Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1682 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Επανάληψη διαδικασίας.




Περίληψη:
Επανάληψη διαδικασίας (άρθρο 525§1 ΚΠΔ). Περιοριστικώς αναφερόμενοι λόγοι - άρθρο 525§1 στοιχ. 3 ΚΠΔ. Οι αξιόποινες πράξεις ψευδορκίας πρέπει να αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση (άρθρο 525§2 ΚΠΔ). Δεν ελέγχεται η ουσιαστική ορθότητα της αποφάσεως. Απορρίπτει ως απαράδεκτη την αίτηση λόγω της αοριστίας της.




Αριθμός 1682/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αναστάσιο Λιανό και Βιολέττα Κυτέα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Γεωργίου Βλάσση (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 8 Μαΐου 2009, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντος Χ1, ο οποίος παρέστη στο ακροατήριο αυτοπροσώπως, χωρίς δικηγόρο, για επανάληψη της διαδικασίας που επερατώθη αμετακλήτως δια της υπ' αριθμ. 10162/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Φεβρουαρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 309/2009.

Έπειτα ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Βλάσσης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Δημητρίου-Πριάμου Λεκκού με αριθμό 113/02.04.2009 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Εισάγων, την από 23-2-2009 αίτηση του Χ1, περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης διά της υπ'αριθμ. 10162/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, εκθέτω τα εξής:
Κατά το άρθρ. 525 παρ. 1 περίπτ. 3 ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, αν βεβαιωθή ότι άσκησε ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου, μεταξύ άλλων, από πρόθεση παράβαση καθήκοντος του δικαστή ή του ενόρκου που μετείχε στο δικαστήριο που απάγγειλε την καταδίκη. Στην περίπτωση αυτή, κατά την δεύτερη παράγραφο του ιδίου άρθρου, η αξιόποινη πράξη της παραβάσεως καθήκοντος πρέπει να είναι αποδεδειγμένη με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εκτός εάν, επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υποθέσεως κατ'ουσίαν ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη, δεν εξεδόθη τέτοια απόφαση, οπότε ακολουθείται η διαδικασία του άρθρ. 528 παρ. 3 ΚΠΔ. Εξ άλλου, κατά το άρθρ. 527 παρ. 3 ΚΠΔ, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να περιέχη με σαφήνεια και πληρότητα, αφ'ενός τους λόγους για τους οποίους ζητείται η επανάληψη και αφ'ετέρου τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν. Εις περίπτωση δε κατά την οποία παραλείπονται να παρατεθούν ή αναφέρονται ελλειπτικώς τα πραγματικά περιστατικά, τα συγκροτούντα κάποια εκ των ως άνω προϋποθέσεων, η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, πάσχουσα εξ αοριστίας, απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ως και αν οι προβαλλόμενοι δι'αυτής λόγοι δεν είναι από εκείνους που αναφέρονται περιοριστικώς στο άρθρ. 525 παρ. 1 ΚΠΔ (βλ. ΑΠ 964/2006, ΑΠ 185/2000).
Στην προκειμένη περίπτωση, ως προκύπτει εκ των εγγράφων της δικογραφίας, ο αιτών κατεδικάσθη αμετακλήτως, με την προαναφερομένη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, διά δωροδοκία, εις ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών, οποία ανεστάλη επί τριετία, απορριφθείσης της αιτήσεως αναιρέσεως την οποία ήσκησε κατά της ως άνω αποφάσεως, διά της υπ'αριθμ. 443/2003 αποφάσεως του Αρείου Πάγου. Διά της υπό κρίση αιτήσεώς του ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας "για παράβαση καθήκοντος δικαστή", ισχυριζόμενος ότι η ανωτέρω καταδικαστική απόφαση τον καταδικάζει χωρίς να προκύπτουν στοιχεία από την δικογραφία, αποβλέπουσα στην συγκάλυψη της ενοχής των μεγαλοστελεχών του Υπουργείου Οικονομικών και την τιμωρία αυτού που επεχείρησε να καταγγείλη αυτά τα στελέχη, μη νομίμως δε, έκανε δεκτό ότι αυτός είναι ένοχος "για παθητική δωροδοκία". Επίσης, ο αιτών, διά της υπό κρίση αιτήσεώς του, ισχυρίζεται ότι "πράξεις και παραλείψεις οι οποίες συνιστούν παράβαση καθήκοντος της συνθέσεως του Εφετείου που εξέδοσε την αριθ. 10162/01 απόφαση είναι οι ακόλουθες:
1. Μου απέδοσε το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας χωρίς να διευκρινίζει πως θα απέτρεπα τα λοιπά μέλη του συνεργείου ελέγχου να συντάξουν έκθεση ελέγχου στην οποία θα περιείχετο η διαπιστωθείσα παράβαση εις βάρος του Θ1.
2. 'Εκανε δεκτό ότι εγώ πήγα στο μαγαζί του Θ1 και ζήτησα 100.000 δρχ. για να "σβύσω" φορολογική παράβαση χωρίς αυτό να προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ή από άλλα στοιχεία της δικογραφίας. Επί πλέον ο μόνος αυτόπτης μάρτυς καταγγέλων και θύμα της δωροδοκίας Θ1 δεν με ανεγνώρισε ενώπιον του ακροατηρίου. Εξ άλλου οι μάρτυρες κατηγορίας είχαν συμφέρον να καταθέσουν εις βάρος μου διότι θα μπορούσαν να κατηγορηθούν αυτοί ότι πήγαν στο μαγαζί του Θ1 και κάποιος εξ αυτών ζήτησε 100.000 δρχ. για να "σβύσει" φορολογική παράβαση.
3. Δέχτηκε ως αληθινή την κατασκευασμένη καταγγελία του Θ1 για δήθεν απόπειρα δωροδοκίας από κάποιον που του είπε ότι ονομάζεται Χ1 εφ'όσον αυτή δεν εγένετο στην αστυνομία αλλά στο τηλέφωνο του γραφείου του Π1.
Εν προκειμένω ο Π1 καθώς και ο Προϊστάμενος της ... ΔΟΥ Αθήνας Ρ1 ήσαν ύποπτοι για δωροδοκία.
4. 'Ελαβε υπ'όψη την αριθ. 74/96 απόφαση επιβολής προστίμου η οποία κατασκευάστηκε μετά το Α.Π. 6399/19.11.97 έγγραφο του Εισαγγελέα Παναγιώτη Αγγελόπουλου, υπογράφτηκε και προσάχθηκε από τον ύποπτο για δωροδοκία Ρ1.
5. Δέχτηκε τους μάρτυρες κατηγορίας ως αξιόπιστους όταν όλοι εξ αυτών εγνώριζαν για την διαπιστωθείσα παράβαση εις βάρος του Θ1 και ως εκ τούτου ο καθ' ένας απ'αυτούς θα μπορούσε να είχε ζητήσει χρήματα για το "σβύσιμο" της φορολογικής παράβασης".
Όμως, με τις ως άνω αιτιάσεις, ο αιτών δεν προσδιορίζει συγκεκριμένα περιστατικά παραβάσεως καθήκοντος, μαρτυρούντα ότι η ανωτέρω καταδικαστική εις βάρος του απόφαση δεν είναι αποτέλεσμα αμερόληπτης κρίσεως των εκδόντων αυτή δικαστών. Ειδικότερα δε, δεν αναφέρει με πληρότητα, ποιο συγκεκριμένο παράνομο όφελος εσκόπουν οι εν λόγω δικαστές, ούτε προβάλλει με σαφήνεια την έλλειψη στοιχείων διά την καταδίκη του, αφού δέχεται ότι οι μάρτυρες κατηγορίας είχαν συμφέρον να καταθέσουν εις βάρος του και, συνεπώς, ότι υπήρχαν επιβαρυντικές δι'αυτόν μαρτυρικές καταθέσεις κατά την σχετική δίκη.
Περαιτέρω, οι αιτιάσεις που διατυπούνται, διά της υπό κρίση αιτήσεως, εν σχέσει προς το υπ'αριθμ. 2632/1998 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και τις ενέργειες ή παραλείψεις του Εισαγγελέως, ως και εκείνες διά των οποίων πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο, δεν περιλαμβάνονται στις περιοριστικώς αναφερόμενες στο άρθρ. 525 παρ. 1 ΚΠΔ περιπτώσεις επαναλήψεως της διαδικασίας.
Αλλά, με το ως άνω περιεχόμενο, η υπό κρίση αίτηση είναι αόριστη και, κατ'ακολουθία, πρέπει, συμφώνως προς τα προεκτιθέμενα, να απορριφθή ως απαράδεκτη και να καταδικασθή ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.

Για τους λόγους αυτούς - Π ρ ο τ ε ί ν ω
Να απορριφθή η από 23-2-2009 αίτηση του Χ1, περί επαναλήψεως διαδικασίας περατωθείσης διά της υπ'αριθμ. 10162/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Να καταδικασθή ο αιτών στα δικαστικά έξοδα.
Αθήναι 20 Μαρτίου 2009
Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου
Δημήτριος-Πρίαμος Λεκκός"

Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον αιτούντα

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατ' άρθρο 515β § 1 ΚΠΔ "Με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του εισαγγελέα μπορεί το δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση σε ρητή δικάσιμο... Στην προκειμένη περίπτωση ο προβαλλόμενος υπό του αιτούντος λόγος αναβολής όπως εις τα πρακτικά αναφέρεται δηλαδή ότι "δεν είναι αντικειμενική ή εισαγγελική πρόταση" δεν συνιστά εξαιρετική περίπτωση αναβολής και πρέπει να απορριφθεί. Κατά το άρθρο 525 § 1 Κ.Π.Δ. Η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται, προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνον εις τας πέντε περιπτώσεις, οι οποίες αναφέρονται στη διάταξη αυτή. Κατά την υπ' αριθμ. 2) από τις περιπτώσεις αυτές, η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται, "αν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, αποκαλύφθηκαν νέα - άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν - γεγονότα ή υποδείξεις τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομιστεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που καταδικάστηκε είναι αθώος ή καταδικάστηκε άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε. Νέα γεγονότα ή αποδείξεις, όροι που κατά τη διάταξη είναι ταυτόσημοι, δύνανται να είναι καταθέσεις νέων μαρτύρων, ανακλητικές ή τροποποιητικές, συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές μαρτυρικών καταθέσεων, νέα έγγραφα ή και οποιαδήποτε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, που διευκρινίζουν αμφίβολα σημεία της υποθέσεως, τα οποία δεν υπεβλήθησαν στην κρίση των δικαστών, ασχέτως εάν υπήρχαν και πριν την καταδίκη, με την προϋπόθεση όμως ότι τα στοιχεία αυτά εκτιμώμενα μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, καθιστούν φανερό, δηλαδή σε σημείο που εγγίζει την βεβαιότητα και όχι απλώς πιθανό, ότι ο κατηγορούμενος είναι αθώος ή κατεδικάσθη αδίκως για βαρύτερο έγκλημα αυτού που πράγματι ετέλεσε. Δεν είναι νέες αποδείξεις και άγνωστες αυτές οι οποίες ηρευνήθησαν ευθέως ή εμμέσως από τους δικαστάς που δίκασαν και απερρίφθησαν έστω και δι' εσφαλμένης εκτιμήσεως ή δεν ήσκησαν επιρροή στο σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Επίσης δεν δύνανται να θεμελιώσουν τον ανωτέρω λόγον επαναλήψεως της δίκης παραλείψεις ή πλημμέλειες εις το δικαστήριο όπως η μη λήψη υπ'όψη προταθέντων πραγματικών περιστατικών, η απόρριψη αιτημάτων για ευρύτερη έρευνα και για χρήση και άλλων αποδεικτικών μέσων, ούτε τα απλά επιχειρήματα και οι κρίσεις η προς την ουσιαστική ορθότητα της αποφάσεως και την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω κατά την υπ'αριθμ. 3) περίπτωση που προβλέπει το άνω άρθρο 525 § 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία επαναλαμβάνεται, "αν βεβαιωθεί ότι άσκησαν ουσιώδη επιρροή στην καταδίκη του κατηγορουμένου ψευδείς καταθέσεις μαρτύρων ή γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων ή πλαστά αποδεικτικά έγγραφα ή πειστήρια, τα οποία είχαν προσαχθεί ή ληφθεί υπ' όψη στη διαδικασία του ακροατηρίου, ή δωροληψία ή άλλη από πρόθεση παράβαση καθήκοντος του δικαστή ή του ενόρκου που μετείχε στο δικαστήριο που απάγγειλε την καταδίκη". Στην περίπτωση όμως αυτή κατά την § 2 του ιδίου άρθρου 525, οι αξιόποινες πράξεις αυτές, της ψευδορκίας, της πλαστογραφίας της δωροληψίας ή της παραβάσεως καθήκοντος "πρέπει να αποδεικνύονται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, εκτός αν δεν εκδόθηκε τέτοια απόφαση επειδή υπήρχαν νόμιμοι λόγοι που εμπόδιζαν την εκδίκαση της υπόθεσης στην ουσία της ή ανέστειλαν την ποινική δίωξη". Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 527 § 3 ΚΠΔ η αίτηση για επανάληψη της διαδικασίας πρέπει να περιέχει με πληρότητα και σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους ζητείται, καθώς και τα στοιχεία που τους βεβαιώνουν. Άλλως, εάν οι λόγοι δεν είναι εξ εκείνων, οι οποίοι αναφέρονται περιοριστικώς εις το άρθρο 525 § 1 Κ.Π.Δ. (η αίτηση), είναι απαράδεκτη. Ούτως είναι απαράδεκτη η αίτηση που στηρίζεται στη δευτέρα περίπτωση του άρθρου 525 § 1 ΚΠΔ εάν ο αιτών δεν εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια τα νέα στοιχεία που είναι σχετικά με την πράξη για την οποία εχώρησε η καταδίκη καθώς και το περιεχόμενό των, εάν δε στηρίζεται στη τρίτη περίπτωση αυτού, είναι απαράδεκτη, εάν δεν υπάρχει αμετάκλητη δικαστική απόφαση περί των εκεί αδικημάτων.
Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτών Χ1 με την κρινομένη από 23/2/2009 αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας ζητεί την επανάληψη της διαδικασίας, κατά την οποίαν εξεδόθη η καταδικαστική εις βάρος του υπ'αριθμ. 10162/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποίαν επεβλήθη εις αυτόν ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετίαν. Η απόφαση αυτή κατέστη αμετάκλητη, αφού η κατ' αυτής αναίρεση απερρίφθη δια της υπ'αριθμ. 443/2003 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου. Η καταδίκη του αιτούντος με την ανωτέρω απόφαση για την αξιόποινη πράξη της δωροδοκίας συνίστατο εις το ότι "ως δημόσιος υπάλληλος, κατά το χρονικό διάστημα από 16 Ιανουαρίου 1996 έως και 30 Ιανουαρίου 1996 και σε μη επακριβώς διακριβωθείσα ημερομηνία, υπηρετών εις την ... Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.) Αθηνών ενεφανίσθη ενώπιον του νομίμου εκπροσώπου της Ομόρρυθμης Εταιρείας "...." Θ1 και απαίτησε από αυτόν όπως του καταβάλει το χρηματικό ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) δραχμών προκειμένου να μη καταχωρίσει φορολογικές παραβάσεις οι οποίες διαπιστώθηκαν από έλεγχο που διενήργησε ειδικό συνεργείο προληπτικού ελέγχου του Υπουργείου Οικονομικών προ ολίγων ημερών εις την επιχείρησή του εις το οποίο (συνεργείο) ήταν αυτός μέλος μαζί με τους συναδέλφους του Ε1 και Ε2 οι οποίοι μετά τον έλεγχο εις την επιχείρηση καθαριστηρίου της πιο πάνω ομόρρυθμης εταιρείας συνέταξαν την από 31ης Ιανουαρίου 1996 έκθεση ελέγχου κατόπιν της οποίας με την υπ'αριθμ. 74/28-4-1996 Απόφαση Επιβολής Προστίμου Κ.Φ.Σ. του Προϊσταμένου της ... ΔΟΥ Αθηνών επεβλήθη εις την λεχθείσα Ομόρρυθμη Εταιρεία "...." πρόστιμο ανερχόμεο εις το χρηματικό ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) δραχμών. Δια της κρινομένης αιτήσεως ο αιτών α) μέμφεται, εις μεγάλην έκταση της αιτήσεως, για μεροληπτικές ενέργειες, πράξεις και παραλείψεις τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών Παναγιώτη Αγγελόπουλον, ο οποίος έλαβε υπ'όψη του τις καταθέσεις των Ε2 και Ε1 και υπέβαλλεν εις το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών απαλλακτική πρόταση και εξεδόθη το υπ'αριθμ. 2632/1998 βούλευμα του Συμβουλίου τούτου, δια του οποίου απεφάνθη ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά του Π1 Επιθεωρητού Υπουργείου Οικονομικών τον οποίον είχε καταγγείλει ο αιτών για παρότρυνση υφισταμένου. Όμως κατ' ουδέν αναφέρει ότι το βούλευμα αυτό και οι εις αυτό ελλείψεις της εισαγγελικής προτάσεως, ήσκησαν ουσιώδη επιρροή εις την καταδίκη του κατηγορουμένου, ως και εάν οι άνω καταθέσεις ήσαν και διατί ψευδείς, ή, εάν το βούλευμα το προσκομίζει ως νέο στοιχείο, τι εισφέρει υπέρ του αιτούντος και εάν αυτό μόνο του ή σε συνδυασμό με τις προηγούμενες αποδείξεις καθιστούν φανερό και διατί ότι ο κατηγορούμενος - αιτών είναι αθώος. β) αιτιάται τους δικαστάς, οι οποίοι εξέδωσαν την προαναφερθείσα απόφαση η οποία, κατά λέξη, "τον καταδικάζει χωρίς να προκύπτουν στοιχεία από την δικογραφία και αποβλέπει στη συγκάλυψη της ενοχής των μεγαλοστελεχών του Υπουργείου Οικονομικών και την τιμωρία αυτού που επεχείρησε να καταγγείλει αυτά τα στελέχη" μετά ταύτα δε αναφέρει ότι πράξεις και παραλείψεις οι οποίες συνιστούν παράβαση καθήκοντος είναι οι ακόλουθες, κατά πιστή εδώ μεταφορά: "1. Μου απέδοσε το αδίκημα της παθητικής δωροδοκίας χωρίς να διευκρινίζει πως θα απέτρεπα τα λοιπά μέλη του συνεργείου ελέγχου να συντάξουν έκθεση ελέγχου στην οποία θα περιείχετο η διαπιστωθείσα παράβαση εις βάρος του Θ1. 2. Έκανε δεκτό ότι εγώ πήγα στο μαγαζί του Θ1 και ζήτησα 10.0.000 δρχ. για να "σβύσω" φορολογική παράβαση χωρίς αυτό να προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας ή από άλλα στοιχεία της δικογραφίας. Επί πλέον ο μόνος αυτόπτης μάρτυς καταγγέλων και θύμα της δωροδοκίας Θ1 δεν με ανεγνώρισε ενώπιον του ακροατηρίου. Εξ άλλου οι μάρτυρες κατηγορίας είχαν συμφέρον να καταθέσουν εις βάρος μου διότι θα μπορούσαν να κατηγορηθούν αυτοί ότι πήγαν στο μαγαζί του Θ1 και κάποιος εξ αυτών ζήτησε 100.000 δρχ. για να "σβύσει" φορολογική παοάβαση. 3. Δέχτηκε ως αληθινή την κατασκευασμένη καταγγελία του Θ1 για δήθεν απόπειρα δωροδοκίας από κάποιον που του είπε ότι ονομάζεται Χ1 εφ'όσον αυτή δεν εγένετο στην αστυνομία αλλά στο τηλέφωνο του γραφείου του Π1.
Εν προκειμένω ο Π1 καθώς και ο Προϊστάμενος της ...' ΔΟΥ Αθήνας Ρ1 ήσαν ύποπτοι για δωροδοκία. 4. Έλαβε υπ'όψη την αριθ. 74/96 απόφαση επιβολής προστίμου η οποία κατασκευάστηκε μετά το Α.Π. 6399/19.11.97 έγγραφο του Εισαγγελέα Παναγιώτη Αγγελόπουλου, υπογράφτηκε και προσάχθηκε από τον ύποπτο για δωροδοκία Ρ1. 5. Δέχτηκε τους μάρτυρες κατηγορίας ως αξιόπιστους όταν όλοι εξ αυτών εγνώριζαν για την διαπιστωθείσα παράβαση εις βάρος του Θ1 και ως εκ τούτου ο καθ' ένας απ'αυτούς θα μπορούσε να είχε ζητήσει χρήματα για το "σβύσιμο" της φορολογικής παράβασης". Όμως ουδέν προσδιοριστικόν της παραβάσεως καθήκοντος περιστατικόν αναφέρει, από το οποίο να προκύπτει η με πρόθεση επικαλουμένη παράβαση, ούτε εκθέτει ποίο το όφελος των δικαστών για τον εαυτόν τους ή για άλλον παρανόμως ή προς βλάβη του κράτους, ούτε γιατί η καταγγελία του Θ1 είναι κατασκευασμένη και κατά ποίον τρόπον ήσκησεν ουσιώδη επιρροή στην καταδικαστική κρίση των δικαστών, εν όψει του ότι και ο ίδιος δέχεται ότι υπήρχαν και άλλοι μάρτυρες κατηγορίας οι οποίοι είχαν συμφέρον να καταθέσουν εις βάρος του και κατέθεσαν, εις πάσαν περίπτωση δε και πέραν αυτών, εάν η ψευδής κατάθεση του ανωτέρω ή η παράβαση καθήκοντος είναι αποδεδειγμένη με αμετάκλητη δικαστική απόφαση ή εάν τούτο δεν συνέβη λόγω κωλύματος. Εντεύθεν αμφότεροι οι ανωτέρω λόγοι είναι αόριστοι. Τα λοιπά επιχειρήματα που προβάλλει ο αιτών με την κρινομένη αίτησή του, αφορούν τον από ουσιαστικής πλευράς έλεγχο της ορθότητος της αποφάσεως, με την οποία κατεδικάσθη και για τον λόγον αυτόν δεν μπορούν να θεωρηθούν ως νέα γεγονότα ή αποδείξεις κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 525 § 1 περίπτ. 2 Κ.Π.Δ. Κατ' ακολουθίαν αυτών η κρινομένη αίτηση επαναλήψεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καταδικασθεί δε ο αιτών στα δικαστικά έξοδα (άρθρα 583 § 1 Κ.Π.Δ.).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23/2/2009 αίτηση του Χ1 για επανάληψη της διαδικασίας που επερατώθη αμετακλήτως δια της υπ'αριθμ. 10162/2001 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τον αιτούντα εις τα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220).
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Μαΐου 2009. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2009.-

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή