Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 655 / 2009    (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αναιρέσεως απαράδεκτο, Προθεσμία.




Περίληψη:
Βούλευμα. Εκπρόθεσμη άσκηση αναιρέσεως. Απορρίπτει αίτηση ως απαράδεκτη.




Αριθμός 655/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ -----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια - Εισηγητή, Ιωάννη Παπουτσή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Φωτίου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Σεπτεμβρίου 2008, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης ..... που δεν παρέστη στο συμβούλιο, για αναίρεση της με αριθμό 4.284/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντες:1...... 2......

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητά τώρα την αναίρεση της απόφασης αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Νοεμβρίου 2007 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.956/2007.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Φώτιος Μακρής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με τη με αριθμό 196/17.4.2008 έγγραφη πρόταση του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Αντωνίου Μύτη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω ενώπιόν σας μετά της σχετικής δικογραφίας την με αριθ. 389/1-11-2007 έκθεση αναιρέσεως της ...... ασκηθείσαν, κατ' άρθρ. 465 §2 Κ.Π.Δ., υπό του παραστάντος κατά την συζήτησιν της υπόθεσης, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, πληρεξουσίου δικηγόρου της Βασιλείου Τεντόμα για λογαριασμό της παραπάνω κατηγορουμένης, κατά της υπ' αριθ. 4284/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων), ως δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δια της οποίας κατεδικάσθη σε συνολική ποινή φυλάκισης 24 μηνών, που μετετράπη προς 4, 40 ευρώ ημερησίως, κατ' επαύξησιν της ποινής φυλακίσεως 12 μηνών κατά έξι (6) μήνας εξ' εκάστης των λοιπών πράξεων και επάγομαι τα ακόλουθα: Ι) Κατά την διάταξη του άρθρ. 501 §1 εδ. α' Κ.Π.Δ., αν κατά την συζήτηση της υπόθεσης ο εκκαλών δεν εμφανισθεί αυτοπροσώπως, ή αν συντρέχει περίπτωση του άρθρ. 340 §2 του ίδιου κώδικα, σε πταίσματα και πλημμελήματα, ήδη δε μετά την αντικατάσταση της διάταξης αυτής με το άρθρ. 13 του ν.3346/2005 και σε κακουργήματα, επιτρέπεται να εκπροσωπείται ο κατηγορούμενος από συνήγορο, τον οποίο διορίζει με έγγραφη δήλωσή του, η οποία δίδεται κατά τις διατυπώσεις του άρθρ. 42 §2 εδ. γ' Κ.Π.Δ. Στην περίπτωση αυτή ο εκκαλών θεωρείται παρών και ο συνήγορός του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Περαιτέρω κατά το άρθρ. 465 §2 εδ. α' Κ.Π.Δ., το ένδικο μέσο κατά της καταδικαστικής αποφάσεως, που παρέχεται σ' εκείνον, ο οποίος κατεδικάσθη, μπορεί να ασκηθεί για λογαριασμό του και από τον συνήγορο, που είχε παραστεί κατά την συζήτηση της υπόθεσης. Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρ. 473 §§1, 3 Κ.Π.Δ., συνάγεται ότι η κατά του εκκαλούντος, που εκπροσωπήθη πλήρως από τον διορισθέντα με παρεμπίπτουσα απόφαση συνήγορο, εκδοθείσα απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, λογίζεται ότι εδημοσιεύθη με την πραγματική παρουσία του εκκαλούντος και ότι η τασσομένη προς άσκηση της κατά της αποφάσεως αυτής αναιρέσεως με δήλωση του κατηγορουμένου ενώπιον του αρμοδίου υπαλλήλου, που ορίζεται εντός δέκα ημερών από την καταχώρηση της τελεσίδικης απόφασης καθαρογραμμένης εις το ειδικό βιβλίο που τηρείται από την γραμματεία του Ποινικού Δικαστηρίου και δεν είναι αναγκαία η προς τον εκκαλούντα επίδοσή της, αφού αυτός δικάζεται σαν να είναι παρών. Τέλος, εν όψει της γενικής αρχής του δικαίου, κατά την οποία κανένας δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, επιτρέπεται η εκπρόθεσμη άσκηση οποιουδήποτε ενδίκου μέσου, όταν συντρέχει λόγος ανωτέρας βίας ή ανυπερβλήτου κωλύματος. Στην περίπτωση όμως αυτή εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο οφείλει, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρ. 474 §2 Κ.Π.Δ., να διαλάβει στην σχετική έκθεση ή αίτηση τα περιστατικά της ανωτέρας βίας ή του ανυπερβλήτου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο και συγχρόνως να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά. Ανωτέρα βία που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του ενδίκου μέσου είναι γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμελείας και συναινέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ασκούντος το ένδικο μέσο διαδίκου και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο (Ολ. Α.Π. 15/1987 και 763/1987). Περαιτέρω, κατ' άρθρ. 476 §1 Κ.Π.Δ., η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται, ως απαράδεκτος, αφού κληθεί ο αναιρεσείων για να προσέλθει στο Συμβούλιο και εκθέσει τις απόψεις του (Α.Π. 1711/2005 Ποιν.Χρ. ΝΕ' σελ. 1084, Α.Π. 2034/2004 Ποιν.Χρ. ΝΕ' σελ. 737). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για την έρευνα του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως προκύπτουν τα ακόλουθα: Με παρεμπίπτουσα, ταυτάριθμη με την προσβαλλόμενη, απόφαση επετράπη η εκπροσώπηση της μη εμφανισθείσης εκκαλούσης - κατηγορουμένης (αναιρεσείουσας) από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Τεντόμα ενώπιόν του, ως εφετείου δικάσαντος, Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων), κατά την εκδίκαση της ασκηθείσης εφέσεως της κατά της υπ' αριθ. 39084/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επομένως η κατηγορουμένη - εκκαλούσα εδικάσθη σαν να ήταν παρούσα. Όπως δε προκύπτει από την βεβαίωση του αρμοδίου γραμματέως, η προσβαλλομένη απόφαση κατεχωρήθη καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων) την 18-9-2007, ενώ η έκθεση αναιρέσεως ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών συνετάχθη την 1-11-2007, ήτοι μετά την πάροδον της ως άνω δεκαημέρου προθεσμίας. Η αναιρεσείουσα για να δικαιολογήσει το εκπρόθεσμο της υπό κρίσιν αιτήσεως αναιρέσεως, ισχυρίζεται με την ως άνω δήλωσή της ότι "... η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα και παρά τον νόμο καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο αναιρέσεων στις 18-9-07 αφού ενέπιπτε εντός της χρονικής περιόδου διακοπής λειτουργίας των δικαστηρίων λόγω των βουλευτικών εκλογών της 16-9-2007, αλλά και ειδικότερα επειδή ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας κ. Βασίλειος Τεντόμας ευρίσκετο απομεμακρυσμένος στην βορειοτάτη και πιο ακριτική περιοχή της Ελλάδος, δηλαδή στον Νομό Έβρου, ... για να επιτελέσει το λειτούργημα του Δικαστικού Αντιπροσώπου ... Αλλά τυγχάνει και απορίας άξιον πώς, κατά την συγκεκριμένη χρονική περίοδο, που δια νόμου είχε απαγορευθεί η λειτουργία παντός Δικαστηρίου ... μέχρι και την 24-9-2007 άπαντα τα Δικαστήρια δεν λειτουργούσαν και δεν είχαν κανένα δικαίωμα οι αρμόδιοι γραμματείς να καταχωρήσουν μια απόφαση σε απαγορευμένη ημερομηνία ...". Ο παραπάνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω των βουλευτικών εκλογών, δεν συνεπάγεται και την αναστολή της λειτουργίας της γραμματείας των δικαστηρίων, που να καθιστά αδύνατη την δια δηλώσεως ενώπιον του αρμοδίου γραμματέως άσκηση της αναιρέσεως ούτε και επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι δεν ηδυνήθη να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, συνεπεία της υπ' αυτού επικαλουμένης αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω των βουλευτικών εκλογών, αλλ' εσφαλμένως υποστηρίζει ότι παρανόμως η αρμοδία υπάλληλος της γραμματείας του ως άνω Δικαστηρίου κατεχώρησε την προσβαλλομένην ως άνω απόφαση εις το ειδικό βιβλίο. Ο περαιτέρω δε ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της, κατά τον εκτεθέντα χρόνον εξετέλεσε καθήκοντα Δικαστικού αντιπροσώπου, δεν αποτελεί λόγον ανωτέρας βίας, καθόσον είχε την δυνατότητα να αναθέσει την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως εις έτερον δικηγόρον. Άλλωστε το επικαλούμενο ανωτέρα βία γεγονός αυτό έληξε την 21-9-2007 και η αναιρεσείουσα είχε την δυνατότητα να ασκήσει την αναίρεσή της κατά τις υπολειπόμενες ημέρες μέχρι την 8-10-2007, οπότε έληξε η προθεσμία ασκήσεως της αναιρέσεως, κατ' άρθρ. 473 §2 Κ.Π.Δ. Επομένως η μη εμπρόθεσμη άσκηση της αναιρέσεως δεν οφείλεται σε ανωτέρα βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα, αλλά σε αδράνεια της ιδίας της αναιρεσείουσας, για την οποία δεν προβάλλει κανένα λόγο, που να καθιστά αντικειμενικά ή υποκειμενικά αδύνατη την εντός εικοσαημέρου προθεσμίας άσκηση της αναιρέσεως (Α.Π. 470/1994 Ποιν.Χρ. ΜΔ' σελ. 624). Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτησις αναιρέσεως, ως απαράδεκτη και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρ. 583 §1, 476 §1 Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Προτείνω: Να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, η υπ' αριθ. 389/1-11-2007 αίτηση αναιρέσεως της ...., κατά της υπ' αριθ. 4284/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (επί πλημμελημάτων), ως δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου. Να επιβληθούν τα έξοδα εις βάρος της αναιρεσείουσας.
Αθήναι 14/12/2007
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Αντώνιος Μύτης".

Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που αναφέρθηκε στην προαναφερόμενη έγγραφη εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε και αφού διαπιστώθηκε από την επί του φακέλου της δικογραφίας σημείωση του Γραμματέα της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ότι ειδοποιήθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 476 παρ. 1 ΚΠΔ, ο αντίκλητος της αναιρεσείουσας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 507 παρ. 1, 473 παρ. 1 και 3 και 474 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, συνάγεται ότι η προθεσμία για την άσκηση του ένδικου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά αποφάσεως με δήλωση στον γραμματέα του δικαστηρίου που την εξέδωσε, είναι δεκαήμερη και αρχίζει από τη δημοσίευση με παρόντα τον δικαιούχο, χωρίς όμως να αρχίζει η προθεσμία αυτή πριν από την καταχώριση της τελεσίδικης αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο καθαρογραφημένων αποφάσεων, που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 340 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, που διόρισε νομίμως, τότε αυτός θεωρείται παρών και ο συνήγορος του ενεργεί όλες τις διαδικαστικές πράξεις γι' αυτόν. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε κατά του εκκαλούντος, που εκπροσωπήθηκε πλήρως από τον συνήγορο τον οποίο διόρισε, λογίζεται ως δημοσιευθείσα με την πραγματική παρουσία του εκκαλούντος, η δε προθεσμία για την άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως κατ' αυτής αρχίζει από την ως άνω καταχώρισή της στο προαναφερόμενο ειδικό βιβλίο και δεν είναι αναγκαία η επίδοση της προς τον εκκαλούντα, αφού αυτός δικάζεται σαν να ήταν παρών. Περαιτέρω, ενόψει της γενικής αρχής του δικαίου, κατά την οποία κανείς δεν μπορεί να υποχρεωθεί στα αδύνατα, επιτρέπεται η εκπρόθεσμη άσκηση οποιουδήποτε ένδικου μέσου, όταν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας ή ανυπέρβλητου κωλύματος. Στην περίπτωση όμως αυτή, εκείνος που ασκεί εκπρόθεσμα το ένδικο μέσο, οφείλει, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 474 παρ. 2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να διαλάβει στη σχετική αίτηση ή έκθεση τα περιστατικά της ανώτερης βίας ή του ανυπέρβλητου κωλύματος, εξαιτίας των οποίων δεν άσκησε εμπρόθεσμα το ένδικο μέσο και συγχρόνως να επικαλεσθεί τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία αποδεικνύονται τα περιστατικά αυτά. Ανώτερη βία, που δικαιολογεί την εκπρόθεσμη άσκηση του ένδικου μέσου είναι γεγονός απρόβλεπτο και εξαιρετικό, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν μπορούσε να αποτραπεί με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως, ανυπέρβλητο δε κώλυμα θεωρείται εκείνο, το οποίο οπωσδήποτε δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα εκείνου του διαδίκου, που ασκεί το ένδικο μέσο και δεν μπορούσε να υπερνικηθεί από αυτόν με κανένα τρόπο. Τέλος, κατά το άρθρο 476 παρ. 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η εκπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτη και καταδικάζεται ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα.
Εν προκειμένω, από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο 'Αρειος Πάγος, για την έρευνα του παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με παρεμπίπτουσα, ταυτάριθμη με την προσβαλλόμενη απόφαση, επιτράπηκε η εκπροσώπηση της εκκαλούσας κατηγορουμένης, η οποία δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που δίκαζε σε δεύτερο βαθμό, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Τεντόμα, κατά την εκδίκαση εφέσεως της κατά της 39.084/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Επομένως η εκκαλούσα κατηγορουμένη δικάσθηκε σαν να ήταν παρούσα. Όπως δε προκύπτει από τη βεβαίωση του αρμόδιου γραμματέως, η προσβαλλόμενη απόφαση καταχωρίστηκε καθαρο-γραφημένη στο ειδικό βιβλίο του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών στις 18 Σεπτεμβρίου 2007, ενώ η έκθεση αναιρέσεως ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών συντάχθηκε την 1η Νοεμβρίου 2007, δηλαδή μετά την πάροδο της ως άνω δεκαήμερης προθεσμίας. Η αναιρεσείουσα για να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της αναιρέσεώς της ισχυρίσθηκε με την ως άνω δήλωσή της τα εξής: "...Η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα και παρά τον νόμο καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο αναιρέσεων στις 18.9.07, αλλά και ειδικότερα επειδή ο πληρεξούσιος δικηγόρος της αναιρεσείουσας κ. Βασίλειος Τεντόμας ευρίσκετο απομεμακρυσμένος στην βορειότατη και πιο ακριτική περιοχή της Ελλάδος, δηλαδή στον Νομό Έβρου, ...για να επιτελέσει το λειτούργημα του Δικαστικού Αντιπροσώπου...Αλλά τυγχάνει και απορίας άξιον πώς, κατά την συγκεκριμένη χρονική περίοδο, που διά νόμου είχε απαγορευθεί η λειτουργία παντός Δικαστηρίου... μέχρι και την 24.9.2007 άπαντα τα Δικαστήρια δεν λειτουργούσαν και δεν είχαν κανένα δικαίωμα οι αρμόδιοι γραμματείς να καταχωρήσουν μια απόφαση σε απαγορευμένη ημερομηνία...". Ο παραπάνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η αναστολή της λειτουργίας των δικαστηρίων, λόγω των βουλευτικών εκλογών, δεν συνεπάγεται και την αναστολή της λειτουργίας της γραμματείας των δικαστηρίων, που να καθιστά αδύνατη την καταχώριση καθαρογραμμένης απόφασης στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου ή την άσκηση της αναιρέσεως με δήλωση ενώπιον του αρμόδιου γραμματέως, ούτε άλλωστε επικαλείται η αναιρεσείουσα ότι δεν μπόρεσε να ασκήσει το ένδικο μέσο της αναιρέσεως, συνεπεία της ως άνω αναφερομένης αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων. Ο περαιτέρω δε ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της κατά τον προεκτεθέντα χρόνο εκτελούσε καθήκοντα δικαστικού αντιπροσώπου δεν αποτελεί λόγο ανώτερης βίας, διότι είχε τη δυνατότητα να αναθέσει την άσκηση αναιρέσεως σε άλλο δικηγόρο, Άλλωστε το επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα ως ανώτερη βία ως άνω γεγονός, έληξε στις 24 Σεπτεμβρίου 2007 και από τότε η αναιρεσείουσα είχε όλη τη δυνατότητα να ασκήσει την αναίρεσή της εντός είκοσι ημερών, σύμφωνα με το άρθρο 473 παρ. 2 ΚΠΔ. Επομένως, η μη εμπρόθεσμη άσκηση της αναιρέσεως δεν οφείλεται σε ανώτερη βία ή ανυπέρβλητο κώλυμα και πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ως απαράδεκτη, να επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα εις βάρος της αναιρεσείουσας (άρθρα 583 παρ. 1 και 476 παρ. 1 ΚΠΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 389/1.11.2008 αίτηση αναιρέσεως της κατηγορουμένης ...... κατά της 4.284/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων είκοσι ευρώ (220€).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Οκτωβρίου 2008. Και
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΚΑΙ ΗΔΗ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

<< Επιστροφή