Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

Σύνδεσμος απόφασης



Court decision number 1764 / 2010    (ΣΤ, Penal Cases)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ελαφρυντικές περιστάσεις, Ισχυρισμός αυτοτελής, Κλοπή, Πρόσθετοι λόγοι, Καταλογισμού μειωμένη ικανότητα.




Περίληψη:
Κλοπή κατ' εξακολούθηση από δύο ή περισσότερους, που είχαν ενωθεί για να διαπράττον κλοπές ή ληστείες. Ορθά απορρίφθηκε αίτημα για αναγνώριση μειωμένου καταλογισμού, αφού ο ισχυρισμός δεν ήταν σαφής και ορισμένος και, το Δικαστήριο δε είχε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα. Αιτιολογημένη απόρριψη ισχυρισμού για αναγνώριση καλής συμπεριφοράς, διότι η καλή του συμπεριφορά που επέδειξε στη φυλακή, δεν είναι αρκετή, αφού είναι καταναγκαστική, μετά δε την έξοδό του από τις φυλακές εξετράπη σε εγκληματική δραστηριότητα. Αβάσιμοι οι λόγοι για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσεως. Απορρίπτει αίτηση και πρόσθετους λόγους.




Αριθμός 1764/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αιμιλία Λίτινα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτης, ως αρχαιότερο μέλος στη σύνθεση και σύμφωνα με την 101/21-7-2010 Πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Τσόλια, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο-Εισηγητή, Παναγιώτη Ρουμπή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Α.Μ.του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαριάννα Παπαδάκη, για αναίρεση της υπ'αριθ.28/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας.
Το Πενταμελές Εφετείο Λαμίας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 14 Μαρτίου 2009 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 26 Μαρτίου 2010 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 669/2009.
Αφού άκουσε
Την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ενώπιον του Διευθυντή των φυλακών Δομοκού με αριθμό 27/14-3-2009 από τον κατηγορούμενο, Α.Μ., ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως κατά της 28/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας, καθώς και οι, με το από 26-3-2010 ξεχωριστό δικόγραφο, που κατατέθηκε την αυτή ημέρα στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και συντάχθηκε η σχετική περί αυτής έκθεση, πρόσθετοι λόγοι, του αυτού κατηγορουμένου, κατά της άνω αποφάσεως, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Είναι συναφείς και πρέπει να συνεκδικαστούν. Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα ότι έχουν ληφθεί όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν ο Δικαστής αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 28/2009 απόφαση Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος, κλοπών κατ' εξακολούθηση, που τελέστηκαν από δύο ή περισσοτέρους, που είχαν ενωθεί για να διαπράξουν κλοπές ή ληστείες και του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών. Όπως προκύπτει από το σκεπτικό, σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο, μετά από εκτίμηση και
αξιολόγηση των αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, κατά λέξη τα εξής: "Ο κατηγορούμενος Α.Μ. του Γ. είχε ενωθεί με ένα τουλάχιστον ακόμη άτομο, αγνώστων στοιχείων ταυτότητας, για να διαπράττει κλοπές και έχοντας αυτό το σκοπό εισήλθε με το ανωτέρω άτομο τις νυκτερινές ώρες της 13ης προς 14η Φεβρουαρίου 2000 στην ευρισκόμενη στην ..οικία του Π.Δ. και αφαίρεσε με πρόθεση ιδιοποίησης τα κινητά πράγματα που αναφέρονται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας και τα οποία ευρέθησαν εντός του πορτ μπαγκάζ ενός αυτοκινήτου ΗYUNDAI, χρώματος πράσινου. Στο εν λόγω αυτοκίνητο είχαν τοποθετηθεί τα πράγματα αυτά από τον κατηγορούμενο και τον άγνωστο συναυτουργό του και εγκαταλείφθηκαν από αυτούς., τόσο τα κλοπιμαία όσο και το αυτοκίνητο, μετά από καταδίωξη από αστυνομικούς του Αστυνομικού Τμήματος Αράχωβας, οι οποίοι θέλησαν να τους ελέγξουν, όταν αντελήφθησαν αυτούς να μεταφέρουν σακκούλες με πράγματα κατά τις νυκτερινές ώρες της παραπάνω ημερομηνίας στο προαναφερόμενο αυτοκίνητο. Την προαναφερόμενη δε κλοπή ομολόγησε απολογούμενος ο κατηγορούμενος τόσο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου όσο και ενώπιον του πρωτοβάθμιου. Περαιτέρω η μέθοδος με την οποία εισήλθαν ο κατηγορούμενος και ο άγνωστος συναυτουργός του στην οικία του ως άνω Π.Δ., συνίσταται στην καταστροφή με διαρρηκτικά εργαλεία του ομφαλού της εξωτερικής πόρτας της οικίας και στο μετά ταύτα άνοιγμα αυτής. Αυτά δε τα διαρρηκτικά εργαλεία ανευρέθησαν εντός μαύρης τσάντας, η οποία ήταν τοποθετημένη κάτω από το κάθισμα του οδηγού του ως άνω αυτοκινήτου (βλ. από 14.2.2000 έκθεση ερεύνης μεταφορικού μέσου και κατασχέσεως). Εξάλλου, ο κατηγορούμενος και ο τουλάχιστον ένας συναυτουργός του, εισήλθαν, χρησιμοποιώντας την ίδια πιο πάνω μέθοδο διάρρηξης, στις 9.1.2000 στην ευρισκόμενη στην ... οικία του Λ.Σ. του Γ., από την οποία αφαίρεσαν το χρηματικό ποσό των 17.000.000 δραχμών, ή 49.889,94 ευρώ, καθώς και τα λεπτομερώς μνημονευόμενα στο διατακτικό της παρούσας κοσμήματα, αξίας 1.500.000 δραχμών, όπως επίσης ένα κινητό τηλέφωνο μάρκας ΕRRICSSON και ένα βιβλιάριο Ταμιευτηρίου ΕΛΤΑ επ' ονόματι της Α.Σ., συζύγου του ως άνω Λ.Σ.. Η συνολική δε αξία των παρανόμως ιδιοποιηθέντων από την οικία του Λ.Σ.κινητών πραγμάτων και χρημάτων ήταν ιδιαιτέρως μεγάλη, ανερχομένη στο ποσό των 18.500.000 δραχμών ή 54.292 ευρώ περίπου. Η κρίση του Δικαστηρίου περί της τέλεσης από τον κατηγορούμενο και της προαναφερόμενης κλοπής σε βάρος του Λ.Σ., την οποία ο κατηγορούμενος αρνείται, στηρίζεται ιδίως α) στην μέθοδο διάρρηξης (δράσης) του κατηγορουμένου, η οποία και στις δύο περιπτώσεις είναι η ίδια, δηλαδή είσοδος στην οικία δια καταστροφής του ομφαλού της εξωτερικής πόρτας και στο μετά ταύτα άνοιγμα αυτής, β) στο ότι μετά την σύλληψη του κατηγορουμένου σταμάτησαν οι κλοπές στην περιοχή της ...και στην ευρύτερη περιοχή, και γ) στην ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατάθεση του παθόντος Λ.Σ., ο οποίος καταθέτει ότι, όπως πληροφορήθηκε από την αστυνομία, δράστης της σε βάρος του πιο πάνω κλοπής είναι ο κατηγορούμενος. Επιπλέον δε και οι ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εξετασθείσες ως μάρτυρες Π.Σ.-Τ. και Π.Σ., η πρώτη των οποίων ήταν μισθώτρια διαμερίσματος της πολυόροφης οικοδομής του Λ. Σ. , καταθέτουν ότι την ημέρα που έγινε η εν λόγω κλοπή είδαν δύο άνδρες να κατεβαίνουν τις σκάλες της οικοδομής αυτής και αργότερα διαπίστωσαν την παραβίαση της πόρτας του διαμερίσματος. Η πρώτη δε από αυτές, εξεταζόμενη ως μάρτυρας ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου είχε αναγνωρίσει προανακριτικά τον κατηγορούμενο σε φωτογραφία που της είχε επιδειχθεί από την Αστυνομία, ως ένα εκ των δύο προαναφερομένων ανδρών, δηλούσα, όμως, στη συνέχεια ότι "Τώρα μετά από επτά χρόνια δεν θυμάμαι αν ήταν ο κύριος. Ότι άλλο έχω καταθέσει ισχύει". Ενόψει όλων των προαναφερομένων το Δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της άδικης πράξης της κλοπής κατ' εξακολούθηση, τελεσθείσης από δύο τουλάχιστον άτομα που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές και το αντικείμενο της οποίας είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, απορριπτόμενων των ισχυρισμών του α) περί του ότι η λαβούσα χώρα σε βάρος του Λ. Σ. κλοπή δεν διεπράχθη από αυτόν, β) περί του ότι οι τελεσθείσες από αυτόν ως άνω κλοπές φέρουν πλημμεληματικό και όχι κακουργηματικό χαρακτήρα, γ) περί του ότι η κατ' αυτού ασκηθείσα για τις πράξεις της κλοπής ασκηθείσα ποινική δίωξη πρέπει να παύσει υφ' όρον, σύμφωνα με το άρθρο 31 § 1 ν. 3346/2005 (χωρίς να διευκρινίζεται περαιτέρω υπ' αυτού γιατί πρέπει να συμβεί τούτο) και δ) περί συνδρομής στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 § 2 ε' ΠΚ, ήτοι ότι συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά τις παραπάνω κλοπές. Η απόρριψη δε της αναγνώρισης της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης γίνεται προεχόντως ενόψει της αοριστίας του ισχυρισμού αυτού, στον οποίο δεν διαλαμβάνεται σε τι συνίσταται η μετά την τέλεση της πράξης εμφανισθείσα καλή συμπεριφορά του κατηγορουμένου και σε κάθε περίπτωση διότι η επικαλούμενη από αυτόν ως επιδειχθείσα καλή συμπεριφορά δεν έλαβε χώρα υπό καθεστώς ελεύθερης διαβίωσης, αλλά μετά τον εγκλεισμό του στη φυλακή (βλ. υπ' αριθμ. πρωτ. 3668/27.2.2009 βεβαίωση του Καταστήματος Κράτησης ...). Πλέον δε τούτων διότι οι πράξεις για τις οποίες καταδικάσθηκε αυτός έλαβαν χώρα αμέσως μετά την έξοδο του από την φυλακή, στην οποία, και πάλιν είχε εγκλεισθεί για κλοπές, γεγονός που δημιουργεί στο Δικαστήριο την πεποίθηση ότι η συμπεριφορά του εντός αυτής είναι κατ' επίφαση μόνον καλή". Στη συνέχεια, το δικάσαν Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον άνω κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα της αξιόποινης πράξεως της κλοπής κατ'εξακολούθηση από κοινού με άλλα άτομα με τα οποία είχε ενωθεί για να διαπράττει κλοπές ή ληστείες και ειδικότερα, του ότι: "Στην ... και στους παρακάτω χρόνους με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, ενεργώντας από κοινού με άλλα άτομα, η ταυτότητα των οποίων δεν προέκυψε μέχρι σήμερα, με τα οποία είχε ενωθεί για να διαπράττει κλοπές ή ληστείες, αφαίρεσε ξένα ολικά κινητά πράγματα ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας από την κατοχή άλλων με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα. Ειδικότερα : 1) Στις 9-1-2000 και από ώρας 7;00' π.μ. έως 19;00' μ.μ., αφού διέρρηξε την κλειδαριά οικίας ιδιοκτησίας Λ.Σ. του Γ. αφαίρεσε ένα (1) χρυσό δακτυλίδι με άσπρη πέτρα, τρία (3) χρυσά βραχιόλια, μία (1) χρυσή αλυσίδα χειρός, ένα (1) χρυσό ρολόι, δύο (2) χρυσούς σταυρούς, ένα (1) χρυσό μενταγιόν με χρυσή αλυσίδα, ένα (1) ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια, ένα (1) ρολόι χειρός ανδρικό, ένα (1) ρολόι χειρός γυναικείο, ένα (1) μενταγιόν χρυσό σε σχήμα δεκάδραχμου, ένα (1) κινητό τηλέφωνο μάρκας ΕRICSSON 768, ένα (1) βιβλιάριο Ταμιευτηρίου ΕΑΤΑ. επ' ονόματι της συζύγου του ιδιοκτήτη, Α.Σ., ένα (1) δερμάτινο μπουφάν χρώματος καφέ και 17.000.000 δρχ ή 49.889,94 Ευρώ σε μετρητά τα οποία ιδιοποιήθηκε παράνομα. Τα αντικείμενα που αφαίρεσε και ιδιοποιήθηκε παράνομα από την παραπάνω οικία που διέρρηξε ήταν ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας και συγκεκριμένα τα αφαιρεθέντα από την ιδιοκτησία Λ.Σ., ήταν 18.500.000 δρχ ή 54.292 Ευρώ περίπου. 2) Από ώρας 10:30 'μ.μ. της 13-2-2000 έως 01;40' π.μ. της 14-2-2000, αφού διέρρηξε την κλειδαριά της κύριας εισόδου της ιδιοκτησίας του Π.Δ. του Δ. στη συνέχεια αφαίρεσε απ' αυτήν (οικία) και ιδιοποιήθηκε παράνομα μία (1) τηλεόραση μάρκας PHILIPS 14 '', ένα (1) μίνι στερεοφωνικό μάρκας PHILIPS με δύο ηχεία, μία (1) κασετίνα μουσικής σε CD, ένα (1) κιτίο περιέχον θερμόμετρο κρασιού, δύο (2) θήκες περιέχουσες τέσσερις και επτά αντίστοιχα κασέτες μουσικής, δεκαοκτώ (18) βιντεοκασέτες, δέκα (10) ρολόγια χειρός πλαστικά μάρκας SWATCH, ένα (1) μεταλλικό ρολόι χειρός μάρκας SWATCH, δέκα πέντε (15) δίσκους μουσικής σε CD, μία (1) θήκη γυαλιών, ένα (1) διακοσμητικό όπλο παλαιού τύπου, τρία (3) καπέλα τύπου τζόκεϊ, ένα (1) ζευγάρι γάντια, ένα (1) μπουφάν μαύρο και ένα (1) μπουφάν αδιάβροχο ιππασίας, τα οποία βρέθηκαν εντός του χώρου των αποσκευών του μισθωμένου από αυτόν υπ' αριθμ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου που οδηγούσε.".
Με βάση τις παρακάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 18 εδ.α', 26 παρ.1α, 27 παρ.1, 98, 374δ', σε συνδ. με 372 παρ.1 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως 28/2009 του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα, απολογία κατηγορουμένου), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Και συγκεκριμένα έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο της ουσίας και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας: 1)Λ.Σ. του Γ., 2)Β.Μ. του Α., 3)Δ.Κ.του Κ., 4)Π.Σ.-Τ. και 5)Π.Σ., καθώς και της μάρτυρα υπερασπίσεως Ν.Θ.-Μ.του Ι. .
Σύμφωνα με τα άνω λεχθέντα, το Δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική κρίση του, οδηγήθηκε στις προαναφερόμενες παραδοχές, που αποτελούν την απαιτούμενη από τις πιο πάνω διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Συγκεκριμένα, κατά τρόπο σαφή και πλήρη, αναφέρονται όλα τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο αυτός καταδικάστηκε, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή των περιστατικών που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική διάταξη που εφαρμόστηκε, χωρίς να εμφιλοχωρήσουν ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά. Για την πληρότητα δε της αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού και διατακτικού, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Κατ'εκτίμηση του αναιρεσείοντος οι αιτιάσεις α) ότι το Εφετείο δεν ανέγνωσε κρίσιμα έγγραφα που αφορούσαν την ψυχική διαταραχή του και συγκεκριμένα τα έγγραφα που αποδεικνύουν την παρακολούθηση από τον αναιρεσείοντα του προγράμματος απεξάρτησης και το απολυτήριο στρατού, αφού όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης με τους αριθμούς 13 και 14 αυτών, αντίστοιχα φέρονται ότι έχουν αναγνωσθεί τα παραπάνω έγγραφα, β)ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του στην καταδικαστική του κρίση τα έγγραφα αυτά, αφού από τη μνεία στην αρχή του σκεπτικού μεταξύ των κατά το είδος τους αναφερομένων αποδεικτικών μέσων και των εγγράφων, προκύπτει με βεβαιότητα ότι ελέγχθησαν αυτά απ'αυτό. Οι δε αιτιάσεις του αναιρετηρίου και του δικογράφου των προσθέτων λόγων ότι δεν εκτιμήθηκαν οι ευνοϊκές για τον αναιρεσείοντα απόψεις των μαρτύρων υπερασπίσεως είναι απαράδεκτες γιατί μ'αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, γ)ότι το Εφετείο αναιτιολόγητα απέρριψε το ελαφρυντικό της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (Π.Κ. 84 παρ.2 περ.ε'), καθόσον το άνω Δικαστήριο απέρριψε με αιτιολογημένη σκέψη τον ισχυρισμό αυτό, δεχόμενο ότι η καλή συμπεριφορά του στις φυλακές που επέδειξε, δεν αρκεί για τη συνδρομή του ελαφρυντικού αυτού και μετά την έξοδό του από τις φυλακές, εξετράπη σε αντίστοιχη εγκληματική δραστηριότητα.
Κατά το άρθρο 372 παρ.1 ΠΚ, όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται θετική ενέργεια του δράστη, που συνίστανται στην αφαίρεση του ξένου κινητού πράγματος από τη φυσική εξουσία του κατόχου του και τη δημιουργία φυσικής εξουσίας του δράστη, με σκοπό την παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος. Κατά δε το άρθρο 374 περ.δ'του ίδιου Κώδικα, που αναφέρεται στις διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής, η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι 10 ετών, μεταξύ άλλων, και αν η πράξη τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες, ενώ από την παραπάνω διάταξη προκύπτει ότι για το χαρακτηρισμό της πράξης της κλοπής ως κακουργηματικής πρέπει να συντρέχει περίπτωση κλοπής, όπως αυτή διαγράφεται παραπάνω και επί πλέον μία από τις επιβαρυντικές περιστάσεις της εν λόγω διάταξης του άρθρου 374 ΠΚ, μεταξύ των οποίων και εκείνη της περιπτώσεως δ'αυτού. Στην προκειμένη περίπτωση με τους πρόσθετους λόγους, προβάλλει την αιτίαση ότι επειδή το αδίκημα τελέστηκε πριν από την ισχύ του άρθρου 14 του Ν. 2721/1999, που προστέθηκε στο άρθρο 98 ΠΚ, οπότε πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το συνολικό όφελος, και συνεπώς πρόκειται για πλημμεληματική κλοπή, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό και κλοπή αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, στην οποία είχε συνέργεια συγκυριακά, χωρίς συγκατοχή και φυσική εξουσίαση των πραγμάτων αυτών. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, στηριζόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, διότι ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος διακεκριμένης κλοπής της ΠΚ 374 περ.δ, σύμφωνα με την οποία, η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα (10)ετών, δηλαδή έχει κακουργηματική μορφή, και "τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες" και όχι σύμφωνα με τη περ.ε'του ιδίου άρθρου, η άρνησή του δε ότι η πράξη του δεν έχει κακουργηματική μορφή, δεν αποτελεί αντικείμενο αναιρετικού ελέγχου. Κατά τα λοιπά, προβάλλει έλλειψη αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, για την οποία έγινε λόγος.
Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αλλά και της ελλείψεως νόμιμης βάσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Κατά τα λοιπά, με τους πιο πάνω λόγους αναιρέσεως, πλήττεται απαραδέκτως η άνω απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών περιστατικών και ειδικότερα, δεν προβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, αίτημα για αναγνώριση μειωμένου καταλογισμού, ισχυρισμός που θα ήταν αυτοτελής και, ορθώς το δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με αυτό, που δεν είχε άλλωστε υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα αιτιολογημένα.
Κατόπιν αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι στο σύνολό τους και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (ΚΠΔ 583 παρ.1).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Μαρτίου 2009 (υπ' αριθμ. πρωτ. 27/14-3-2009 ενώπιον του Δ/ντή των Φυλακών ...) αίτηση καθώς και τους, με το από 26-3-2010 δικόγραφο, πρόσθετους λόγους του Α.Μ. του Γ. για αναίρεση της με αριθμό 28/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Λαμίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Νοεμβρίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ