωμαϊκού δικαίου, κατά το έτος 1729 συμπεριελήφθησαν στην εκδοθείσα το χρόνο εκείνο συλλογή με την ονομασία "Novissimum Statutorum At Venetarum Legum Volumen", στην οποία περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η γενική διάταξη της Ενετικής Συγκλήτου της 29.9.1655, κατά την οποία ήταν άκυρες και ανύπαρκτες οι οποιουδήποτε είδους συμβάσεις που αφορούσαν κοινόχρηστα πράγματα, τα οποία αποτελούν περιουσία του Δημοσίου, συμπεριλαμβανομένων επομένως και εκείνων που προϋπήρχαν του χρόνου της έκδοσής της, προφανώς για λόγους που αφορούσαν περιπτώσεις υπέρβασης εξουσίας τοπικών περιφερειακών αρχόντων. Επίσης από την 1/12.5.1841 στη νήσο της Κέρκυρας, η οποία ήδη από το έτος 1797, όταν και καταλύθηκε η ενετική κυριαρχία, περιήλθε υπό την προστασία της Αγγλίας, άρχισε να ισχύει ο Ιόνιος Αστικός Κώδικας. Κατά τη διάταξη του άρθρου 423 του κώδικα αυτού "όλαι αι εις βάρος του δημοσίου οδοί, οι ποταμοί, οι χείμαροι και αι όχθαι, αν δεν ανήκωσιν εις τους ιδιώτας, ή δεν απαλλοτριώθησαν εις αυτούς νομίμως, οι τόποι, όσους αφίνει η θάλασσα αποσυρομένη, οι λιμένες, οι κόλποι, οι αιγιαλοί, και εν γένει όλα εκείνα τα μέρη της επικρατείας, τα οποία δεν δύναται να γενώσιν ιδιοκτησία ιδιωτική, θεωρούνται ως ανήκοντα εις το δημόσιον". Μετά την ένωση των επτανήσων ο Ιόνιος Αστικός Κώδικας διατηρήθηκε σε ισχύ δυνάμει του νόμου ΡΝ/1866 και καταργήθηκε μετά την εισαγωγή (23-12-1946) του Αστικού Κώδικα (άρθρο 5 αρ.2 ΕισΝΑΚ). Κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 423 του ΙονΑΚ στη δεύτερη κατηγορία των αναφερομένων πραγμάτων (τόποι που αφήνει η θάλασσα όταν αποσύρεται, λιμένες, κόλποι, αιγιαλοί κ.λ.π.) ανήκουν και οι λιμνοθάλασσες, γνωστές από τα αρχαία χρόνια ως αβαθείς θαλάσσιες αποκλεισμένες από φυσικά εμπόδια περιοχές που επικοινωνούν με τη θάλασσα , οι οποίες επομένως θεωρούνται κατά τη διάταξη αυτή ότι ανήκουν στο δημόσιο. Αλλά και υπό τον Αστικό Κώδικα, στο άρθρο 967 του οποίου ενδεικτικώς ("ιδίως") αναφέρονται ως πράγματα κοινής χρήσεως (κοινόχρηστα) τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι αιγιαλοί, τα λιμάνια και οι όρμοι, οι όχθες των πλεύσιμων ποταμών, οι μεγάλες λίμνες και οι όχθες τους, στα κοινόχρηστα πράγματα ανήκουν και οι λιμνοθάλασσες, κατά συνέπεια δε και σύμφωνα με τα άρθρα 966 και 968 του ίδιου ΑΚ και αυτές είναι πράγματα εκτός συναλλαγής και εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο δημόσιο. Τέλος, οι κατά το άρθρο 559 αρ 1και 19 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως ελέγχονται αβάσιμοι όταν, αντίστοιχα, το δικαστήριο εφαρμόζει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου, ενόψει των πραγματικών παραδοχών του δικαστηρίου, συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής και όταν το δικαστήριο διαλαμβάνει στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής του προσήκοντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε δέχθηκε τα ακόλουθα : "Στην πόλη της νήσου Κέρκυρας και στη νοτιοδυτική πλευρά της, μεταξύ της χερσονήσου "Κανόνι" και της ακτής του "Περάματος", είναι γεωφυσικά διαμορφωμένη μια θαλάσσια εσοχή, έκτασης 1.750 στρεμμάτων περίπου, με την ονομασία "Λίμνη Χαλικιοπούλου". Από τους ομηρικούς έως και τους ελληνιστικούς χρόνους ο θαλάσσιος αυτός χώρος ήταν λιμάνι της αρχαίας πόλης της Κέρκυρας, με την ονομασία "Υλλαϊκός Λιμήν", είχε πλεύσιμο βάθος και χρησίμευε ως λιμενικό αγκυροβόλιο των πλοίων ανοικτής θάλασσας. Με την πάροδο, όμως, των αιώνων το βάθος της θαλάσσιας αυτής εσοχής σμικρύνθηκε εξαιτίας επιχώσεων και εναπόθεσης φερτών χωμάτινων υλών, οι οποίες μεταφερόταν από τους εκβάλλοντες από διάφορες κατευθύνσεις μικρούς ποταμούς και χειμάρους της περιοχής. Έτσι το άλλοτε βαθύ και πλεύσιμο "υλλαϊκό λιμάνι" μετατράπηκε σε μια αβαθή λιμνοθάλασσα, η οποία επικοινωνούσε μόνιμα, συνεχώς και ελεύθερα με την ανοικτή θάλασσα με την αέναη ροή του θαλασσινού νερού προς αυτήν (λιμνοθάλασσα), με αποτέλεσμα το νερό της να είναι αλμυρό, όπως της ανοικτής θάλασσας, και τα ψάρια της να είναι ίδια με εκείνα της ανοικτής θάλασσας. Η γεωφυσική μορφή της λιμνοθάλασσας δεν μεταβλήθηκε όταν το έτος 1935 ο Δήμος Κερκυραίων κατασκεύασε πεζογέφυρα, στην πλευρά προς την ανοικτή θάλασσα και τη λιμνοθάλασσα, προκειμένου να τοποθετήσει τους υδραγωγούς της πόλης της Κέρκυρας για τη μεταφορά νερού από τις Μπενίτσες και η οποία (πεζογέφυρα) ένωσε την χερσόνησο του Κανονιού με την απέναντι ακτή του Περάματος. Η κατασκευή της πεζογέφυρας αυτής έγινε με τέτοιο τεχνικό τρόπο ώστε να μην αποκλειστεί η φυσική θαλάσσια εσοχή (λιμνοθάλασσα) από την συνεχόμενη ανοικτή θάλασσα και έτσι να μην αλλοιωθεί η φύση και ο χαρακτήρας της εσοχής αυτής ως λιμνοθάλασσας, δεδομένου ότι προβλέφθηκαν πέντε μεγάλα ανοίγματα (μπούκες) ενδιάμεσα της πεζογέφυρας, από τα οποία αυτή επικοινωνούσε με την ανοικτή θάλασσα και εξασφαλιζόταν η συνεχής, μόνιμη και αέναη ροή του θαλασσινού νερού προς αυτήν. Μετά την ανωτέρω γεωφυσική αλλαγή και την εγκατάλειψη της χρήσης της θαλάσσιας αυτής εσοχής, ως λιμένος, σ' αυτή χρησίμευσε, λόγω της πλούσιας ιχθυοπαραγωγής της, ως τόπος αλιείας των εκάστοτε κατοίκων πέριξ αυτής, οι οποίοι δημιούργησαν ιχθυοτροφικές εγκαταστάσεις και εξασφάλιζαν το εισόδημά τους (...) Απ' όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η ανωτέρω θαλάσσια εσοχή από την αρχαιότητα έως και σήμερα αποτέλεσε αρχικά λιμάνι και εν συνεχεία, κατόπιν γεωφυσικών αλλαγών, λιμνοθάλασσα, γεγονός που αποτυπώνεται σε πίνακες και χάρτες, ενώ ουδέποτε υπήρξε λίμνη και μάλιστα τεχνητή, ήτοι κατασκευασμένη από τους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος, επί υφιστάμενης εδαφικής έκτασης κυριότητάς τους (όπως αυτός ισχυρίζεται στην αγωγή του), ότι από έτος 1386 και εντεύθεν, ανεξαρτήτως του φορέα της κρατικής κυριαρχίας επί της νήσου της Κέρκυρας (ενετοκρατία - αγγλοκρατία - ελληνικό κράτος) και του εφαρμοστέου κάθε φορά δικαίου, ως λιμνοθάλασσα είχε την ιδιότητα του κοινοχρήστου (...). Με την πάροδο του χρόνου στην λιμνοθάλασσα που διαμορφώθηκε, κατά τα ανωτέρω, οι κάτοικοι της περιοχής δημιούργησαν ιχθυοτροφικές εγκαταστάσεις με ικανοποιητική ιχθυοπαραγωγική απόδοση, χάρη στην καταλληλότητα και προσφορότητα του χώρου, δηλαδή στα αβαθή και αλμυρά νερά του, και συνέχισαν να την εκμεταλλεύονται και μετά την εισαγωγή του αστικού κώδικα στα Ιόνια νησιά (23.2.1946) με την ανοχή του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο, όμως, ουδέποτε τους παραχώρησε ιδιαίτερα εμπράγματα δικαιώματα κατά τους όρους του νόμου (άρθρο 970 ΑΚ). Η χρήση και η εκμετάλλευση της λιμνοθάλασσας από τους ιχθυοτρόφους γινόταν με βάση τα ποσοστά συμμετοχής καθενός στην όλη παραγωγή αλιευμάτων, τα δε ποσοστά συμμετοχής αντιστοιχούσαν σε μερίδια εκμετάλλευσης (μετοχές), τα οποία προσδιοριζόταν με τον ιδιαίτερο συναλλακτικό όρο "καράτα". Παρά την ανοχή όμως του Ελληνικού Δημοσίου για την αλιευτική χρήση και εκμετάλλευση της λιμνοθάλασσας, τόσον ο ενάγων όσον και άλλοι αλιείς το έτος 1993 προέβαλαν δικαιώματα συγκυριότητας επ' αυτής ως ακινήτου πράγματος, ισχυριζόμενοι ότι δεν έχουν μόνον δικαιώματα ιχθυοτροφικής και αλιευματικής εκμετάλλευσης της λιμνοθάλασσας, αλλά και εμπράγματα δικαιώματα κυριότητος. Συγκεκριμένα ο ενάγων, προς απόδειξη της συγκυριότητας του, επικαλείται και προσκομίζει το υπ' αριθμ. …/27.8.1993 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Κέρκυρας Μαρέττας Κασσίμη-Σαββανή από το οποίο προκύπτει ότι η πωλήτρια Α. χήρα Σ. Β.-Α. δηλώνει ότι από κληρονομία του αποβιώσαντος στις 15.5.1981 συζύγου της δυνάμει της από 29.7.1981 ιδιόγραφης διαθήκης του έγινε αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος, μεταξύ άλλων, και του παρακάτω ακινήτου (λιμνοθάλασσας), ήτοι ποσοστού 6,875/30 εξ αδιαιρέτου το οποίο αφορά είτε μετοχές είτε καράτα από τα 30 συνολικά καράτα τής εις την θέση "Κανόνι" του Δήμου Κερκυραίων ευρισκομένης λίμνης Χαλικιοπούλου-Κόλλα, στη συνέχεια δε δηλώνει ότι "με το παρόν συμβόλαιο το ποσοστό 6,875 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου (μετοχές ή καράτα εκ των 30 συνολικών μετοχών-καράτων) πωλεί, μεταβιβάζει και παραδίδει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή στον Σ. Τ. (ενάγοντα)...." με τους ειδικότερους όρους που αναγράφονται στο συμβόλαιο. Από την φραστική διατύπωση, όμως, του όλου περιεχομένου του ανωτέρω συμβολαίου σαφώς προκύπτει ότι, ενώ το συμβόλαιο αυτό έχει ως αντικείμενο τη μεταβίβαση ποσοστών συνεκμετάλλευσης (μετοχές - καράτα), εντούτοις αναγράφεται σ' αυτό ότι η πωλήτρια πωλεί και μεταβιβάζει τα αντίστοιχα προς τις μετοχές ποσοστά "ακινήτου", δηλαδή ποσοστά κυριότητας επί της λιμνοθάλασσας, με πρόδηλο σκοπό μια σκόπιμη και ηθελημένη σύγχυση μεταξύ μετοχών εκμετάλλευσης και ποσοστών "ακινήτου", προκειμένου να δημιουργηθούν με τη μεθόδευση αυτή "τίτλοι" ιδιοκτησίας, αφού επιχειρήθηκε η μετατροπή των ποσοστιαίων δικαιωμάτων της συνεκμετάλλευσης σε ποσοστιαία δικαιώματα συγκυριότητας επί της επίδικης λιμνοθάλασσας. Επομένως, το ανωτέρω συμβόλαιο αγοραπωλησίας με το οποίο ο ενάγων επικαλείται δικαίωμα συγκυριότητας επί της επίδικης λιμνοθάλασσας, ανεξαρτήτως της ανωτέρω μεθόδευσης του περιεχομένου του, διαλαμβάνει άκυρη δικαιοπραξία, κατά τους όρους των άρθρων 967 και 968 ΑΚ. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι το εναγόμενο κατά το παρελθόν προέβη σε απαλλοτρίωση τμημάτων του επίδικου ακινήτου για την κατασκευή του αερολιμένα και του αεροδιαδρόμου της Κέρκυρας, ουδεμία επιρροή ασκεί στην παρούσα δίκη, διότι οι αιτήσεις προσδιορισμού προσωρινής ή οριστικής τιμής μονάδος απαλλοτριωμένου ακινήτου και αναγνώρισης δικαιούχων προς αποζημίωση δεν αποτελούν, εκ της φύσης και της διαδικασίας με την οποία δικάζονται, αναγνωριστικές εμπραγμάτου δικαιώματος αγωγές, αλλά τείνουν στον καθορισμό της σχετικής αποζημίωσης και στην αναγνώριση των ενδιαφερόμενων ως δικαιούχων αυτής (βλ. άρθρα 13 επ. ν. 2882/2001, καθώς και των προηγούμενων αυτού νομοθετημάτων Ν.Δ. 797/1971 και ΑΝ 1731/1939), ενώ οι σχετικές επ' αυτών δικαστικές αποφάσεις δεν παράγουν δεδικασμένο στην παρούσα δίκη (...). Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν με σαφήνεια τόσον από τις καταθέσεις των μαρτύρων του εναγόμενου και των προσθέτως παρεμβαινόντων ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου όσον και από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από αυτούς έγγραφα και ιδιαίτερα από τις 4594/11.6.1982 και 330/29.3.2001 Γνωμοδοτήσεις του ΝΣΚ, την από 20.7.1982 Έκθεση του Επιθεωρητή Γ. Τσαγκαράκη, το 30/2000 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κέρκυρας και τις 6/96 και 1/97 αποφάσεις των Εισαγγελέων Πλημμελειοδικών και Εφετών, αντίστοιχα. Ενόψει όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων, πρέπει, αφού γίνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η ένσταση του εναγόμενου ότι η επίδικη λιμνοθάλασσα αποτελεί πράγμα εκτός συναλλαγής, ήτοι ανεπίδεκτο ιδιωτικού εμπραγμάτου δικαιώματος και ιδιωτικής συναλλαγής και μεταβίβασης, λόγω της ιδιότητάς της ως κοινόχρηστης, να απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν." Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ως και κατ' ουσίαν βάσιμη την ένσταση του εναγομένου, εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί πράγμα εκτός συναλλαγής και, ακολούθως, απέρριψε την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του ενάγοντος -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικυρώνοντας, έτσι, την εκκαλούμενη απόφαση, που, ως προς την εν λόγω αγωγή, είχε εκφέρει ομοία κρίση, Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι οι δικαιοπάροχοί του δεν είχαν αποκτήσει το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας στο επίδικο ακίνητο παραβίασε, ερμηνεύοντας ψευδώς, τη διάταξη της Ενετικής Συγκλήτου της 29-9-1655, τη διάταξη του άρθρου 423 του ΙονΑΚ και τις διατάξεις των άρθρων 966,967,968 του ΑΚ και 51 του ΕισΝΑΚ. Ενόψει των προπαρατεθεισών ουσιαστικών παραδοχών του Εφετείου, και ειδικότερα ότι το επίδικο αποτελεί λιμνοθάλασσα (τη λιμνοθάλασσα " Χαλικιόπουλου" Κερκύρας), όχι δε μικρή λίμνη κατασκευασθείσα από τους απώτατους δικαιοπαρόχους του αναιρεσείοντος και δεκτική κυριότητας τρίτου (άρθρ 967 του ΑΚ ), η οποία (λιμνοθάλασσα)και είναι πράγματι κοινόχρηστη και εκτός συναλλαγής πράγμα, ανήκουσα στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τις ειρημένες διατάξεις, το δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις, που ήταν εφαρμοστέες, ενόψει των ως άνω παραδοχών, και δεν τις παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή, και είναι αβάσιμα τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον εξεταζόμενο πρώτο λόγο της αιτήσεώς του. Υπό τις ίδιες δε παραδοχές του το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα και επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής, ως ανωτέρω, εφαρμογής των διατάξεων αυτών, και είναι επίσης αβάσιμα τα αντίθετα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τον δεύτερο, από τον αρ 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς του.
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ 11 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ή έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν.
Εν προκειμένω, από την αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο αποδείχθηκαν από την εκτίμηση, εκτός των άλλων, και "όλων των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται προκειμένου να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", και το όλον περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το Εφετείο για το σχηματισμό της κρίσεώς του έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα αναφερόμενα στον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου εξήντα πέντε ( 65) έγγραφα, καθώς και την αναφερόμενη στον τέταρτο λόγο από Νοε. 2006 ιδιωτική γνωμοδότηση, κατ' άρθρον 390 ΚΠολΔ, της Κ. Π. σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της επίδικης λιμνοθάλασσας, τα οποία είχε προσκομίσει και επικαλεστεί ο αναιρεσείων. Επομένως τα αντίθετα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους τρίτο και τέταρτο, αντίστοιχα, από τον αρ 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγους της αιτήσεώς του, είναι αβάσιμα. Με τον πέμπτο, τέλος, από τον αρ. 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεώς του ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο κατέληξε στην κατά τα ανωτέρω κρίση του για την απ' αρχής μορφή, ως λιμνοθάλασσας και πράγματος εκτός συναλλαγής, του επιδίκου χωρίς απόδειξη, με τον δε έκτο και τελευταίο, από τον αρ. 11 του ίδιου άρθρου 559, λόγο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και την αναφερόμενη απόφαση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών, καθώς και την υπ' αριθμ. 4594/11-6-82 γνωμοδότηση του ΝΣΚ, τα οποία δεν είχαν προσκομίσει νομίμως οι αναιρεσίβλητοι. Και οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι αβάσιμοι, ο πρώτος επειδή η αναιρεσιβαλλομένη κατέληξε στην κρίση της στηριζόμενη στα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται σ' αυτήν, ο δε δεύτερος προεχόντως επειδή τα αναφερόμενα σ' αυτόν ως άνω δύο έγγραφα αναφέρονται, όπως προκύπτει από τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, σε νομικά θέματα και όχι σε αποδεικτέα πραγματικά γεγονότα, και δεν αποτελούν επομένως τα έγγραφα αυτά αποδεικτικά κατά νόμον (άρθρ 335, 339, 432 επ του ΚΠολΔ) μέσα, των οποίων η λήψη υπόψη αν δεν προσκομισθούν νομίμως κα δημιουργεί λόγον αναιρέσεως κατ' άρθρον 559 αρ 11 του ΚΠολΔ.
ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ 176, 183, 191 παρ 2 ΚΠολΔ, 22 Ν. 3693/57,281 παρ 2 ν. 3463/06).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7 -7 -2008 αίτηση του Σ. Τ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 221/2007 απόφασης του Εφετείου Κερκύρας . Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για το πρώτο (Ελληνικό δημόσιο) και των εξακοσίων (600)ευρώ για τους λοιπούς.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή