Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1972 / 2009    (Β, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης.




Περίληψη:
Υφαρπαγή ψευδούς βεβαιώσεως. Στοιχεία του εγκλήματος. Αιτιολογημένη καταδίκη για το έγκλημα αυτό του κατηγορουμένου, ο οποίος με την προσκομιδή εν γνώσει του πλαστού εγγράφου αλλοδαπού Δικαστηρίου στα μέλη της επιτροπής του ΚΕΕΜΕ, που είναι δημόσιοι υπάλληλοι, πέτυχε την παραπλάνηση αυτών και βεβαίωσαν αναληθώς σε δημόσιο έγγραφο ότι αυτός πληρούσε τις προϋποθέσεις να γίνει δεκτός στις εξετάσεις για μετεγγραφή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε ισχυρισμό του κατηγορουμένου, τον οποίο αυτός θεωρεί ως αυτοτελή, αλλά στην πραγματικότητα είναι αρνητικός της κατηγορίας. Απορρίπτεται η αίτηση.




Αριθμός 1972/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β' Ποινικό Τμήμα Διακοπών

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 3976/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1111/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 220 του ΠΚ, όποιος πετυχαίνει με εξαπάτηση να βεβαιωθεί σε δημόσιο έγγραφο αναληθώς περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, καθώς και όποιος χρησιμοποιεί τέτοια ψευδή βεβαίωση για να εξαπατήσει άλλον σχετικά με το περιστατικό αυτό, τιμωρείται με φυλάκιση τριών μηνών μέχρι δύο ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα κατά τις διατάξεις για την ηθική αυτουργία. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως απαιτείται α) αναληθής βεβαίωση σε δημόσιο κατά την έννοια των άρθρων 438 και 439 του Κ.Πολ.Δ., έγγραφο για περιστατικό που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή το έγγραφο από μόνο του ή ε συσχετισμό προς άλλο, να μπορεί να επιφέρει γένεση, αλλοίωση ή απώλεια δικαιώματος ή έννομης σχέσης δημόσιας ή ιδιωτικής, β) η αναληθής βεβαίωση να προκλήθηκε με οποιοδήποτε απατηλό μέσο, εξαιτίας του οποίου παρασύρθηκε ο υπάλληλος έστω και από αμέλεια ή ευπιστία στην παροχή της βεβαίωσης και γ) δόλος του δράστη που συνίσταται στη θέλησή του να προκαλέσει την αναληθή βεβαίωση και στη γνώση ότι το βεβαιούμενο στο δημόσιο έγγραφο γεγονός είναι αναληθές και μπορεί να έχει τις συνέπειες αυτές είτε για τον εαυτό του είτε για άλλον τρίτο. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Ειδικώς προκειμένου περί αντιφάσεως, αυτή μπορεί να υπάρχει είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ αυτής και του διατακτικού, γιατί προκειμένου να κριθεί η ύπαρξη αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και το δεύτερο πρέπει να στηρίζει το πρώτο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαίτερα γιατί αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεώς του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, εκτός και αν αξιώνονται για την υποκειμενική θεμελίωση του εγκλήματος η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός.
Η ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με παράθεση όλων των πραγματικών περιστατικών που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους. Αν δεν αναφέρονται τα ανωτέρω περιστατικά, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται αόριστος και το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επ' αυτού ή να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή του, το αυτό δε ισχύει και όταν ο ισχυρισμός όπως διατυπώνεται, δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής κατά την ανωτέρω έννοια, αλλά αρνητικός της κατηγορίας. Περαιτέρω, λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε του ΚΠΔ συνιστά η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχτηκε, στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 3976/2009 απόφασή του δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος προκειμένου να συμμετάσχει στις εξετάσεις μετεγγραφών της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, ακαδημαϊκού έτους 2001-2002, υπέβαλε προς την επιτροπή Κ.Ε.Ε.Μ.Ε την με ημερομηνία 6-11-2001 αίτηση-υπεύθυνη δήλωση, που έλαβε αριθμό πρωτ. ... και μαζί με την αίτηση το από 12-9-2001 με αριθμό πρωτ. ... πιστοποιητικό του Ιατρικού Πανεπιστημίου Σόφιας, Ιατρικής Σχολής, το οποίο αναφέρει: "o Χ (κατηγορούμενος) Έλληνας υπήκοος είναι εγγεγραμμένος ως τακτικός φοιτητής για το Ι- το ακαδημαϊκό έτος 1999/2000 στις 17-9-1999. Για το ακαδημαϊκό έτος 2000/2001 είναι εγγεγραμμένος για το II ακαδημαϊκό έτος και έχει επιθεωρημένο το Ι-ο, το ΙΙ-ο, το lll-ο και το IV-o εξάμηνα. Ο φοιτητής εγγράφτηκε για το III- το ακαδημαϊκό έτος 2001/2002 και δεν έχει οικονομικές υποχρεώσεις για το Ιατρικό Πανεπιστήμιο". Στη συνέχεια το εν λόγω πιστοποιητικό αναφέρει τα μαθήματα στα οποία ο κατηγορούμενος έδωσε εξετάσεις, καθώς και τη βαθμολογία την οποία έλαβε, η οποία του εξασφάλιζε την επιτυχία σε κάθε μάθημα. Με βάση το πιστοποιητικό αυτό, τα μέλη της άνω επιτροπής διεξαγωγής εξετάσεων βεβαίωσαν επάνω στην ως άνω αίτηση-υπεύθυνη δήλωση ότι αυτός γίνεται δεκτός για να συμμετάσχει στις κατατακτήριες εξετάσεις προς μετεγγραφή στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ο κατηγορούμενος, προς επιβεβαίωση των παραπάνω προσεκόμισε στη συνέχεια στην ίδια επιτροπή και το με αριθμό πρωτ. ... πιστοποιητικό του Ιατρικού Πανεπιστημίου Σόφιας-Ιατρικής Σχολής, που αναφέρει ότι ο Χ, εγγράφτηκε τακτικός φοιτητής στο 1° έτος για το 1999/2000 ακαδημαϊκό έτος και στο 2° έτος για το 2000/2001 ακαδημαϊκό έτος, επίσης ότι επιθυμεί την αποχώρησή του από το Πανεπιστήμιο για να συνεχίσει τις σπουδές του στην Ελλάδα. Ο κατηγορούμενος όμως, όπως καταθέτει ενόρκως ο πατέρας του στο ακροατήριο, "δεν γράφτηκε ως φοιτητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σόφιας στη Βουλγαρία και δεν σπούδασε στο ίδιο Πανεπιστήμιο κατά τα ακαδημαϊκά έτη 1999/2000 και 2000/2001, αλλά γράφτηκε ως φοιτητής στο Πανεπιστήμιο του ΜΠΡΝΟ της Τσεχίας, όπου σπούδασε για δύο χρόνια ιατρική και επειδή από το Πανεπιστήμιο της Τσεχίας δεν μπορούσε άμεσα να δώσει εξετάσεις για μετεγγραφή στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, πήγε στο φροντιστή του ΑΑ στη ..., ο οποίος του πρότεινε να κάνει μετεγγραφή από την Τσεχία, σε Πανεπιστήμιο στη Σόφια, όπου εκεί έδωσε ένα μάθημα". Όσον αφορά τα παραπάνω έγγραφα, ο αυτός μάρτυρας αναφέρει ότι του τα έδωσε ο ως άνω φροντιστής από τη ..., και μάλιστα ότι ο ίδιος ήλθε σε συνεννόηση μαζί του, χωρίς να ασχοληθεί με όλη τη διαδικασία ο γιος του-κατηγορούμενος. Έτσι από την κατάθεση του πατέρα του κατηγορουμένου, αλλά και από το με ημερομηνία 12-4-2002 έγγραφο του Μαζαρικού Πανεπιστημίου του ΜΠΡΝΟ-Ιατρικής Σχολής, που περιέχεται στην εκκαλουμένη απόφαση και αναγνώστηκε, το οποίο αναφέρει ότι ο Χ τελείωσε επιτυχώς το δεύτερο έτος των σπουδών του στη Γενική Ιατρική στην Ιατρική Σχολή του Μαζαρικού Πανεπιστημίου του ΜΠΡΝΟ στην Τσέχικη Δημοκρατία, προκύπτει αβίαστα ότι ο κατηγορούμενος δεν φοίτησε τα ακαδημαϊκά έτη 1999/2000 και 2000/2001 στην ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σόφιας και ότι, επομένως, τα ως άνω έγγραφα που βεβαιώνουν το αντίθετο, δεν είναι γνήσια, αλλά πλαστά. Πλαστή είναι επίσης και η με στοιχεία ... επιστολή προς το τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, που φέρεται να έχει εκδοθεί από το τμήμα της πρυτανείας του Πανεπιστημίου της Σόφιας, με σκοπό να επιβεβαιώσει τη δήθεν γνησιότητα του πρώτου από τα άνω έγγραφα, ήτοι του με αριθμό πρωτ. ..., αναφέροντας τα εξής: "Θα θέλαμε να σας πληροφορήσουμε ότι ο Χ ήταν φοιτητής του Πανεπιστημίου μας κατά τη διάρκεια των ακαδημαϊκών ετών 1999-2001 και επιτυχώς ολοκλήρωσε τα πρώτα δύο έτη των σπουδών του, όπως δηλώνεται στο ακαδημαϊκό του αντίγραφο με αριθμό αναφοράς ..., που έχει ήδη υποβάλλει. Επίσης ολοκλήρωσε όλες τις ενότητες του πρώτου και δευτέρου έτους Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου ΣΟΦΙΑΣ". Η πλαστότητα της επιστολής αυτής προκύπτει από τα παρακάτω έγγραφα: 1) τη με αριθμό ... ρηματική διακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών της Δημοκρατίας της Βουλγαρία προς την πρεσβεία της Ελληνικής Δημοκρατίας στη Σόφια και 2) από το ΤΗΛΕΑΝΤΙΓΡΑΦΗΜΑ της Πρεσβείας της Ελλάδος στη Σόφια προς το Εθνικό Και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Ιατρική Σχολή, με κοινοποίηση στο Διαπανεπιστημιακό Κέντρο Αναγνώρισης τίτλων σπουδών της Αλλοδαπής και προς το Υπουργείο Εξωτερικών, τα οποία έγγραφα έχουν ως θέμα: "Μη επιβεβαίωση γνησιότητας επιστολής του Ιατρικού Πανεπιστημίου Σόφιας με στοιχεία ... προς την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών". Από τα ως άνω έγγραφα προκύπτει με σαφήνεια και η μη γνησιότητα του ... πιστοποιητικού, που αναφέρεται στην ως άνω επιστολή.
Συνεπώς ο κατηγορούμενος προσκομίζοντας στην Κ.Ε.Ε.Μ.Ε το τελευταίο έγγραφο, το οποίο γνώριζε ότι είναι πλαστό, πέτυχε να παραπλανήσει τα μέλη της επιτροπής, ότι αυτός είχε, δήθεν, ολοκληρώσει τα δύο πρώτα ακαδημαϊκά έτη σπουδών στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου της Σόφιας, με αποτέλεσμα αυτά (τα μέλη της επιτροπής), που είναι δημόσιοι υπάλληλοι, να βεβαιώσουν, υπογράφοντας στην ως άνω αίτηση-υπεύθυνη δήλωση και θέτοντας σε αυτή σφραγίδα με την ονομασία της επιτροπής και τις ενδείξεις "Ελληνική Δημοκρατία", που κατέστη έτσι (η αίτηση- υπεύθυνη δήλωση) δημόσιο έγγραφο, ότι ο κατηγορούμενος γίνεται δεκτός στις εξετάσεις προς μετεγγραφή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται, ήτοι της υφαρπαγής ψευδούς βεβαιώσεως, κατ' αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη αυτή". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε ποινή φυλακίσεως τριών μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε για τρία έτη. Με αυτά που δέχτηκε το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει σ'αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο, τις αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 220 του ΠΚ, την οποία ορθά εφάρμοσε και δεν την παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος προσκομίζοντας στην Επιτροπή του ΚΕΕΜΕ πλαστό έγγραφο αλλοδαπού Πανεπιστημίου, το οποίο γνώριζε αυτός ότι είναι πλαστό, πέτυχε να παραπλανήσει τα μέλη της Επιτροπής που είναι δημόσιοι υπάλληλοι και να βεβαιώσουν αναληθώς σε δημόσιο έγγραφο (αίτηση και υπεύθυνη δήλωση με τη σφραγίδα και την υπογραφή τους) ότι ο κατηγορούμενος πληροί τις προϋποθέσεις να γίνει δεκτός στις εξετάσεις για μετεγγραφή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Επίσης διαλαμβάνει αιτιολογία και για την ύπαρξη του δόλου του κατηγορουμένου. Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' (κατά το πρώτο σκέλος του) και Ε του ΚΠΔ είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος υπέβαλε στο Δικαστήριο, εκτός άλλων και τους παρακάτω ισχυρισμούς: "Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, το αδίκημα δεν συγκροτείται και υποκειμενικώς, αφού αποδείχθηκε ότι δεν είχα πρόθεση να εξαπατήσω τα μέλη της επιτροπής για ο,τιδήποτε, ενώ, εξάλλου, δεν εγνώριζα είτε ότι πρόκειται να βεβαιωθεί από την Επιτροπή οποιοδήποτε αναληθές πραγματικό περιστατικό, είτε ότι η βεβαίωση αυτή γίνεται σε δημόσιο έγγραφο (ΑΠ 147/98 ΠΧρ ΜΗ/777, ΑΠ 269/94 ΠΧρ ΜΔ/466, ΑΠ 804/93 ΠΧρ ΜΓ/550). Πραγματικά, όταν προσκομίσθηκαν στην Κ.Ε.Ε.Μ.Ε. τα δικαιολογητικά, πίστευα δεδικαιολογημένως ότι ήταν νόμιμα και γνήσια. Η πεποίθηση μου αυτή ενισχύθηκε από τα εξής: Σε όλα τα, αναφερόμενα στα δικαιολογητικά, μαθήματα, πλην ενός μόνον επιμέρους μαθήματος της Ανατομίας, είχα ήδη εξετασθεί επιτυχώς στο Πανεπιστήμιο της Τσεχίας, όπου σπούδαζα, όπως προκύπτει από τα αναγνωσθέντα έγγραφα του Πανεπιστημίου αυτού. - Η διαδικασία μεταγγραφής μου στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας έγινε απλώς και μόνον για να περάσω πιο γρήγορα το μοναδικό επιμέρους μάθημα της Ανατομίας, ώστε να συμμετάσχω στις εξετάσεις μετεγγραφής μου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Με τη διαδικασία αυτή ουδόλως ασχολήθηκα εγώ (ήμουν αφοσιωμένος στη μελέτη των μαθημάτων μου), αλλ' αυτής επιμελήθηκε αποκλειστικώς ο πατέρας μου ΒΒ, ο οποίος πείστηκε για τη νομιμότητα της όλης διαδικασίας, από τον φροντιστή ..., ΑΑ. Όλες τις συνεννοήσεις, επαφές, αλληλογραφία κλπ με το Πανεπιστήμιο της Σόφιας τις ανέλαβε ο ΑΑ, ενημέρωνε δε σχετικώς αποκλειστικώς τον πατέρα μου και μόνον. Μάλιστα, για τα έξοδα της μεταγραφής και των εξετάσεων, ο πατέρας μου κατέβαλε στον τελευταίο το ποσό των 7.000 δολ. ΗΠΑ, όπως προκύπτει από τη σχετική από 25.09.01 απόδειξη. Εγώ το μόνο που έκανα ήταν να μεταβώ στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας, όπου εξετάστηκα προφορικώς στο μόνο επιμέρους μάθημα της Ανατομίας, που όφειλα, ο δε καθηγητής, που με εξέτασε, μου δήλωσε ότι η εξέταση μου ήταν επιτυχής. Ενόψει των ανωτέρω, κατά το χρόνο, κατά τον οποίο υποβλήθηκε η αίτηση για συμμετοχή μου στις εξετάσεις είχα εδραία την πεποίθηση ότι ενεργώ νομίμως, αγνοούσα δε την εκ των υστέρων φερομένη και μη αποδειχθείσα πλαστότητα των εγγράφων, που προσκομίσθηκαν από τον πατέρα μου. Άλλωστε, δεν είχα τον παραμικρό λόγο να τελέσω οποιαδήποτε αξιόποινη πράξη, αφού είχα εξετασθεί επιτυχώς σε όλα τα μαθήματα, που απαιτούντο για τη συμμετοχή μου στις εξετάσεις (πλην ενός μόνον, επιμέρους, μαθήματος της Ανατομίας). Τούτο προσεπιβεβαιώνεται και από τη μετέπειτα πορεία μου στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, όπου έχω εξετασθεί επιτυχώς στα περισσότερα μαθήματα και, μάλιστα, με υψηλές βαθμολογίες. Για τους ανωτέρω λόγους ζητώ την απαλλαγή μου, κατά πεποίθηση ή, έστω, λόγω αμφιβολιών, τόσον διότι δεν συγκροτείται, αντικειμενικώς και υποκειμενικώς, το έγκλημα, για το οποίο πρωτοδίκως καταδικάστηκα, όσο και λόγω πλάνης μου, πραγματικής, διαφορετικά νομικής, συγγνωστής, της οποίας συντρέχουν όλοι οι νόμιμοι όροι, κατά τα αναλυτικώς προεκτεθέντα". Όπως διατυπώνονται οι ανωτέρω ισχυρισμοί, αναφέρονται αποκλειστικά στην έλλειψη των υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, δηλαδή στην έλλειψη δόλου με την οποία και συνδυάζονται και έτσι αποτελούν άρνηση της κατηγορίας και όχι αυτοτελείς ισχυρισμούς, πραγματικής ή νομικής πλάνης. Επομένως το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει επί των ανωτέρω ισχυρισμών ούτε να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψή τους και γιαυτό ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ είναι και κατά το δεύτερο σκέλος του αβάσιμος. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-7-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 3976/2009 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή