Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 1860 / 2009    (Β, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Έγγραφα, Ανθρωποκτονία από αμέλεια, Ακροάσεως έλλειψη.




Περίληψη:
Ανθρωποκτονία από αμέλεια, προϋποθέσεις. Ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία επί καταδίκης. Έλλειψη ακροάσεως (άρθρ. 510 § 1β ΚΠΔ) και επί αρνήσεως ή παραλείψεως του δικαστηρίου να αποφανθεί επί αιτήματος του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, κατά το άρθρ. 364 § 1 ΚΠΔ. Έννοια διατάξεως του άρθρ. 364 § 1 ΚΠΔ. Απορρίπτει αίτηση.




Αριθμός 1.860/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β' Ποινικό Τμήμα Διακοπών

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Μουστάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Σαράντη Δρινέα - Εισηγητή, Νικόλαο Πάσσο, Σοφία Καραχάλιου και Ιωάννη Παπαδόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Παναγιώτη Νικολούδη και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Φατούρο, περί αναιρέσεως της με αριθμό 347/2008 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου.

Το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Ναυπλίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 13 Ιουλίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1.147/2009.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να γίνει δεκτή εν μέρει και κατά τα λοιπά να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 28 και 302 του ΠΚ, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια μη συνειδητής, απαιτείται να διαπιστωθεί α) ότι δεν καταβλήθηκε από τον δράστη η απαιτούμενη προσοχή, την οποία κατ' αντικειμενική κρίση κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνθήκες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων κοινή πείρα και λογική οφείλει να καταβάλλει και β) ότι αυτός μπορούσε με τις προσωπικές του ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο πρέπει να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την πράξη ή την παράλειψη του. Εξάλλου η δικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν περιέχονται σε αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περαιτέρω, εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία αποτελεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτή γίνεται εκ πλαγίου για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον ’ρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για ανθρωποκτονία εξ αμελείας του ΩΩ, το Δικαστήριο δέχεται στο σκεπτικό του ότι αποδείχθηκε από τα μνημονευόμενα αποδεικτικά στοιχεία ότι την 9.12.2002 και περί ώρα 05.00' ο αναιρεσείων, οδηγώντας αυτοκίνητο εργοστασίου CITROEN και ο συγκατηγορούμενός του στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και μη διάδικος στην παρούσα δίκη ΑΑ, οδηγώντας αυτοκίνητο εργοστασίου ALFA ROMEO, εκινούντο προς την ίδια κατεύθυνση επί της επαρχιακής οδού ...-..., που είναι ευθεία σε μήκος 2,5 χιλιομέτρων προπορευομένου του οχήματος του αναιρεσείοντος. Όταν τα δύο οχήματα ευρίσκονταν στο ύψος του ημίσεος περίπου του μήκους της άνω οδού, ο ΑΑ επιχείρησε να προσπεράσει από αριστερά το όχημα του αναιρεσείοντος, αλλά ο τελευταίος, που ήταν γνωστός του, δεν του επέτρεψε "χάριν παιδιάς" να ολοκληρώσει το προσπέρασμα, χρησιμοποιώντας προς τούτο την πολύ μεγαλύτερη ιπποδύναμη του οχήματός του (150 ίπποι έναντι 105), καθώς και τη δυνατότητα να επιταχύνει λόγω του συστήματος TURBO που διέθετε, με συνέπεια να παρεμποδίσει την ολοκλήρωση της υπέρβασης από το δεύτερο όχημα. Έτσι τα δύο οχήματα εκινούντο παράλληλα για μερικά δευτερόλεπτα μέχρι το όχημα του αναιρεσείοντος να επιβάλει την ισχύ του και να προχωρήσει μπροστά, οπότε το δεύτερο όχημα, εγκαταλείποντας την προσπάθεια, παρέμεινε και επανήλθε στο ρεύμα πορείας που είχε προηγουμένως. Η απότομη όμως έως άγρια επιτάχυνση και απόκτηση μεγάλης ταχύτητας, κατά πολύ ανώτερης της επιτρεπομένης των 50 χιλιομέτρων την ώρα, που είχε αναπτύξει το πρώτο όχημα, σε συνδυασμό με τη μέτρια μέθη του αναιρεσείοντος (0,80 ο/οο), προκάλεσε σε αυτόν (αναιρεσείοντα) την απώλεια του ελέγχου του οχήματός του τη στιγμή που έφθανε σε στένωμα της οδού και κυριολεκτικά απογειούμενο το αυτοκίνητό του καρφώθηκε με μπαλκόνι παρακείμενης πολυκατοικίας με αποτέλεσμα τον από αποκλειστική του υπαιτιότητα θανάσιμο τραυματισμό του συνεπιβάτη του ΩΩ (ενώ ο οδηγός του δεύτερου οχήματος ΑΑ, που ευρισκόταν σε αρκετή απόσταση πίσω, διήλθε με ασφάλεια από το σημείο του ατυχήματος χωρίς να έχει οποιαδήποτε συμμετοχή σε αυτό). Ακολούθως, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως κηρύσσει ένοχο τον αναιρεσείοντα του ότι κατά τον ήδη προαναφερθέντα τόπο και χρόνο "όντας υπόχρεος από το επάγγελμά του, ως οδηγός αυτοκινήτου, σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά την πορεία του αυτοκινήτου του, από αμέλειά του, δηλαδή από την έλλειψη προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, επέφερε με το όχημά του και κατά την οδήγησή του, τον θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που παράχθηκε από την παρακάτω πράξη του και συγκεκριμένα, οδηγώντας το με αριθ. κυκλοφορίας (από παραδρομή δεν αναγράφεται ο αριθμός) Ε.Ι.Χ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του ΒΒ και ο δεύτερος κατηγορούμενος ΑΑ, οδηγώντας το με αριθ. κυκλοφορίας ... Ε.Ι.Χ. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, βαίνοντας και οι δύο στην επαρχιακή οδό ...-..., με κατεύθυνση προς ..., ο 1ος κατηγορούμενος δεν οδηγούσε με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή, δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνοντας υπόψη ότι ήταν νύχτα, διέρχονταν από κατοικημένη περιοχή, όπου το όριο ταχύτητας ήταν 50 χ/μ, ότι οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος σε ποσοστό 0.80 γρ. ανά λίτρο αίματος και ότι στο όχημά του επέβαιναν και άλλα τρία άτομα, ήτοι ο ΩΩ, ο ΓΓ και ο ΔΔ και τέλεσαν αυτοσχέδιο αγώνα με τα οχήματά τους κι έτσι το υπ' αριθμ. ... Ε.Ι.Χ. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο ΒΒ, εξετράπη της οδού δεξιά ως προς την πορεία του και προσέκρουσε σε διαμέρισμα πολυκατοικίας, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του συνεπιβαίνοντα ΩΩ". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του την από τα άρθρ. 93 του Συντ. και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις εφαρμοσθείσες ποινικές διατάξεις των άρθρ. 28 και 302 του ΠΚ, τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε. Ειδικότερα, το Εφετείο εκθέτει ότι η αμέλεια του αναιρεσείοντος συνίσταται στο ότι, όντας υπόχρεος ως οδηγός αυτοκινήτου να επιδείξει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή κατά την οδήγηση, από έλλειψη της προσοχής την οποία μπορούσε και όφειλε να καταβάλει, επέφερε τον θάνατο άλλου, χωρίς να προβλέψει το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του και συγκεκριμένα προκειμένου να παρεμποδίσει τον συγκατηγορούμενό του ΑΑ, ο οποίος επίσης οδηγούσε αυτοκίνητο και εκινείτο προς την ίδια κατεύθυνση και πίσω από τον αναιρεσείοντα, να διενεργήσει υπέρβαση από τα αριστερά, χρησιμοποιώντας την πολύ μεγαλύτερη ιπποδύναμη του οχήματός του και τη δυνατότητα επιτάχυνσης που διέθετε, ανέπτυξε ταχύτητα κατά πολύ μεγαλύτερη της επιτρεπομένης την 50 χ/ω κι έτσι ανάγκασε τον δεύτερο να εγκαταλείψει την προσπάθεια προσπεράσματος και να επανέλθει κανονικά στο ρεύμα πορείας του πίσω από τον αναιρεσείοντα. Ο τελευταίος όμως λόγω της αυξημένης ταχύτητας που είχε αναπτύξει σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ήταν νύκτα και τελούσε σε μέτρια μέθη (0,80ο/οο), απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου κατά τη στιγμή που πλησίαζε σε στένωμα της οδού, εξετράπη δεξιά ως προς την πορεία του και καρφώθηκε σε μπαλκόνι παρακείμενης οικοδομής με αποτέλεσμα να τραυματισθεί θανάσιμα ο συνεπιβάτης του ΩΩ. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για να καταλήξει στη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από αμέλεια, εκτίθενται με επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου. Τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση επί πλέον περιστατικά, που αναφέρονται στην αιτία για την οποία ο αναιρεσείων δεν επέτρεψε στον ΑΑ να πραγματοποιήσει την υπέρβαση, δηλαδή κατά μεν το σκεπτικό ότι το έκαμε "χάριν παιδιάς", κατά δε το διατακτικό, διότι οι δύο οδηγοί "τέλεσαν αυτοσχέδιο αγώνα με τα οχήματά τους", παρά την αντιφατικότητα που ενέχουν, δεν συνιστούν έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ούτε εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικής ποινικής διατάξεώς που εφαρμόσθηκε, ως προς την εξενεχθείσα για τον ήδη αναιρεσείοντα κρίση (η οποία και μόνο αποτελεί αντικείμενο της κρινόμενης αιτήσεως), διότι, ενόψει των λοιπών γενομένων πιο πάνω δεκτών πραγματικών περιστατικών και κυρίως ότι ο αναιρεσείων παρεμπόδισε τον ΑΑ να πραγματοποιήσει την υπέρβαση, η παραδοχή ότι το έκαμε είτε "χάριν παιδιάς" είτε διότι "τέλεσαν αυτοσχέδιο αγώνα", κατ' ουδέν επηρεάζει την πληρότητα της αιτιολογίας ως προς τη στοιχειοθέτηση της αμελούς συμπεριφοράς του, ούτε προσδίδει, ασχέτως της μη μεταβολής του ποινικού της χαρακτήρα, μείζονα αντικειμενική απαξία στην πράξη και εντεύθεν ενδεχόμενη δυσμενή κρίση του Δικαστηρίου ως προς την επιβλητέα ποινή. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της έλλειψης της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εκ πλαγίου παραβίασης των ποινικών διατάξεων που εφαρμόσθηκαν λόγω της πιο πάνω αντιφατικότητας που υπάρχει μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ως προς την εκ μέρους του καταδικασθέντος αναιρεσείοντος και του αθωωθέντος για την ίδια πράξη ΑΑ τέλεση αυτοσχέδιου αγώνα με τα αυτοκίνητά τους, δεν είναι βάσιμος. Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Β' του ΚΠΔ, λόγος αναιρέσεως είναι η έλλειψη ακροάσεως κατά το άρθρ. 170 παρ. 2 του ΚΠΔ, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Κατά την τελευταία αυτή διάταξη η ακυρότητα επέρχεται στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που τους παρέχεται ρητά από το νόμο και το δικαστήριο τους το αρνήθηκε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος. Τέτοιο είναι και το από το άρθρο 364 παρ. 1 του ΚΠΔ δικαίωμα του κατηγορουμένου να ζητήσει ανάγνωση εγγράφου, που προσκομίσθηκε από τον ίδιο κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Η μη ανάγνωση τέτοιου εγγράφου συνιστά έλλειψη ακροάσεως, εφόσον από τα πρακτικά της δίκης προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν την ανάγνωσή του και το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν την επέτρεψε ή παρέλειψε να αποφανθεί επί του σχετικού αιτήματος. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του δεν υπέβαλαν αίτηση για να αναγνωσθεί η 165/2008 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρέλειψε να αναγνώσει κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας την παραπάνω απόφαση, παρότι ο αναιρεσείων υπέβαλε σχετικό αίτημα, είναι, ως στηριζόμενος σε αναληθή προϋπόθεση, απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή κατά το άρθρο 364 παρ. 2β' του ΚΠΔ, διαβάζονται επίσης στο ακροατήριο τα έγγραφα από άλλη ποινική ή πολιτική δίκη, στην οποία εκδόθηκε αμετάκλητη απόφαση, αν το δικαστήριο κρίνει ότι η ανάγνωση αυτή είναι χρήσιμη. Η διάταξη αυτή όμως δεν απαγγέλλει ρητώς ακυρότητα για την παραβίασή της ούτε και επέρχεται από την παραβίαση αυτής απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 του ΚΠΔ. Επομένως, ο σχετικός από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ίδιου κώδικα τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίον επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, διότι ανεγνώσθη και λήφθηκε υπόψη η ... ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ΕΕ, η οποία χρησιμοποιήθηκε σε πολιτική δίκη από τον ΑΑ, επί της οποίας είχε εκδοθεί όμως μόνο η 469/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και εκκρεμούσε έφεση κατ' αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος και για τον πρόσθετο λόγο ότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι εναντιώθηκε στην ανάγνωση του εν λόγω εγγράφου. Το αυτό ισχύει και για την ανάγνωση της από 5.6.2006 αιτήσεως στον ’ρειο Πάγο της εταιρείας "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που κατά τον αναιρεσείοντα ήταν έγγραφο άσχετο προς την εκδικαζόμενη υπόθεση και αφορούσε άλλους διαδίκους, διότι και πάλι δεν επικαλείται ούτε και προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων εναντιώθηκε στην ανάγνωσή του (αντιθέτως γίνεται ρητή μνεία ότι αμφότερα τα πιο πάνω έγγραφα ανεγνώσθησαν χωρίς αντίρρηση από κανένα διάδικο). Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13.7.2009 αίτηση για αναίρεση της 347/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου (Πλημμελημάτων).

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Σεπτεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Σεπτεμβρίου 2009.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή