Αυτόματη μετάφραση - Automatic translation (Google translate)

<< Επιστροφή

Απόφαση 336 / 2008    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Ακυρότητα απόλυτη, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά, Κατηγορούμενος, Μάρτυρες.




Περίληψη:
Στην έννοια της καλλιέργειας ινδικής κάνναβης περιλαμβάνονται εκτός από τις καθαρώς υλικές πράξεις (τοποθέτηση σπόρων στο έδαφος, το οποίο έχει προς τούτο κατάλληλα προπαρασκευαστεί, περιποίηση γενικώς των δενδρυλλίων που έχουν βλαστήσει για την ταχύτερη και καλύτερη ανάπτυξή τους) και η συστηματική παρακολούθηση ανάπτυξης των φυτών, η επίβλεψη και ο έλεγχος της καλλιέργειάς τους και η παραδοχή οδηγιών για την καλύτερη ανάπτυξη και περιποίησή τους. Ορθή και αιτιολογημένη η προσβαλ-λόμενη απόφαση που καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της καλλιέργειας φυτών του γένους της κάνναβης, ο οποίος καλλιέργησε φυτεία, στην οποία αναπτύχθηκαν 235 δενδρύλλια ινδικής κάνναβης. Απορρίπτεται ως αβάσιμος ο περί ακυρότητος της διαδικασίας λόγος αναιρέσεως του κατηγορουμένου λόγω εξετάσεως στο ακροατήριο μαρτύρων χωρίς να είναι του κατηγορητήριο και χωρίς να κλητευθούν ή να προταθούν κατά την ακροαματική διαδικασία από τον Εισαγγελέα της έδρας αλλά και χωρίς να αποφασίσει το Δικαστήριο, αφού δεν προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης ότι ο αναιρεσείων ή ο συνήγορός του εναντιώθηκαν στην εξέταση. Η παραμονή στη δικογραφία της ληφθεί-σας, κατά την αυτεπάγγελτη προανάκριση, έγγραφης κατάθεσης του κατηγορουμένου, χωρίς να αξιοποιηθεί σε βάρος του αποδεικτικώς, δεν επιφέρει καμία ακυρότητα της επ’ ακροατηρίου διαδικασίας.





Αριθμός 336/2008


ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κυριτσάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Μάμαλη, Θεοδώρα Γκοϊνη, Βασίλειο Κουρκάκη - Εισηγητή και Ελευθέριο Νικολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαΐου 2007, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Νικολάου Μαύρου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Χ1 και ήδη κρατούμενου στην Κλειστή Φυλακή Πατρών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα, για αναίρεση της με αριθμό 47/2006 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 29 Σεπτεμβρίου 2006 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1730/2006.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί ως αβάσιμη η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 περ. στ' του ν.1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του ν.2161/1993, τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος με τις εκεί αναφερόμενες ποινές όποιος, εκτός άλλων, καλλιεργεί, μεταξύ άλλων και οποιοδήποτε φυτό του γένους κάνναβης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η καλλιέργεια φυτών ινδικής κάνναβης τελείται με την επιχείρηση από το δράστη, χωρίς άδεια της αρμόδιας Αρχής, πράξεων που ανάγονται στη γεωργική παραγωγή της ναρκωτικής αυτής ουσίας, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η τοποθέτηση σπόρων στο έδαφος, το οποίο έχει προς τούτο κατάλληλα προπαρασκευαστεί, και η περιποίηση γενικώς των δενδρυλλίων που έχουν βλαστήσει για την ταχύτερη και καλύτερη ανάπτυξή τους, όπως επίσης στην έννοια της προβλεπόμενης από την ανωτέρω διάταξη εγκληματικής πράξης της καλλιέργειας εντάσσονται, εκτός από τις καθαρώς υλικές πράξεις, και η συστηματική παρακολούθηση της ανάπτυξης των φυτών, η επίβλεψη και ο έλεγχος της καλλιέργειας αυτών, η παροχή οδηγιών για την καλύτερη ανάπτυξη και περιποίησή τους. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ, όταν περιέχονται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) οι οποίες τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες έχουν υπαχθεί τα περιστατικά, που αποδείχθηκαν, στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε...Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολό τους και όχι ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί αυτά δεν εξαίρονται. Η αιτιολογία, τέλος, της απόφασης παραδεκτά συμπληρώνεται από το διατακτικό, μαζί με το οποίο αποτελεί ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 47/2006 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας, καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, για την πράξη της καλλιέργειας ινδικής κάνναβης, σε ποινή κάθειρξης δώδεκα (12) ετών, αφού προηγουμένως απέρριψε το αίτημά του για αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων. Στην αιτιολογία της απόφασης προκύπτουσα από την παραδεκτή αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της αναφέρεται ότι από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν σε αυτό, την απολογία του κατηγορουμένου και γενικά από όλη την αποδεικτική διαδικασία, αποδείχθηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος στην αγροτική θέση "......." του Δ.Δ. ....... του Δήμου Κυπαρισσίας κατά το χρονικό διάστημα από 1.3.2004 έως 18.8.2004 καλλιεργούσε φυτά ινδικής καννάβεως σε εκχερσωμένο από αυτόν χώρο ενός περίπου στρέμματος, περιβαλλόμενο από πυκνή βλάστηση, ώστε να είναι αθέατος. Συγκεκριμένα εφύτευσε στον ανωτέρω χώρο διακόσια τριάντα πέντε (235) δενδρύλλια ινδικής καννάβεως, τα οποία πότιζε από αυτοσχέδια δεξαμενή, σκάλιζε, λίπαινε και εκτελούσε σε αυτά όλες τις απαραίτητες καλλιεργητικές πράξεις, ενώ, συγχρόνως τα επιτηρούσε συστηματικά, ώστε αυτά να αναπτυχθούν σε ύψος το οποίο εκυμαίνετο από 1 μ. έως 3 μ. (βλ. την εκ των εγγράφων ανωτέρω αναγνωσθείσα από ...... έκθεση αυτοψίας - ανεύρεσης - εκρίζωσης - καταμέτρησης και κατασχέσεως). Αποσκοπούσε δε ο κατηγορούμενος στην συγκομιδή τους και εν συνεχεία στη διάθεση της παραγόμενης από αυτά ναρκωτικής ουσίας. Ο κατηγορούμενος αρνείται την αποδιδομένη σε αυτόν ανωτέρω πράξη της καλλιέργειας των (235) δενδρυλλίων ινδικής καννάβεως, ισχυριζόμενος ότι δεν έχει καμία ανάμειξη σε αυτήν και ότι ευρίσκετο μακρυά από την περιοχή την στιγμή που οι αστυνομικοί αντιλαμβάνοντο τον καλλιεργητή να εισέρχεται στη φυτεία. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεν μπορούν να τύχουν αποδοχής και κρίνονται λογικά έωλοι για τους κατωτέρω λόγους. Ο κατηγορούμενος είναι μόνιμος κάτοικος και κτηνοτρόφος σε μια σχεδόν ακατοίκητη περιοχή, διατηρεί μεγάλο αριθμό αιγοπροβάτων και γνωρίζει την περιοχή και τα μονοπάτια της. Είναι λοιπόν αδύνατον ένας ξένος προς την περιοχή να εκτίθεται στον κίνδυνο να γίνει αντιληπτός από τον κατηγορούμενο μεταβαίνοντας σχεδόν καθημερινά για την περιποίηση των δενδρυλλίων περνώντας από το μονοπάτι που διέρχεται μέσα από την ιδιοκτησία του κατηγορουμένου και πλησίον του σπιτιού του (βλ. τα αναγνωσθέντα έγγραφα (πρόχειρο σχεδιάγραμμα και έκθεση αυτοψίας), καθώς και τις καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων αστυνομικών). Σημειωτέον ότι, στο πρόχειρο σχεδιάγραμμα δεν απεικο-νίζονται άλλα μονοπάτια που να καταλήγουν στη φυτεία παρά μόνο το μονοπάτι που διέρχεται πλησίον του σπιτιού του κατηγορουμένου και από το οποίο έφθασε στη φυτεία ο καλλιεργητής και από το οποίο διέφυγε αυτός ακολουθώντας αντίθετη πορεία. Επιπλέον επ'αυτού, πρέπει, να σημειωθεί ότι οι μάρτυρες αστυνομικοί τόνισαν την ανυπαρξία άλλων μονοπατιών και κατέθεσαν ότι έφθασαν στη φυτεία όχι από μονοπάτι αλλά ακολουθώντας το λάστιχο που έφερνε νερό στη φυτεία, σημειώνοντας ότι ήταν αδύνατη η προσέγγιση από την πλευρά του ποταμού λόγω του αποκρήμνου του εδάφους, έτσι ώστε να επιβεβαιώνεται ότι απεκλείετο η από οποιοδήποτε άλλο μέρος πρόσβαση στο χώρο της φυτείας. Ο μάρτυς αστυνομικός Γ1 κατέθεσε ότι η λίπανση των φυτών είχε γίνει με φυσικό λίπασμα (φουσκί), γεγονός που αποδεικνύει ότι ο καλλιεργητής είχε τη δυνατότητα να αποκομίσει και να μεταφέρει εύκολα και σε μεγάλες ποσότητες τέτοιο λίπασμα, αφού ληφθεί υπ' όψιν ότι πρόκειται για καλλιέργεια πολλών (235) δενδρυλλίων. Το στοιχείο αυτό παραπέμπει στη λογική εξήγηση ότι μόνο ένα κτηνοτρόφος και μάλιστα κάτοικος της περιοχής είχε μια τέτοια ευχέρεια. Το μαύρο λάστιχο που διοχέτευε νερό στη δεξαμενή της φυτείας κάλυπτε μια μεγάλη απόσταση περί τα τρία χιλιόμετρα από την πηγή στον οικισμό "....." μέχρι τη φυτεία. Το γεγονός αυτό, δηλαδή της μεταφοράς νερού από τόση μεγάλη απόσταση, καταδεικνύει την αυτοπεποίθηση και τη συμπεριφορά του καλλιεργητή ως κυριάρχου της περιοχής, για την οποία γνωρίζει ότι αυτή δεν προσεγγίζεται από ξένους, με δεδομένο το στοιχείο, όπως αυτό προέκυψε από τη διαδικασία, ότι στην περιοχή δεν υπάρχουν άλλες καλλιέργειες ή κτηνοτροφικές μονάδες. Από την αναγνωσθείσα έκθεση αυτοψίας, αλλά και από τα όσα περιέγραψαν καταθέτοντας οι μάρτυρες κατηγορίας αστυνομικοί ..... και Γ1, προκύπτει ότι ευρέθησαν ρούχα μουσκεμένα από τον ιδρώτα στην κατοικία του κατηγορουμένου και συγκεκριμένα μπλούζα χρώματος "πρασίνου" και παντελόνι χρώματος "λαδί". Οι αστυνομικοί περιέγραψαν ότι τα ρούχα αυτά τα φορούσε ο καλλιεργητής που εμφανίστηκε στη φυτεία και για τον οποίο καταθέτουν ότι, αν και δεν τον είδαν στο πρόσωπο, είναι πεπεισμένοι ότι φορούσε τα ρούχα που ευρέθησαν στην κατοικία του κατηγορουμένου. Εξηγούν δε το γεγονός ότι είδαν τα ρούχα του καλλιεργητού χωρίς να δούν το πρόσωπό του, λόγω της θέσεώς τους και επειδή ο καλλιεργητής είχε αφαιρέσει τα κάτω φύλλα των δενδρυλλίων, ώστε να αναπτυχθούν οι κορυφές τους, που ευρίσκοντο ήδη στο στάδιο ωριμάνσεως. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος δεν αρνείται ότι τα ρούχα είναι δικά του, ισχυρίζεται ότι η υγρασία στα ρούχα δεν ήταν ιδρώτας, αλλά ουσία την οποία αποβάλλει το δέρμα των ζώων, όταν ο κτηνοτρόφος έρχεται σε επαφή μαζί τους κατά το κούρεμά τους, όμως κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας η κουρά των ζώων γίνεται σε προγενέστερο διάστημα και όχι κατά μήνα Αύγουστο, που συμβαίνουν τα περιγραφόμενα. Ως εκ τούτου η λογική συνάδει με τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες αστυνομικοί ότι πρόκειται για τα ρούχα που φορούσε ο κατηγορούμενος, ο οποίος διέφυγε εσπευσμένα, έφθασε σπίτι του, άλλαξε γρήγορα και κατέλειπε τα ρούχα εκτεθειμένα, στην προσπάθειά του να απομακρυνθεί και να δημιουργήσει άλλοθι ότι ευρίσκετο κατ' εκείνο το χρόνο μακρυά από την περιοχή. Περαιτέρω, αξιόλογο στοιχείο που πρέπει να αναφερθεί και το οποίο έρχεται εις σύγκρουση με τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου είναι τα αποτυπώματα της "σαγιονάρας" στη σκόνη του μονοπατιού που ακολούθησαν οι αστυνομικοί κατά τη διαδρομή από τη φυτεία προς το σπίτι του κατηγορουμένου. Πράγματι οι "σαγιονάρες" αυτές που βρέθηκαν στο σπίτι του κατηγορουμένου αντιστοιχούσαν στα αποτυπώματα που ακολούθησαν οι αστυνομικοί. Το στοιχείο αυτό κρίνεται καταλυτικό και συνηγορεί στην κρίση ότι ο καλλιεργητής είναι ο κατηγορούμενος, αφού επιπλέον κανείς άλλος που δεν θα ήταν κάτοικος της περιοχής δεν θα ερχόταν από κάποια άλλη περιοχή φορώντας πρόχειρα υποδήματα του τύπου "σαγιονάρας". Οι αστυνομικοί κατέθεσαν ότι εν υπήρχαν άλλα ίχνη στο έδαφος και χρονοτρίβησαν να φθάσουν τον διαφεύγοντα καλλιεργητή γιατί ακολουθούσαν τα αποτυπώματα της "σαγιονάρας". Ισχυρίζονται δε οι ίδιοι μάρτυρες αστυνομικοί ότι χρονοτρίβησαν και δεν πρόλαβαν τον καλλιεργητή και για έναν ακόμη λόγο, επειδή ο καλλιεργητής εξήλθε της φυτείας δίνοντάς τους την εντύπωση ότι θα επανέλθει μη επιδεικνύοντας η συμπεριφορά του ανησυχία ότι είχε αντιληφθεί την παρουσία τους. Τέλος, προβάλλεται ο ισχυρισμός από τον κατηγορούμενο ότι την ίδια στιγμή που οι αστυνομικοί σντιλήφθησαν τον καλλιεργητή εισερχόμενο στη φυτεία ο ίδιος ευρίσκετο στο καφενείο του Ζ1 στην ........ και ότι τον είδαν διάφοροι άνθρωποι, οι οποίοι έχουν καταθέσει. Επ' αυτού πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Οι καταθέτοντες μάρτυρες Ζ2 και Ζ1 δεν είναι κατηγορηματικοί για την ακριβή ώρα που τον είδαν στο καφενείο τους. Διαφοροποιούνται δε και κυμαίνουν την ώρα της αφίξεως του κατηγορουμένου, συγκεκριμένα ο Ζ2 καταθέτοντας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αναφέρει ως ώρα αφίξεως του κατηγορουμένου στο καφενείο την 9.30' π.μ., ενώ στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο καταθέτει λέγοντας ότι "πήγα στο μαγαζί γύρω στις 9.00' η ώρα το πρωΐ εκείνη την ημέρα και βρήκα τον κατηγορούμενο εκεί", ωσαύτως ο Ζ1 καταθέτει σήμερα στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος εμφανίστηκε στο καφενείο "περίπου 9.00' παρά". Σημειωτέον ότι ο εξετασθείς ως μάρτυς υπερασπίσεως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο Δ1 κατέθεσε ότι ήταν μαζί με τον ........ και είδε τον κατηγορούμενο να περνάει για την .... στις 8.20' με 8.30' το πρωΐ της ημέρας εκείνης".Όλες αυτές οι καταθέσεις αποδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος πραγματικά ευρέθη στο καφενείο των Ζ1,Ζ2 το πρωΐ της 18ης Αυγούστου 2004, πλην όμως ο ακριβής χρόνος ο οποίος είναι το καταλυτικό στοιχείο για τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου δεν είναι δυνατόν να προκύψει με ασφάλεια, καθόσον στις καταθέσεις τους οι ανωτέρω μάρτυρες εμφανίζουν μικρές αλλά ουσιαστικές διαφοροποιήσεις που έχουν σαν αποτέλεσμα να μην προκύπτει μετά βεβαιότητος ο ακριβής χρόνος αφίξεως του κατηγορουμένου στο καφενείο των Ζ1,Ζ2 στην ........... Το φαινόμενο αυτό της πολυγνωμίας επιδέχεται λογική ερμηνεία, αφού εκείνη η χρονική στιγμή είναι για τους τρίτους (εν προκειμένω μάρτυρες) άνευ ιδιαιτέρας σημασίας και δεν συνδέεται με κάποιο ξεχωριστό γεγονός, που θα είχε εντυπωσιάσει τους ανθρώπους που συνάντησαν τον κατηγορούμενο για να συγκρατήσουν την ακριβή ώρα συναντήσεώς τους. Με βάση τα παραπάνω περιστατικά το δικαστήριο κατέληξε σε καταδικαστική για τον κατηγορούμενο κρίση και του επέβαλε την αναφερόμενη ποινή καθείρξεως. Με τις ανωτέρω παραδοχές το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 περ. στ' του ν.1729/1988, την οποία εφάρμοσε. Ειδικότερα, σε σχέση με τις προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις: α) αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους, από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση και περαιτέρω εκτίθεται και τι προέκυψε από το καθένα από αυτά, β) εκτίθενται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είναι ο δράστης του διωκομένου εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε και γ) προσδιορίζεται με σαφήνεια ο τρόπος τέλεσης του εν λόγω εγκλήματος. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος αναιρέσεως της ένδικης αίτησης, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Όλες οι λοιπές, σε σχέση με τον παραπάνω λόγο, διαλαμβανόμενες στην κρινόμενη αίτηση αιτιάσεις, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι γι' αυτό απαράδεκτες και ως τέτοιες πρέπει να απορριφθούν.
ΙΙ. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησής του ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι ακύρως εξετάσθηκαν στο ακροατήριο οι μάρτυρες ......., Δ1 και Ζ1 "χωρίς να είναι του κατηγορητηρίου και χωρίς να κλητευθούν ή να προταθούν κατά την ακροαματική διαδικασία από τον Εισαγγελέα της έδρας, αλά και χωρίς να έχει αποφασίσει το Δικαστήριο την κλήτευσή τους". Ο λόγος αυτός πρέπει ως αβάσιμος ν' απορριφθεί, γιατί δεν προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αναιρεσείων ή ο συνήγορός του εναντιώθηκε στην εξέταση των παραπάνω μαρτύρων και ως εκ τούτου η εκ του λόγου αυτού σχετική ακυρότητα καλύφθηκε σύμφωνα με τα άρθρα 173 παρ. 1 και 174 παρ. 1 του ΚΠοινΔ.

ΙΙΙ. Η κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 31 παρ. 2 εδ. β' και 105 παρ. 2 εδ. β' του ΚΠοινΔ ανάγνωση και αποδεικτική αξιοποίηση σε βάρος του κατηγορουμένου της ένορκης κατάθεσης που έδωσε κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης προανάκρισης, αν έγινε κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, μετά την 4.6.1996, επάγεται απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ' ΚΠοινΔ και θεμελιώνει έτσι λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ (Ολ.Α.Π. 1/2004, 2/1999). Η παραμονή όμως της έγγραφης εξέτασης του υπόπτου, που έλαβε χώρα κατά το στάδιο της προανακρίσεως στο φάκελο της δικογραφίας και όχι της εισαγγελίας (άρθρο 31 παρ. 2 ΚΠοινΔ), χωρίς αυτή να αξιοποιηθεί περαιτέρω εκ μέρους του δικαστηρίου, δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, διότι υπάρχει στο φάκελλο της δικογραφίας της απόφασης αυτής η από ..... έκθεση ένορκης μαρτυρικής εξέτασης ενώπιον των αστυνομικών προανακριτικών υπαλλήλων ...... και ......., η οποία "δεν τέθηκε με πράξη ή διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών στο αρχείο και έτσι το Πενταμελές Εφετείο Καλαμάτας προφανώς έλαβε υπόψη του και συναξιολόγησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα για το σχηματισμό της κρίσης του περί της ενοχής του για το αδίκημα της καλλιέργειας δενδρυλλίων ινδικής κάνναβης". Όπως, όμως, προκύπτει από τα πρακτικά και το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης η εν λόγω μαρτυρική έκθεση, ούτε αναγνώσθηκε, ούτε αξιοποιήθηκε, εφόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της αποφάσεώς του όλα τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι ουσιαστικά αβάσιμος σύμφωνα με τα προεκτεθέντα. Μετά από αυτό και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης της κρινόμενης αίτησης προς έρευνα, πρέπει αυτή να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29 Σεπτεμβρίου 2006 αίτηση του Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 47/2006 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Καλαμάτας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Αυγούστου 2007.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριο στις 7 Φεβρουαρίου 2008.




Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

<< Επιστροφή