Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1852 / 2009    (Β, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Περίληψη:
Η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά την συζήτηση στο ακροατήριο δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθ. 171 §1 περ. δ' ΚΠΔ και ιδρύει τον από το άρθ. 510§1 στοιχ. Α' ΚΠΔ. Δεν δημιουργείται τέτοια ακυρότητα, όταν από το διατακτικό σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της απόφασης προκύπτει με σαφήνεια, σε ποια έγγραφα στήριξε το δικαστήριο την κρίση του. Πότε υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία καταδικαστικής ποινικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το στοιχ. Δ' της ως άνω διάταξης λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας (α) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, εφόσον αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της (β) αρκεί να μνημονεύονται τ' αποδεικτικά μέσα γενικά και κατά το είδος τους, χωρίς ν' απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από κάθε ένα απ' αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, αρκεί μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τ' αποδεικτικά στοιχεία και όχι μόνο μερικά απ' αυτά. Απορρίπτει αίτηση αναίρεσης.




Αριθμός 1852/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα, Νικόλαο Πάσσο-Εισηγητή, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λαμπράκη, για αναίρεση της 39958/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1180/2009.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 329, 331,333, 364 παρ. 1 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου εγγράφου που δεν αναγνώσθηκε κατά την συζήτηση στο ακροατήριο δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατ' άρθ. 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠΔ και ιδρύει τον από το άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατ' άρθ. 358 ΚΠΔ δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης που συντάσσονται δεν είναι απαραίτητο να καταχωρείται το περιεχόμενο του εγγράφου που αναγνώσθηκε, πρέπει, όμως, να αναγράφονται τα στοιχεία που το προσδιορίζουν, ώστε να μπορεί να διαγνωσθεί σε ποια έγγραφα στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου και αν αυτά έχουν πραγματικά αναγνωσθεί, διότι διαφορετικά παραβιάζονται οι πιο πάνω διατάξεις που επιβάλλουν την ανάγνωση στο ακροατήριο των εγγράφων που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο για την ενοχή του κατηγορουμένου. Δεν δημιουργείται, όμως, ακυρότητα, όταν από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της απόφασης προκύπτει με σαφήνεια σε ποια έγγραφα στήριξε το δικαστήριο την κρίση του. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλομένη 39958/2009 απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών ο κατηγορούμενος, και τώρα αναιρεσείων, κηρύχθηκε ένοχος έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δέκα πέντε ( 15) μηνών και χρηματική ποινή 1500€. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό της απόφασης αυτής, το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του περί ενοχής του κατηγορουμένου έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα που φέρονται στα πρακτικά ότι αναγνώσθηκαν, δηλ. και όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την προσβαλλομένη απόφαση πρακτικά την εκκληθείσα απόφαση και τα πρακτικά της "και τα έγγραφα". Και ναι μεν αυτά αναφέρονται χωρίς άλλον ειδικότερο προσδιορισμό, πλην όμως από τον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης σαφώς προκύπτει ότι πέραν των ανωτέρω, ειδικά κατονομαζομένων, ελήφθη υπόψη, αναγκαίως άλλωστε και αυτονοήτως, και η επίμαχη επιταγή, από την οποία, όπως ρητά αναφέρεται στο διατακτικό, προέκυψε η έκδοση και μη πληρωμή αυτής καθώς και τα περιεχόμενα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης εγγράφου που αναφέρεται στην προσβαλλομένη ότι αναγνώσθηκαν τα πρακτικά αυτά. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από το άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠΔ. II.- Η απαιτουμένη από τα άρθ. 93 παρ. 3 του Συντάγματος 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τα άρθ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει, προκειμένου για καταδικαστική απόφαση, όταν εκτίθενται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα, για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, εφόσον αυτό περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της β) Αρκεί να μνημονεύονται τ' αποδεικτικά μέσα γενικά και κατά το είδος τους, χωρίς ν' απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από κάθε ένα απ' αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσης, αρκεί μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τ' αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά μόνο απ' αυτά. Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως εφετείο, με την προσβαλλομένη 39958|2009 απόφαση του και όπως προκύπτει από το αιτιολογικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της, παραδεκτά αλληλοσυμπληρούμενα ως αποτελούντα ενιαίο σύνολο, δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, συνεκτιμώντας τ' αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει, δηλ. τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης και τ' αναγνωσθέντα έγγραφα που αναφέρονται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλομένη απόφαση πρακτικά, ότι ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων ως νόμιμος εκπρόσωπος και πρόεδρος του ΔΣ της ανώνυμης εταιρείας " PREMIUM FINANCE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΕΙΡΕΙΑ ΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΒΙΒΑΣΗΣ ΕΝΤΟΛΩΝ" με τον διακριτικό τίτλο "PREMIUM FINANCE ΑΕΛΔΕ" εξέδωσε στην ... την 28-12-2001 την με αριθ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή της Γενικής Τράπεζας της Ελλάδος, ποσού 14.000.000 δρχ. (41.985,84 €), πληρωτέα σε διαταγή της μηνύτριας εταιρείας G.N. TRAVEL από τον με αριθ. ... λογαριασμό, η οποία αφορούσε την πληρωμή εισιτηρίων (ακτοπλοϊκών και αεροπορικών) για τις ανάγκες της ως άνω ανώνυμης εταιρείας, ότι την επιταγή αυτή η μηνύτρια εταιρεία κατέθεσε ως αξία σε ενέχυρο στην Τράπεζα EFG Eurobank Ergasias AE (κατάστημα ...), ότι η ως άνω επιταγή εμφανισθείσα εμπροθέσμως προς πληρωμή την 28-12-2001 στην παραπάνω Τράπεζα (EFG Eurobank Ergasias) δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων στον παραπάνω λογαριασμό της εκδότριας, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος και όπως αυτό βεβαιώθηκε με βεβαίωση του αρμοδίου τραπεζικού υπαλλήλου επί του σώματος της επιταγής, κατόπιν ρητής εξουσιοδότησης της τράπεζας, στην οποία ετηρείτο ο λογαριασμός, ότι η μηνύτρια εταιρεία πλήρωσε το ποσό της επιταγής στην ως άνω τράπεζα και έλαβε το σώμα αυτής, ως εκ τούτου δε τυγχάνει νόμιμη από αναγωγή κομίστρια της επίδικης επιταγής και ότι κατά συνέπεια ο κατηγορούμενος τέλεσε την αποδιδομένη σ' αυτόν πράξη και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος γι' αυτήν. Με τις παραδοχές του αυτές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την απαιτουμένη ως άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με παραδεκτή συμπλήρωση του αιτιολογικού από το διατακτικό, του οποίου το αιτιολογικό ουδόλως αποτελεί απλή αντιγραφή και επανάληψη, αφού εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος και δη ότι α) εξέδωσε κατά τον προσδιοριζόμενο χρόνο και στον αναφερόμενο τόπο την επίμαχη επιταγή ως νόμιμος εκπρόσωπος της ως άνω εταιρείας, β) η επιταγή αυτή εμφανίσθηκε εμπρόθεσμα προς πληρωμή αλλά δεν πληρώθηκε ελλείψει αντιστοίχων διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα, γεγονός που γνώριζε ο κατηγορούμενος, γ) η μη πληρωμή της επιταγής βεβαιώθηκε νόμιμα επ' αυτής δ) η μηνύτρια πλήρωσε το ποσό της επιταγής στην τράπεζα, την έλαβε στην κατοχή της και ήταν νόμιμη από αναγωγή κομίστρια αυτής, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 1 και 5 ν. 5960/1933, τις οποίες ορθά εφάρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει εκ πλαγίου και να στερήσει έτσι την απόφαση του από νόμιμη βάση. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί και ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς όλα τα σκέλη του, με τα οποία ειδικότερα: α) Ο αναιρεσείων αβασίμως αιτιάται ότι το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης περιορίζεται σε απλή αντιγραφή του διατακτικού, απαραδέκτως δε, καθόσον πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης, ότι το δικαστήριο δεν προέβη σε αξιολογική συσχέτιση των μαρτυρικών καταθέσεων με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, β) Απαραδέκτως επίσης προβάλλεται ότι με την προσβαλλομένη απόφαση δεν αξιολογήθηκαν οι καταθέσεις των αναφερομένων εκεί μαρτύρων, καθόσον και αυτός ο λόγος αναφέρεται στην κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης, γ) Προβάλλεται αβασίμως ότι στο σκεπτικό της απόφασης αναφέρεται ότι η τέλεση της αποδιδόμενης στον κατηγορούμενο αξιόποινης πράξης αποδείχθηκε μεταξύ άλλων και " από τα έγγραφα των οποίων έγινε η ανάγνωση στο ακροατήριο", ενώ από τα ταυτάριθμα πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αναγνώσθηκε στην ουσία ένα έγγραφο και δη τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, όπως, όμως, προαναφέρθηκε, από τον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης σαφώς συνάγεται, ότι πέρα των ρητώς αναφερομένων στα πρακτικά ως αναγνωσθέντων εγγράφων, δηλ. της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και των σχετικών πρακτικών, αναγνώσθηκε, αυτονοήτως άλλωστε, και η επίμαχη επιταγή και τα αναφερόμενα στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, στα οποία γίνεται ρητή αναφορά.
Σύμφωνα με όλα τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθ. 583 παρ. 3 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-7-2009 αίτηση του Χ για αναίρεση της 39958|2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή