Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1554 / 2008    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Τραπεζική επιταγή, Έγκληση.




Περίληψη:
Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο λόγος για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Ενεχυρική οπισθογράφηση τίτλων εις διαταγή. Ο ενεχυρούχος δανειστής και κομιστής της τραπεζικής επιταγής κατά το χρόνο εμφανίσεως και μη πληρωμής της δικαιούται σε υποβολή εγκλήσεως για έκδοση ακάλυπτης επιταγής. Δεν υπερέβη την εξουσία του το Δικαστήριο με την παραδοχή ότι κατέβαλε το ποσό της επιταγής σε προηγούμενο κομιστή, αφού η καταβολή αυτή δεν επιδρά στο αξιόποινο. Ως μόνος λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου στην προκειμένη περίπτωση καθιερώνεται η από τον υπαίτιο πλήρης αποζημίωση της κομίστριας Τράπεζας. Απορρίπτει.





Αριθμός 1554/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Θεοδώρα Γκοΐνη, Βασίλειο Κουρκάκη, Βιολέττα Κυτέα και Ελευθέριο Μάλλιο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αρκουμάνη, περί αναιρέσεως της 15556/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικειου Αθηνών. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1574/2006.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του Ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972, όποιος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και γι' αυτό απαιτείται για τη στοιχειοθέτησή του, αντικειμενικώς, αφενός μεν έκδοση έγκυρης επιταγής που συντελείται με τη συμπλήρωση των απαιτούμενων από το νόμο στοιχείων και τη θέση της υπογραφής του εκδότη επί του εντύπου και αφετέρου έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής, υποκειμενικώς δε γνώση του εκδότη, έστω και με την έννοια του ενδεχόμενου δόλου της ελλείψεως αυτής, (ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων), και τη θέληση ή την αποδοχή πραγματώσεως της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Εξάλλου, η απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν περιέχονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η εν λόγω αιτιολογία απαιτείται και για την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου, δηλαδή των ισχυρισμών που προτείνονται, είτε από τον ίδιο, είτε από το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, εφόσον βεβαίως είναι σαφείς και ορισμένοι, δηλαδή αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κατά νόμο θεμελίωσή τους, διότι αλλιώς, είναι απαράδεκτοι, οπότε δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους. Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών που δίκασε, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως προκύπτει από το αιτιολογικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, δέχτηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα, που επιτρεπτά κατ' είδος αναφέρει, ο κατηγορούμενος, στην Αθήνα, στις 30-10-2002, εξέδωσε την υπ' αριθμ. ...... επιταγή, ποσού 32.000 ευρώ, πληρωτέα σε διαταγή του ιδίου από την Τράπεζα Αττικής. Την επιταγή αυτή ο κατηγορούμενος μεταβίβασε με οπισθογράφηση στην εταιρεία με την επωνυμία ".... ΕΠΕ", αυτή με τη σειρά της στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΠΕΤΡΕΛΑΪΚΗ Α.Ε." και η τελευταία με οπισθογράφηση, λόγω ενεχύρου , στην εγκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α. Ε.". Ακολούθως η παραπάνω επιταγή εμφανίστηκε από την εγκαλούσα στην πληρώτρια πιο πάνω Τράπεζα προς πληρωμή στις 30-10-2002, ήτοι μέσα στη νόμιμη 8ήμερη προθεσμία, αλλά δεν πληρώθηκε, λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στο λογαριασμό του εκδότη κατηγορουμένου κατά το χρόνο της πληρωμής , γεγονός το οποίο γνώριζε ο κατηγορούμενος. Ο ισχυρισμός του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατηγορουμένου ότι η παραπάνω επιταγή εξοφλήθηκε με καταβολή του ποσού αυτής στην εταιρεία "..... ΕΠΕ", προς την οποία ο κατηγορούμενος είχε μεταβιβάσει, όπως εκτέθηκε, με οπισθογράφηση την επιταγή, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί επί του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, δεδομένου ότι επί του αδικήματος αυτού δεν ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση εκδότη και λήπτη της επιταγής ή των προηγούμενων οπισθογράφων. Ακολούθως, με βάση όσα αναφέρθηκαν, το Δικαστήριο έκρινε ότι στοιχειοθετείται το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, για το οποίο τον κήρυξε ένοχο και του επέβαλε ποινή φυλακίσεως 12 μηνών και χρηματική ποινή 500 ευρώ, την οποία ανέστειλε για τρία χρόνια. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην απόφασή του την κατά τα ανωτέρω απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρ. 79 του Ν. 5960/1933, όπως ισχύει, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόστηκαν. Ειδικότερα, αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι μεταβιβάστηκε στην εγκαλούσα, λόγω ενεχύρου, η ως άνω επιταγή και ορθά δέχεται ότι αυτή, ως τελευταία κομίστρια, νομιμοποιείται να εμφανίσει την επιταγή προς πληρωμή και δικαιούται σε έγκληση. Συγκεκριμένα με το άρθρο 1251 του ΑΚ, που έχει τον παράτιτλο "Ενέχυρο τίτλου σε διαταγή", ορίζεται ότι "Για την ενεχύραση τίτλου σε διαταγή αρκεί οπισθογράφησή του σε διαταγή του δανειστή, χωρίς να απαιτείται άλλη έγγραφη συμφωνία, με το άρθρο δε 1255 ΑΚ, που έχει τον παράτιτλο "ενεχύραση τίτλου σε διαταγή", ορίζεται ότι "αν αντικείμενο του ενεχύρου είναι τίτλος σε διαταγή, ο ενεχυρούχος διανειστής έχει δικαίωμα να εισπράξει μόνος και αν ακόμη δεν έληξε το ασφαλιζόμενο χρέος". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι με την ενεχυρική οπισθογράφηση όλων των τίτλων σε διαταγή, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η τραπεζική επιταγή ο δανειστής-κομιστής του τίτλου αποκτά ενέχυρο στην απαίτηση που ενσωματώνεται στον τίτλο και στον ίδιο τον τίτλο, ο ενεχυραστής οπισθογράφος παραμένει κύριος του τίτλου και ουσιαστικός δικαιούχος της απαίτησης απ' αυτόν, παρότι δεν κατέχει πλέον τον τίτλο, ο δ' ενεχυρούχος δανειστής αποκτά με την οπισθογράφηση αυτοτελή και ανεξάρτητη νομική θέση έναντι του ενεχυραστή οπισθογράφου και ασκεί με βάση το ενέχυρο το δικαίωμα εισπράξεως του τίτλου και μάλιστα στο όνομά του. Από τα παραπάνω και σε συνδυασμό τους με τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 1 και 5 του Ν. 5960/1933, όπως αυτό αντικ. με το άρθρο 1 του Ν. 1325/1972 και στη συνέχεια αντικ. και συμπληρώθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2408/1996, με τις οποίες ορίζεται ότι "παρ. 1. Ο εκδίδων επιταγήν μη πληρωθείσαν επί πληρωτού, παρ' ώ δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά τον χρόνον εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών.... και παρ. 5. Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε", σαφώς προκύπτει ότι ο ενεχυρούχος δανειστής και κομιστής της τραπεζικής επιταγής κατά το χρόνο της εμφάνισης και μη πληρωμής της δικαιούται σε υποβολή έγκλησης για την απ' αυτές προβλεπόμενη ως άνω αξιόποινη πράξη. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται στην αίτησή του ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του με την παραδοχή ότι, καίτοι αυτός κατέβαλε το ποσό της επιταγής προς την εταιρεία ..... ΕΠΕ, τούτο ουδεμία επιρροή ασκεί επί του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, αφού η καταβολή αυτή (σε προηγούμενο κομιστή) δεν επιδρά και στο αξιόποινο του εκδότη της ανωτέρω επιταγής, διότι το εν λόγω αξιόποινο δεν επηρεάζεται από την αιτία της υποκείμενης σχέσεως μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής. Το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ενόψει της φύσης της τελευταίας ως μέσου πληρωμής, πραγματώνεται με μόνη την έκδοση και μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής και ως μόνος λόγος εξαλείψεως του αξιοποίνου στην προκείμενη περίπτωση καθιερώνεται, σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 3 του Ν.5960/1933, η από τον υπαίτιο πλήρης αποζημίωση της κομίστριας της επιταγής Τράπεζας, μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή αυτής. Συνακόλουθα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος και ο λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 84 παρ. 2 στοιχ. δ' του ΠΚ, ανεξαρτήτως του ότι το Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να αποφανθεί περί τούτου, αφού δεν του υποβλήθηκε σχετικό αίτημα. Ακολούθως, αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος προς έρευνα πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί στο σύνολο, και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 18-9-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της 15556/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Μαρτίου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Ιουνίου 2008.


Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ