Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1788 / 2009    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ερημοδικία αναιρεσείοντος, Πλαστογραφία, Αναιρέσεων συνεκδίκαση, Αποδοχή προϊόντων εγκλήματος.




Περίληψη:
Αποδοχή προϊόντος εγ-κλήματος - Έννοια. Νόθευση εγγράφου. Παραποίηση στοιχείων αριθμού πλαισίου κλπ αυτοκινήτου. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, λόγω αντιφάσεων στην απόφαση. Απορριπτική ενστάσεως παραγραφής στην προσβαλλόμενη απόφαση. Απορρίπτει κατ' ουσίαν αναίρεση παρόντος αναιρεσείοντος. Απορρίπτει ως ανυποστήρικτη αναίρεση του απόντος αναιρεσείοντος.




Αριθμός 1788/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου (ορισθέντα με την υπ' αριθ. 42/2009 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γρηγορίου Μάμαλη), Νικόλαο Ζαΐρη, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο - Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Ζύγουρα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Χ1 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα και 2) Χ2 , που δεν παρέστη στο ακροατήριο, περί αναιρέσεως της 1482/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με συγκατηγορούμενο τον Χ3.

Το Τριμελές Εφετείου Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19.1.2009 και 23.1.2009 αιτήσεις τους αναιρέσεως, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 133/2009.

Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του παραστάντος πρώτου αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά, καθώς και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντος και να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η αίτηση του δευτέρου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την προσβαλλόμενη 1482/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε κατ' έφεση, καταδικάστηκαν: α) ο Χ1 για: 1) αποδοχή και διάθεση προϊόντος εγκλήματος και 2) νόθευση γνησίου εγγράφου μετά χρήσεως και β) ο Χ2 για: 1) αποδοχή προϊόντος εγκλήματος, 2) ηθική αυτουργία σε απόπειρα απάτης και 3) ηθική αυτουργία σε ψευδορκία μάρτυρα. Κατά της αποφάσεως αυτής, που δημοσιεύθηκε στις 11.11.2008 και καταχωρήθηκε καθαρογραμμένη στο ειδικό βιβλίο στις 9.1.2009, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα ξεχωριστές αναιρέσεις και συγκεκριμένα, από τον πρώτο (Χ1), με δήλωση από τον παραστάντα συνήγορό του ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Λάρισας στις 19.1.2009, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 2/2009 έκθεση και από τον δεύτερο (Χ2 ) με δήλωση, που υπογράφεται από τον ίδιο ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που επιδόθηκε στις 28.1.2009. Περιέχουν ως λόγο αναιρέσεως την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και πρέπει να ερευνηθούν.
Α) Ως προς την αίτηση αναιρέσεως του Χ2:
Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ" Κ.Ποιν. Δ., ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166. Κατά το άρθρο 514 εδ. α' του ίδιου Κώδικα, εάν ο αιτών την αναίρεση δεν εμφανισθεί, η αίτησή του απορρίπτεται. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 2009 αποδεικτικό επίδοσης του ..., επιμελητή Δικαστηρίων της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Τρικάλων, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου νόμιμα και εμπρόθεσμα (με επίδοση της κλήσεως στον ίδιο) για να εμφανισθεί στη συνεδρίαση που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, πλην όμως δεν εμφανίσθηκε κατ' αυτήν και την εκφώνηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
Β) Ως προς την αίτηση αναιρέσεως του Χ1
Από την διάταξη του άρθρου 394 παρ. 1 ΠΚ προκύπτει ότι στοιχείο του εγκλήματος αποδοχής προϊόντος εγκλήματος, το οποίο είναι υπαλλακτικώς μικτό, δυνάμενο να τελεσθεί με έναν από τους ανωτέρω αναφερόμενους τρόπου, και προϋποθέτει προηγουμένη τέλεση αξιόποινης πράξεως, από την οποία προήλθε το πράγμα που μεταβιβάσθηκε σε τρίτον, είναι, εκτός άλλων, ο δόλος του αποδεχόμενου το προϊόν του εγκλήματος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση αυτού ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και τη θέληση αποδοχής αυτού. Ο δόλος αυτός διακριβώνεται από συγκεκριμένα περιστατικά που καταδεικνύουν αμέσως ή και εμμέσως την ύπαρξή του και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο αποδεχόμενος έχει γνώση του ότι το πράγμα προέρχεται από αξιόποινη πράξη και βούληση αποδοχής τούτου, μολονότι γνωρίζει την προέλευσή του αυτή. Για την ύπαρξη τέτοιοι αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή, αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης 1482/2008 αποφάσεώς του, κατά το μέρος που αφορά τον άνω αναιρεσείοντα, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ' είδος αναφερομένων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά πιστή αντιγραφή από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως: "1.- Ο πρώτος στην προσβαλλόμενη απόφαση κατηγορούμενος, Χ1 ήταν κύριος και κάτοχος του υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου μάρκας FIAT και τύπου UNO, το οποίο είχε ολοσχερώς καταστραφεί σε τροχαίο ατύχημα και ως εκ τούτου ήταν ακατάλληλο για κυκλοφορία. Ήθελε όμως τα στοιχεία του αυτοκινήτου αυτού να τα επιθέσει σε ένα άλλο όμοιο αυτοκίνητο (μεταχειρισμένο, αλλά σε καλή κατάσταση) ώστε να κυκλοφορεί το νέο με τα στοιχεία του παλιού. Γι' αυτό ερεύνησε και βρήκε στην αγορά και αγόρασε το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής FIAT, τύπου UNO, το οποίο είχε κλαπεί στις 23-12-1999 από τη ... και ανήκε στην Κ1, κάτοικο ... Αφού παρέλαβε το κλεμμένο στην κατοχή του και το έφερε στην ..., κατά το χρονικό διάστημα 3-8-2001 έως 13-6-2003, χωρίς να έχει εξακριβωθεί η ακριβής ημερομηνία, προέβη σε μηχανική επέμβαση επί του κλεμμένου και παραποίησε τα στοιχεία του αριθμού πλαισίου αυτού που είχαν αποτυπωθεί νομίμως (εργοστασιακά) συνθέτοντας τον αριθμό *...*. Αυτός, αφού έσβησε τα νόμιμα στοιχεία, ανέγραψε άλλα που συνέθεταν τον αριθμό *...*. Τα στοιχεία αυτά ήταν εκείνα που έφερε το δικό του κατεστραμμένο πλέον αυτοκίνητο. Ο σκοπός του είναι εύλογος: Ήθελε να παραπλανήσει τις αρμόδιες αρχές αλλά και κάθε τρίτο σχετικά με την πραγματική ταυτότητα και το νόμιμο της κυκλοφορίας του κλεμμένου αυτοκινήτου, ώστε να εμφανίζεται ότι αυτό δεν είναι το κλεμμένο αλλά το δικό του. Ακολούθως, μετέθεσε τις πινακίδες από το κατεστραμμένο αυτοκίνητό του στο κλεμμένο, το οποίο έθεσε σε κυκλοφορία εμφανίζοντας ότι δήθεν αυτό κυκλοφορεί νόμιμα. Έτσι μπορούσε πλέον να το μεταβιβάσει σε άλλους ως δήθεν δικό του. Γι' αυτό, ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1, κάνοντας χρήση του πλαστού, το μεταβίβασε στις 3-8-2001 στον κατηγορούμενο Χ3. Πρέπει λοιπόν ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξεως της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, όπως στο διατακτικό. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι οι άλλοι κατηγορούμενοι είχαν κάποια συμμετοχή στην πράξη αυτή της πλαστογραφίας του αριθμού πλαισίου του κλεμμένου αυτοκινήτου. Αυτοί ενεπλάκησαν στην υπόθεση αμέσως μετά την πλαστογραφία, την οποία κάθε συμφέρον να την ενεργήσει είχε τότε αποκλειστικά ο πρώτος κατηγορούμενος. 2.- Αφού οΧ1ολοκλήρωσε την παραποίηση του κλεμμένου αυτοκινήτου, θέλησε αμέσως να το μεταβιβάσει σε τρίτους και να καρπωθεί το τίμημα, αλλά και να αποδεσμευθεί από το βάρος του κλεμμένου. Όπως προαναφέρθηκε, αυτό (υπ' αριθ. κυκλοφορίας . ... FIAT τύπου UNO) είχε κλαπεί στις 23-12-1999 από την Κ1, κάτοικο ... στη .... Ο πρώτος κατηγορούμενος το δέχτηκε στην κατοχή του, αν και γνώριζε ότι αυτό είναι προϊόν κλοπής, γιατί ακριβώς σ' αυτό προσδοκούσε: Να θέσει σ' αυτό τα στοιχεία του κατεστραμμένου δικού του δια παραποιήσεως. Ακολούθως στις 3-8-2001 το μεταβίβασε, παραποιημένο πλέον, ως δήθεν δικό του στον δεύτερο κατηγορούμενο Χ3 (μη διάδικο στην παρούσα δίκη). Αυτός κατά τη μεταβίβαση, δεν ενεργούσε για δικό του λογαριασμό, αλλά για λογαριασμό άλλου και συγκεκριμένα του τρίτου κατηγορουμένου Χ2 , ο οποίος ήταν εργοδότης του. Ο τελευταίος, επειδή δεν ήθελε να φαίνεται ο ίδιος ως κύριος του κλεμμένου και παραποιημένου αυτοκινήτου, πράγμα που γνώριζε λόγω των στενών σχέσεών του με τον Χ1, χρησιμοποίησε ως παρένθετο πρόσωπο για την αγορά του τον έμπιστο υπάλληλό του Χ3, ο οποίος επίσης γνώριζε την προέλευση του αυτοκινήτου. Δέχθηκε να ενεργήσει έτσι για να εξυπηρετήσει τα σχέδια του εργοδότη του, τα οποία αποσκοπούσαν στην εξαπάτηση της ασφαλιστικής εταιρίας, για την οποία γίνεται λόγος κατωτέρω, και την είσπραξη του ασφαλίσματος. Εν συνεχεία ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ3 παρέδωσε το ανωτέρω αυτοκίνητο στον τρίτο κατηγορούμενο Χ2 , ο οποίος ήταν ουσιαστικά ο κύριός του και αυτός με τη σειρά του το μεταβίβασε στον τέταρτο κατηγορούμενο Χ4, στην κατοχή του οποίου βρέθηκε τελικά το αυτοκίνητο στις 13-6-2003. Για τον τελευταίο δεν προέκυψαν στοιχεία και υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο γνώριζε ότι το αυτοκίνητο που απέκτησε ήταν κλεμμένο. Γι' αυτό πρέπει να κηρυχθεί αθώος (και) της πράξεως αυτής. Αντίθετα, οι λοιποί κατηγορούμενοι, οι οποίοι, κατά τα προαναφερόμενα, δέχτηκαν στην κατοχή τους πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη (κλοπή) εν γνώσει αυτού, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αποδοχής και διάθεσης προϊόντος εγκλήματος που εκτελέστηκε όχι από κοινού, αλλά διαδοχικά κατά τον τρόπο που περιγράφεται ανωτέρω και στο διατακτικό.
3.- Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, οι πράξεις της πλαστογραφίας και της αποδοχής προϊόντος εγκλήματος τελέσθηκαν κατά το χρονικό διάστημα 3-8-2001 έως 13-6-2003. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι συντελέστηκαν νωρίτερα από τις 19.1.2000, που κατ' αυτόν έγινε η επισκευή του αυτοκινήτου του, με αποτέλεσμα οι πράξεις που του αποδίδονται να έχουν παραγραφεί αφού παρήλθε διάστημα μεγαλύτερο των 8 ετών, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
4.- Τέλος, το Δικαστήριο δέχεται ότι ο ως άνω πρώτος κατηγορούμενος έζησε ως ον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό βίο".
Ακολούθως, το Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο αυτόν των πράξεων της αποδοχής και διάθεσης προϊόντος εγκλήματος, καθώς και της νόθευσης εγγράφου μετά χρήσεως και ειδικότερα του ότι: 1.- "Στην ..., σε άγνωστο επακριβώς κατά την προανάκριση χρόνο, πάντως κατά το χρονικό διάστημα από 3-8-2001 έως 13-6-2003, με πρόθεση, δέχτηκε στην κατοχή του πράγμα που προήλθε από αξιόποινη πράξη, μεταβίβαση σε άλλον την κατοχή τέτοιου πράγματος και συνέργησε σε μεταβίβαση τέτοιου πράγματος και συγκεκριμένα ο πρώτος κατηγορούμενος δέχτηκε στην κατοχή του το με αριθμ. κυκλοφορίας ...αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής FIAT, τύπου UNO, το οποίο είχε κλαπεί στις 23-12-1999 από τη ...και ανήκε στη Κ1, κάτοικο ..., αν και γνώριζε ότι αυτό είναι προϊόν κλοπής. Εν συνεχεία, ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 στις 3-8-2001, μεταβίβασε στο δεύτερο κατηγορούμενο Χ3, ο οποίος κατά τη μεταβίβαση ενεργούσε για λογαριασμό του τρίτου κατηγορουμένου Χ2 , το ανωτέρω κλεμμένο αυτοκίνητο, αν και γνώριζαν ότι αυτό είναι προϊόν κλοπής. Εν συνεχεία, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ3 παρέδωσε το ανωτέρω αυτοκίνητο στον τρίτο κατηγορούμενο Χ2 και αυτός με τη σειρά του στον τέταρτο κατηγορούμενο Χ4, στην κατοχή του οποίου βρέθηκε τελικά το αυτοκίνητο στις 13-6-2003, αν και γνώριζαν (πλην του τελευταίου) ότι αυτό είναι προϊόν κλοπής. 2.- Στην ... σε άγνωστο επακριβώς κατά την προανάκριση χρόνο, πάντως κατά το χρονικό διάστημα 3-8-2001 έως 13-6-2003, νόθευσε γνήσιο έγγραφο, κατά την έννοια του άρθρου 13γ του Π Κ, με σκοπό με τη χρήση αυτού να παραπλανήσει άλλον για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες και στη συνέχεια έκανε χρήση του εγγράφου αυτού. Ειδικότερα, με μηχανική επέμβαση παραποίησε τα στοιχεία του αριθμού πλαισίου που είχαν αποτυπωθεί νομίμως (εργοστασιακά) συνθέτοντας τον αριθμό *...* του IX επιβατικού αυτοκινήτου, με πινακίδες αριθμ. κυκλοφορίας ..., εργοστασίου κατασκευής FIAT, τύπου UNO, το οποίο είχε κλαπεί στις 23-12-1999 από τη ...., που ανήκε στη Κ1, κάτοικο ..., και ανέγραψε άλλα στοιχεία που μαζί με τα υπόλοιπα συνέθεσαν τον αριθμ....*, που ανήκε στο με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ίδιας μάρκας και τύπου με το κλαπέν, που είχε νομίμως στην κατοχή του ο πρώτος των κατηγορουμένων Χ1 και το οποίο είχε ολοσχερώς καταστραφεί σε τροχαίο ατύχημα και ήταν ακατάλληλο για κυκλοφορία. Στην ανωτέρω πράξη προέβη με σκοπό να παραπλανήσει τις αρμόδιες αρχές αλλά και κάθε τρίτον, περί της ταυτότητας και του νομίμου της κυκλοφορίας του ως άνω κλαπέντος αυτοκινήτου. Εν συνεχεία, δε, έκανε χρήση του πλαστού αριθμού πλαισίου, καθότι, αφού μετέθεσε τις πινακίδες από το κατεστραμμένο και νομίμως αποκτηθέν αυτοκίνητο, στο κλεμμένο, έθεσε το ανωτέρω όχημα (το κλεμμένο) σε κυκλοφορία παρουσιάζοντας ότι αυτό κυκλοφορεί νομίμως και ειδικότερα, ο πρώτος κατηγορούμενος Χ1 στις 3.8.2001, μεταβίβασε στον δεύτερο κατηγορούμενο Χ3, ο οποίος κατά τη μεταβίβαση, ενεργούσε για λογαριασμό του τρίτου κατηγορουμένου Χ2 , το ανωτέρω (κλεμμένο) αυτοκίνητο που έφερε τον παραποιημένο αριθμό πλαισίου. Εν συνεχεία, ο δεύτερος κατηγορούμενος Χ3 παρέδωσε το ανωτέρω αυτοκίνητο στον τρίτο κατηγορούμενο Χ2 και αυτός στον τέταρτο κατηγορούμενο Χ4, στην κατοχή του οποίου βρέθηκε τελικά το αυτοκίνητο στις 13-6-2003. Το Δικαστήριο δέχεται ότι ο ως άνω κατηγορούμενος έζησε, ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα, έντιμο ατομικό, οικογενειακό, επαγγελματικό και γενικά κοινωνικό βίο".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.β', 26 παρ. 1α', 27 παρ.1, 84 παρ. 2α', 94 παρ. 1, 216 παρ. 1, 394 παρ. 1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ... και ..., καθώς και των μαρτύρων υπερασπίσεως ... και ..., οι οποίοι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά, εξετάσθηκαν ενόρκως στο ακροατήριο του αυτού Δικαστηρίου. Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν οι επιμέρους αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος και συγκεκριμένα, ότι: α) η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντίφαση ως προς τον χρόνο τελέσεως των αποδιδομένων στον αναιρεσείοντα πράξεων και ειδικότερα, αφενός δέχεται ότι οι πράξεις της περιελεύσεως σε αυτόν του κλεμμένου αυτοκινήτου και της πλαστογραφίας από αυτόν ολοκληρώθηκαν στις 3.8.2001 πριν τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου στον συγκατηγορούμενό του Χ3, αφετέρου τόσο στο σκεπτικό, όσο και στο διατακτικό της αποφάσεως γίνεται δεκτό ότι οι άνω πράξεις συντελέστηκαν από 3.8.2001 έως 13.6.2003. Έτσι, το δικάσαν Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση, που απέρριψε την ένσταση παραγραφής που νόμιμα είχε προτείνει, στέρησε την απόφασή του αυτή της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας κατ' άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ' ΚΠΔ. Από την παραδεκτή επισκόπηση της αποφάσεως προκύπτει ότι στο σκεπτικό της το Δικαστήριο δέχεται ότι οι πράξεις της αποδοχής προϊόντος εγκλήματος και νοθεύσεως εγγράφου μετά χρήσεως από τον αναιρεσείοντα, τελέστηκαν στις 3.8.2001. Από παραδρομή όμως αναφέρεται στο διατακτικό ως χρόνος τελέσεως των πράξεων αυτών από αυτόν το χρονικό διάστημα από 3.8.2001 έως 13.6.2003, το οποίο αφορά τον χρόνο τελέσεως της πράξεως αποδοχής προϊόντος εγκλήματος από τους λοιπούς, τότε, συγκατηγορουμένους του αναιρεσείοντος, χωρίς ο χρόνος αυτός να επιδρά στην ταυτότητα των πράξεων αυτών ή την παραγραφή τους και χωρίς να δημιουργείται οποιαδήποτε αντίφαση από την αναφορά αυτή, όπως αβάσιμα με την αναίρεσή του ισχυρίζεται ο τελευταίος. Και β) ενώ κηρύχθηκε ένοχος αποδοχής προϊόντος εγκλήματος από κοινού με τους συγκατηγορουμένους του, παρ' όλα αυτά, με την απόφαση, όχι μόνο δεν αιτιολογείται η από κοινού διάπραξη του εγκλήματος αυτού, αλλά με το σκεπτικό γίνεται δεκτό ότι μόνος του προέβη σε παραποίηση του κλεμμένου αυτοκινήτου και αποδοχή προϊόντος εγκλήματος και από την αντίφαση αυτή, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται της κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ', ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Αβάσιμα όμως και πάλι ο αναιρεσείων επικαλείται αντίφαση στα γενόμενα από την άνω απόφαση δεκτά, διότι, όπως προκύπτει από την άνω απόφαση, στο σκεπτικό της γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσείων τέλεσε το έγκλημα της αποδοχής προϊόντος εγκλήματος μεμονωμένως και δεν δημιουργείται οποιαδήποτε αντίφαση από τη μη διαγραφή στο διατακτικό της φράσεως "από κοινού", που προήλθε από την αντιγραφή του διατακτικού της πρωτόδικης αποφάσεως. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ'
ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, με τον οποίον αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και ο αυτεπαγγέλτως κατ' άρθρο 511 ΚΠΔ λαμβανόμενος υπόψη, εφόσον η αναίρεση έχει παραδεκτό τον άνω λόγο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' λόγος της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τον πρώτο από τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικαστεί και ο αναιρεσείων αυτός στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τις: 1) από 19 Ιανουαρίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 2/2009) αίτηση του Χ1 και 2) από 23 Ιανουαρίου 2009 (υπ' αριθ. πρωτ. 711/28.1.2009) αίτηση του Χ2 , για αναίρεση της υπ' αριθ. 1482/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει κάθε αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή