Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 103 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Θέμα
Παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.




Περίληψη:
Λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 εδ. β΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας – Λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Για την πληρότητα και το ορισμένο του λόγου αναίρεσης της παράβασης των διδαγμάτων κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παραβίαση. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου ή των διαδίκων, που αντλούνται από το νόμο ή από το πραγματικό υλικό, για την ενίσχυση, την παραδοχή ή απόκρουση των αιτήσεων ή ενστάσεων, δεν συνιστούν παραδοχή επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν «αιτιολογία» της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή μομφή γι΄ αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια στο πλαίσιο του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.




Αριθμός 103/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Α. χήρας Ν., το γένος Π. Β., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Κούκιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Α. του Σ., κατοίκου …, που παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ξαπλαντέρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/9/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 4/4/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3908/2005 μη οριστική, 867/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 955/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6/5/2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ερωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 4/5/2010 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Λεωνίδα Ζερβομπεάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 6/5/2008 αιτήσεως αναιρέσεως της 955/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο δε κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι όροι εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 4/2005 και 36/1988). Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1718 και 1721 παρ. 1 εδ. α' ΑΚ σαφώς συνάγεται ότι είναι άκυρη η ιδιόγραφη διαθήκη εφόσον αυτή δεν έχει γραφεί ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη και δεν έχει χρονολογηθεί και υπογραφεί από αυτόν. Ο νόμος απαίτησε την καθ' ολοκληρίαν γραφή της ιδιόγραφης διαθήκης από το χέρι του ίδιου του διαθέτη προς διασφάλιση της γνησιότητας και του περιεχομένου της τελευταίας βούλησης του διαθέτη, μη επιτρέποντας την επέμβαση ξένης χειρός σ' αυτήν, και, εφόσον δεν διακρίνει, απαιτείται να είναι ιδιοχείρως γραμμένη ολόκληρη η διαθήκη απ' αρχής μέχρι τέλους, το οποίο επισημαίνεται με την επίσης ιδιοχείρως γραμμένη υπογραφή του διαθέτη (ΑΠ 1155/2005 ΕλΔνη 48, 1682).
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, τα εξής: "Στις 21-9-2002, απεβίωσε στην οικία του, στο …. επί της οδού…. αριθμ. …, σε ηλικία 79 ετών, ο Ν. Α. του Σ. και της Κ., αδελφός του ενάγοντος και σύζυγος της εναγομένης, από γάμο που τελέσθηκε το 1998, δεύτερος για τον αποβιώσαντα και τρίτο για την εναγομένη, χωρίς να αφήσει κατιόντες. Ο θάνατός του προήλθε από οξύ πνευμονικό οίδημα, το οποίο ήταν αποτέλεσμα της χρόνιας ισχαιμικής καρδιοπάθειας και της ανεπάρκειας της μιτροειδούς βαλβίδος από τις οποίες έπασχε. Τα χρόνια αυτά καρδιαγγειακά νοσήματα και η εξαιτίας αυτών κακή οξυγόνωση του οργανισμού του αποβιώσαντος σε συνδυασμό και με την αρτηριοσκλήρυνση, η οποία πριν οπό το έτος 1980 του είχε προκαλέσει δύο εγκεφαλικά επεισόδια, είχαν επιφέρει σε αυτόν βαρείες σωματικές αναπηρίες και βλάβες, που ήταν έκδηλες με σταδιακή επιδείνωση κατά το τελευταίο προ του θανάτου του έτος. Ειδικότερα, αυτός κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα πριν το θάνατό του, δεν μπορούσε να κινηθεί μόνος, αλλά υποβασταζόμενος, καθώς επίσης να χρησιμοποιεί με σταθερότητα τα χέρια του, σε βαθμό που ήταν αδύνατον να γράφει μόνος του ακόμη και υποβοηθούμενος. Έπασχε δε από καταρράκτη στον αριστερό οφθαλμό, εξαιτίας του οποίου είχε χειρουργηθεί στις 5-4-2000 καθώς και από άλλες οφθαλμικές παθήσεις (βλ. ιδία την από 27-4-2000 καταχώρηση στο βιβλιάριο υγείας του ΙΚΑ του αποβιώσαντος, στη σελ. 29), εξαιτίας των οποίων (παθήσεων) είχε μειωθεί η όραση του, δύσκολα αναγνώριζε πρόσωπα και δεν μπορούσε να διαβάζει, υπέγραφε δε μηχανικά και με ιδιαίτερη δυσκολία στα σημεία που θα τοποθετούσε κάποιος το χέρι του. Ο αποβιώσας, το έτος 2000 με το υπ' αριθμ. …/8-11-2000 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Ασημάκη Γκιούσα δώρισε στον ενάγοντα, προς τον οποίο έτρεφε μέχρι το θάνατο του ιδιαίτερα αισθήματα αγάπης, ένα ελαιοπερίβολο, που βρίσκεται στη θέση …της περιφέρειας της πρώην Κοινότητας και ήδη Δημοτικού Διαμερίσματος … του Δήμου … του Νομού …, έκτασης 1300 τ.μ. Κατόπιν τούτου, το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του (αποβιώσαντος), κατά το χρόνο του θανάτου του, ήταν μία οικοδομή, που βρίσκεται επί της οδού … αρ…, στο …, και αποτελείται από υπόγειο, ισόγειο, πρώτο και δεύτερο όροφο. Στο δεύτερο από τους ανωτέρω ορόφους κατοικεί η εναγομένη, ενώ οι υπόλοιποι τρεις όροφοι της οικοδομής είναι μισθωμένοι σε τρίτους. Ο ως άνω αποβιώσας, με την από 15-9-1980 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 525/31-1-2003 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 156/2003 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο του σε όλη την κληρονομιαία περιουσία του τον ενάγοντα. Επίσης, ο ίδιος φέρεται ότι έχει συντάξει μία ημέρα προ του θανάτου του, ήτοι την 20-9-2002, την επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη, που δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 3136/6-6-2003 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 1164/6-6-2003 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Το όλο περιεχόμενο της παραπάνω επίδικης διαθήκης αποτελούμενη από πέντε (5) στίχους συμπεριλαμβανομένης και της υπογραφής έχει ως ακολούθως: " 20-9-02 Εγώ ο Ν. Α. αφήνω τη σύζυγο μου Μ. 1° και 2° όροφο και ότι υπάρχη δικά της" ενώ κάτω από το χειρόγραφο κείμενο ακολουθεί η χειρόγραφη αναγραφή "ο σύζυγος" και δίπλα υπογραφή. Η διαθήκη, όμως αυτή, η δημοσίευση και η κήρυξη της οποίας ως κυρίας έγιναν με την επιμέλεια της εναγομένης, δεν έχει γραφεί, δεν έχει χρονολογηθεί και δεν έχει υπογραφεί με το ίδιο το χέρι του διαθέτη. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει ο περιλαμβανόμενος στον κατάλογο πραγματογνωμόνων που τηρείται στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου Δικαστικός Γραφολόγος Δ. Ι. Θ. στην από 18-1-2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Ειδικότερα, αυτός, αντιπαραβάλλοντας την υπό έλεγχο υπογραφή της ιδιόγραφης διαθήκης προς δέκα τουλάχιστον αναμφισβήτητης γνησιότητας υπογραφές του διαθέτη, τεθειμένες στα πλησιόχρονα έγγραφα ήτοι τα από 15-7-1997, 1-1-1998 και 22-9-2000 ιδιωτικά συμφωνητικά επαγγελματικής μίσθωσης, τις από 28-2-1995, 26-12-1999, 25-11-2000, 27-4-2001 και 27-11-2001 δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος και το υπ' αριθμ…./8-11-2000 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Γκιούσα και τη γραφή του διαθέτη προς τη γραφή ιδιόχειρων σημειώσεων του και συγκεκριμένα την από 15-9-1980 ιδιόγραφη διαθήκη του (που του παραδόθηκε από τον ενάγοντα), τις χειρόγραφες εντός ερυθρού κύκλου ιδιόγραφες ενδείξεις επί τηλεφωνικού καταλόγου και τις χειρόγραφες ενδείξεις επί μικρού τετραδίου (που του παρεδόθησαν από την εναγομένη), αποφαίνεται τα ακόλουθα: Η υπό κρίση και έλεγχο διαθήκη σαν ολικό γραφικό σύνολο, σαν ολική γραφική εικόνα από απόψεως χαράξεως και σχηματοποιΐας της γραφής, διαφέρει πασίδηλα από το σύνολο των Δειγματικών γραφών του Ν. Α., παρά την καταβληθείσα ανεπιτυχή προσπάθεια δουλικής απομιμήσεως αυτής από τον αυτουργό της πράξης. Παρατηρείται επιδιόρθωση πολλών γραμμάτων με σκοπό να ομοιάσουν προς τη γραφή του Ν. Α., καθόσον ο πλαστογράφος δεν ικανοποιήθηκε από την αρχική απομίμηση και επανήλθε με επιδιορθώσεις ευκρινών γραμμάτων. Σημειωτέον, ότι ο αυθεντικός συγγραφεύς ενός ιδιόγραφου κειμένου δεν διορθώνει ευκρινή γράμματα, αλλά μόνον δυσανάγνωστα. Παρατηρείται επίσης χαρακτηριστική διαφορά στην κλίση της γραφής. Έτσι, ενώ η κλίση της γραφής του Ν. Α. είναι κατά κανόνα κάθετη στον γραφικό στίχο, η κλίση της γραφής στη διαθήκη παρουσιάζει κλίση προς τα δεξιά, Παρά την καταβληθείσα προσπάθεια απομιμήσεως του γραφικού χαρακτήρος του διαθέτη στην υπό κρίση διαθήκη με τη μέθοδο της "Δουλικής ή Ζωγραφικής απομιμήσεως" από τον αυτουργό της πράξεως, παρατηρούνται κραυγαλέες δομικές διαφορές μεταξύ των γραμμάτων κεφαλαίων και μικρών, των σημείων στίξεως και των αραβικών αριθμών του χειρόγραφου κειμένου, και της κάτωθι αυτού υπογραφής. Από τη γενόμενη συγκριτική αντιπαραβολή του δείγματος γραφής της εναγομένης και της υπό κρίση διαθήκης, αυτή δεν εχαράχθη δια των χειρών της. Από όλα αυτά δε συνάγεται, ότι η υπό κρίση διαθήκη δεν εγράφη, δεν χρονολογήθηκε και δεν υπεγράφη από το Ν. Α. αλλά από άλλο άγνωστο φυσικό πρόσωπο με τη μέθοδο της ανεπιτυχούς βραδείας δουλικής απομιμήσεως της γραφής του Ν. Α. και συνεπώς αυτή είναι πλαστή. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν και οι επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα από 26-3-2004 και 8-11-2006 ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις της Δικαστικής Γραφολόγου Χ. Τ., οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από δική του αίτηση και συνεκτιμώνται με τις άλλες αποδείξεις. Ειδικότερα, στις ως άνω γνωμοδοτήσεις η γραφολόγος αποφαίνεται ότι το συμπέρασμα του πραγματογνώμονα Δ. Ι. Θ. τη βρίσκει απόλυτα σύμφωνη, επιπρόσθετα δε και τα ακόλουθα: Η ποιότητα και το είδος της γραφής του κειμένου και της διαθήκης, δεν προδίδουν άτομο με γραφική αδυναμία, λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας, δεδομένου ότι την επόμενη ημέρα ο Ν. Α. απεβίωσε. Αντίθετα, η γραφή και η υπογραφή της υπό έλεγχο διαθήκης είναι σταθερής χάραξης. Το ενδεχόμενο η διαθήκη να γράφηκε και να υπογράφηκε με υποβασταζόμενο το χέρι του διαθέτη, αποκλείεται, γιατί στην περίπτωση αυτή θα υπήρχε κάποια γραφική αδυναμία, αλλά και αρκετά γραφολογικά χαρακτηριστικά της γραφής και της υπογραφής του Ν. Α., τα οποία στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχουν. Η υπό έλεγχο διαθήκη γράφηκε και υπογράφηκε από άτομο που είχε γραφική ικανότητα, όχι μόνο να χαράσσει τα γράμματα του κειμένου και της υπογραφής αλλά και να τα διπλοχαράσσει, επιδιορθώνοντας προφανώς τη μορφή και τη δομή τους. Το παραπάνω συμπέρασμα επιβεβαιώνει έμμεσα πλην με σαφήνεια και ο με επιμέλεια του ενάγοντος εξετασθείς μάρτυρας Σ. Α., ανεψιός του αποβιώσαντος και του ενάγοντος, ως άνω, ενισχύεται δε και από το γεγονός ότι ο τελευταίος εξαιτίας των προβλημάτων υγείας (όπως αυτά αναφέρθηκαν ανωτέρω) δεν μπορούσε να γράφει ούτε να διαβάζει. Εξάλλου, η υπό έλεγχο διαθήκη φέρεται συνταχθείσα μία ημέρα πριν το θάνατο του διαθέτη, όταν ο τελευταίος αδυνατούσε πλέον να μετακινηθεί μόνος του και είχε ανάγκη βοηθείας τρίτων προσώπων προς τούτο (βλ, ιδία το αναφερόμενο στην με αριθμό …/2004 ένορκη βεβαίωση του Α. Κ., περιστατικό, κατά το οποίο σε γενόμενη συνάντηση του μάρτυρα αυτού και του διαθέτη στις 10-6-2002 στην κηδεία της ανεψιάς του τελευταίου, αυτός υποβασταζόταν από την εναγομένη, ήταν εξαντλημένος και δεν τον γνώρισε, περιστατικό, το οποίο δεν αρνείται ειδικά η εναγομένη). Σε κάθε περίπτωση δε και ανεξάρτητα της σωματικής αναπηρίας του διαθέτη, η δικαστική γραφολόγος Χ. Τ. βεβαιώνει χωρίς ενδοιασμούς ότι η γραφή και υπογραφή της υπό έλεγχο διαθήκης είναι σταθερής χάραξης και δεν προήλθε από άτομο με γραφική αδυναμία λόγω σοβαρών προβλημάτων υγείας, όπως αναμφισβήτητα ήταν ο αποβιώσας μία ημέρα προ του θανάτου του. Βέβαια, η εναγομένη επικαλείται και προσκομίζει την από 20-3-2006 ιδιωτική γνωμοδότηση του δικαστικού γραφολόγου Μ. Κ. Μ., ο οποίος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω διαθήκη είναι γνήσια τόσον ως προς τη γραφή όσον και ως προς την υπογραφή του διαθέτη. Ειδικότερα, ο εν λόγω πραγματογνώμονας αντιπαραβάλλοντας τη γραφή της διαθήκης προς τη γραφή του διαθέτη στο αλφαβητικό ευρετήριο τηλεφώνων του και την υπογραφή του στις φορολογικές δηλώσεις των ετών 1995, 1996, 1999, 2000, 2001, στα μισθωτήρια του έτους 1997 και 2000 καθώς και στις αποδείξεις λήψης ενοικίων των ετών 2000 και 2002, συμπεραίνει ότι υπάρχουν ομοιότητες και ως εκ τούτου η διαθήκη είναι γνήσια, Ο εν λόγω δε πραγματογνώμονας αντικρούει τη διεξαχθείσα με εντολή του Δικαστηρίου πραγματογνωμοσύνη του Δ. Ι. Θ. με τις ακόλουθες εν γένει αιτιάσεις: 1) Ότι κατά κύριο λόγο ο ανωτέρω πραγματογνώμονας έλαβε ως δειγματικό έγγραφο με τη γνήσια γραφή του διαθέτη την από 15-9-1980 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία απέχει κατά 16 έτη από το φερόμενο χρόνο γραφής της υπό έλεγχο διαθήκης. 2) Ότι δεν αξιολόγησε α) πως η υπό κρίση διαθήκη εγράφη μία ημέρα προ του επελθόντος θανάτου του Ν. Α. (διαθέτη), β) την αναγραφόμενη στα προσκομισθέντα ιατρικά πιστοποιητικά υγιή του κατάσταση, γ) τις υπάρχουσες διορθώσεις στη γραφή κεφαλαίων και μικρών γραμμάτων στο ημερολόγιο του και στο αλφαβητικό ευρετήριο τηλεφώνων του και δ) την υπάρχουσα ποικιλία χάραξης και την πλήρη ομοιότητα προς τις γνήσιες υπογραφές του διαθέτη στις αποδείξεις είσπραξης ενοικίων του έτους 2000 - 2002. Οι ως άνω όμως αιτιάσεις ελέγχονται ως αβάσιμες, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, ο πραγματογνώμονας Δ. Ι. Θ., όσον αφορά τη σύγκριση γραφής του αποβιώσαντος δεν έλαβε μόνον υπόψη του την προγενέστερη από 15-9-1980 ιδιόγραφη διαθήκη αλλά και το ευρετήριο τηλεφωνικού καταλόγου καθώς και το ημερολόγιο γραφείου του, ενώ όσον αφορά τη σύγκριση υπογραφής του έλαβε υπόψη του πληθώρα εγγράφων πλησιόχρονα προς αυτήν της υπό έλεγχο διαθήκης, συμπεριλαμβανομένων και των φορολογικών δηλώσεων, των μισθωτηρίων και των αποδείξεων λήψεως ενοικίων (βλ. ιδία σελ. 5,6,7,8,9 και 14 της πραγματογνωμοσύνης). Εξάλλου, από την ιδιωτική γνωμοδότηση της Χ. Τ. προκύπτει με σαφήνεια ότι η ανωτέρω πραγματογνώμονας αφού έλαβε υπόψη της τα σοβαρά προβλήματα υγείας του διαθέτη κατέληξε χωρίς ενδοιασμούς στο συμπερασμό ότι η υπό έλεγχο διαθήκη δεν μπορεί να συντάχθηκε από τέτοιο άτομο, αφού είναι σταθερής χάραξης. Κατόπιν τούτων, η προαναφερόμενη ιδιωτική γνωμοδότηση εκτιμώμενη σε συνδυασμό και με τα λοιπό αποδεικτικό μέσα δεν κρίνεται αξιόπιστη. Αξιόπιστες, επίσης, δεν κρίνονται και οι καταθέσεις των μαρτύρων της εναγομένης, Τ. Μ. και Δ. Δ., μισθωτών του ισογείου ορόφου της οικοδομής του διαθέτη από το έτος 2000, εκ των οποίων μάλιστα ο πρώτος είχε βεβαιώσει τη γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής του διαθέτη, ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο κήρυξε κυρία την επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη. Ο ίδιος δε επιβεβαίωσε τα ανωτέρω και ενώπιον του Α/βάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενος ότι η γνώση του αυτή προέρχεται από τις αποδείξεις πληρωμής ενοικίου καθώς και οπό κάποιο έγγραφο που του είχε δώσει ο αποβιώσας και περιελάμβανε ένα ποίημα του, το οποίο μάλιστα κατέχει και το έχει στην επιχείρηση του, πλην όμως τέτοιο έγγραφο ουδόλως προσκομίστηκε ούτε προσκομίζεται από την εναγομένη. Ήδη δε ο ενάγων έχει καταθέσει σε βάρος του παραπάνω μάρτυρα αλλά και της εναγομένης μήνυση για πλαστογραφία μετά χρήσεως (για τη δεύτερη), ψευδορκία (για τον πρώτο) και ηθική αυτουργία σε αυτήν (για τη δεύτερη) και για απάτη στο Δικαστήριο (για τη δεύτερη) και ηθική αυτουργία σε αυτήν (για τον πρώτο), η οποία βρίσκεται στο στάδιο της ανάκρισης, καθώς και την από 8-2-2005 μήνυση για ψευδορκία μάρτυρα, ενώ έχει υποβάλλει μήνυση σε βάρος του ενάγοντος για συκοφαντική δυσφήμηση και η εναγομένη. Η τελευταία, μάλιστα, στο από 22-4-2005 απολογητικό υπόμνημα που κατέθεσε στον Πταισματοδίκη Αθηνών στα πλαίσια της προαναφερόμενης ποινικής δίκης αναφέρει χαρακτηριστικά ότι έγγραφα του αποβιώσαντος με κάποια ποιήματα και δημοτικά τραγούδια είχαν δοθεί από τον ίδιο στον ως άνω μάρτυρα προς ανάγνωση όχι όμως και ότι ο τελευταίος κατείχε τέτοια έγγραφα. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, ο αποβιώσας το έτος 1980 (προ του γάμου του με την εναγομένη) είχε εγκαταστήσει μοναδικό του κληρονόμο τον ενάγοντα και ακολούθως το έτος 2000 του είχε δωρίσει επί πλέον και άλλο ακίνητο και επομένως κανένα λόγο δεν είχε αυτός να εγκαταστήσει μοναδική του κληρονόμο στο τελευταίο περιουσιακό του στοιχείο την εναγομένη, η οποία ούτως ή άλλως ως νόμιμη σύζυγος του ήταν νόμιμος μεριδιούχος στην ως άνω καταλειφθείσα περιουσία (κατά ποσοστόν 1/4 εξ αδιαιρέτου). Σε κάθε περίπτωση δε ο διαθέτης εάν ήθελε να ρυθμίσει τα της κληρονομιάς του με διαφορετικό τρόπο, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, ασφαλώς δεν θα ανέμενε την προηγούμενη ημέρα του θανάτου του να συντάξει την επίμαχη διαθήκη αλλά θα συνέτασσε αυτή σε πολύ προγενέστερο χρόνο, λαμβανομένου υπόψιν ότι και πριν το γάμο τους (το 1998) συζούσαν επί 10ετία τουλάχιστον. Με βάση έτσι τα παραπάνω, αποδεικνύεται πλήρως ότι η επίδικη ιδιόγραφη διαθήκη δεν έχει γραφεί, δεν έχει χρονολογηθεί και δεν έχει υπογραφεί από τον Ν. Α. αλλά είναι πλαστή και για το λόγο αυτό άκυρη, ο ενάγων δε έχει έννομο συμφέρον να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της, διότι στην περίπτωση αυτή, με τους περιορισμούς που ισχύουν για τη νόμιμη μοίρα της εναγομένης συζύγου του διαθέτη, είναι κληρονόμος ως άνω του διαθέτη δυνάμει της προαναφερομένης από 15-9-1980 ιδιόγραφης διαθήκης του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη από 8.9.2003 αγωγή του ενάγοντος - εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου είναι ουσιαστικά βάσιμη κατά την παραπάνω πρώτη κύρια αυτής βάση και κατά συνέπεια δεκτή και συνακόλουθα η από 4.4.2004 αγωγή της εναγομένης - ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας περί ερμηνείας της διαθήκης είναι ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον δεν νοείται ερμηνεία άκυρης εξ αρχής διαθήκης όπως η παραπάνω, αλλά μόνο έγκυρης". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία αφενός μεν δέχθηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη τη σχετική αγωγική αξίωση του αναιρεσιβλήτου να αναγνωριστεί η ακυρότητα της προαναφερόμενης από 20-9-2002, φερόμενης ως ιδιόγραφης, διαθήκης του Ν. Α., αφετέρου δε απέρριψε ως αβάσιμη την από 4-4-2004 αγωγή της αναιρεσείουσας περί ερμηνείας της εν λόγω διαθήκης. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προεκτεθείσες διατάξεις των άρθρων 1718 και 1721 παρ. 1 εδ. α' του ΑΚ και επομένως ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα. Η νομική αοριστία (όπως και η ποσοτική ή ποιοτική) πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργείται λόγος αναίρεσης σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικά δεν αφορά τη δημόσια τάξη (ΑΠ 662/2009 ΝοΒ 58, 112). Περαιτέρω, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για αοριστία της αγωγής πρέπει στο αναιρετήριο ν' αναφέρεται, εκτός των άλλων, και ότι η αοριστία αυτή προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ προβάλλεται ότι η αγωγή του αναιρεσίβλητου περί αναγνωρίσεως ως άκυρης της από 20-9-2002, φερόμενης ως ιδιόγραφης, διαθήκης του Ν. Α., του Σ., επί της οποίας εκδόθηκε ύστερα από έφεση της αναιρεσείουσας η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έπασχε από νομική αοριστία, κατά τα ειδικότερα στο δικόγραφο της αναίρεσης εκτιθέμενα, δεν αναφέρεται όμως, ότι την αοριστία αυτή η αναιρεσείουσα πρότεινε στο Εφετείο. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός ως αόριστος. Σε κάθε, όμως, περίπτωση ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της από 20-6-2007 εφέσεως της αναιρεσείουσας - εναγομένης κατά της πρωτόδικης απόφασης 867/2007 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας (εφέσεως) εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν περιέχεται σ' αυτήν (έφεση) λόγος εφέσεως σχετικός με τον περί νομικής αοριστίας της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου ισχυρισμό, που στηρίζει τον ως άνω αναιρετικό λόγο.
Επειδή, λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ δημιουργείται όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα και χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες και να υπαγάγει σε αυτές τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς (ΑΠ 220/2008 ΝοΒ 2008, 1831). Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα (Α.Π. 1255/2004 ΕλΔνη 46, 88). Για την πληρότητα δε και το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα και σε τι συνίσταται η παράβαση, διαφορετικά ο λόγος της αναίρεσης είναι αόριστος (ΑΠ 2050/2006, 66/2004, 392/2002).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την προεκτεθείσα διάταξη πλημμέλεια της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, που συνίσταται στο ότι "η προσβαλλόμενη απόφαση δέχεται ότι η γραφή και υπογραφή της υπό έλεγχο διαθήκης είναι σταθερής χάραξης και επομένως πλαστογραφημένη. Εξ άλλου από την απλή θεώρηση της επίμαχης διαθήκης και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας από τα οποία συνάγεται ποία γραφή είναι σταθερή και ποία όχι, εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι η γραφή της επίμαχης διαθήκης δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί σταθερής χάραξης. Όμως η προσβαλλόμενη απόφαση παρά την ευδιάκριτη μορφή της γραμμής, παρά το ότι από την απλή παρατήρηση δεν προέκυπτε σταθερή χάραξή της, παρά ταύτα παραβιάσασα τα διδάγματα της κοινής πείρας δέχθηκε ότι η γραφή αυτή είναι σταθερής χάραξης, δηλ. ερμήνευσε τους περί την γνησιότητα της γραφής κανόνες εσφαλμένα, αφού υπήγαγε το είδος της συγκεκριμένης γραφής σε σταθερής γραφής, την οποία τελικώς χαρακτήρισε μη γνήσια. Θα μπορούσε η προσβαλλόμενη απόφαση να μη δεχθεί ...". Έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, το μεν ως αόριστος, διότι δεν αναφέρει ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάστηκαν, το δε διότι υπό το πρόσχημα της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση) καθ' αυτή, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999, Ολ ΑΠ 32/1996). Όμως, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου ή των διαδίκων, που αντλούνται από το νόμο ή από το πραγματικό υλικό, για την ενίσχυση, την παραδοχή ή απόκρουση των αιτήσεων ή ενστάσεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή γι' αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 22/2005, 281/1992, 1987/2007).
Εν προκειμένω, με το δεύτερο, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών επί του ασκούντος ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματος της μη ιδιόχειρης γραφής και υπογραφής της επίδικης ιδιόγραφης διαθήκης του συζύγου της αναιρεσείουσας, που συνίσταται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στήριξε την κρίση της επί του ως άνω ουσιώδους ζητήματος σε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, διότι δέχθηκε "ότι ο διαθέτης προ του θανάτου του, δεν μπορούσε να κινηθεί μόνος αλλά υποβασταζόμενος, δεν μπορούσε να χρησιμοποιεί με σταθερότητα τα χέρια του σε βαθμό που ήταν αδύνατος να γράφει μόνος του, αλλά ακόμη ότι ο διαθέτης δεν είχε κανένα λόγο να την εγκαταστήσει μοναδική του κληρονόμο, αφού ούτως ή άλλως ήταν νόμιμη μεριδιούχος και ότι εάν ήθελε ο διαθέτης να ρυθμίσει τα της κληρονομίας με διαφορετικό τρόπο θα προέβαινε στη σύνταξη της διαθήκης σε πολύ προγενέστερο χρόνο και δεν θα ανέμενε να την συντάξει την προηγούμενη ημέρα του θανάτου του". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι οι ως άνω επικαλούμενες αντιφάσεις αναφέρονται σε επιχειρήματα της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία άντλησε από τις αποδείξεις για την παραδοχή της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου και δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονταν ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του (Ολ ΑΠ 111/1981 και 848/1981). Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ ΑΠ 42/2002).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, "και όλα ανεξαιρέτως τα λοιπά έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι". Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο ότι, παρόλο που δεν τα μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα εξειδικευόμενα στο αναιρετήριο τέσσερα επιμέρους έγγραφα, ήτοι α) αντίγραφο των σελίδων 2, 3, 28 και 29 του ατομικού ασφαλιστικού βιβλιαρίου, του αποβιώσαντος διαθέτη Ν. Α., β) αντίγραφο των από 26-1-2004 ενόρκων εξετάσεων των Τ. Μ. και Γ. Μ. και γ) αντίγραφο της από 5-8-2002 εξουσιοδοτήσεως του ως άνω διαθέτη, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα.
Συνεπώς, ο τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Τέλος, ο ίδιος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο "δεν προέβη σε ειδική απαρίθμηση των προσαχθέντων και επικληθέντων από την αναιρεσείουσα εγγράφων, ούτε σε ειδική εκτίμηση καθενός αποδεικτικού μέσου, ούτε έλαβε υπόψη τα συνοδεύοντα την από 20-3-2006 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του γραφολόγου Μ. Μ. ιατρικά πιστοποιητικά της υγιούς κατάστασης του διαθέτη", πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, αφενός μεν διότι δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας προς απαρίθμηση των προσκομιζομένων υπό των διαδίκων εγγράφων και χωριστή αξιολόγηση καθενός αποδεικτικού μέσου, αφετέρου δε διότι δεν προσδιορίζονται τα συνοδεύοντα την ως άνω πραγματογνωμοσύνη ιατρικά πιστοποιητικά. Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, η οποία ηττάται, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου ( άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6.5.2008 αίτηση της Μ. χας Ν. Α., το γένος Π. Β. και της Χ., για αναίρεση της 955/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2013. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2013.


Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή