Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης


<< Επιστροφή

Απόφαση 1538 / 2009    (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ψευδορκία μάρτυρα.




Περίληψη:
Ψευδορκία μάρτυρος (224 ΠΚ). Στοιχεία αυτής. Πρέπει να αιτιολογείται στην απόφαση η γνώση του περιστατικού που κατέθεσε ενώ είναι ψευδή. Πρέπει να εκτίθενται τα αληθή περιστατικά (άλλως έλλειψη αιτιολογίας) και πως τα γνώριζε. Στοιχεία ηθικής αυτουργίας (άρθρ. 46 ΠΚ). Πότε εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως - παραβίαση εκ πλαγίου. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1538/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Κούκλη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Ελευθέριο Νικολόπουλο, Βιολέττα Κυτέα-Εισηγήτρια και Γεώργιο Αδαμόπουλο (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Αναστασίου Λιανού), Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Απριλίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1) Χ1, κατοίκου ... και 2) Χ2, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Στεφάνου, για αναίρεση της 379/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας.

Το Τριμελές Εφετείο Κέρκυρας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 19 Ιανουαρίου 2009 δύο αυτοτελείς αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 296/2009.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνουν δεκτές οι προκείμενες αιτήσεις αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι από 19 Ιανουαρίου 2009 αιτήσεις αναιρέσεως των Χ1 και Χ2 στρέφονται κατά της αυτής αποφάσεως υπ' αριθμ. 379/2008 του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας. Πρέπει, εντεύθεν, να συνεκδικασθούν, λόγω της μεταξύ των προδήλου συναφείας.
Για την κατ' άρθρο 224 παρ. 2 Π.Κ. στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας απαιτείται α) ο μάρτυς να καταθέτει ενόρκως ενώπιον αρχής αρμοδίας για την εξέτασή του β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση του, ότι αυτά τα οποία κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να (τα) καταθέσει. Η ένορκη κατάθεση του δράστου του εγκλήματος αυτού πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός εάν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε, θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό, όχι μόνον όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυς αντελήφθη ή από διηγήσεις τρίτων επληροφορήθη και ως εκ τούτου γνώριζε. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ. 1 εδ. α' Π.Κ. με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Εξ αυτού προκύπτει ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτούνται: α) πρόκληση από τον ηθικό αυτουργό σε κάποιον άλλον της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η πρόκληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως υπόσχεση ή χορήγηση αμοιβής, πειθώ, φορτικότητα, απειλή κ.τ.λ. β) διάπραξη από άλλον της πράξεως αυτής και γ) δόλος του ηθικού αυτουργού, δηλαδή ηθελημένη πρόκληση της αποφάσεως για την διάπραξη από τον άλλο της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος με γνώση , θέληση ή αποδοχή της συγκεκριμένης εγκληματικής πράξεως. Περαιτέρω η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτοθμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία εστηρίχθη η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφηρμόσθη. Ειδικότερα, ως προς την έκθεση των αποδείξεων, αρκεί η γενική κατά το είδος καθενός αναφορά τους, χωρίς να προσαπαιτείται και η ιδιαίτερη μνεία του κάθε αποδεικτικού στοιχείου και τι προέκυψε από το καθένα απ' αυτά. Πρέπει, όμως, να προκύπτει χωρίς αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεξετίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνον μερικά απ' αυτά για να μορφώσει την καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση του. Για την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων. Όταν όμως αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως επί εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρος, η "εν γνώσει" ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως, δηλαδή άμεσος δόλος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στη γνώση αυτή. Ήτοι απαιτείται η αναφορά των αληθών περιστατικών που εγνώριζε ο εξετασθείς και αντ' αυτών κατέθεσε τα ψευδή και τα πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία το δικαστήριο εδέχθη ότι αυτός είχε γνώση ότι ταύτα ήσαν ψευδή? και τούτο διότι η γνώση ως ενδιάθετη βούληση επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστου, εις τρόπον ώστε να συνάγεται σαφώς ότι το περιεχόμενο της καταθέσεως ήτο αποτέλεσμα της ενσυνειδήτου ενεργείας του. Τέλος εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία αποτελεί λόγον αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 379/2008 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, τούτο, εδέχθη, μετά από αναφορά κατ' είδος των αποδεικτικών μέσων και εκτίμηση και αξιολόγηση αυτών, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του περί τα πράγματα, ότι απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Χ1 με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, εξεταζόμενος ενόρκως στις 31-10-2002 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Κέρκυρας και στις 7-4-2003 ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας σε υπόθεση στην οποία ήταν κατηγορούμενος ο νυν εγκαλών ΑΑ για την πράξη της επικίνδυνης σωματικής βλάβης κατά του Χ2, κατέθεσε εν γνώσει του τα παρακάτω ψευδή: 1) Στις 31-10-2002 εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Κέρκυρας κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς τα εξής: "Δεν είδα επίθεση να κάνει ο Χ2 ... Δεν είδα τον Χ2 να κτυπάει τον ΑΑ .... Δεν έβρισε ο Χ2 ..." 2) Στις 7-4-2003 εξεταζόμενος ενόρκως ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας κατέθεσε εν γνώσει του ψευδώς τα εξής: "... Δεν ήταν κτυπημένος ο Ψ ...". Τα παραπάνω όμως είναι ψευδή και αυτός αν και γνώριζε ότι αυτά είναι ψευδή, εν γνώσει του τα κατέθεσε ένορκα. Ο κατηγορούμενος Χ2 από πρόθεση, στον παραπάνω τόπο και χρόνους, με πειθώ, φορτικότητα, προτροπές και παραινέσεις, έπεισε τον κατηγορούμενο Χ1, να διαπράξει το πλημμέλημα της ψευδορκίας μάρτυρα και να καταθέσει ενόρκως ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου Κέρκυρας και του Τριμελούς Εφετείου Κέρκυρας, όσα πιο πάνω κατέθεσε, εν γνώσει του ότι αυτά είναι ψευδή. Ειδικότερα ο δόλος του πρώτου κατηγορουμένου να καταθέσει τα ως άνω ψευδή περιστατικά συνάγεται ανενδοιάστως εκ του ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επεισοδίου που έλαβε χώρα μεταξύ του μηνυτού Ψ και του αδελφού του Χ2 (δεύτερου κατηγορουμένου) στις 29 του μηνός Σεπτεμβρίου 1996 στην περιοχή "..." ..., κατά το οποίο ο μηνυτής είχε επιτεθεί εναντίον του δευτέρου κατηγορουμένου με μία κλαδευτική ψαλίδα και του προκάλεσε οίδημα αριστ. ζυγωματικής χώρας και εκδορές πλάγιας κοιλιακής χώρας και δεξιού ημιθωρακίου (κάτωθι της θηλής του δεξιού μαστού (βλ. την από 29-9-1996 ιατροδικαστική έκθεση του ιδίου ιατροδικαστή), ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος τον χτύπησε στο κεφάλι με τα χέρια του και του προκάλεσε αιμάτωμα δεξιού βλεφάρου και ρινός ... Κατά το επεισόδιο αυτό ανταλλάχθηκαν ύβρεις υπ' αμφοτέρων των παραπάνω εμπλακέντων. Ο πρώτος κατηγορούμενος ο οποίος καθ' ομολογία του ήταν εργάτης στην υπηρεσία του δεύτερου κατηγορουμένου και εργαζόταν στο κτήμα του δεύτερου, ενώ είδε ότι ο δεύτερος είχε αίματα μετά τη συμπλοκή και είδε όλο το επεισόδιο απέφυγε να καταθέσει στις ως άνω ημερομηνίες, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ότι ο δεύτερος χτύπησε το μηνυτή και τον εξύβρισε, καταθέσας μόνο ότι ο μηνυτής χτύπησε και εξύβρισε τον δεύτερο κατηγορούμενο.
Συνεπώς απέκρυψε από πρόθεση τα περιστατικά αυτά που τα γνώριζε με σκοπό να ωφελήσει το δεύτερο κατηγορούμενο σε δίκη έπειτα από έγκληση του δεύτερου κατηγορούμενου για σωματική βλάβη και εξύβριση σε βάρος του νυν μηνυτή Ψ για τα αντίστοιχα αδικήματα, καταθέτοντας ενώπιον του Τριμελούς Πλημ/κείου (δεύτερος κατηγορούμενος) και ότι δεν έβρισε και ότι ο μηνυτής δεν ήταν χτυπημένος, παρά του ότι τους είδε ότι συνεπλάκησαν και έδερνε ο ένας τον άλλον ... Επίσης συνάγεται ανενδοιάστως ότι ο πρώτος δεν είχε λόγο να καταθέσει υπέρ του δεύτερου αν αυτός δεν έπειθε γι' αυτό". Μετά ταύτα εκήρυξε ενόχους του κατηγορουμένους ως εξής: Τον Χ1 ψευδορκίας μάρτυρος και τον Χ2 ηθικής αυτουργίας εις αυτήν. Με τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας, το Τριμελές Εφετείο Κερκύρας, διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων της ψευδορκίας και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν, για τα οποία κατεδικάσθησαν οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27, 224, 46 παρ. 1 Π.Κ., χωρίς ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου να τις παραβιάσει με ελλιπή ή αντιφατική αιτιολογία και με λογικά κενά και να στερήσει ούτω την απόφασή του νομίμου βάσεως. Ειδικότερα αναφέρονται α) τα δικαστήρια, ενώπιον των οποίων κατέθεσαν αρμοδίως ενόρκως ο πρώτος κατηγορούμενος-αναιρεσείων, Χ1, τα ψευδή περιστατικά, β) τα αληθή περιστατικά, τα οποία εγνώριζε και απέκρυψε, αφού δέχεται (η απόφαση) ότι ο κατηγορούμενος αυτός ήτο αυτόπτης μάρτυς του επεισοδίου μεταξύ του μηνυτού Ψ και του αδελφού του Χ2, δευτέρου κατηγορουμένου και είδε ότι ο τελευταίος αυτός χτύπησε τον μηνυτή στο κεφάλι και τον εξύβρισε τον οποίο είδε και χτυπημένο, και ότι παρά ταύτα κατέθεσε ψευδώς ότι "δεν είδε τον Χ2 να κτυπάει τον Ψ, ο οποίος δεν ήταν κτυπημένος, ούτε έβρισε ο Χ2", γ) η σχέση εξαρτήσεως του πρώτου κατηγορουμένου, εργάτου όντος στην υπηρεσία του δευτέρου κατηγορουμένου Χ2 και η εξ αυτής πειθώ του να ψευδομαρτυρήσει ο πρώτος. Επίσης, ναι μεν αναφέρει ότι "ο μηνυτής Ψ επιτέθηκε εναντίον του δευτέρου κατηγορουμένου, εν όψει, όμως, του ότι εδέχθη ότι αμφότεροι "αυτοί συνεπλάκησαν και ο ένας έδερνε τον άλλον" ουδεμία αντίφαση υπάρχει όταν δέχεται ότι (και) ο δεύτερος κατηγορούμενος επετέθη κατά του μηνυτού (όπερ είδε ο Χ1). Μετά πάντα ταύτα οι σχετικοί μόνοι λόγοι, οι αυτοί αμφοτέρων των αναιρέσεων, της ελλείψεως από την απόφαση της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου, ειδικότερα όσον αφορά τον δόλον των αναιρεσειόντων σχετικά, ήτοι, με την γνώση των ψευδών περιστατικών από τον πρώτο κατηγορούμενο και την (μη) αναφορά των αληθών εις την προσβαλλομένη απόφαση ως και την ηθική αυτουργία του δευτέρου κατηγορουμένου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Καθ' ό μέρος δε με αυτούς πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, αυτοί είναι απαράδεκτοι.
Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους οι κρινόμενες αναιρέσεις ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, καταδικασθούν δε έκαστος των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 οαρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τις από 19 Ιανουαρίου 2009 αιτήσεις των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 379/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κερκύρας. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντας στα δικαστικά έξοδα εξ ευρώ διακοσίων είκοσι (220) έκαστον.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 25 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή