Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1535 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Επανάληψη διαδικασίας.




Περίληψη:
Αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας. Προϋποθέσεις - άρθρα 525, 527, 528 επ. ΚΠΔ. Τι είναι νέα γεγονότα ή αποδείξεις. Κατά της απόφασης του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει την αίτηση επιτρέπεται στον αιτούντα αίτηση αναίρεσης. Ουχί λόγος επαναλήψεως διαδικασίας η μη νόμιμη κλήτευση του αιτούντος για να παραστεί στη δίκη, όπου εξεδόθη η καταδικαστική απόφαση. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1535/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου - Πριάμου Λεκκού (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 17 Οκτωβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2458/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.

Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20 Δεκεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 173/2008.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Δημήτριος - Πρίαμος Λεκκός εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ρούσσου - Εμμανουήλ Παπαδάκη με αριθμό 298/05.06.2008, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγω υπό την κρίση του Υμετέρου Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 32 § § 1+4, 138 § 2β, 528 § 1 σε συνδ. με άρ. 484 και 485 Κ.Π.Δ., την υπ'αρ. 302/07 (εγχειρισθείσα ενώπιον του Γραμματέα του Τμήματος Βουλευμάτων Εφετείου Αθηνών) αίτηση αναιρέσεως του Χ ασκηθείσα δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Γεωργ. Σκούτα κατά του υπ'αρ. 2458/07 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τ'ακόλουθα:
Ι) Με την υπ'αριθ. 83041/13-11-2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών ο αναιρεσείων κατεδικάσθη σε ποινή φυλακίσεως δύο ετών μετατραπείσα προς 4,40 € ημερησίως για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ'εξακολούθηση. Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε έφεση η οποία απερρίφθη ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) με την υπ'αρ. 9669/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών, ως επίσης απερρίφθη και η ασκηθείσα, κατά της εφετειακής αποφάσεως, αναίρεση με την υπ'αρ. 1475/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Κατά της αρχικής εκ των ανωτέρω μνημονευομένων αποφάσεων ήτοι της υπ'αρ. 83041/13-11-2002 του Τριμ. Πλημ/κείου Αθηνών ο άνω καταδικασθείς υπέβαλε την από 10-7-2007 (που κατετέθη την 1-8-07) αίτηση με την οποία ζητούσε την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας και το αρμόδιο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο ήδη, υπ'αριθμ. 2458/2007 βούλευμα απέρριψε την ως άνω αίτηση.
ΙΙ) Κατά του ανωτέρω βουλεύματος ο καταδικασθείς (δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου) άσκησε την 20-12-2007 αναίρεση η οποία είναι εμπρόθεσμη διότι η επίδοση του βουλεύματος στον αντίκλητο δικηγόρο του αναιρεσείοντος έλαβε χώρα την 10-12-07 στον δε αναιρεσείοντα την 17-1-08 (αρ. 473 § 1, 474 § 1 Κ.Π.Δ.), είναι δε και παραδεκτή καθ'όσον πρόκειται περί βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 528 § 1 Κ.Π.Δ. σε συνδ. με αρ. 484 και 485, ενώ περιέχει συγκεκριμένους έστω με εσφαλμένο χαρακτηρισμό, λόγους αναιρέσεως (άρ. 474 § 2 Κ.Π.Δ.).
ΙΙΙ) Με τους προβαλλόμενους λόγους υποστηρίζεται ότι υφίσταται υπέρβαση εξουσίας διότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, κατά την ερμηνεία των αποδεικτικών στοιχείων και γεγονότων αφού από τα προσκομισθέντα στοιχεία προκύπτει αβίαστα ότι κατά την έκδοση της ερημοκαταδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατεδικάσθη (ερήμην) χωρίς να κληθεί νομότυπα, ώστε να προσκομίσει όλα τα αποδεικτικά στοιχεία τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου όσο και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου διότι ήταν αδύνατον να έχει διαπράξει το αδίκημα αυτό ειδικά το έτος 2000 κατά το οποίο η αστυνομική αρχή τον είχε κατά πόδας μέχρι να στοιχειοθετήσει οπωσδήποτε κατηγορία εναντίον του κατόπιν των όσων εξέθεσε στην αίτησή του και δεν το έλαβε υπόψη του το Συμβούλιο Εφετών, διευκρινίζει ότι μέχρι και της ημερομηνίας ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως διέμενε και διαμένει στην οδό ... και απορεί πώς δεν του επιδόθηκε η κλήση προκειμένου να εμφανισθεί ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κακώς οδηγήθηκε στην απόρριψη της εφέσεώς του ως εκπρόθεσμης αφού δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψη της εφέσεώς του. Αναφέρει εκτενώς ότι υφίστατο διαφορά με τους αστυνομικούς του Α.Τ. ... σχηματίσθηκε δικογραφία σε βάρος του, για δωροδικία των αστυνομικών από την οποία αυτός απηλλάγη, κατεμήνυσε τους αστυνομικούς του Α.Τ. ... για ψευδή βεβαίωση κατάχρηση εξουσίας κλπ για τις πλημμεληματικές πράξεις έπαυσε η ποινική δίωξη σε βάρος των αστυνομικών και ότι ένας εξ αυτών παρεπέμφθη μόνο για κατάχρηση εξουσίας με το υπ'αρ. 2182/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών. Υποστηρίζει επίσης ότι οι αστυνομικοί ενήργησαν σκόπιμα ώστε στο τέλος αφ'ενός να καταδικασθεί τελεσίδικα και να ανακληθεί η άδεια διαμονής του και ότι τα διαβατήρια αλλοδαπών που ευρέθησαν στο κατάστημά του από τους αλλοδαπούς αφ'ενός τα κατείχε προκειμένου να προβεί στην νόμιμη ίδρυση του συλλόγου "Ο ΞΕΝΟΣ" αφ'ετέρου είχε σύμβαση μεταφοράς με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο με εταιρεία τύπου Western Union, πράγμα το οποίο εύκολα αποσιωπήθηκε για να επιτευχθεί ευκολότερα η καταδίκη του, προβάλλοντας έτσι (έστω με εσφαλμένο χαρακτηρισμό) λόγο ελλείψεως αιτιολογίας του προσβαλλομένου βουλεύματος.
IV). α) Το βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών που απορρίπτει την αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 § 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, (η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 484 § ιε Κ.Π.Δ. ιδίου Κώδικα λόγον αναιρέσεως) όταν αναφέρονται σ'αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα νέα πραγματικά περιστατικά που ερευνήθηκαν οι νέες αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι αυτά από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως δεν κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε (άρ. 525 § 2 Κ.Π.Δ.). V) Κατά το άρθρο 525 § 1 περ. 2α Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν μετά την οριστική καταδίκη του αποκαλύφθηκαν νέα άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως καθιστούν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, ως νέες αποδείξεις θεωρούνται εκείνες που δεν υποβλήθηκαν, έστω κι αν προϋπήρχαν, στο δικαστήριο που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση και για τον λόγο αυτόν ήταν άγνωστες στους δικαστές που τον δίκασαν κατ'εκείνο τον χρόνο, την κρίση του δε αυτή σχηματίζει το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο από την έρευνα των πρακτικών της προαναφερόμενης δίκη και από τα έγγραφα της σχετικής ποινικής δικογραφίας. Τέτοιες νέες, αποδείξεις μπορούν να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων, καταθέσεις παλαιών μαρτύρων με τις οποίες ανακαλούνται ή τροποποιούνται ή συμπληρώνονται οι προηγούμενες καταθέσεις τους, νέα έγγραφα ή δικαστικές αποφάσεις ή πρακτικά ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, με την απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί ήδη στο εκδώσαν την καταδικαστική απόφαση δικαστήριο, καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασθείς είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο το οποίο πραγματικά τέλεσε (Α.Π. 1708/2004 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΕ σελ. 698, Α.Π. 1612/2002 σε Συμβούλιο Π.Χρ. ΝΓ σελ. 597, Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 177 επ.). Αντιθέτως δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα τα οποία δεν ήταν άγνωστα στους δικαστές που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση και τα οποία ερευνήθηκαν αμέσως ή εμμέσως και απορρίφθηκαν από αυτούς, έστω και κατ'εσφαλμένη εκτίμηση των τεθέντων υπόψη τους αποδεικτικών στοιχείων καθώς και εκείνα με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως με βάση το αποδεικτικό υλικό που έλαβαν υπόψη τους οι εκδώσαντες αυτήν δικαστές, καθ'όσον η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ως στρεφόμενη κατά αμετάκλητης αποφάσεως, δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ'έκτακτη διαδικασία (Α.Π. 137/2004 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΔ 1070, ΑΠ 557/2002 σε συμβούλιο Π.Χρ. ΝΓ/37, Θ. Δαλακούρα "Επανάληψη της διαδικασίας" σελ. 233-234).
Οι προβλεπόμενοι από την περ. 3 της παρ. 1 και προβαλλόμενοι λόγοι για δωροληψία και παράβαση καθήκοντος των μετασχόντων του απαγγείλαντος την καταδίκη δικαστηρίου δικαστών που είχαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου, για να ληφθεί υπόψη και να θεμελιώσει λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να είναι αποδεδειγμένοι με αμετάκλητη δικαστική απόφαση (Α.Π. 4/70 Π.Χρ. 1970/126, Θ. Δαλακούρα ενθ. ανωτέρω σελ. 157 επ.). Αν στην περίπτωση του αρ. 525 § 1 αρ. 3 δεν εκδόθηκε καταδικαστική απόφαση επειδή δεν μπορούσε να εκδικασθεί στην ουσία της η υπόθεση ή επειδή υπήρχαν λόγοι που ανέστειλαν την ποινική δίωξη, τηρείται η διαδικασία των επομένων παραγράφων (3-5).
Εξάλλου κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 527 του ίδιου Κώδικα, η αίτηση για την επανάληψη της διαδικασίας υπέρ του καταδικασμένου υποβάλλεται από τον ίδιο ή τη σύζυγο του ή τους εξ αίματος συγγενείς του μέχρι και του δευτέρου βαθμού ή από τον συνήγορο του που παρέστη στην συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η αμετακλήτως περατώσασα την διαδικασία καταδικαστική απόφαση ή από τον εισαγγελέα του δικαστηρίου που τον κατεδίκασε. Όπως δε αναφέρεται στην επί του αντίστοιχου άρθρου 427 του Σχεδίου ΚΠΔ του έτους 1934 αιτιολογική έκθεση, είναι το δικαίωμα εκάστου εκ των αναφερομένων στην ως άνω διάταξη προσώπων και αυτοτελές και δεν αναιρείται ούτε από την αντίθετη δήλωση του καταδικασμένου (Μπουροπούλου Ερμ. ΚΠΔ τομ. Β σελ. 318). Επιπροσθέτως, μπορεί να ασκηθεί η πιο πάνω αίτηση σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία και τη νομολογία άποψη, και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του δικαιούχου που έχει ειδική εντολή τούτου, κατ'ανάλογη εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 465 § 2 του Κ.Π.Δ. (ΑΠ 428/1993 σε συμβ. Π.Χρ. ΜΓ σελ. 266 ΑΠ 117/1982 σε συμβ. Π.Χρ. ΛΒ/799 Θ. Δαλακούρα "επανάληψη δ/σίας" σελ. 337, Μπουρ. Ερμ. Κ.Π.Δ. τόμ. Β σελ. 138, Ζησιάδη Ποιν. Δικον. Τομ. 5 σελ. 384).
Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου ως άνω άρθρου 527 Κ.Π.Δ. η αίτηση πρέπει να περιέχει τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν, γιατί διαφορετικά είναι απαράδεκτη, υποβάλλεται δε στον Εισαγγελέα Εφετών, αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον Εισαγγελέα Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση. Ο Εισαγγελέας στον οποίο παραδόθηκε η αίτηση οφείλει σε ένα μήνα να ελέγξει με κάθε αποδεικτικό μέσο την βασιμότητα της, είτε ο ίδιος είτε μέσω κάποιου ανακριτή ή εισαγγελέα και κατόπιν την εισάγει στο αρμόδιο κατά το άρθρο 528 του ίδιου Κώδικα Δικαστικό Συμβούλιο ή Δικαστήριο, όπου υπηρετεί.
Τέλος, κατά το άρθρο 528 § 1 του αυτού Κώδικα, αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι, κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 527, το Συμβούλιο Εφετών ή Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα. Το Συμβούλιο μπορεί να διατάξει συμπληρωματική έρευνα για να βεβαιωθούν οι λόγοι της αιτήσεως. Αν δεχθεί την αίτηση, ακυρώνει την απόφαση, και αν κρίνει ότι η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο είναι αναγκαία, παραπέμπει την υπόθεση για να συζητηθεί σε άλλο ομοιόβαθμο με αυτό που κατεδίκασε δικαστήριο και στην περίπτωση του άρθρου 525 § 1 αρ. 4 σε άλλο δικαστήριο ομοιόβαθμο με το ανώτερο από αυτά που δίκασαν αρχικά την υπόθεση. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις δεν είναι όσες ερευνήθηκαν ευθέως ή εμμέσως από τους δικάσαντες δικαστές και απορρίφθηκαν, έστω και με εσφαλμένη εκτίμηση ή δεν άσκησαν επιρροή στον σχηματισμό δικαστικής κρίσεως. Λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας δεν θεμελιώνουν παραλείψεις ή πλημμέλειες του Δικαστηρίου, όπως η μη λήψη υπόψη προταθέντων πραγματικών περιστατικών, η μη απάντηση σε ισχυρισμούς του κατηγορουμένου, η απόρριψη αιτημάτων του για ευρύτερη έρευνα και για χρήση και άλλων αποδεικτικών μέσων (Συμβ. ΑΠ 964/2006 Ποιν. Δικ/σύνη σελ. 1347).
Σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 528 § 1 εδ. γ' Κ.Π.Δ. κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα και στον αιτούντα κατά τα άρθρα 484 και 485 Κ.Π.Δ. Λόγω του είδους της προσβαλλομένης αποφάσεως του Συμβουλίου Εφετών ως μη καταδικαστικής, ως λόγοι αναιρέσεως μπορούν να προβληθούν οι αναφερόμενοι αποκλειστικά εις το αρ. 484 Κ.Π.Δ. ιδίως οι λόγοι ελλείψεως ειδικής αιτιολογίας (ΑΠ 706/2005 Ποιν. Λόγος 2005/632, ΑΠ 1448/02 Π.Χρ. 2003/720) υπερβάσεως εξουσίας και της εσφαλμένης εφαρμογής ή ερμηνείας υπό την μορφή της εκ πλαγίου παραβάσεως (Θ. Δαλακούρα Επανάληψη της διαδικασίας σελ. 367-370).
VI) Το Συμβούλιο Εφετών με το προσβαλλόμενο βούλευμα από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, σε συνδυασμό με τις διευκρινίσεις που έδωσε ο αιτών δια των συνηγόρων του κατά την εμφάνισή τους ενώπιον του εν λόγω Συμβουλίου αλλά και το κατατεθέν στις 8-10-2007 υπόμνημα του αιτούντος μετά των σχετικών εγγράφων, απέρριψε την αίτηση του καταδικασθέντος για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας εφ'ης εξεδόθη η υπ'αρ. 83041/13-11-02 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών, δεχθέν ότι: Με την υπ' αριθμό 83041/13-11-2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αιτών καταδικάστηκε ερήμην σε ποινή φυλάκισης δύο ετών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση. Κατά της καταδικαστικής αυτής απόφασης ο αιτών άσκησε έφεση, που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) με την 9669/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Επίσης απορρίφθηκε και η κατά της εφετειακής αυτής απόφασης ασκηθείσα από τον αιτούντα αναίρεση με την 1475/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Σύμφωνα με την άνω αμετάκλητη, πλέον, απόφαση (83041/2002), ο αιτών καταδικάστηκε επειδή στην ... κατά το χρονικό διάστημα από τα μέσα του έτους 1997 έως τις 10-11-2000 με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο συγκατηγορούμενό του ΑΑ, κατά τη διάρκεια και την εκτέλεση της διαπραχθείσας απ' αυτόν άδικης πράξης της απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, κατ' εξακολούθηση. Ειδικότερα, ο άνω ΑΑ παρέστησε ψευδώς σε άγνωστο αριθμό αλλοδαπών, τα στοιχεία των οποίων δεν κατέστη δυνατόν να προσδιοριστούν, μεταξύ των οποίων και οι ΒΒ και ΓΓ, ότι είναι αστυνομικός με γνωριμίες και προσβάσεις σε πολιτικά πρόσωπα στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και στο Τμήμα Αλλοδαπών της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης ... και ότι έχει τη δυνατότητα μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα έναντι αμοιβής να τους εξασφαλίσει άδεια παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα, επιπλέον δε τους ζητούσε και διάφορα έγγραφα, ώστε να είναι δυνατή η νομιμοποίηση τους (διαβατήρια, ένσημα ΙΚΑ, πιστοποιητικά κλπ). Οι παθόντες αλλοδαποί, που είχαν εισέλθει παράνομα στη χώρα, αφού πείσθηκαν στις ψευδείς παραστάσεις του άνω ΑΑ, του κατέβαλαν τμηματικά το ποσό των 400.000 με 500.000 δραχμών έκαστος, οι δε ΒΒ και ΓΓ το ποσό των 397.000 και 400.000 δραχμών αντίστοιχα, κατά το οποίο ζημιώθηκε η περιουσία τους με αντίστοιχη παράνομη περιουσιακή ωφέλεια του ΑΑ, η οποία και υπερέβη συνολικά τα 10.000.000 δραχμές, δεδομένου ότι αυτός δεν ήταν αστυνομικός, αλλά δάσκαλος, και δεν είχε καμία δυνατότητα ή πρόσβαση στις αρμόδιες υπηρεσίες, ώστε να επηρεάσει την εξέλιξη της διαδικασίας εκδόσεως άδειας παραμονής σε αλλοδαπούς. Ο δε αιτών καταδικάστηκε, ειδικότερα, γιατί γνώριζε στους αλλοδαπούς παθόντες, τους οποίους ο ίδιος εντόπιζε ευκολότερα λόγω του ότι ήταν και αυτός μετανάστης, τον πιο πάνω συγκατηγορούμενό του, τονίζοντας τη δήθεν ικανότητα του τελευταίου στη βέβαιη και άμεση έκδοση άδειας παραμονής, και συγκέντρωνε από αυτούς τα έγγραφα, που δήθεν απαιτούνταν για την έκδοση της πολυπόθητης άδειας (διαβατήρια, αιτήσεις και διάφορα δικαιολογητικά, πιστοποιητικά γάμου, ληξιαρχικές πράξεις γέννησης), τα οποία και παράδιδε στον άνω συγκατηγορούμενό του. Ο αιτών ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο, που τον κήρυξε ένοχο για την πιο πάνω πράξη, θα κατέληγε σε απαλλακτική γι' αυτόν απόφαση, αν γνώριζε πως, μολονότι σε προγενέστερο χρόνο (19-2-2000) -κατά τον οποίο συνελήφθη από αστυνομικούς του Α.Τ. ... για κλοπή και απόπειρα δωροδοκίας (πράξεις για τις οποίες στη συνέχεια αθωώθηκε)- βρέθηκαν στο χώρο του καταστήματος του φωτοτυπίες διαβατηρίων, εντούτοις το Τμήμα Αλλοδαπών ... σχημάτισε σε βάρος του δικογραφία για την πράξη, που καταδικάστηκε, το Νοέμβριο του 2000, και τούτο επειδή προηγουμένως είχε δώσει (ο αιτών) την από 24-2-2000 ένορκη κατάθεση του (αναφορά), βάσει της οποίας διενεργήθηκε ΕΔΕ από τη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛΑΣ σε βάρος των αστυνομικών του άνω Α.Τ. ... και της Άμεσης Δράσης ..., ήτοι κατά των ΔΔ, ΕΕ, ΣΤ, ΖΖ και ΗΗ, και ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των ιδίων για τις πράξεις της κατάχρησης εξουσίας, ψευδούς βεβαίωσης, ψευδούς αναφοράς στην Αρχή, παράβασης καθήκοντος, ψευδορκίας μάρτυρα, ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν, επικίνδυνης σωματικής βλάβης, εξύβρισης, απειλής, κλοπής, πλαστογραφίας μετά χρήσεως, παράνομης κατακράτησης, φθοράς ξένης ιδιοκτησίας. Ότι από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τις απολογίες των κατηγορουμένων αστυνομικών, που περιέχονται στη δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος των τελευταίων, αλλά και στη σχηματισθείσα σε βάρος του (αιτούντος) δικογραφία για τα άνω αδικήματα της κλοπής και της απόπειρας δωροδοκίας, τα οποία συνιστούν νέα στοιχεία, το Δικαστήριο θα καταλήξει στην αθώωση του. Όμως, σύμφωνα με το υπ' αριθ. πρωτ. ... έγγραφο του Τμήματος Αλλοδαπών της Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών ..., με θέμα "αποστολή συνοδείας των άνω κατηγορουμένων ΑΑ, αιτούντος κλπ, μετά της κατ' αυτών σχηματισθείσας δικογραφίας" -έγγραφο που φέρεται αναγνωστέο με αριθμό 1 στην άνω καταδικαστική απόφαση- κατά τις έρευνες που διενεργήθηκαν στις 11-11-2000 στο κατάστημα και στην οικία του αιτούντος βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, μεταξύ άλλων, έντεκα φωτοαντίγραφα διαβατηρίων τρίτων προσώπων, τέσσερα φαξ διαβατηρίων τρίτων προσώπων, ένα φωτοαντίγραφο της υπ'αριθ ... βεβαίωσης κατάθεσης δικαιολογητικών για έκδοση δελτίου ταυτότητας, ένα φωτοαντίγραφο του υπ' αριθμό ... ΑΔΤ, ένα φωτοαντίγραφο του υπ' αριθμό ... ΑΔΤ και ένα φωτοαντίγραφο του υπ' αριθμό ... ελληνικού διαβατηρίου στο όνομα ... . Επίσης, κατά το ίδιο έγγραφο, στην έρευνα, που διενεργήθηκε στην οικία του συγκατηγορουμένου του άνω ΑΑ, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τέσσερα φωτοαντίγραφα των υπ' αριθμό ..., ..., ... και ... ΑΔΤ τρίτων προσώπων, τέσσερα φωτοαντίγραφα των υπ' αριθμό ..., ..., ... και ... διαβατηρίων TDV, ανήκοντα σε τρίτα άτομα, τέσσερα φωτοαντίγραφα υπ' αριθμό ..., ..., ... και ... διαβατηρίων τρίτων προσώπων μαζί με φωτοαντίγραφο άδειας παραμονής αλλοδαπών εκδοθείσα από Τ.Α. ... στο όνομα ..., φωτοαντίγραφο υπ' αριθμό ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης γάμου και αίτηση στο όνομα της, τρία φωτοαντίγραφα υπ' αριθμό ..., ... βεβαιώσεων πράσινης κάρτας, ένα πρωτότυπο υπ' αριθμό ... βεβαιώσεων πράσινης κάρτας, ένα πρωτότυπο υπ' αριθμό ...βεβαίωσης τύπου Α' εκ πρωτοτύπου πιστοποιητικού στο όνομα ..., ένα πρωτότυπο της από 12-10-1989 ληξιαρχικής πράξης γέννησης, τρία έγγραφα χειρόγραφα αντίστοιχα με ημερομηνίες 12-4-2000, 28-8-2000 και 28-8-2000 του ΑΑ και το υπ' αριθμό ... πολωνικό διαβατήριο σχετικές εκθέσεις έρευνας και κατάσχεσης υπήρξαν αναγνωστέες κατά την καταδικαστική απόφαση).
Συνεπώς, τα πιο πάνω έγγραφα, που αποτέλεσαν αποδεικτικά στοιχεία της προκειμένης ποινικής δικογραφίας (επί της οποίας η καταδικαστική απόφαση), βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στο κατάστημα και στην οικία του αιτούντος το Νοέμβριο του 2000, και όχι, όπως ισχυρίζεται ο τελευταίος, στις 19-2-2000. Περαιτέρω, η ένορκη διοικητική εξέταση, που διενεργήθηκε, και η δικογραφία, που σχηματίστηκε, κατόπιν της άνω από 24-2-2000 ένορκης κατάθεσης του αιτούντος, σε βάρος των προαναφερομένων αστυνομικών, αφορά παραβάσεις αυτών σε σχέση με τη σύλληψη του αιτούντος για τις προγενέστερες πράξεις της κλοπής και της απόπειρας δωροδοκίας, για τις οποίες αθωώθηκε με την 57676/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και που, φερόμενες ως τελεσθείσες απ' αυτόν στις 20-2-2000, είναι άσχετες με την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ' εξακολούθηση, για την οποία ο αιτών έχει καταδικαστεί. Εξάλλου, με το 2182/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/δικών Αθηνών και το 3410/2006 βούλευμα του Συμβουλίου τούτου έπαυσε, λόγω παραγραφής, η ποινική δίωξη σε βάρος των αστυνομικών για τα αποδιδόμενα σ' αυτούς άνω πλημμελήματα, και δεν έγινε κατηγορία κατά των αστυνομικών ΕΕ και ΔΔ για το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας, πράξεις, που φέρονται ότι τελέστηκαν στις 19, 20 και 21/2-2000. Μετά δε την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης, ο αιτών κατέθεσε στις 4-9-2007 μήνυση κατά των ιδίων και πάλι αστυνομικών του Α.Τ., αλλά και εκείνων της Διεύθυνσης Αλλοδαπών ..., των μαρτύρων που εξετάστηκαν προανακριτικά για την προκειμένη δικογραφία, αλλά και των δικαστικών επιμελητών δικαστηρίων και κάθε άλλου αναμεμειγμένου στην υπόθεση αυτή, ισχυριζόμενος τα πιο πάνω και ότι ουδέποτε κλητεύθηκε νομότυπα στη γνωστή διεύθυνση της κατοικίας του επί της οδού ... και της επαγγελματικής δραστηριότητας του στην οδό ..., ..., με συνέπεια να μην εμφανιστεί στο δικαστήριο, που τον καταδίκασε. Κατόπιν τούτων και με βάση την προηγηθείσα νομική σκέψη, τα στοιχεία αυτά, ακόμη και αν θεωρηθούν νέες αποδείξεις (σε κάθε περίπτωση η επικαλούμενη μη νομότυπη κλήτευση του κατηγορουμένου, όπως προειπώθηκε, δεν αποτελεί λόγο επανάληψης της διαδικασίας), εκτιμώμενα είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνα που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο, που καταδίκασε τον αιτούντα, δεν κάνουν φανερό -όπως απαιτεί ο νόμος- ότι ο καταδικασμένος αιτών είναι αθώος της πιο πάνω πράξης. Τα στοιχεία αυτά δεν εγγίζουν τη βεβαιότητα για την αθωότητα του αιτούντος. Η δε απλή πιθανότητα - ενόψει και της άνω αθωωτικής απόφασης - ότι ο καταδικασθείς αιτών είναι αθώος, δεν αρκεί, κατά τα προεκτεθέντα, για την επανάληψη της διαδικασίας. Σημειώνεται, τέλος, ότι η ένδικη αίτηση υποβάλλεται μετά την απόρριψη προηγουμένης, που είχε ως λόγο επανάληψης της διαδικασίας την ύπαρξη της 1607/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που διέταξε την εγγραφή στο βιβλίο σωματείων του υπό σύσταση σωματείου με επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ - Ο ΞΕΝΟΣ" και έδρα την προαναφερομένη οδό ..., ..., γεγονός που -κατά τα ισχυριζόμενα σ' εκείνη την αίτηση από τον αιτούντα- δικαιολογεί την εύρεση των διαβατηρίων στο χώρο της επαγγελματικής του δραστηριότητας (βλ.το 1157/2007 βούλευμα του Συμβουλίου τούτου, κατά το σκεπτικό του οποίου το Δικαστήριο, που καταδίκασε τον αιτούντα, γνώριζε ότι ο τελευταίος μεριμνούσε για τη σύσταση του σωματείου αυτού).
VII). Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αρ. 93 § 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. διότι αναφέρονται σ'αυτό τα πραγματικά περιστατικά που ερευνήθηκαν οι αποδείξεις από τα οποία προκύπτει σαφώς ότι δεν υφίστανται νέα περιστατικά ή νέες αποδείξεις που να θεμελιώνουν το παραδεκτό της απορριφθείσας αιτήσεως επίσης αναφέρονται οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι αυτά από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως δεν καθιστούν φανερό ότι ο αναιρεσείων ήταν αθώος ή καταδικάστηκε για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Ο λόγος υπερβάσεως εξουσίας που επικαλείται ο αναιρεσείων (σελ. 23) ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών υπερέβη την εξουσία του απορρίπτοντας την αίτησή του είναι αβάσιμος κατά τον νόμο διότι στην ουσία αφορά την επικαλουμένη μη ορθή κλήτευση η οποία όμως ελέγχθηκε και απερρίφθη η αναίρεση που αυτός άσκησε με την υπ'αρ. 1475/06 απόφαση του Αρείου Πάγου, εξάλλου δεν έχει βεβαιωθεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση πλαστότητα των αποδεικτικών επιδόσεως ή ψευδούς βεβαιώσεως εκ μέρους του επιδόσαντος υπαλλήλου.
Ο αιτών έχει βεβαίως την δυνατότητα υποβολής νέας αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας εφ'όσον θα προβληθεί διάφορος λόγος ή ο ίδιος που απερρίφθη στηριζόμενος όμως σε νέα αποδεικτικά στοιχεία (Συμβ. Α.Π. 1024/2007 Π.Δ/σύνη 2007/1475).
Κατά ακολουθία των ανωτέρω η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θα πρέπει ν'απορριφθεί και επιβληθούν εις βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα.
VIII) Για τους λόγους αυτούς Προτείνω
Α) Να απορριφθεί η υπ'αρ. 302/07 αίτηση αναιρέσεως του Χ, κατοίκου ..., οδός ... αρ. ... ή ... αρ. ... κατά του υπ'αριθμ. 2458/07 βουλεύματος (αποφάσεως) του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας επί της οποίας εξεδόθη η υπ'αρ. 83041/2002 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Β) Να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα.
Αθήνα 20 Μαΐου 2008
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου
Ρούσσος Εμμανουήλ Παπαδάκης"
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρον 525 Κ.Π.Δ. διατάσσεται η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας δια τους εις αυτό αναφερομένους περιοριστικώς λόγους" με "αίτηση η οποία πρέπει να περιέχει τους λόγους ... και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν και υποβάλλεται στον εισαγγελέα εφετών αν η αμετάκλητη καταδίκη ή αθώωση απαγγέλθηκε από πλημμελειοδικείο και στον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου σε κάθε άλλη περίπτωση" "κατ'άρθρο 527 § 3 ιδίου Κώδικος, κατά δε το άρθρο 528 § 1 Κ.Π.Δ. "Αρμόδιο να αποφασίσει για την αίτηση επανάληψης" είναι κατά τις διακρίσεις της παραγράφου 3 του άρθρου 527 το συμβούλιο εφετών ή του Αρείου Πάγου, αφού ακούσει τον οικείο εισαγγελέα και τον αιτούντα" και το τελευταίο εδάφιο της παρ. αυτής "κατά της απόφασης του συμβουλίου των εφετών επιτρέπεται αναίρεση στον εισαγγελέα και στον αιτούντα κατά τα άρθρα 484 και 485". Εντεύθεν και η κρινομένη από 20/12/2007 αίτηση αναιρέσεως κατά του υπ'αριθμ. 2458/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίον απέρριψε την από 10/7/2007 αίτηση του νυν αναιρεσείοντος περί επαναλήψεως της διαδικασίας, παραδεκτώς και εμπροθέσμως ασκηθείσα (η έκδοση του βουλεύματος έλαβε χώραν την 30/11/2007 και επεδόθη εις μεν τον αντίκλητο δικηγόρο την 10/12/2007, εις δε τον αναιρεσείοντα την 17/1/2008), είναι νόμιμη περιέχουσα συγκεκριμένους λόγους αναιρέσεως και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ'ουσίαν.
Κατά το άρθρο 525 § 1 Κ.Π.Δ. η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου, για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν (υπ'αριθμ. 2) "ύστερα από την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα -άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν- γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε". Σκοπός της επαναλήψεως της διαδικασίας είναι η αναζήτηση της θεμελιώδους αρχής τους ουσιαστικής αληθείας στη συγκεκριμένη περίπτωση και αποτροπή απαραδέκτων για το συναίσθημα του δικαίου αποτελεσμάτων (καταδικών - αθωώσεων). Ούτως ο θεσμός της επαναλήψεως της διαδικασίας φέρει εξαιρετικό χαρακτήρα και διέπεται από συγκεκριμένες αυστηρές προϋποθέσεις, διότι έρχεται σε σύγκρουση με το θεσμό του δεδικασμένου κτλ. και επιδιώκει την επανόρθωση των δικαστικών πλημμελειών με σκοπό την ορθότερη ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης. Εντεύθεν και 1) η επανάληψη της διαδικασίας δεν αποτελεί ένδικο μέσο, αλλ' έκτακτη διαδικασία, αφού η σχετική αίτηση στρέφεται κατ' αμετακλήτου αποφάσεως, ήτοι αυτής που απέκτησε την ισχύ δεδικασμένου, πράγμα που δεν συμβαίνει με τα ένδικα μέσα 2) η υποβολή της σχετικής αιτήσεως δεν υπόκειται σε προθεσμία και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε 3) οι όροι "γεγονότα" ή "αποδείξεις" είναι ταυτόσημοι 4) χωρεί επί αποφάσεως οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου (και στρατιωτικού), εφ'όσον υπό της αποφάσεως εχαρακτηρίσθη το αδίκημα ως κακούργημα ή πλημμέλημα 5) η επανάληψη της διαδικασίας προβλέπεται μόνον επί αμετακλήτου αποφάσεως και οι περιπτώσεις, καθ'ως χωρεί η επανάληψη της διαδικασίας ορίζονται περιοριστικώς υπό του άνω άρθρου 525 εν όψει του εξαιρετικού χαρακτήρος της διαδικασίας αυτής, η οποία αποτελεί το έσχατο μέσο, με το οποίο επιδιώκεται να επιτευχθεί ο άνω σκοπός. Περαιτέρω νέα γεγονότα ή αποδείξεις κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως (525 § 1 αριθμ. 2) θεωρούνται εκείνες, οι οποίες, ασχέτως του αν υπήρχαν και πριν την καταδίκη, δεν υπεβλήθησαν στη κρίση των δικαστών που εδίκασαν και ως εκ τούτου ήσαν άγνωστες σ'αυτούς, την κρίση του δε αυτή το επιλαμβανόμενο της αιτήσεως επαναλήψεως διαδικασίας δικαστήριο σχηματίζει από την έρευνα των πρακτικών της προηγουμένης δίκης καθώς και από τα έγγραφα της δικογραφίας. Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία, όπως καταθέσεις μαρτύρων ή και νεώτερες των προηγουμένως εξετασθέντων, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπ'όψη του δικαστηρίου, νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως με την προϋπόθεση όμως ότι οι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες μόνες τους ή σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει τη βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως για βαρύτερο έγκλημα από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Δεν μπορούν όμως να αποτελέσουν λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας γεγονότα, τα οποία δεν ήσαν άγνωστα στους δικαστάς που εξέδωσαν την καταδικαστική απόφαση, αλλά, αντιθέτως, ηρευνήθησαν αμέσως ή εμμέσως και απερρίφθησαν, ως και εκείνα, με τα οποία επιδιώκεται ο από ουσιαστικής και νομικής πλευράς έλεγχος της προσβαλλομένης αποφάσεως, με βάση το αποδεικτικό υλικό. Και τούτο διότι, εφ'όσον με την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας δεν δημιουργείται στάδιο ελέγχου της δικαστικής κρίσεως, όπως αυτή διεμορφώθη στην οικεία δικαστική απόφαση, ύστερα από βάσανο του συγκεντρωθέντος αποδεικτικού υλικού, επιδιώκεται με αυτή η διεξαγωγή μιας νέας δίκης με βάση νέα στοιχεία, τα οποία δεν είχαν υπόψη τους οι δικασταί που εξέδωσαν την προσβαλλομένη απόφαση και από τα οποία αποδεικνύεται η αναλήθεια της πραγματικής βάσεως επί της οποίας εστηρίχθη η δικαστική κρίση. Περαιτέρω κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. Εξάλλου, κατά το άρθρο 4 του Πρωτοκόλλου 7 της συμβάσεως για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, η οποία κυρώθηκε με το ν. 1705/1987 (ΦΕΚ 89), "1. Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου κράτους, για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάστηκε με αμετάκλητη απόφαση, σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του κράτους αυτού. 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου δεν εμποδίζουν την επανάληψη της διαδικασίας σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του κράτους, για το οποίο πρόκειται, εάν υπάρχουν αποδείξεις νέων ή μεταγενέστερων της απόφασης γεγονότων, ή υπήρξε θεμελιώδες σφάλμα της προηγούμενης διαδικασίας, που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα της υπόθεσης". Οι διατάξεις αυτές του άρθρου 4 του ανωτέρω Πρωτοκόλλου, όπως προκύπτει από τη διατύπωσή τους, αποσκοπούν στην κατοχύρωση του δικαιώματος του καταδικασθέντος με αμετάκλητη δικαστική απόφαση να ζητήσει την επανάληψη της διαδικασίας, σύμφωνα, όμως, "με το νόμο και την ποινική δικονομία του κράτους". Η παραπομπή αυτή στο εσωτερικό δίκαιο γίνεται για να κριθεί από αυτό, αν ο προβαλλόμενος από τον αιτούντα την επανάληψη της διαδικασίας λόγος περιλαμβάνεται μεταξύ των περιπτώσεων, για τις οποίες επιτρέπεται, κατά το δίκαιο αυτό, η επανάληψη της διαδικασίας, διαφορετικά η παραπομπή αυτή δεν θα είχε έννοια, γιατί η αξιούμενη από την ανωτέρω διάταξη (του άρθρου 4 παρ. 2) προϋπόθεση επαναλήψεως της διαδικασίας, δηλαδή η ύπαρξη "θεμελιώδους σφάλματος" της προηγούμενης διαδικασίας, είναι γενική και απροσδιόριστη, με αποτέλεσμα να μπορεί να υπαχθεί στην έννοια αυτού και κάθε λόγος εφέσεως ή αναιρέσεως, οπότε στην περίπτωση αυτή θα ανετρέπετο το ποινικό δικονομικό σύστημα του κράτους. Τέτοια όμως πρόθεση δεν είχαν. Επομένως, με το άρθρο 4 παρ. 2 του ανωτέρω πρωτοκόλλου 7 δεν τροποποιείται το άρθρο 525 παρ. 1 του ΚΠΔ δια της θεσπίσεως νέων, πέραν των περιοριστικώς αναφερόμενων σ'αυτό, περιπτώσεων επαναλήψεως της διαδικασίας (ολ. ΑΠ 66/1991). Τέλος από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι αίτηση επαναλήψεως διαδικασίας δύναται να υποβληθεί και μετά την απόρριψη προγενεστέρας αιτήσεως, εφ' όσον προβάλλεται διάφορος λόγος η ο ίδιος ο οποίος απερρίφθη, εφ' όσον αυτός στηρίζεται σε νέα αποδεικτικά στοιχεία (διότι άλλως η αίτηση είναι απαράδεκτη κατ' ανάλογη εφαρμογή των άρθρων 476 § 1 και 57 Κ.Π.Δ.).
Στην προκειμένη περίπτωση με το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, τούτο, από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας, σε συνδυασμό με τις διευκρινίσεις που έδωσε ο αναιρεσείων - αιτών δια των συνηγόρων του κατά την εμφάνισή τους ενώπιον του εν λόγω Συμβουλίου, αλλά και το κατατεθέν την 8/10/2007 υπόμνημα αυτού (αιτούντος) μετά των σχετικών εγγράφων, απέρριψε την αίτηση του καταδικασθέντος αυτού για επανάληψη της διαδικασίας, η οποία επερατώθη με την υπ'αριθμ. 83041/2002 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, δεχθέν τα εξής: "Με την υπ' αριθμό 83041/13-11-2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, ο αιτών καταδικάστηκε ερήμην σε ποινή φυλάκισης δύο ετών, μετατραπείσα προς 4,40 ευρώ ημερησίως, για την πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας κατ' εξακολούθηση. Κατά της καταδικαστικής αυτής απόφασης ο αιτών άσκησε έφεση, που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) με την 9669/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών. Επίσης απορρίφθηκε και η κατά της εφετειακής αυτής απόφασης ασκηθείσα από τον αιτούντα αναίρεση με την 1475/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου. Σύμφωνα με την άνω αμετάκλητη, πλέον, απόφαση (83041/2002), ο αιτών καταδικάστηκε επειδή στην ... κατά το χρονικό διάστημα από τα μέσα του έτους 1997 έως τις 10-11-2000 με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο συγκατηγορούμενό του ΑΑ, κατά τη διάρκεια και την εκτέλεση της διαπραχθείσας απ' αυτόν άδικης πράξης της απάτης ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, κατ' εξακολούθηση. Ειδικότερα, ο άνω ΑΑ παρέστησε ψευδώς σε άγνωστο αριθμό αλλοδαπών, τα στοιχεία των οποίων δεν κατέστη δυνατόν να προσδιοριστούν, μεταξύ των οποίων και οι ΒΒ και ΓΓ, ότι είναι αστυνομικός με γνωριμίες και προσβάσεις σε πολιτικά πρόσωπα στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και στο Τμήμα Αλλοδαπών της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης ... και ότι έχει τη δυνατότητα μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα έναντι αμοιβής να τους εξασφαλίσει άδεια παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα, επιπλέον δε τους ζητούσε και διάφορα έγγραφα, ώστε να είναι δυνατή η νομιμοποίηση τους (διαβατήρια, ένσημα ΙΚΑ, πιστοποιητικά κλπ). Οι παθόντες αλλοδαποί, που είχαν εισέλθει παράνομα στη χώρα, αφού πείσθηκαν στις ψευδείς παραστάσεις του άνω ΑΑ, του κατέβαλαν τμηματικά το ποσό των 400.000 με 500.000 δραχμών έκαστος, οι δε ΒΒ και ΓΓ το ποσό των 397.000 και 400.000 δραχμών αντίστοιχα, κατά το οποίο ζημιώθηκε η περιουσία τους με αντίστοιχη παράνομη περιουσιακή ωφέλεια του ΑΑ, η οποία και υπερέβη συνολικά τα 10.000.000 δραχμές, δεδομένου ότι αυτός δεν ήταν αστυνομικός, αλλά δάσκαλος, και δεν είχε καμία δυνατότητα ή πρόσβαση στις αρμόδιες υπηρεσίες, ώστε να επηρεάσει την εξέλιξη της διαδικασίας εκδόσεως άδειας παραμονής σε αλλοδαπούς. Ο δε αιτών καταδικάστηκε, ειδικότερα, γιατί γνώριζε στους αλλοδαπούς παθόντες, τους οποίους ο ίδιος εντόπιζε ευκολότερα λόγω του ότι ήταν και αυτός μετανάστης, τον πιο πάνω συγκατηγορούμενό του, τονίζοντας τη δήθεν ικανότητα του τελευταίου στη βέβαιη και άμεση έκδοση άδειας παραμονής, και συγκέντρωνε από αυτούς τα έγγραφα, που δήθεν απαιτούνταν για την έκδοση της πολυπόθητης άδειας (διαβατήρια, αιτήσεις και διάφορα δικαιολογητικά, πιστοποιητικά γάμου, ληξιαρχικές πράξεις γέννησης), τα οποία και παράδιδε στον άνω συγκατηγορούμενό του. Ο αιτών ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο, που τον κήρυξε ένοχο για την πιο πάνω πράξη, θα κατέληγε σε απαλλακτική γι' αυτόν απόφαση, αν γνώριζε πως, μολονότι σε προγενέστερο χρόνο (19-2-2000) -κατά τον οποίο συνελήφθη από αστυνομικούς του Α.Τ. ... για κλοπή και απόπειρα δωροδοκίας (πράξεις για τις οποίες στη συνέχεια αθωώθηκε)- βρέθηκαν στο χώρο του καταστήματος του φωτοτυπίες διαβατηρίων, εντούτοις το Τμήμα Αλλοδαπών ... σχημάτισε σε βάρος του δικογραφία για την πράξη, που καταδικάστηκε, το Νοέμβριο του 2000, και τούτο επειδή προηγουμένως είχε δώσει (ο αιτών) την από 24-2-2000 ένορκη κατάθεση του (αναφορά), βάσει της οποίας διενεργήθηκε ΕΔΕ από τη Διεύθυνση Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛΑΣ σε βάρος των αστυνομικών του άνω Α.Τ. ... και της Άμεσης Δράσης ..., ήτοι κατά των ΔΔ, ΕΕ, ΣΤ, ΖΖ και ΗΗ, και ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των ιδίων για τις πράξεις της κατάχρησης εξουσίας, ψευδούς βεβαίωσης, ψευδούς αναφοράς στην Αρχή, παράβασης καθήκοντος, ψευδορκίας μάρτυρα, ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν, επικίνδυνης σωματικής βλάβης, εξύβρισης, απειλής, κλοπής, πλαστογραφίας μετά χρήσεως, παράνομης κατακράτησης, φθοράς ξένης ιδιοκτησίας. Ότι από τις μαρτυρικές καταθέσεις και τις απολογίες των κατηγορουμένων αστυνομικών, που περιέχονται στη δικογραφία που σχηματίστηκε σε βάρος των τελευταίων, αλλά και στη σχηματισθείσα σε βάρος του (αιτούντος) δικογραφία για τα άνω αδικήματα της κλοπής και της απόπειρας δωροδοκίας, τα οποία συνιστούν νέα στοιχεία, το Δικαστήριο θα καταλήξει στην αθώωση του. Όμως, σύμφωνα με το υπ' αριθ. πρωτ. ... έγγραφο του Τμήματος Αλλοδαπών της Υποδιεύθυνσης Αλλοδαπών ..., με θέμα "αποστολή συνοδείας των άνω κατηγορουμένων ΑΑ, αιτούντος κλπ, μετά της κατ' αυτών σχηματισθείσας δικογραφίας" -έγγραφο που φέρεται αναγνωστέο με αριθμό 1 στην άνω καταδικαστική απόφαση- κατά τις έρευνες που διενεργήθηκαν στις 11-11-2000 στο κατάστημα και στην οικία του αιτούντος βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, μεταξύ άλλων, έντεκα φωτοαντίγραφα διαβατηρίων τρίτων προσώπων, τέσσερα φαξ διαβατηρίων τρίτων προσώπων, ένα φωτοαντίγραφο της υπ'αριθ ... βεβαίωσης κατάθεσης δικαιολογητικών για έκδοση δελτίου ταυτότητας, ένα φωτοαντίγραφο του υπ' αριθμό ... ΑΔΤ, ένα φωτοαντίγραφο του υπ' αριθμό ... ΑΔΤ και ένα φωτοαντίγραφο του υπ' αριθμό ... ελληνικού διαβατηρίου στο όνομα ... . Επίσης, κατά το ίδιο έγγραφο, στην έρευνα, που διενεργήθηκε στην οικία του συγκατηγορουμένου του άνω ΑΑ, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν τέσσερα φωτοαντίγραφα των υπ' αριθμό ..., ..., ... και ... ΑΔΤ τρίτων προσώπων, τέσσερα φωτοαντίγραφα των υπ' αριθμό ..., ..., ... και ... διαβατηρίων TDV, ανήκοντα σε τρίτα άτομα, τέσσερα φωτοαντίγραφα υπ' αριθμό ..., ..., ... και ... διαβατηρίων τρίτων προσώπων μαζί με φωτοαντίγραφο άδειας παραμονής αλλοδαπών εκδοθείσα από Τ.Α. ... στο όνομα ..., φωτοαντίγραφο υπ' αριθμό ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης γάμου και αίτηση στο όνομα της, τρία φωτοαντίγραφα υπ' αριθμό ..., ... βεβαιώσεων πράσινης κάρτας, ένα πρωτότυπο υπ' αριθμό ... βεβαιώσεων πράσινης κάρτας, ένα πρωτότυπο υπ' αριθμό ... βεβαίωσης τύπου Α' εκ πρωτοτύπου πιστοποιητικού στο όνομα ..., ένα πρωτότυπο της από 12-10-1989 ληξιαρχικής πράξης γέννησης, τρία έγγραφα χειρόγραφα αντίστοιχα με ημερομηνίες 12-4-2000, 28-8-2000 και 28-8-2000 του ΑΑ και το υπ' αριθμό ... πολωνικό διαβατήριο (σχετικές εκθέσεις έρευνας και κατάσχεσης υπήρξαν αναγνωστέες κατά την καταδικαστική απόφαση).
Συνεπώς, τα πιο πάνω έγγραφα, που αποτέλεσαν αποδεικτικά στοιχεία της προκειμένης ποινικής δικογραφίας (επί της οποίας η καταδικαστική απόφαση), βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στο κατάστημα και στην οικία του αιτούντος το Νοέμβριο του 2000, και όχι, όπως ισχυρίζεται ο τελευταίος, στις 19-2-2000. Περαιτέρω, η ένορκη διοικητική εξέταση, που διενεργήθηκε, και η δικογραφία, που σχηματίστηκε, κατόπιν της άνω από 24-2-2000 ένορκης κατάθεσης του αιτούντος, σε βάρος των προαναφερομένων αστυνομικών, αφορά παραβάσεις αυτών σε σχέση με τη σύλληψη του αιτούντος για τις προγενέστερες πράξεις της κλοπής και της απόπειρας δωροδοκίας, για τις οποίες αθωώθηκε με την 57676/2000 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, και που, φερόμενες ως τελεσθείσες απ' αυτόν στις 20-2-2000, είναι άσχετες με την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας σε απάτη ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, κατ' εξακολούθηση, για την οποία ο αιτών έχει καταδικαστεί. Εξάλλου, με το 2182/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/δικών Αθηνών και το 3410/2006 βούλευμα του Συμβουλίου τούτου έπαυσε, λόγω παραγραφής, η ποινική δίωξη σε βάρος των αστυνομικών για τα αποδιδόμενα σ' αυτούς άνω πλημμελήματα, και δεν έγινε κατηγορία κατά των αστυνομικών ΕΕ και ΔΔ για το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας, πράξεις, που φέρονται ότι τελέστηκαν στις 19, 20 και 21/2-2000. Μετά δε την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης, ο αιτών κατέθεσε στις 4-9-2007 μήνυση κατά των ιδίων και πάλι αστυνομικών του Α.Τ., αλλά και εκείνων της Διεύθυνσης Αλλοδαπών ..., των μαρτύρων που εξετάστηκαν προανακριτικά για την προκειμένη δικογραφία, αλλά και των δικαστικών επιμελητών δικαστηρίων και κάθε άλλου αναμεμειγμένου στην υπόθεση αυτή, ισχυριζόμενος τα πιο πάνω και ότι ουδέποτε κλητεύθηκε νομότυπα στη γνωστή διεύθυνση της κατοικίας του επί της οδού ... και της επαγγελματικής δραστηριότητας του στην οδό ..., ..., με συνέπεια να μην εμφανιστεί στο δικαστήριο, που τον καταδίκασε. Κατόπιν τούτων και με βάση την προηγηθείσα νομική σκέψη, τα στοιχεία αυτά, ακόμη και αν θεωρηθούν νέες αποδείξεις (σε κάθε περίπτωση η επικαλούμενη μη νομότυπη κλήτευση του κατηγορουμένου, όπως προειπώθηκε, δεν αποτελεί λόγο επανάληψης της διαδικασίας), εκτιμώμενα είτε μόνα τους, είτε σε συνδυασμό με εκείνα που προσκομίστηκαν στο δικαστήριο, που καταδίκασε τον αιτούντα, δεν κάνουν φανερό -όπως απαιτεί ο νόμος- ότι ο καταδικασμένος αιτών είναι αθώος της πιο πάνω πράξης. Τα στοιχεία αυτά δεν εγγίζουν τη βεβαιότητα για την αθωότητα του αιτούντος. Η δε απλή πιθανότητα - ενόψει και της άνω αθωωτικής απόφασης - ότι ο καταδικασθείς αιτών είναι αθώος, δεν αρκεί, κατά τα προεκτεθέντα, για την επανάληψη της διαδικασίας. Σημειώνεται, τέλος, ότι η ένδικη αίτηση υποβάλλεται μετά την απόρριψη προηγουμένης, που είχε ως λόγο επανάληψης της διαδικασίας την ύπαρξη της 1607/2001 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που διέταξε την εγγραφή στο βιβλίο σωματείων του υπό σύσταση σωματείου με επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΛΛΟΔΑΠΩΝ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ - Ο ΞΕΝΟΣ" και έδρα την προαναφερομένη οδό ..., ..., γεγονός που -κατά τα ισχυριζόμενα σ' εκείνη την αίτηση από τον αιτούντα- δικαιολογεί την εύρεση των διαβατηρίων στο χώρο της επαγγελματικής του δραστηριότητας (βλ.το 1157/2007 βούλευμα του Συμβουλίου τούτου, κατά το σκεπτικό του οποίου το Δικαστήριο, που καταδίκασε τον αιτούντα, γνώριζε ότι ο τελευταίος μεριμνούσε για τη σύσταση του σωματείου αυτού)". Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αρ. 93 § 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. διότι αναφέρονται σ'αυτό τα πραγματικά περιστατικά που ηρευνήθησαν, οι αποδείξεις από τα οποία προκύπτει σαφώς ότι δεν υφίστανται νέα περιστατικά ή νέες αποδείξεις που να θεμελιώνουν το παραδεκτό της απορριφθείσης αιτήσεως επίσης αναφέρονται οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο έκρινε ότι αυτά από μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως δεν καθιστούν φανερό ότι ο αναιρεσείων ήταν αθώος ή κατεδικάσθη για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά ετέλεσε. Κατ' ακολουθίαν αυτών ο λόγος αναιρέσεως, ως εκτιμάται, περί ελλείψεως από το βούλευμα της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, όσον αφορά τα νέα γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία (απο) μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό, κατά τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, ότι ούτος είναι αθώος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος, ο οποίος υπό το πρόσχημα της ελλείψεως αιτιολογίας επιχειρεί να επιτύχει επανάκριση της υποθέσεως, είναι απαράδεκτος. Επίσης ο έτερος λόγος αναιρέσεως, περί υπερβάσεως εξουσίας από το Συμβούλιο Εφετών, εις μεγάλην έκταση της αιτήσεώς του αναιρέσεως αναπτυσσόμενος, εκ του ότι ο αναιρεσείων δεν εκλητεύθη ορθώς εις την διεύθυνση όπου διέμενε κατά την εκδίκαση (της υποθέσεως), ότε εξεδόθη η άνω 83041/2002 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, την επανάληψη της διαδικασίας της οποίας ζητεί ούτος, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Και τούτο διότι η μη νόμιμη κλήτευση του αιτούντος για να παραστεί στη δίκη, κατά την οποίαν κατεδικάσθη, δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των περιοριστικώς αναφερομένων περιπτώσεων του άρθρου 525 § 1 Κ.Π.Δ., κατά τις οποίες μόνον επαναλαμβάνεται η ποινική διαδικασία που επερατώθη με αμετάκλητη δικαστική απόφαση για πλημμέλημα ή κακούργημα. Αντιθέτως, μάλιστα, πρέπει εδώ να σημειωθεί, ότι το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών θα υπερέβαινε την εξουσία του εάν ακριβώς εξήταζε την μη νόμιμη κλήτευση του αιτούντος για την άνω δίκη, ως λόγον επαναλήψεως της διαδικασίας (Ολ.Α.Π. 66/1991). Πέραν αυτών το θέμα αυτό εκρίθη και το μεν απερρίφθη η έφεση κατά της ανωτέρω υπ'αριθμ. 83041/2002 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δια της υπ'αριθμ. 9665/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το δε απερρίφθη η κατά της τελευταίας αυτής αίτηση αναιρέσεως δια της υπ'αριθμ. 1475/2006 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου.
Μετά πάντα ταύτα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να
επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντος (άρθρο 583 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ'αριθμ. 302/20-12-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση του υπ'αριθμ. 2458/2007 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών με το οποίον απερρίφθη η από 10/7/2007 αίτησή του, για επανάληψη της διαδικασίας που επερατώθη με την υπ'αριθμ. 83041/2002 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή