Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1464 / 2009    (Ζ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Λαθρομεταναστών μεταφορά, Αναλογικότητας αρχή.




Περίληψη:
Μεταφορά. Προώθηση στη Χώρα λαθρομεταναστών. Αναίρεση καταδικαστικής αποφάσεως με την επίκληση του λόγου της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Δεν απαιτείται αιτιολογία ως προς την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων, αφού δεν υποβλήθηκε ανάλογο αίτημα. Δεν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, με την επιβολή ποινής φυλακίσεως (1) έτους για κάθε λαθρομετανάστη, η οποία κείται εντός των ορίων που θέτει η σχετική ποινική διάταξη. Απορρίπτει την αναίρεση.




Αριθμός 1464/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Z' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή και Κωνσταντίνο Φράγκο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ... κατοίκου ... που παρέστη με την πληρεξούσια δικηγόρο του ’ϊντα Κολοβού - Τζαβέλλα περί αναιρέσεως της 329/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Το Τριμελές Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Σεπτεμβρίου 2007 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 409/2008.

Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) Είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο β) αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε από καθένα από αυτά, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, και όχι μόνο μερικά από αυτά. Εξάλλου, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., συντρέχει όχι μόνον όταν το δικαστήριο δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόστηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάστηκε εκ πλαγίου, για το λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον 'Αρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Τέλος, κατά το άρθρο 88 παρ.1 του ισχύοντος κατά τον προκείμενο κρίσιμο χρόνο Ν.3386/2005 "Πλοίαρχοι ή κυβερνήτες πλοίου..... και οδηγοί κάθε είδους μεταφορικού μέσου που μεταφέρουν από το εξωτερικό στην Ελλάδα αλλοδαπούς, που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος ή στους οποίους έχει απαγορευθεί η είσοδος για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και αυτοί που τους προωθούν από τα σημεία εισόδου, στο εσωτερικό της χώρας, ή διευκολύνουν την μεταφορά ή προώθησή τους, ή εξασφαλίζουν σε αυτούς κατάλυμα για απόκρυψη, τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5000) έως είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, για κάθε μεταφερόμενο πρόσωπο. Συνιστά επιβαρυντική περίπτωση και επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) έως πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, για κάθε μεταφερόμενο άτομο, αν η μεταφορά ενεργείται κατ' επάγγελμα ή με σκοπό το παράνομο κέρδος, ή αν ο υπαίτιος είναι δημόσιος υπάλληλος ή τουριστικός ή ναυτιλιακός ή ταξιδιωτικός πράκτορας". Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο (Πλημμελημάτων) Δυτικής Μακεδονίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του, σε σχέση με τον ήδη αναιρεσείοντα, ότι από τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, και ειδικότερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και την απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, οδηγώντας το ...Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο και ως προπομπός του ... ΙΧΕ αυτοκινήτου διευκόλυνε και προώθησε στο εσωτερικό της χώρας 10 Αλβανούς λαθρομετανάστες, οι οποίοι είχαν επιβιβασθεί στο δεύτερο αυτοκίνητο. Επίσης κατελήφθη να οδηγεί το πιο πάνω αυτοκίνητο χωρίς να έχει την κατά νόμο άδεια οδήγησης. Όλα αυτά αποδείχθησαν από τις σαφέστατες καταθέσεις των μαρτύρων, συνοριοφυλάκων, ... και ... , οι οποίοι κατέθεσαν ότι το αυτοκίνητο του κατηγορουμένου ξεκίνησε μπροστά από το αυτοκίνητο που είχε τα 10 άτομα και ότι ήταν μαζί και πήγαιναν μαζί και τα 2 αυτοκίνητα. Την κατάθεσή τους δε αυτή και την κρίση αυτή του Δικαστηρίου περί του ότι αυτός ήταν προπομπός του 2ου αυτοκινήτου δεν μπορεί να αναιρέσει η κατάθεση των μαρτύρων υπεράσπισής του, η οποία ήταν ασαφής και αόριστη. Γι' αυτό και πρέπει να κηρυχθεί αυτός ένοχος των πράξεων αυτών, όπως στο διατακτικό". Ακολούθως, το Δικαστήριο κήρυξε ένοχον τον κατηγορούμενο, και ήδη αναιρεσείοντα, του ότι: "Στις 22 Νοεμβρίου 2006, σε αγροτική περιοχή του ... : Α) ως οδηγός μεταφορικού μέσου προώθησε στο εσωτερικό της Χώρας αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στο ελληνικό έδαφος, σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, καθόσον στερούνταν παντελώς των νόμιμων και απαραίτητων, ταξιδιωτικών εγγράφων εισόδου. Συγκεκριμένα, ως προπομπός, οδηγώντας το με αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, προπορεύετο και διευκόλυνε την πορεία του ... αυτοκινήτου, με το οποίο προωθούντο παράνομα 10 λαθρομετανάστες προς το εσωτερικό της Χώρας. Β) Οδηγούσε όχημα χωρίς να κατέχει την κατά νόμο προβλεπόμενη άδεια ικανότητας οδήγησης. Ειδικότερα, στα άνω τόπο και χρόνο κατελήφθη να οδηγεί το με αριθμό ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, χωρίς να κατέχει την κατά νόμο ελληνική άδεια οδήγησης της κατάλληλης κατηγορίας Β ή άλλη νομική άδεια ικανότητας οδήγησης, έχουσας ισχύ εντός της ελληνικής επικράτειας", επέβαλε δε στον κατηγορούμενο το Δικαστήριο της ουσίας συνολική ποινή φυλάκισης 57 μηνών και 15 ημερών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική ποινή, προς 5 ευρώ την ημέρα, και συνολική χρηματική ποινή 14.050 ευρώ. Με τις παραδοχές της αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο και στοιχειοθετούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των εγκλημάτων, για τα οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, και όχι της απλής συνέργειας, όσον αφορά την πρώτη πράξη, όπως αβασίμως αυτός ισχυρίζεται, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία πείστηκε γι' αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους τα υπήγαγε στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 94, του Π.Κ, 88 παρ.1α του ν. 3386/2005, και 94 παρ.1, 3, 5 του ΚΟΚ, που εφάρμοσε, τις οποίες ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου παραβίασε με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές παραδοχές. Ειδικότερα, αιτιολογείται η παραδοχή, ότι ο αναιρεσείων, που επέβαινε στο υπ' αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο ίδιος, προπορεύονταν σε μικρή απόσταση 5-6 μέτρων του ετέρου οχήματος με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ μάρκας COYPE OCTAVIA, στο οποίο επέβαιναν οι δέκα (10) λαθρομετανάστες, και το οποίο οδηγούσε συγκατηγορούμενός του, με τον οποίο ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων, διατηρούσε επαφή, μέσω ενδοεπικοινωνίας με τη χρήση κινητών τηλεφώνων, ώστε σε περίπτωση εμφάνισης κατά τη διαδρομή προς το εσωτερικό της Χώρας, συνοριοφυλάκων, να τον ειδοποιήσει έγκαιρα, και να λάβει τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να αποφύγει οποιοδήποτε έλεγχο. Επίσης, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολογείται η παραδοχή, ότι ο αναιρεσείων οδηγούσε όχημα χωρίς να κατέχει την κατά νόμο προβλεπόμενη άδεια ικανότητας οδηγήσεως αυτοκινήτου.
Συνεπώς, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του Κ.Π.Δ., προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η απόφαση, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, η επιβαλλόμενη κατά τα παραπάνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους προτείνει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του στο Δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή εκείνους που τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στην άρση ή μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιόποινου ή στη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωσή τους και δεν είναι αρκετή μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που τους προβλέπει ή ο χαρακτηρισμός με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία. Η κατά τρόπο αόριστο προβολή των ισχυρισμών αυτών, δεν δημιουργεί υποχρέωση του Δικαστηρίου να απαντήσει και συνεπώς, ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την τυχόν απόρριψή τους. Περαιτέρω, για να συντρέξουν οι από το άρθρ.84 παρ. 2 εδ. α και ε του ΠΚ προβλεπόμενες ελαφρυντικές περιστάσεις, οι οποίες επιφέρουν μείωση της ποινής κατά το μέτρο του άρθρ. 83 του ίδιου Κώδικα, πρέπει να συνδυάζονται με περιστατικά, τα οποία πρέπει να διατυπώνονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και τα οποία παραδεκτώς επισκοπούνται, από τον ’ρειο Πάγο για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, δεν υπέβαλε ούτε ο ίδιος, ούτε δια της συνηγόρου του που τον εκπροσώπησε στη δίκη ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ανάλογο αίτημα, δηλαδή να του αναγνωρισθούν τα ελαφρυντικά του προτέρου εντίμου βίου και της καλής συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα, μετά την τέλεση των πράξεων του (άρθρο 84 παρ. 2 εδ. α και ε του ΠΚ) και ως εκ τούτου, το Δικαστήριο της ουσίας, δεν είχε καμία υποχρέωση να αιτιολογήσει την απόρριψή τους ειδικά και εμπεριστατωμένα, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ, σχετικός λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, και ειδικότερα: α) ότι δεν έχει εκτιμηθεί ορθά το αποδεικτικό υλικό, και β) ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε οποιαδήποτε συμμετοχή του αναιρεσείοντος, στην προώθηση των αλλοδαπών προσώπων και συγκατηγορουμένων του, είναι απαράδεκτες, γιατί πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου. Τέλος, η αιτίαση του αναιρεσείοντος, ότι το Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, επιβάλλοντας σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως ενός (1) έτους για κάθε μεταφερόμενο λαθρομετανάστη, ποινή την οποία αυτός θεωρεί ως ιδιαίτερα αυστηρή, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, αφού η επιβληθείσα για καθένα μεταφερόμενο λαθρομετανάστη ποινή, ευρίσκεται εντός των διαγραφομένων από την οικεία ποινική διάταξη, ορίων. Μετά από αυτά, και μη υπάρχοντος προς εξέταση, άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί οι αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 του Κ.Π.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση του ... κατοίκου ... για αναίρεση της υπ' αριθμό 329/2007 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 15 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ