Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1610 / 2009    (Α, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, Πλαστογραφία, Αναίρεση μερική.




Περίληψη:
Πλαστογραφία μετά χρήσεως, υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης κατ' εξακολούθηση. Αναιρεί εν μέρει για έλλειψη αιτιολογίας. Παραπέμπει κατά το αναιρούμενο μέρος για εκ νέου συζήτηση.




Αριθμός 1610/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' Ποινικό Τμήμα Διακοπών
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μαζαράκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Παναγιώτη Ρουμπή, Ανδρέα Δουλγεράκη - Εισηγητή, Κωνσταντίνο Φράγκο και Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Ιουλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζαχαριάδη, περί αναιρέσεως της 542/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης.

Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 10.4.2009 αίτησή του αναιρέσεως και στο από 20.5.2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 697/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 171 παρ. 1δ, 329, 331 παρ. 1, 333, 364, παρ. 1, 369 και 510 παρ. 1 Α' ΚΠΔ συνάγεται, ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί ενοχής του κατηγορουμένου κρίσης του, έλαβε υπόψη του, ευθέως και αμέσως, ως αποδεικτικά στοιχεία, έγγραφα, τα οποία δεν αναγνώσθηκαν κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση στο ακροατήριο, οπότε παραβιάζει την άσκηση του από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα πηγάζοντος δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις, σχετικά με τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία. Επί πλέον δε παραβιάζονται οι αρχές της προφορικότητας της συζήτησης στο ακροατήριο και της κατ' αντιμωλία διεξαγωγής της δίκης. Εξάλλου, στα πρακτικά της δίκης δεν είναι απαραίτητο να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει, όμως, να αναφέρονται τα στοιχεία που το εξατομικεύουν, διότι, διαφορετικά, παραβιάζονται οι ανωτέρω διατάξεις. Εφόσον βεβαιώνεται στα πρακτικά ότι έγινε η ανάγνωση τέτοιου εγγράφου, νοείται ότι παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με αυτό, ενόψει του ότι η δυνατότητά του αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο αυτό στα πρακτικά, αλλά από το αν αυτό αναγνώσθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, προκειμένου να μορφώσει την κρίση του για το ότι ο αναιρεσείων -κατηγορούμενος τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, κατ' εξακολούθηση, έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων αποδεικτικών μέσων, που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, 1) πέντε αποκόμματα εφημερίδων 2) φωτοτυπία ενημερωτικού σημειώματος αποδοχών, 3) φωτοτυπία εκκαθαριστικού σημειώματος 4) φωτοτυπία αστυνομικής ταυτότητας και 5) φωτοτυπία δήλωσης εισοδήματος οικονομικού έτους 2001. Διά των πρακτικών βεβαιώνεται ότι, μεταξύ των άλλων εγγράφων, αναγνώσθηκαν τα έγγραφα αυτά, δίχως άλλο ειδικότερο προσδιορισμό. Η κατ' αυτόν τον τρόπο καταχώρηση των εγγράφων αυτών στα πρακτικά δεν δημιουργεί αμφιβολία ως προς την ταυτότητα τους και εφόσον βεβαιώνεται ότι τα έγγραφα αυτά αναγνώστηκαν, νοείται ότι παρασχέθηκε στον κατηγορούμενο η δυνατότητα να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με το περιεχόμενο τους, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, η δυνατότητα αυτή δεν εξαρτάται από τον τρόπο που αναφέρεται το έγγραφο στα πρακτικά αλλά από το αν πράγματι αναγνώσθηκε.
Συνεπώς η αιτίαση ότι προκλήθηκε ακυρότητα από τον ελλιπή προσδιορισμό της ταυτότητας των εν λόγω εγγράφων, είναι αβάσιμη. Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ, μοναδικός στο δικόγραφο της αίτησης του αναιρεσείοντος, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η παραπάνω αιτίαση, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Από το άρθρο 216 § 1 ΠΚ προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η από την αρχή κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή αλλοίωση της εννοίας του περιεχομένου του εγγράφου, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση πραγματώσεως των περιστατικών που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση και σκοπό του δράστη να παραπλανήσει με την χρήση του πλαστού εγγράφου άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, όπως είναι εκείνο το γεγονός το οποίο είναι πρόσφορο για την παραγωγή, διατήρηση, μεταβολή ή απόσβεση δικαιώματος ή εννόμου σχέσεως. Η χρήση του εγγράφου από τον υπαίτιο της καταρτίσεως ή της νοθεύσεως, θεωρείται επιβαρυντική περίσταση. Στοιχειοθετείται δε αντικειμενικώς όταν αυτός καταστήσει προσιτό το έγγραφο αυτό στον μέλλοντα να παραπλανηθεί από το περιεχόμενο αυτού τρίτο και δώσει σ' αυτόν την δυνατότητα να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται και να λάβει γνώση πράγματι ή να παραπλανηθεί ο τρίτος. Εξ άλλου από το άρθρο 220 β' Π.Κ. προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται αντικειμενικώς μεν βεβαίωση, με αναληθές περιεχόμενο για περιστατικό, που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, σε δημόσιο έγγραφο, δηλαδή αυτό που εκδίδεται από καθ' ύλη και κατά τόπο αρμόδιο υπάλληλο και είναι προορισμένο για εξωτερική κυκλοφορία προς πλήρη απόδειξη κάθε γεγονότος που βεβαιώνεται με αυτό έναντι πάντων, υποκειμενικώς δε δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση ότι το βεβαιούμενο περιστατικό είναι αναληθές και μπορούσε να έχει έννομες συνέπειες, είτε για τον εαυτό του είτε για τρίτο και ότι η βεβαίωση γίνεται σε δημόσιο έγγραφο, δηλαδή πρέπει ο επιτυγχάνων την λήψη της βεβαιώσεως να τελεί εν γνώσει της αναληθείας του περιστατικού και να έχει πρόθεση εξαπατήσεως του υπαλλήλου, ο οποίος παρασύρθηκε, έστω και από αμέλεια ή ευπιστία, στην παροχή της βεβαιώσεως. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 § 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 § 1 στοιχ. Δ' ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή η μη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκε ή απαλλάχθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα κατά κατηγορία, από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος των, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε εξ ενός εκάστου εξ αυτών χωριστά, ούτε είναι απαραίτητη αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ των, ούτε είναι αναγκαίο να προσδιορίζεται ποιό βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ' όψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως και όχι μόνο μερικά εξ αυτών κατ' επιλογήν, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 § 1 και 178 ΚΠΔ. Τέλος, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά κατ' άρθρον 510 § 1 περ. Ε' ΚΠΔ και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία εδέχθη ότι απεδείχθησαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη η οποία εφαρμόσθηκε, ενώ εσφαλμένη ερμηνεία, όταν το δικαστήριο αποδίδει στην διάταξη διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση, του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, συνδυαζόμενο με το διατακτικό της, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων σ' αυτήν αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι: " α) ο κατ/νος (Χ1) ενεφανίσθη στις ... στο ...Αστ. Τμήμα ...και ζήτησε από τον κατά την ώρα εκείνη αρμόδιο αστυνομικό υπάλληλο να προβεί στη θεώρηση ακριβούς φωτοαντιγράφου του υπ' αρ. ... δελτίου αστ. Ταυτότητας, το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από το ... αστ. τμήμα ..., στον κάτοχο αυτού Σ1 του... και της ...γεν. στις 20-12-1968. Το φωτοαντίγραφο της παραπάνω αστ. Ταυτότητας εξέδωσε ο ίδιος από ένα πλαστό δελτίο αστ. Ταυτότητας, με τα ίδια στοιχεία, το οποίο κατάρτισε, αφού παραποίησε τα στοιχεία της πραγματικής του αστ, ταυτότητας με αρ. ...., εκδοθείσας από το ... αστ. Τμήμα ...με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και έγχρωμου εκτυπωτή, διατηρώντας τη φωτογραφία και την υπογραφή του. Το πλαστό δε αυτό δελτίο αστ. Ταυτότητας επέδειξε στον ανωτέρω αρμόδιο αστυνομικό υπάλληλο (αστ. Μ1) του ...' αστ. Τμήματος και εξαπατώντας τον ότι είναι γνήσιο, πέτυχε να βεβαιωθεί απ' αυτόν η ακρίβεια του εν λόγω φωτοαντιγράφου. Ακολούθως, του θεωρημένου αυτού πλαστού φωτοτυπικού αντιγράφου της παραπάνω πλαστής ταυτότητας, το προσκόμισε ως δικαιολογητικό για την έκδοση πιστωτικών καρτών στα εις το διατακτικό της παρούσας διαλαμβανόμενα τραπεζικά καταστήματα β) στις 17.7.2001,2.8.2001, 6.8.2001 και 6.9.2001, προέβη στην κατάρτιση των εξής εγγράφων 1) ενημερωτικό σημείωμα αποδοχών φερομένου ότι εκδόθηκε από το ανύπαρκτο Γυμνάσιο ... για τον καθηγητή Σ1, το οποίο φέρεται ψευδώς ως εκδοθέν από τον εκκαθαριστή του "Γυμνασίου" αυτού Ε1, 2) το εις το διατακτικό διαλαμβανόμενο εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος με στοιχεία φορολογουμένου Σ1. Ακολούθως δε τα παραπάνω πλαστά χρησιμοποίησε-μαζί με το προαναφερθέν πλαστό δελτίο ταυτότητας-στις εις το διατακτικό αναφερόμενες τράπεζες και έλαβε πιστωτικές κάρτες όπως ήδη έχει αναφερθεί. Σύμφωνα με τα παραπάνω θα πρέπει να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων πλαστογραφίας με χρήση κατ' εξακολούθηση, υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, κατά τα εις το διατακτικό της παρούσης διαλαμβανόμενα."Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, στη συνέχεια, το Εφετείο Θεσ/νίκης κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι: Α) α) Την 17-7-2001 προσήλθε στο ... ΑΤ ... στον οδό ...και εκεί ζήτησε από τον αστ/κα Μ1 να προβεί στη θεώρηση ακριβούς φωτοαντιγράφου του αριθ. ... Αστ. Δελτίου ταυτότητας το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από το ...ΑΤ ..., στον κάτοχο αυτού Σ1 του ... και της... γεν.20-12-1968. Το φωτοαντίγραφο της προαναφερόμενης ΑΔΤ εξέδωσε ο ίδιος από ένα πλαστό Α.Δ. Ταυτότητας με τα ίδια στοιχεία το οποίο κατάρτισε αφού παραποίησε τα στοιχεία της πραγματικής του αστυνομικής ταυτότητας με αριθ. ... εκδοθείσα από το ΑΤ. ..., με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και έγχρωμου εκτυπωτή, διατηρώντας την φωτογραφία και την υπογραφή του. Το πλαστό αυτό Δελτίο Αστυνομικής ταυτότητας επέδειξε στον ανωτέρω αστυνομικό υπάλληλο και εξαπατώντας τον ότι είναι γνήσιο, πέτυχε να βεβαιωθεί από τον ανωτέρω υπάλληλο η ακρίβεια του φωτοαντιγράφου αυτού. Ακολούθως το θεωρημένο αυτό φωτοτυπικό αντίγραφο της πλαστής ως άνω ταυτότητας προσκόμισε ως δικαιολογητικό για την έκδοση πιστωτικών καρτών στα αντίστοιχα καταστήματα των Τραπεζών στις 17-7-01 EFG EUROBANK υποκατάστημα ... και στις 2-8-01 στο υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας Δωδεκανήσου. β) Την 17-7-01 και σε άλλη χρονική στιγμή προσήλθε στο ...' ΑΤ ... στην οδό ... και εκεί ζήτησε από τον αστ/κα Μ1 να προβεί στη θεώρηση ακριβούς φωτοαντιγράφου του αριθ. ... Αστ. Δελτίου Ταυτότητας το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από του ...ΤΑ .., στον κάτοχο αυτού Σ2 του ... και της ... γεν.20-12-1968. Το φωτοαντίγραφο της προαναφερόμενης ΑΔΤ εξέδωσε ο ίδιος από ένα πλαστό Α.Δ. Ταυτότητας με τα ίδια στοιχεία το οποίο κατάρτισε αφού παραποίησε τα στοιχεία της πραγματικής του αστυνομικής ταυτότητας με αριθ. ... εκδοθείσα από το ΑΤ.Α. ..., με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και έγχρωμου εκτυπωτή, διατηρώντας την φωτογραφία και την υπογραφή του. Το πλαστό αυτό Δελτίου και Αστυνομικής ταυτότητας επέδειξε στον ανωτέρω αστυνομικό υπάλληλο και εξαπατώντας τον ότι είναι γνήσιο, πέτυχε να βεβαιωθεί από τον ανωτέρω υπάλληλο η ακρίβεια του φωτοαντιγράφου αυτού. Ακολούθως το θεωρημένο αυτό, φωτοτυπικό αντίγραφο της πλαστής ως άνω ταυτότητας προσκόμισε ως δικαιολογητικό για την έκδοση πιστωτικής κάρτας υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας .... γ) Την 5-9-01 προσήλθε στο ... ΑΤ ... στην οδό ... και εκεί ζήτησε από τον ανθ/μο... να προβεί στη θεώρηση ακριβούς φωτοαντιγράφου του αριθ. ... Αστ. Δελτίου Ταυτότητας το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε από το..' ΤΑ ... στον κάτοχο αυτού Σ3 του ... και της ... γεν 20-12-1968. Το φωτοαντίγραφο της προαναφερόμενης ΑΔΤ, εξέδωσε ο ίδιος από ένα πλαστό Α.Δ. Ταυτότητας με τα ίδια στοιχεία το οποίο κατάρτισε αφού παραποίησε τα στοιχεία της πραγματικής του αστυνομικής ταυτότητας με αριθμ. ... εκδοθείσα από το ΑΤ.Α.... με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και έγχρωμου εκτυπωτή, διατηρώντας την φωτογραφία του. Το πλαστό αυτό Δελτίο Αστυνομικής ταυτότητας επέδειξε στον ανωτέρω αστυνομικό υπάλληλο και εξαπατώντας τον ότι είναι γνήσιο, πέτυχε να βεβαιωθεί από τον ανωτέρω υπάλληλο η ακρίβεια του φωτοαντιγράφου αυτού. Ακολούθως το θεωρημένο αυτό φωτοτυπικό αντίγραφο της πλαστής ως άνω ταυτότητας προσκόμισε ως δικαιολογητικό για την έκδοση πιστωτικής κάρτας στις 6-9-01 στο υποκατάστημα της ΕΤΕ ....Β) Στις 17-7-01, 2-7-01,6-8-01 και 6-9-01 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση κατάρτισε πλαστό έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλον σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, στη συνέχεια δε έκανε και χρήση αυτών των πλαστών εγγράφων. Ειδικότερα κατάρτισε: 1) α) Ενημερωτικό σημείωμα αποδοχών φερομένου ως εκδοθέντος από το ανύπαρκτο Γυμνάσιο ... για τον καθηγητή Σ1 και το οποίο φέρεται ότι υπέγραψε ο Εκκαθαριστής του Γυμνασίου Ε1. β) Εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων με στοιχεία φορολογουμένου Σ1 με ΑΦΜ ...οικονομικού έτους 2000, το οποίο κατάρτισε παραποιώντας με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή το δικό του αντίστοιχο εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2000, με ΑΦΜ ... και στο οποίο πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα διατήρησε τα υπόλοιπα στοιχεία του γνησίου. Ακολούθως τα έγγραφα αυτά προσκόμισε στις 17-7-01 μαζί με το φωτοαντίγραφο του αριθ. ... Αστ. Δελτίου Ταυτότητας το οποίο υφάρπαξε κατά τον περιγραφόμενο υπό στοιχ. Α 1α του παρόντος τρόπο, ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου του υποκαταστήματος της Τράπεζας EFG EUROPANK υποκατάστημα ..., και ζήτησε με αίτηση του με το ονοματεπώνυμο Σ1 την έκδοση πιστωτικής κάρτας (MATERCARD) η οποία και τελικά δεν εκδόθηκε διότι αποκαλύφθηκε η δράση του κατηγορουμένου.2) α) ενημερωτικό σημείωμα αποδοχών φερομένου ως εκδοθέντος από το ανύπαρκτο Γυμνάσιο... για τον καθηγητή Σ1 το οποίο φέρεται ότι υπέγραψε ο Εκκαθαριστής του Γυμνασίου Ε1. β)Εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων με στοιχεία φορολογουμένου Σ1 με ΑΦΜ ... οικονομικού έτους 2000, το οποίο κατάρτισε παραποιώντας με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή το δικό του αντίστοιχο εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2000 με ΑΦΜ ... και στο οποίο πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα διατήρησε τα υπόλοιπα στοιχεία του γνησίου, γ) αντίγραφο δήλωσης φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2001 με τα στοιχεία Σ1 και ΑΦΜ ...και ΑΔΤ ... το οποίο κατάρτισε με τη χρήση Η/Υ παραποιώντας τα στοιχεία της δικιάς του γνήσιας αντίστοιχης φορολογικής δήλωσης. Ακολούθως τα έγγραφα αυτά προσκόμισε στις 2-8-01 μαζί με το φωτοαντίγραφο του αριθ.... Αστ. Δελτίου Ταυτότητας, το οποίο υφάρπαξε κατά τον περιγραφόμενο υπό στοιχ. Αα του παρόντος τρόπο, ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου ... του υποκαταστήματος της Εμπορικής Τράπεζας υποκατάστημα ...,(ο οποίος και στη συνέχεια τον αναγνώρισε ανεπιφύλακτα) και ζήτησε με αίτηση του και με το ονοματεπώνυμο Σ1 την έκδοση πιστωτικής κάρτας ΕΜΠΟΡΟΚΑΡΤΑ VISA η οποία και εκδόθηκε στις 7-8-01 πλην όμως δεν πρόλαβε να παραδοθεί στα χέρια του διότι στο μεταξύ έγινε γνωστή η παράνομη δράση του. 3) α) Ενημερωτικό σημείωμα αποδοχών φερομένου ως εκδοθέντος από το ανύπαρκτο Γυμνάσιο ... για τον καθηγητή του Σ2, το οποίο φέρεται ότι υπέγραψε ο Εκκαθαριστής του Γυμνασίου Ε1. β)Εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων με στοιχεία Φορολογουμένου Σ2 με ΑΦΜ ...οικονομικού έτους 2000, το οποίο κατάρτισε παραποιώντας με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή το δικό του αντίστοιχο εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2000 με ΑΦΜ .... και στο οποίο πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα διατήρησε τα υπόλοιπα στοιχεία του γνησίου. Ακολούθως τα έγγραφα αυτά προσκόμισε στις 6-8-01 μαζί με το φωτοαντίγραφο του αριθ. ...Αστ. Δελτίου Ταυτότητας, το οποίο υφάρπαξε κατά τον περιγραφόμενο υπό στοιχ. Α1α του παρόντος τρόπο ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου ... του υποκαταστήματος της Εμπορικής Τράπεζας, υποκατάστημα ... (ο οποίος και στη συνέχεια τον αναγνώρισε ανεπιφύλακτα) και ζήτησε με αίτηση του και με το ονοματεπώνυμο Σ2 του ... την έκδοση πιστωτικής κάρτας ΕΜΠΟΡΟΚΑΡΤΑ VISA, η οποία και τελικά δεν εκδόθηκε, διότι στο μεταξύ έγινε γνωστή η παράνομη δράση του.4)α) Εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων με στοιχεία φορολογουμένου Σ3 με ΑΦΜ ...οικονομικού έτους 2000, το οποίο κατάρτισε παραποιώντας με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή το δικό του αντίστοιχο εκκαθαριστικό σημείωμα οικονομικού έτους 2000 με ΑΦΜ ....και στο οποίο πλαστό εκκαθαριστικό σημείωμα διατήρησε τα υπόλοιπα στοιχεία του γνησίου. β) αντίγραφο δήλωσης φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2001 με τα στοιχεία Σ3 και ΑΦΜ ... και ΑΔΤ ..., το οποίο κατάρτισε με τη χρήση Η/Υ, παραποιώντας τα στοιχεία της δικιάς του γνήσιας αντίστοιχης φορολογικής δήλωσης. Ακολούθως τα έγγραφα αυτά προσκόμισε στις 6-8-01 μαζί με το φωτοαντίγραφο του αριθ. ... Αστ. Δελτίου Ταυτότητας, το οποίο υφάρπαξε κατά τον περιγραφόμενο υπό στοιχ. Α1 του παρόντος τρόπο το όνομα Σ3 ενώπιον της αρμοδίου υπαλλήλου ...του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας υποκατάστημα.... και ζήτησε με αίτηση του και με το ονοματεπώνυμο Σ3 την έκδοση πιστωτικής κάρτας MASTERCARD η οποία και τελικά δεν εκδόθηκε διότι στο μεταξύ έγινε γνωστή η παράνομη δράση του. Με τις παραπάνω παραδοχές στο σκεπτικό της αποφάσεως αλληλοσυμπληρουμένης και με το διατακτικό της, 1) ως προς τις παραπάνω με στοιχεία Αα, Β1α και Β1β, πράξεις, υπάρχει η απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα και σαφήνεια χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, οι αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε αυτά καθώς επίσης και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 216 § 1, 220 β' ΠΚ που εφήρμοσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφή ή αντιφατική αιτιολογία. Ειδικότερα διαλαμβάνονται στην απόφαση τα συγκροτούντα την αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση και της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, πραγματικά περιστατικά, και ακόμη, ως προς την πράξη της πλαστογραφίας, με την παράθεση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, επαρκώς αιτιολογείται και ο σκοπός του αναιρεσείοντος, να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπάλληλους των τραπεζών περί της γνησιότητας των πλαστών εγγράφων. Για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης, ως προς την ειδικότερη πράξη της υφαρπαγής της ψευδούς βεβαίωσης, που τελέστηκε με την εξαπάτηση του αστυφύλακα Μ1, (με στοιχ. Αα), δεν ήταν αναγκαίο να αιτιολογείται, ειδικώς, ο δόλος του αναιρεσείοντος αφού αυτός προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται στην ενοχή του κατηγορουμένου.
Συνεπώς οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τους πρόσθετους λόγους αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, ως προς τις παραπάνω ειδικότερες, πράξεις είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Αντίθετα ως προς τις λοιπές (δύο) αξιόποινες πράξεις της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως και (επτά) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, η απόφαση στερείται της κατά τα ανωτέρω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι στο σκεπτικό της απόφασης δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά τα οποία να θεμελιώνουν τις πράξεις αυτές, ούτε παρατίθενται σκέψεις και συλλογισμοί με βάση τους οποίους το Δικαστήριο που την εξέδωσε, κατέληξε στην περί ενοχής κρίση του. Εξάλλου στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι δυνατή η συμπλήρωση της αιτιολογίας της απόφασης από το διατακτικό της, ως προς τις πράξεις αυτές, διότι πρόκειται για καθολική αναφορά, εκ της οποίας δεν καλύπτεται η έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Επομένως ο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως, που προβάλλεται με τους πρόσθετους λόγους, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς τις παραπάνω πράξεις είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση, ως προς τις διατάξεις της με τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, για τις πράξεις που προαναφέρθηκαν, αλλά και εκείνη της επιβολής της ποινής, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου η σύνθεση είναι δυνατή από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως(άρθρο 519 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά ένα μέρος, την 542/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θεσσαλονίκης και συγκεκριμένα: Ι) ως προς τις διατάξεις της, με τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων για τις μερικότερες πράξεις που αναφέρονται στο σκεπτικό της απόφασης αυτής α) με στοιχ. Αβ και Αγ (υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως που φέρεται ότι τέλεσε 1) την 17η-7-01 και σε άλλη χρονική στιγμή, από εκείνη κατά την οποία τέλεσε την με στοιχείο Αα και 2) υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως την οποία φέρεται ότι τέλεσε την 5-9-01) και β) με στοιχεία Β2α, Β2β, Β2γ, Β3α, Β3β, Β4α και Β4β (πλαστογραφία μετά χρήσεως, κατ' εξακολούθηση, που αναφέρεται στην κατάρτιση των φερομένων ως πλαστών και τη χρήση των παρακάτω εγγράφων και ειδικότερα, του ενημερωτικού σημειώματος αποδοχών, του εκκαθαριστικού σημειώματος και της δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, με τα στοιχεία του Σ1, του ενημερωτικού σημειώματος αποδοχών και του εκκαθαριστικού σημειώματος φόρου εισοδήματος με τα στοιχεία του Σ2 και του εκκαθαριστικού σημειώματος φόρου εισοδήματος και τη δήλωση φορολογίας εισοδήματος με τα στοιχεία του Σ3) και
ΙΙ) ως προς τη διάταξή της με την οποία επιβλήθηκε η ποινή.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους, κατά τα λοιπά.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουλίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή