Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 436 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 436/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ... κατοίκου ... που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κουρέντα, περί αναιρέσεως της 2961/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23.4.2008 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 915/2008.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1α ΠΚ, κατά την οποίαν με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, προκύπτει ότι για την ύπαρξη αξιόποινης ηθικής αυτουργίας απαιτείται αντικειμενικώς η πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να τελέσει ορισμένη πράξη η οποία συγκροτεί την αντικειμενική υπόσταση ορισμένου εγκλήματος ή τουλάχιστον συνιστά αρχή εκτελέσεως αυτής, την οποία και ετέλεσε. Η πρόκληση της αποφάσεως αυτής μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως συμβουλές, απειλή, υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, φορτικότητα, προτροπή. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος, ο οποίος συνίσταται στη συνείδηση του αυτουργού, ότι παράγει σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει άδικη πράξη και στη συνείδηση της ορισμένης πράξεως, στην οποία παρακινεί τον φυσικό αυτουργό, χωρίς να είναι αναγκαίος ο καθορισμός της πράξεως αυτής μέχρι λεπτομερειών. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 1 του Ν.Δ. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής είναι τυπικό και για την στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικώς έκδοση τυπικά εγκύρου επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται από τον νόμο, υπογραφή του εκδότου, αδιαφόρως αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρείας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και έλλειψη αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή οπωσδήποτε κατά τον χρόνο εμφανίσεως της επιταγής προς πληρωμήν, υποκειμενικώς δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της εκδόσεως επιταγής που είναι ακάλυπτη.
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ηέλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο510 § 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικος, όταν εκτίθενται σ' αυτήμε σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικάπεριστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίουγια τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικώνστοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κατεδικάσθη οκατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποίαπροέκυψαν τα περιστατικά αυτά, και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτώνστην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για τηνύπαρξη αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους.
Ειδικότερα στην περίπτωση της ηθικής αυτουργίας, για να έχει η καταδικαστική απόφαση την απαιτουμένη από τα άνω άρθρα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτήν ο τρόπος και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση στον ηθικό αυτουργό την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία συνήγαγε ότι ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε με τον τρόπο και τα μέσα αυτά στον φυσικό αυτουργό την απόφασή του.
Κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ, λόγον αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη είναι η εφαρμογή αυτού, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη ότι προέκυψαν στην αληθή έννοιά του, αλλά και όταν η διάταξη παρεβιάσθη εκ πλαγίου, οπότε στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης υπ' αριθ. 2961/2008 αποφάσεως συνδυαζόμενο με το διατακτικό της, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, με αναφορά όλων κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβεν υπ' όψη του, εδέχθη κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του τα εξής: "Αποδείχθηκε και το Δικαστήριο πείσθηκε ότι η κατηγορουμένη έπεισε άλλον με πειθώ και φορτικότητα να τελέσει με περισσότερες από μια πράξεις, που αποτελούν εξακολούθηση ενός και του ιδίου εγκλήματος, το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και συγκεκριμένα με την ιδιότητά της ως νομίμου εκπροσώπου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ζ. ΑΠΟΣΤΟΛΑΚΗ ΒΙΟΤΕΧΝΙΑ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΑΕ" έπεισε τον σύζυγό της... να εκδώσει στην ... στις 20-10-2004 και 2-11-2004 τις με αριθμούς ...και ... επιταγές προς την Τράπεζα Εγνατία, ποσού 2.778,72 και 1705,60 ευρώ, αντίστοιχα, και σε διαταγή "IDP EXRESS SA", παρόλο που γνώριζε ότι δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια για την πληρωμή τους, στον υπ' αριθμ. ...λογαριασμό της ως άνω ανώνυμης εταιρίας κατά το χρόνο της εκδόσεώς των ή της πληρωμής των. Για τον λόγο αυτόν, οι ως άνω επιταγές δεν πληρώθηκαν, αν και εμφανίστηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην παραπάνω πληρώτρια Τράπεζα, στις 27-10-2004 και στις 2-11-2004 αντίστοιχα. Το γεγονός ότι τις επιταγές εξέδωσε ο σύζυγος της κατηγορουμένης, μετά από δική της προτροπή, προκύπτει τόσο από την έκθεση εφέσεως, στην οποία ρητώς αναφέρεται η υπογραφή στη θέση του εκδότη είναι δική του όσο και από την κατάθεση του μάρτυρος υπεράσπισης, ο οποίος αναφέρει ότι ο σύζυγός της ήταν αυτός, που υπέγραψε τις επιταγές, οι οποίες εκδόθηκαν προς εξόφληση οφειλών της ως άνω ανώνυμης εταιρίας, της οποίας η κατηγορουμένη ήταν διευθύνων σύμβουλος. Κατά συνέπεια, η κατηγορουμένη πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξης της ηθικής αυτουργίας στο αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ' εξακολούθηση, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της αποδιδομένης σ' αυτήν κατηγορίας". Με αυτά που εδέχθη η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες κατεδικάσθη η αναιρεσείουσα, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά καθώς επίσης και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έκαμε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1, 98 ΠΚ και 79 παρ. 1 Ν. 5960/1933, όπως ισχύει, που εφήρμοσε και δεν παρεβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου με ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα, διαλαμβάνονται στην απόφαση τα συγκροτούντα την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ηθικής αυτουργίας σε έκδοση ακαλύπτου επιταγής πραγματικά περιστατικά, τα μέσα και ο τρόπος και δη η πειθώ και η φορτικότης, με τα οποία η αναιρεσείουσα προκάλεσε στον σύζυγό της την απόφαση και τον έπεισε να τελέσει το αδίκημα της εκδόσεως ακαλύπτου επιταγής, χωρίς να απαιτείται για την ηθική αυτουργία το τελευταίο αυτό, η επιταγή να σύρεται επί προσωπικού του αυτουργού λογαριασμού, περιλαμβάνεται δε και η γνώση και η θέληση της αναιρεσειούσης, τόσο προς παραγωγή της άνω αποφάσεως στον σύζυγό της φυσικό αυτουργό, όσο και προς τέλεση της πράξεως από τον τελευταίο αυτόν. Συνεπώς, οι αιτιάσεις της αναιρεσειούσης με τους λόγους αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, απορριπτέα δε στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως. Μετά ταύτα, πρέπει η αναιρεσείουσα να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Απριλίου 2008 αίτηση της ... για αναίρεση της υπ' αριθ. 2961/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή