Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1495 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Απάτη, Βούλευμα παραπεμπτικό, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Συναυτουργία, Συρροή εγκλημάτων.




Περίληψη:
Στοιχεία κακουργηματικής απάτης τελεσθείσας κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια. Έννοια συναυτουργίας. Ορθή και αιτιολογημένη παραπομπή του αναιρεσείοντος για κακουργηματική απάτη από κοινού κατά συρροή και κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ. Απορρίπτει.





Αριθμός 1495/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Δέτση, Αντιπρόεδρο, Γρηγόριο Μάμαλη και Βασίλειο Κουρκάκη -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 24 Οκτωβρίου 2007, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1, περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2947/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Με συγκατηγορούμενους τους: 1) Χ2 και 2) Χ3. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του, διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Ιανουαρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 491/2007.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Χρυσού με αριθμό 187/14.05.2007, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγω κατ' άρθρ. 485 &1 ΚΠΔ την με αριθμ. 167/11-12-2006 αίτηση του Χ1 , για αναίρεση του με αριθμ. 2947/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο απορρίπτεται κατ ουσία η με αριθμ. 522/2005 έφεση του κατά του με αριθμ. 3243/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για να δικαστεί για απάτη κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση, από υπαιτίους που διαπράττουν απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με συνολικό όφελος και ζημία άνω των 5.000.000 δραχμ. και εκθέτω τα ακόλουθα: Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από κατηγορούμενο και στρέφεται κατά βουλεύματος που τον παραπέμπει στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου για κακουργηματική πράξη και περιέχει συγκεκριμένους λόγους, της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την έλλειψη αιτιολογίας και νομίμου βάσης (άρθρ. 484 & 1 β και δ ΚΠΔ).
Είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι. Οι προβαλλόμενοι λόγοι συνίστανται όπως αναφέρονται στην αίτηση αναίρεσης ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν υπάρχει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ειδικά ότι δεν υπάρχουν πραγματικά περιστατικά προς υποστήριξη της υποκειμενικής υπόστασης της πράξης της απάτης ότι δεν εκτιμήθηκαν τα πραγματικά περιστατικά στο σύνολο τους αλλά επιλεκτικά ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα δεν εκτίθενται σαφή και συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία να θεμελιώνονται οι ενδείξεις ενοχής του ότι το παραδοχές του βουλεύματος είναι αντιγραφή των παραδοχών του πρωτοδίκου ότι δεν εκτιμήθηκε το περιεχόμενο των εγγράφων που είχε προσκομίσει και ότι στο προσβαλλόμενο βούλευμα υπάρχουν τόσες ασάφειες και ελλείψεις ώστε καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 98 και 386 &1-3β ΠΚ και όσους κατά το άρθρ. 484 & 2 ΚΠΔ εξετάζονται από τον ’ρειο Πάγο εξ επαγγέλματος υπονοώντας τον αναφερόμενο μερικότερο λόγο της Υπέρβασης εξουσίας που στηρίζεται στην απόρριψη από μέρους του της ένστασης της κατά τόπο αναρμοδιότητας που πρότεινε σαν λόγο έφεσης συγκατηγορούμενος του και ο οποίος δεν άσκησε αναίρεση. Κατά το άρθρο 386 παρ. 1 ΠΚ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών." Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) σκοπός του δράστη να περιποιήσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος, όχι δε και να πραγματοποιήσει το όφελος αυτό, β)εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία, ως παράγωγο αίτιο, παραπλανήθηκε κάποιος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις χωρίς να απαιτείται και ταυτότητα παραπλανηθέντος και ζημιωθέντος προσώπου. Ως γεγονότα δε νοούνται τα αναφερόμενα σε πραγματικά περιστατικά, παρελθόντα ή τουλάχιστον υπάρχοντα κατά το χρόνο της παράστασης από το δράστη αυτών ως αληθινών, όχι δε και τα δυνάμενα να συμβούν στο μέλλον, εκτός αν οι στο μέλλον αναφερόμενες διαβεβαιώσεις παρίστανται ως απλή συνέπεια μιας συγχρόνως παριστάμενης παρούσας ή παρελθούσας πραγματικής κατάστασης. Εξάλλου κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2408/96, αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Όμως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/99, που άρχισε να ισχύει από 3 Ιουνίου 1999 ως εξής: "Επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή β) το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών." Από τη διατύπωση της τελευταίας αυτής διάταξης προκύπτει ότι για να είναι πλέον η απάτη κακούργημα πρέπει ο υπαίτιος ή να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος να υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών, ή, χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιπτώσεων κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια, το όφελος που επιδιώκει ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών. Εξάλλου επί της κατ' εξακολούθηση απάτης για το χαρακτηρισμό αυτής ως κακουργήματος με βάση το ως άνω ποσό του οφέλους ή της βλάβης λαμβάνεται υπόψη, το συνολικό όφελος αυτού ή η συνολική ζημία των παθόντων αν ο δράστης με τις μερικότερες πράξεις απέβλεπε στο αποτέλεσμα αυτό. (ΑΠ 1913/2000, ΑΠ 1820/ 2003, ΑΠ 1944/2003, ΑΠ 190/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών δέχθηκε ανέλεγκτα ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία λεπτομερώς αναφέρει, προέκυψαν τα εξής: Οι μηνυτές Ψ1 και Ψ2 μέσω της ασφαλιστικής πράκτορος της '' ..... '' πληροφορήθηκαν για το αμοιβαίο κεφάλαιο ..... της εταιρείας και το γεγονός όπως τους είπε ότι έχει απόδοση 10% ετησίως και παρέχει εγγυήσεις γιατί είναι εξασφαλισμένο από τους ..... και είχε την εγγύηση της ROUAL BANK OF SCOTLAND αποφάσισαν να επενδύσουν και ακολουθώντας όλες τις διατυπώσεις κατέβαλλαν το ποσό των 20.490.000 δραχμ. στην παραπάνω εταιρεία για το παραπάνω αμοιβαίο κεφάλαιο. Επίσης κατά τον ίδιο τρόπο στο ίδιο αμοιβαίο κεφάλαιο επένδυσε και ο Ψ3 μετά από συστάσεις των ασφαλιστικών πρακτόρων Γ1 και ....... Στην αρχή πράγματι οι παραπάνω δεν είχαν κανένα πρόβλημα μέχρι τον Φεβρουάριο του 2003 όταν πληροφορήθηκαν ότι τα το αμοιβαίο κεφάλαιο ήταν ανύπαρκτο, δεν υπήρχε εξασφάλιση από τους .... και δεν υπήρχε κανένας θεματοφύλακας του αμοιβαίου κεφαλαίου. Περαιτέρω από την εξέλιξη των πραγμάτων οι παραπάνω μηνυτές έχασαν τα χρήματα τους γιατί αυτά δεν τους αποδόθηκαν ποτέ από τον αναιρεσείοντα και τους συγκατηγορουμένους του οι οποίοι έκλεισαν τα γραφεία τους και εξαφανίστηκαν. Από το προσβαλλόμενο βούλευμα και την ενσωματωμένη στο πρωτόδικο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα στις σκέψεις του οποίου νόμιμα και επιτρεπτά γίνεται λόγος από την εισαγγελική πρόταση του προσβαλλόμενου βουλεύματος προκύπτει ότι Ο Χ1 (αναιρεσείων ) με άλλους, δημιούργησαν την ..... LTD με έδρα τις .... και στη συνέχεια άνοιξε γραφεία στην Ελλάδα, στην ..... Αττικής. με αντικείμενο τον σκοπό τον συντονισμό, την εποπτεία, τον έλεγχο, την παρακολούθηση και την προώθηση των εκτός Ελλάδας δραστηριοτήτων της. Η άδεια η οποία χορηγήθηκε για τον σκοπό αυτό της δόθηκε υπό την ρητή απαγόρευση της πραγματοποίησης οποιασδήποτε εμπορικής δραστηριότητας στον Ελληνικό χώρο, καθώς και οποιασδήποτε μορφής παροχή υπηρεσιών χρηματοπιστωτικού χαρακτήρα. Παρά την ρητή απαγόρευση Ο αναιρεσείων όπως προαναφέρθηκε δημιούργησε αμοιβαίο κεφάλαιο ανύπαρκτο βέβαια αφού δεν υπήρχε δυνατότητα γι' αυτό να δημιουργηθεί τέτοιο στην Ελλάδα και παράλληλα δραστηριοποιήθηκε στην προώθηση του παρά την παραπάνω απαγόρευση στην Ελληνική αγορά μέσω της την ........ Τα γραφεία της εταιρείας αυτής ήταν στην .... και στα γραφεία αυτά στεγάστηκε και το δημιουργηθέν αμοιβαίο κεφάλαιο .... το οποίο στην πραγματικότητα ήταν ανύπαρκτο και οι σχετικοί τίτλοι που δίδονταν στους επενδυτές είχαν μηδενική αξία και επίσης τα παριστάμενα ότι για το αμοιβαίο κεφάλαιο υπήρχε εγγύηση κεφαλαίου των επενδυτών από τους ... του Λονδίνου και ότι θεματοφύλακας του προϊόντος αυτού ήταν η ROUAL BANK OF SCOTLAND. δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα γιατί η εγγύηση αυτή ενώ υπήρξε αρχικά έπαυσε να υπάρχει ευθύς ως από την πλευρά των ... και ROUAL BANK OF SCOTLAND. διαπιστώθηκε η ουσιαστική ανυπαρξία του επενδυτικού προϊόντος και της εταιρείας ..... LMD. Ο αναιρεσείων ήταν ο κύριος διαμορφωτής και πλήρης γνώστης ενός πολύπλοκου μηχανισμού εξαπάτησης των θυμάτων του, εμφανιζόμενος σαν διευθυντικό στέλεχος στην πραγματικότητα όμως ήταν από τους συνιδρυτές και συνιδιοκτήτες όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων. Με αυτή την ιδιότητα παρίστανε στους επενδυτές ότι η εταιρεία αυτή είχε υψηλό κύρος στο διεθνή χώρο και ότι είναι αντιπρόσωπος της ..... LMD η οποία διατηρεί γραφεία στο Λονδίνο και διαθέτει στην αγορά επενδυτικό κεφάλαιο ασφαλισμένο στους ... ΤΟΥ Λονδίνου και εγγυημένο από την ROUAL BANK OF SCOTLAND, έπειθε τους διάφορους επενδυτές μεταξύ των οποίων και τους μηνυτές να επενδύσουν τα χρήματα τους σε ανύπαρκτο αμοιβαίο κεφάλαιο και ότι προέβη στην πράξη του αυτή με σκοπό να αποσπάσει από τους μηνυτές τα ποσά που επένδυσαν με αντίστοιχη ωφέλεια της εταιρείας ..... LTD και δι αυτής στον εαυτό του και τους λοιπούς. Ουδόλως δε επηρεάζεται το αξιόποινο της συμπεριφοράς του από το γεγονός το οποίο αναφέρει ότι σε επενδυτικά διαφημιστικά φυλλάδια όπως λέει ανέφερε περί του υψηλού ρίσκου της επένδυσης γιατί το από αυτόν διατιθέμενο αμοιβαίο κεφάλαιο του οποίου μερίδια πουλούσε στην αγορά ήταν ανύπαρκτο. Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα έχει πλήρη σαφή και συγκεκριμένη αιτιολογία και ότι ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στις παρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 98 και 386&1-3β με τις οποίες κατηγορήθηκε και ότι καμία αντίφαση δεν παρατηρείται μεταξύ στο σκεπτικό ούτε και υπάρχουν αντιφάσεις στην αιτιολογία του προσβαλλόμενου βουλεύματος. Ως προς τις αιτιάσεις του περί της κατά τόπο αναρμοδιότητας αν και μη βάσιμα προτείνεται από τον παρόντα γιατί όπως προκύπτει από την επισκόπηση του Πρωτόδικου και του προσβαλλόμενου βουλεύματος από αυτόν δεν προτάθηκε ούτε κατά η μετά το πέρας της ανάκρισης ώστε ν' ασχοληθεί το Συμβούλιο Πλημ/κών ούτε ως λόγος έφεσης (ΑΠ Ολ. 1186/84, ΑΠ 115/2003 ) πρέπει ν' αναφέρομε τα παρακάτω επειδή αυτό προτάθηκε τόσο στην Πρωτόδικη όσο και στην κατ' έφεση διαδικασία από τον συγκατηγορούμενο του ο οποίος δεν άσκησε αναίρεση. Θέμα κατά τόπο αναρμοδιότητας δεν υφίσταται και ορθά αντιμετωπίστηκε από το προσβαλλόμενο βούλευμα γιατί πέρα από τον ουσιαστικό λόγο του τόπου τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος που είναι και η Αθήνα, όπως αναφέρεται και στο προσβαλλόμενο βούλευμα η κατά τόπο αρμοδιότητα προσδιορίζεται όχι μόνο από τον τόπο τέλεσης αλλά και από την κατοικία ή τον τόπο προσωρινής διαμονής του κατηγορούμενου όταν αρχίζει η ποινική δίωξη, και ή κατοικία του αναιρεσείοντα όπως προκύπτει είναι η ...... Αττικής.

Για τους λόγους αυτούς Προτείνω:
Να απορριφθεί η με αριθμ. 16/29-2-2007 αίτηση του Χ1 για αναίρεση του με αριθμ. 2947/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα εις βάρος του αναιρεσείοντα.
Αθήνα την 25-4-2007
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ιωάννης Χρυσός"
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση του υπ' αριθμ. 2947/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, κατά το μέρος του που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου κατά του πρωτοδίκου βουλεύματος ως προς την δια του τελευταίου παραπομπή του στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου (Κακουργημάτων) Αθηνών για απάτη από κοινού κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος βλάπτει ξένη περιουσία, πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου του ΠΚ, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 2721/1999 που άρχισε να ισχύει από 3-6-1999, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) αν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών (15.000 ευρώ) η β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών (73.000 ευρώ). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τη θεμελίωση της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, απαιτείται η προς το σκοπό παρανόμου περιουσιακού οφέλους εν γνώσει παράσταση από τον δράστη ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή η αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, εξαιτίας των οποίων παραπλανάται άλλος και πείθεται να προβεί σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή, ένεκα της οποίας, ως άμεσο αποτέλεσμα, επέρχεται η βλάβη (ζημία) στην περιουσία του παραπλανηθέντος ή τρίτου, ασχέτως αν πραγματοποιήθηκε ο σκοπός του περιουσιακού οφέλους του δράστη ή τρίτου, ο δε υπαίτιος να διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία να υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ) ή το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία να υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 25.000.000 δραχμών (73.000 ευρώ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' ΠΚ, όπως το εδάφιο αυτό (στ') προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2408/1996, κατ' επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείου της προσωπικότητάς του. Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 13 εδ. στ' του ΠΚ προκύπτει, ότι για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος κατ' επάγγελμα, απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού χωρίς απαραιτήτως να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη, υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του. Επίσης, κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπό του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση της πράξης υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 98 του ΠΚ, που προστέθηκε με το άρθρο 14 παρ. 1 του ως άνω ν. 2721/1999, η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ' εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξεως προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και τη συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε. Κατά δε το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη, καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος των συμπραττόντων. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κυρίας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας συναυτουργός πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, δεν είναι δε αναγκαίο να αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου ή στο βούλευμα του δικαστικού συμβουλίου οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς, εκτός αν πρόκειται για έγκλημα πολύπρακτο ή σύνθετο εν στενή έννοια, οπότε η αναφορά αυτή είναι επιβεβλημένη.

ΙΙΙ. Το βούλευμα του συμβουλίου εφετών, που απορρίπτει έφεση του κατηγορουμένου κατά πρωτοδίκου παραπεμπτικού βουλεύματος, έχει την απαιτούμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 484 παρ. 1 περ. δ' ΚΠοινΔ, όταν αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση (κυρία ή προανάκριση) και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους το συμβούλιο έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις παραπομπής του κατηγορουμένου στο ακροατήριο του αρμοδίου δικαστηρίου. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση αιτιολογικού και διατακτικού του βουλεύματος, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα από αυτά ξεχωριστά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσεως όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο μερικά από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα. Δεν ιδρύει όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του συμβουλίου της ουσίας. Η επιβαλλόμενη από τις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται μερικώς ή εξολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, αρκεί να εκτίθενται στην τελευταία με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση (κυρία η προανάκριση) πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου. Τέλος, λόγο αναιρέσεως του βουλεύματος αποτελεί, κατά το άρθρο 484 παρ. 1 περ. β ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε στο βούλευμα, η οποία υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν, στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν δεν αναφέρονται στο βούλευμα, κατά τρόπο σαφή, πλήρη και ορισμένο, τα ως άνω περιστατικά η κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε μεταξύ τους, στην αιτιολογία που τα περιέχει, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο για την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης. Στην προκείμενη περίπτωση, με το προσβαλλόμενο 2947/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απορρίφθηκε η έφεση του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος και οι εφέσεις των επίσης κατηγορουμένων Χ2 και Χ3 (που δεν είναι αναιρεσείοντες) κατά του υπ' αριθμ. 3243/2005 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, με το οποίο παραπέμφθηκαν αυτοί ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, προκειμένου να δικαστούν ως υπαίτιοι απάτης από κοινού κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχη περιουσιακή ζημία που υπερβαίνουν συνολικά το ποσό των 50.000.000 δραχμών (15.000 ευρώ). Όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, του Συμβούλιο Εφετών, με επιτρεπτή εξολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ'αυτό Εισαγγελική πρόταση και δι' αυτής στο πρωτόδικο βούλευμα, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τη διενεργηθείσα κυρία ανάκριση και ειδικότερα από τις ανώμοτες καταθέσεις των μαρτύρων Ψ1, Ψ3 και ....., τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων ...., Γ1 και Γ2, τα έγγραφα της δικογραφίας, τις απολογίες του πρώτου και τρίτου των εκκαλούντων, τα απολογητικά υπομνήματα αυτών, τα υπομνήματα του δευτέρου των εκκαλούντων, καθώς και τους ισχυρισμούς των διαδίκων προέκυψαν κατά το ενδιαφέρον επί του προκειμένου μέρους του βουλεύματος, τα ακόλουθα: Οι εκκαλούντες 1) Χ2 2) Χ3 και 3) Χ1, στην Αθήνα, στις 19-12-2000, στις 24-9-2001, τον Ιανουάριο του έτους 2002 και περί τα μέσα Ιουλίου του έτους 2002, με την ιδιότητα του λειτουργικού διαχειριστή και νόμιμου εκπροσώπου της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" ο πρώτος και οι δύο τελευταίοι εξ αυτών με την ιδιότητά τους, ως εν τοις πράγμασι συνδιαχειριστών, όπως παρακάτω εκτίθεται, του γραφείου στην Ελλάδα της εταιρίας με την επωνυμία ".......", από κοινού, δηλαδή κατόπιν συναπόφασης και με κοινό δόλο ενεργώντας με σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι, καθώς και οι ρηθείσες εταιρείες τις οποίες εκπροσωπούσαν, παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησαν εν γνώσει τους ψευδώς στους μηνυτές Ψ1 και Ψ3 ότι, δήθεν, οι εν λόγω εταιρείες (..... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ και .....) διέθεταν τις απαιτούμενες από το νόμο άδειες για την κυκλοφορία του αμοιβαίου κεφαλαίου "...." της εταιρείας με την επωνυμία "..... LIMITED", ότι η εταιρεία "...." αντιπροσώπευε το συγκεκριμένο αμοιβαίο κεφάλαιο και είχε άδεια για δραστηριότητα στην Ελλάδα, ότι, δήθεν, υπήρχε εγγύηση του επενδυόμενου αμοιβαίου κεφαλαίου από τους .... του Λονδίνου, στους οποίους δήθεν ήταν ασφαλισμένο το εν λόγω αμοιβαίο κεφάλαιο, το οποίο είχε υψηλές αποδόσεις και ότι θεματοφύλακας αυτού ήταν η Τράπεζα της Σκωτίας ROYAL BANK OF SCOTLAND, ενώ η αλήθεια, την οποία οι εκκαλούντες γνώριζαν και απέκρυψαν, ήταν ότι το εν λόγω αμοιβαίο κεφάλαιο ήταν ανύπαρκτο, ότι οι προαναφερόμενες εταιρείες (..... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ και .....) δεν διέθεταν τις απαιτούμενες από το νόμο άδειες για την κυκλοφορία του συγκεκριμένου αμοιβαίου κεφαλαίου στην Ελληνική αγορά, ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς από τον Μάϊο του 2001 είχε επιβάλλει πρόστιμο ύψους 10.000.000 δραχμών στην εταιρεία "....... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" για την παράνομη διακίνηση του συγκεκριμένου αμοιβαίου κεφαλαίου και ότι η εταιρεία "......" δεν είχε άδεια να το διαθέτει, ως εταιρεία δε του ΑΝ 89/67 απαγορευόταν να έχει οποιαδήποτε δραστηριότητα στην Ελλάδα. Με τις ανωτέρω δε ψευδείς παραστάσεις τους έπεισαν τους μηνυτές Ψ1, Ψ2 και Ψ3 να αγοράσουν μερίδια του ως άνω κεφαλαίου, εμβάζοντας για τον σκοπό αυτό, οι δύο πρώτοι στις 19-12-2000 το ποσό των 60.132 Ευρώ (20.490.000 δραχ.) στον υποδειχθέντα από τους εκκαλούντες λογαριασμό ..... στην Τράπεζα "BANK OF SCOTLAND" και καταβάλλοντας ο τρίτος στις 24-9-2001 ποσό 29.347,03 Ευρώ (10.000.000 δραχ.) με την ..... τραπεζική επιταγή της "EFG EUROBANK ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε.", τον Ιανουάριο του έτους 2002 το ποσό των 14.674 Ευρώ με την με αριθμό .... τραπεζική επιταγή της "EFG EUROBANK ΕΡΓΑΣΙΑΣ Α.Ε." και στα μέσα μηνός Ιουλίου του έτους 2002 το ποσό των 3.460 Ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 47.481 Ευρώ, ζημιώνοντας έτσι με τον τρόπο αυτό την περιουσία τους κατά τα παραπάνω αντίστοιχα χρηματικά ποσά, τα οποία ουδέποτε τους απέδωσαν, η προξενηθείσα δε συνολική ζημία και το αντίστοιχο συνολικό όφελος των εκκαλούντων, υπερβαίνει το ποσό των 5.000.000 δραχ. (15.000 Ευρώ), που είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Τέλεσαν δε τις πράξεις αυτές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, καθόσον από την επανειλημμένη τέλεση των πράξεων αυτών προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τους προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Οι εκκαλούντες με τις υπό κρίση εφέσεις τους ισχυρίζονται ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών δεν εκτίμησε ορθά το αποδεικτικό υλικό της δικογραφίας και εσφαλμένα τους παρέπεμψε ενώπιον του ρηθέντος δικαστηρίου για να δικασθούν για την ρηθείσα κακουργηματική πράξη. Όμως, οι πρώτος και τρίτος εξ αυτών (Χ2 και Χ1 αντίστοιχα) στις συνταχθείσες εκθέσεις εφέσεως δεν εκθέτουν κάποιον συγκεκριμένο λόγο εκ του οποίου να προκύπτει συγκεκριμένη πλημμέλεια του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων. Οι ίδιοι εκκαλούντες, απολογούμενοι ενώπιον της 21ης Τακτικής Ανακρίτριας του Τμήματος Πλημ/κών Αθηνών και θέλοντας να αντικρούσουν την σε βάρος τους κατηγορία προέβαλαν τους εξής ισχυρισμούς: 1) ο πρώτος των εκκαλούντων, Χ2.... και β) ο τρίτος των εκκαλούντων Χ1 (ήδη αναιρεσείων): Ότι, δήθεν, δεν τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται και ότι, δήθεν, αυτός δεν υπήρξε ποτέ συνδιαχειριστής της εταιρείας ".....". Τα ίδια δε, ακριβώς, ισχυρίζεται με τα υπομνήματά του και ο δεύτερος των εκκαλούντων Χ3 αδελφός του Χ1. Οι ισχυρισμοί τους όμως αυτοί, κατά την κρίση του συμβουλίου, είναι εντελώς αβάσιμοι, καθόσον ανατρέπονται πλήρως από τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων. Ειδικότερα, ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό τους θα πρέπει να σημειωθεί ότι, μολονότι δεν προκύπτει από επίσημα έγγραφα της δικογραφίας ότι αυτοί υπήρξαν διαχειριστές της ρηθείσας εταιρείας, εν τούτοις κατά το επίδικο χρονικό διάστημα υπήρξαν, οπωσδήποτε, εν τοις πράγμασι συνδιαχειριστές της εταιρείας αυτής, παρά τα αντιθέτως υπό τούτων υποστηριζόμενα. Τούτο δε βεβαιώνεται με σαφήνεια από την κατάθεση του μάρτυρα Γ2, ο οποίος στην από 17-6-2004 ένορκη κατάθεσή του ενώπιον της 21ης Τακτικής Ανακρίτριας του Τμήματος Πλημ/κών Αθηνών, αναφέρει χαρακτηριστικά, μεταξύ των άλλων, ότι οι Χ3 και Χ1 το έτος 1999 στη ....- Αττικής και επί της οδού ......, όπου και βρίσκονταν τότε τα γραφεία της προαναφερόμενης εταιρείας, παρουσία του και παρουσία μιας ομάδας ασφαλιστικών συμβούλων 25 ατόμων περίπου, τους παρουσιάσθηκαν ως ιδιοκτήτες της ρηθείσας εταιρείας και συνεπώς και εν τοις πράγμασι συνδιαχειριστές αυτής (βλ. σχετ. την κατάθεση αυτή). Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα παραπάνω, θα πρέπει να συμπληρωθεί το διατακτικό του εκκαλουμένου βουλεύματος στο 22ο φύλλο και στην 8η σειρά τούτου και μετά από το όνομα "Χ1" να προστεθούν οι λέξεις "εν τοις πράγματι". Με τα δεδομένα δε αυτά στην προκειμένη περίπτωση στοιχειοθετείται πλήρως (αντικειμενικά και υποκειμενικά) η διωκόμενη πράξη σε βάρος των εκκαλούντων. Επειδή, από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία και πραγματικά περιστατικά προέκυψαν, κατά την κρίση του συμβουλίου, σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων για την πράξη που τους αποδίδεται και το Συμβούλιο Πλημ/κών Αθηνών με το εκκαλούμενο βούλευμα, στις ειδικότερες σκέψεις του οποίου και της σε αυτό ενσωματωμένης εισαγγελικής πρότασης κατά τα λοιπά αναφέρεται, ορθά και νόμιμα τους παρέπεμψε ενώπιον του ακροατηρίου του ρηθέντος δικαστηρίου, για να δικασθούν για την πράξη αυτή και σε καμία άλλη πλημμέλεια, πλην της προαναφερθείσας, κατά την εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων δεν υπέπεσε, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι εκκαλούντες και πρέπει, κατόπιν των ανωτέρω, να απορριφθούν οι υπό κρίση εφέσεις τους ως κατ' ουσίαν αβάσιμες να επικυρωθεί κατά τα λοιπά το εκκαλούμενο βούλευμα. Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα, ως προς το ανωτέρω έγκλημα της κακουργηματικής απάτης, την επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία με την έννοια που προαναφέρθηκε, αφού εκθέτει σ'αυτό δια της ανωτέρω αναφοράς στην πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών και συμπληρωματικά στο πρωτόδικο βούλευμα, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την ανάκριση πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος, αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και διαλαμβάνει τις σκέψεις, με τις οποίες έκρινε, ότι από τα πραγματικά αυτά περιστατικά προκύπτουν σοβαρές (αποχρώσες) ενδείξεις, για την παραπομπή του αναιρεσείοντος για το ανωτέρω έγκλημα που κρίθηκε αυτός παραπεμπτέος, το οποίο προβλέπεται και τιμωρείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 13 εδ. στ', 45, 98 και 386 παρ. 1β και 39 ΠΚ, τις οποίες ορθώς εφήρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές ή διατάξεις. Ειδικότερα, αιτιολογείται με πληρότητα η τέλεση του εγκλήματος της απάτης από τον αναιρεσείοντα με την ιδιότητά του "ως εν τοις πράγμασι συνδιαχειριστή" της εταιρείας με την επωνυμία ".....", με την αναφορά στο σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος, ότι αυτός και ο συγκατηγορούμενος αδελφός του Χ3 και κατά το επίδικο χρονικό διάστημα έναντι τρίτων παρουσιάσθηκαν ως ιδιοκτήτες της άνω εταιρείας. Περαιτέρω, στο προσβαλλόμενο βούλευμα εκτίθενται σαφώς και ορισμένως τα ψευδή γεγονότα, που εν γνώσει τους ο αναιρεσείων και οι συναυτουργοί του παρέστησαν από κοινού ως αληθινά, από τα οποία πείσθηκαν οι παθόντες να επενδύσουν στο υπόψη αμοιβαίο κεφάλαιο, τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν την παραδοχή του Συμβουλίου για το σκοπό των συναυτουργών να αποκομίσουν οι ίδιοι καθώς και οι αναφερόμενες εταιρείες τις οποίες εκπροσωπούσαν, παράνομο περιουσιακό όφελος με βλάβη της περιουσίας των παθόντων και τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων, αντλούμενα από το σύνολο των συνθηκών τελέσεως της πράξεως που δέχθηκε το Συμβούλιο και την κατ' εξακολούθηση τέλεσή της, προσδιορίζεται δε η βλάβη των παθόντων, το ύψος της και πως επήλθε, τελούσα σε συνάφεια προς τις ψευδείς ως άνω παραστάσεις. Ακόμη, όπως προκύπτει από προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα κατ' είδος μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα μεταξύ των οποίων και τις ανώμοτες καταθέσεις των κατανομαζομένων μαρτύρων, στις οποίες ρητώς αναφέρεται και η κατάθεση του μηνυτή Ψ1 (βλέπε 5ο φύλλο πίσω σελίδα βουλεύματος), ενώ δεν απαιτείται περαιτέρω χωριστή αξιολόγηση και εκτίμηση του περιεχομένου κάθε αποδεικτικού μέσου. Είναι, συνεπώς, αβάσιμη η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι δεν ελήφθη υπόψη και δεν συνεκτιμήθηκε από το παραπάνω συμβούλιο η ανώμοτη κατάθεση του πιο πάνω μάρτυρα, ενώ η περαιτέρω αιτίαση ως προς την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχόμενου της εν λόγω κατάθεσης του άνω μάρτυρα απαραδέκτως προβάλλεται καθόσον πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου. Περαιτέρω, η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν έλαβε υπόψη του και δεν αξιολόγησε κρίσιμα έγγραφα τα οποία μνημονεύονται στα από 10-6-2004 και 24-3-2005 υπομνήματά του ενώπιον του Ανακριτή του 21ου Τμήματος Αθηνών, το πρώτο και ενώπιον του Συμβουλίου Πλημ/κών Αθηνών, το δεύτερο, ήτοι 1) τα ενημερωτικά φυλλάδια της εταιρείας ....... και του αμοιβαίου κεφαλαίου της, τα οποία κυκλοφορούσαν και στην εταιρεία ..... και τα οποία επικαλούνται και οι μηνυτές του στη σχετική από 22-4-2003 μήνυσή τους 2) τις προσκομισθείσες από τους ίδιους τους μηνυτές, επιστολές εκδήλωσης ενδιαφέροντος με την ..... 3) την υπ' αριθμ. .... και από ..... εγγυητική επιστολή του Υποκ/τος στην Ελλάδα της Τράπεζας με την επωνυμία CHASE MANHATAN BANΚ, που απευθύνεται προς το Υπουργείο Οικονομίας ποσού 50.900 δολ. ΗΠΑ 4) την υπ' αριθμ. ... και από ..... εγγυητική επιστολή του Κεντρικού Καταστήματος της Τράπεζας Πειραιώς που επίσης απευθύνεται προς το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, ποσού 50.000 δολ. ΗΠΑ και 5) την από .... βεβαίωση της Τράπεζας CITIBANK, δεν είναι βάσιμη. Στο βούλευμα γίνεται μνεία κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων τα οποία ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ των οποίων αναφέρονται και τα έγγραφα, τα απολογητικά υπομνήματα του αναιρεσείοντος και τα συνημμένα σ'αυτά έγγραφα και δεν είναι αναγκαίο για την επάρκεια της αιτιολογίας να εξειδικεύεται η ταυτότητα των εγγράφων τα οποία συνεκτίμησε το συμβούλιο, ούτε να γίνεται συγκριτική αξιολόγηση και στάθμιση αυτών. Οι περαιτέρω δε αιτιάσεις ως προς την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου των εν λόγω εγγράφων απαραδέκτως προβάλλονται καθόσον πλήττουν την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Συμβουλίου, πέραν του ότι από τα ανωτέρω έγγραφα δεν ανατρέπονται οι προαναφερόμενες ψευδείς παραστάσεις του αναιρεσείοντος και των συναυτουργών του προς τους παθόντες. Τέλος, το γεγονός ότι το σκεπτικό του προσβαλλόμενου βουλεύματος είναι εν μέρει (και όχι στο σύνολό του) ταυτόσημο με το διατακτικό του πρωτόδικου παραπεμπτικού βουλεύματος, δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού τα περιστατικά αυτά του διατακτικού του παραπεμπτικού βουλεύματος προέκυψαν και όχι άλλα διαφορετικά. Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν οι από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' του ΚΠοινΔ προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως. Μετά από αυτά, μη υπάρχοντος άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29 Ιανουαρίου 2007 αίτηση του Χ1 , για αναίρεση του υπ' αριθμ. 2947/2006 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2008. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουνίου 2008.



Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή